Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2016

Χρυσούλα Λουλοπούλου : Με λένε Ουλρίκε




‘ΟΥΛΡΙΚΕ’
Το τρένο έφτανε στο σταθμό της Κατερίνης σφυρίζοντας . Η Ουλρίκε σήκωσε τη βαριά βαλίτσα και πλησίασε στη ράμπα. Οικείος ο ήχος, πολύ. Λίγο πιο κάτω έμενε, στην Περίσταση. Κάθε μέρα άκουγε τα σφυρίγματα των τρένων και πάντα η σκέψη γυρνούσε στην πατρίδα της. Σήμερα ταξίδευε η ίδια. Στην κόρη της στη Θήβα πήγαινε, που ήταν ετοιμόγεννη.
«Θεέ μου, πότε πέρασαν τα χρόνια; Η Έλενα γεννάει… Κι εγώ… γιαγιά…» χαμογέλασε φέρνοντας στο νου πόσα πέρασε στη χώρα αυτή.
Κοπέλα πρωτοήρθε, με ένα σακίδιο και μια κιθάρα στον ώμο, μαζί με την παρέα της, για ορειβατικό τουρισμό. Και γνώρισε το Φάνη. Κι ερωτεύτηκαν έτσι όπως περιδιάβαιναν το φαράγγι του Ενιπέα. Έπιανε τις κρυφές ματιές του πάνω της και οι παλμοί της καρδιάς της πλήθαιναν. Τον παρατηρούσε όπως έστηνε τη σκηνή .Ήταν εντελώς διαφορετικός από κείνη. Μελαχρινός, με μάτια σαν ξεχασμένα φθινοπωρινά φύλλα σε πλάτανο.
«Άραγε τι παιδιά θα κάναμε εμείς οι δύο;…» έπιασε τον εαυτό της να σκέφτεται και παραξενεύτηκε και χαμογέλασε.
-Τι σκέφτεται η καλλονή του Μέλανα Δρυμού και γελάει σαν ήλιος που βγαίνει το καλοκαίρι ; τη ρώτησε ο Φάνης με τέλεια Αγγλικά κι εκείνη έσκυψε ντροπαλά το κεφάλι.
Τ’ άκουσε ο Έρωτας και πέταξε από την κορφή του Ολύμπου και μπήκε για τα καλά μέσα τους . Ήρθε η σχέση, ήρθε ο γάμος, ήρθε το παιδί.
Η νεαρή γυναίκα δε μετάνιωσε ούτε στιγμή που άφησε για πάντα την πατρίδα της κι ήρθε να ζήσει άγνωστη μεταξύ αγνώστων, στη φωτεινή, αλμυρή απόληξη της Ευρώπης. Η αγάπη που πήρε κι έδωσε, δεν άφησε τέτοια περιθώρια. Έμαθε τον τόπο, κάθε γωνιά του, εξερευνώντας την με τον άντρα της, έμαθε την πόλη κάνοντας βόλτες με το ποδήλατο ή σπρώχνοντας το καροτσάκι με την Έλενα. Έμαθε νέες μουσικές, νέους χορούς, νέες γεύσεις, νέα μαγειρέματα, νέες γιορτές. Η ζωή της ήταν ένα σχολείο κάθε μέρα, όπου δίδαξε και διδάχθηκε. Ένα κουτί γεμάτο εκπλήξεις. Κάποιες απ’ αυτές ήταν δυσάρεστες, ωστόσο η κατάφερνε να προσαρμοστεί, ή να βρεθεί λύση ώστε όλοι στην οικογένεια να είναι ευχαριστημένοι.
Λάτρεψε τον τόπο όπου ξεκουράζεται τόση Ιστορία, λάτρεψε την πόλη όπου μεγάλωνε το παιδί της. Ένιωθε την Ελλάδα να απλώνεται μέσα της με ένα γλυκό, ζεστό γαλάζιο.
Μόνο τ’ όνομά της δεν μπορούσε να μάθει εύκολα στους άλλους. ‘Ουλρίκε’! Δύσκολο, τραχύ για την ελληνική γλώσσα . Κι έτσι κάθε φορά που της το ρωτούσαν , γελούσε μέσα της εκ των προτέρων, ξέροντας πως θα της ζητηθεί δεύτερη και τρίτη φορά μέχρι να γίνει κατανοητό.
Το ταξίδι για τη Θήβα πέρασε ευχάριστα, χάρη σε μια χαριτωμένη ηλικιωμένη κυρία που καθόταν δίπλα της, που δε σταμάτησε να μιλάει. Για όλα. Για τον καιρό, για τα εγγόνια της, για τα αρθριτικά της, για τη νύφη της.
Όταν ακούστηκε η φωνή του ελεγκτή που ανακοίνωνε ότι έφταναν στη Θήβα, η Ουλρίκε σηκώθηκε, κατέβασε τη βαλίτσα της από τη σχάρα και χαιρέτισε την κυρία Δέσποινα.
-Να πας στο καλό, πουλάκι μου! Χάρηκα πολύ! Άντε και μ’ ένα πόνο η κορούλα σου! Αλήθεια, κορίτσι μου, τόση ώρα μιλάμε και δε σε ρώτησα πώς σε λένε…
Η Ουλρίκε χαμογέλασε, σήκωσε τις τσάντες της και φεύγοντας, της είπε γλυκά:
-Με λένε… Κατερίνη…
Χρυσούλα Λουλοπούλου



Δεν υπάρχουν σχόλια: