Σάββατο, 1 Απριλίου 2017

Σπ. Μαρκεζίνης : Ο θάνατος του Βασιλέως ΓΕΩΡΓΙΟΥ Β' και μια προφητεία





Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Β' ΚΑΙ ΜΙΑ ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ

Ο  Σπ. Μαρκεζίνης είχε συναντήσει τον βασιλέα Γεώργιο Β΄ δύο εβδομάδες πριν τον θάνατό του μετά από ακρόαση που του είχε ζητήσει. Όταν έληξε η ακρόαση   ο Βασιλιάς τον χαιρέτησε με θερμότητα: «Θα τα ξαναπούμε. Σιγά σιγά θα καταλάβεις ότι η ζωή μάς κυβερνά και όχι εμείς εκείνη», του είπε.
Στο μνημόνιο της ακροάσεως εκείνης ο συγγραφεύς θα σημειώσει: «Ο Βασιλεύς μού ομιλούσε ως εάν επρόκειτο να απέλθει συντόμως του κόσμου τούτου. Εσκεπτόμην την μοίραν τών πραγμάτων, τας δοκιμασίας και τον πολυτάραχον βίον του, ο οποίος πάντως τού εχάρισεν τον μοναδικόν τίτλον τού Βασιλέως της εποποιίας τού 1940». Δύο εβδομάδες περίπου αργότερα ανηγγέλλετο ο αιφνίδιος θάνατος του, που τον εβρήκε σε ηλικία 57 ετών από καρδιακή συγκοπή, λόγω αρτηριοσκληρώσεως και θρομβώσεως των στεφανιαίων αρτηριών. Ήταν η 1η Απριλίου 1947.
Η πρώτη εντύπωση, λόγω της ημέρας, ήταν ότι επρόκειτο για κακόγουστο πρωταπριλιάτικο αστείο. Το Ραδιόφωνο όμως, το οποίο μετέδιδε πένθιμη μουσική, επιβεβαίωσε την είδηση. Ο καθηγητής Θεόδωρος Αγγελόπουλος αφηγείται πώς επληροφορήθη το γεγονός:
«Τας πρώτας μεταμεσημβρινός ώρας της 1ης Απριλίου 1947 ανηρχόμην την οδόν Φιλελλήνων, επί του αριστερού πεζοδρομίου. Αίφνης, εξ ενός των καταστημάτων ο ιδιοκτήτης, όστις, ως αντελήφθην, με εγνώριζεν, εξήλθε τρέχων, με επλησίασε και μετά λίαν τεταραγμένης φωνής μου είπε: "Ό Βασιλεύς πέθανε!" Ταραχθείς και εγώ εκ του αιφνιδιασμού και έχων υπ' όψει ότι οό Βασιλεύς μέχρι της προτεραίας εθεωρείτο καλώς έχων και εργαζόμενος, ενόμισα αναληθή την είδησιν και απήντησα εν θυμώ εις τον καταστηματάρχην: "Πολύ κακόν πρωταπριλιάτικον αστείον! Ποιος το διαδίδει;" "Όχι!, είπε ζωηρώς ο καταστηματάρχης. Το Ραδιόφωνον το ανεκοίνωσε!"


»Δεν επίστευον ή μάλλον δεν ήθελον νά πιστεύσω. Εστράφην εν τούτοις αμέσως προς τα οπίσω κατερχόμενος την όδόν Φιλελλήνων και διά της Πλατείας Συντάγματος και των οδών Β. Γεωργίου, Β. Σοφίας και  Ηρώδου τού   Αττικού  μετέβην  εις τα  Ανάκτορα,
Εισελθών δια του Κήπου προς την Θύραν Υπασπιστηρίου συνήντησα εξερχομένην την σύζυγο του Πρέσβεως της Αμερικής Κυρίαν Mac Veagh, ήτις είχε σπεύσει, να συλλυπηθή τας Πριγκίπισσας αδελφάς τού Βασιλέως,
»Η πληροφορία του καταστηματάρχου ήτο ακριβής. Ο επί της τραπεζαρίας την ήμεραν εκείνην υπηρέτης των Ανακτόρων μού αφηγήθη ως εξής τας τελευταίας στιγμάς τού Βασιλέως: Ο Βασιλεύς, μετά τας συνήθεις από της πρωίας συνεργασίας και ακροάσεις, ανήλθεν εκ τού Γραφείου αυτού εις τον πρώτον όροφον, ίνα προγευματίση. Εισήλθεν εις την τραπεζαρίαν, εκάθησεν, αλλά αισθανόμενος έλλειψιν διαθέσεως διά στερεάν τροφήν παρήγγειλε ζωμόν. Ότε ο ζωμός εκομίσθη ο Βασιλεύς είχεν εγκαταλείψει την τραπεζαρίαν και μεταβάς εις τον προθάλαμον τού υπνοδωματίου αυτού ανεκλίθη ενδεδυμένος επί τού σοφά.Η αδιαθεσία ασφαλώς παρετείνετο, εν δεδομένη δε στιγμή δυσφορίας ο Βασιλεύς εζήτησε παρά της θαλαμηπόλου, ήτις έτυχεν εργαζομένη εις το παρακείμενον δωμάτιον λουτρού, ποτήριον μετά ύδατος. Ότε εκομίσθη το ύδωρ ο Βασιλεύς εκείτο ακίνητος και άφωνος. Ιατρική βοήθεια ανεζητήθη εν τάχει, άλλ' ότε αφίχθη ουδέν ωφέλιμον ηδύνατο νά πράξη. Ό Βασιλεύς άπέθνησκε».
Την 1η Απριλίου 1947 ο συγγραφεύς και η σύζυγος του, το ζεύγος Φίλιππου Δραγούμη και ο Νοτιοαφρικανός Πρέσβης Στρατηγός Theron με τη γυναίκα του ευρίσκοντο στην Παλαιά Κόρινθο, όπου είχαν μεταβεί για μία σύντομη εκδρομή. Ήταν μια λαμπρή ηλιόλουστη ημέρα. Επιστρέφοντες στην Αθήνα, τις απογευματινές ώρες, ακούσαμε, από το ραδιόφωνο τού αυτοκινήτου, πένθιμο εμβατήριο και εν συνεχεία την αναγγελία ότι ο Βασιλεύς Γεώργιος Β' είχε πεθάνει από καρδιακή προσβολή.
Μόλις εφθάσαμε στην Αθήνα εσπεύσαμε στα Ανάκτορα, όπου στη μεγάλη αίθουσα επρόκειτο ήδη να ορκισθεί ο νέος Βασιλεύς. Είχαν φθάσει τα μέλη της Κυβερνήσεως και οι βουλευταί. Ο νέος Βασιλεύς Παύλος Α' προσήλθε με τον επταετή Διάδοχο Κωνσταντίνο. Ακολούθησε η τελετή τις ορκωμοσίας.
Την εκφορά τού νεκρού προς τους βασιλικούς τάφους δεν ακολούθησαν ο Πρωθυπουργός και τα μέλη της Κυβερνήσεως, κατόπιν επιθυμίας τού νέου Βασιλέως, ενέργεια η οποία δικαιολογημένα εστενοχώρησε τον Δ. Μάξιμο. Ο Βασιλεύς Γεώργιος Β' ετάφη στον λόφο τού Κατσιμιδίου, πλησίον των γονέων, αδελφών και προγόνων. Ήταν ηλικίας 57 ετών.
Είχε ζήσει μεγάλες, ιστορικές, στιγμές, και εδοκίμασε, θετικά και. αρνητικά, έντονες συγκίνησης στη ζωή του. Εξεθρονίσθη το 1923 και ανέκτησε τον θρόνο του δώδεκα χρόνιοι αργότερα, το 1935. Τα επόμενα έξι χρόνια της βασιλείας του συνεδέθησαν με την ανεπιτυχή προσπάθεια ομαλοποιήσεως της πολιτικής ζωής, με την κοινοβουλευτική εκτροπή του καθεστώτος Μεταξά, με τον αγώνα για την αμυντική θωράκιση της Χώρας και με την εποποιία του 1940. Θα ακολουθήσει η πλήρης δοκιμασιών «αιχμαλωσία» του στο εξωτερικό, από όπου θα επιστρέψει, με τη θέληση του Λαού, αποφασισμένος να εργασθεί για την ομαλότητα και την ανασυγκρότηση της Χώρας. Δεν θα προλάβει να δει παρά μόνον την επίσημη προσάρτηση της Δωδεκανήσου και την αναγγελία του Δόγματος Τρούμαν.

 Η επιστροφή του Γεωργίου Β΄  στη Ελλάδα με το διάδοχο Παύλο

ΤΟ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ «ΔΙΕΛΛΑ»
Με τον θάνατο του Βασιλέως Γεωργίου Β συνδέεται το παράδοξο «επεισόδιο Δίελλα», περί του οποίου ένας από τους πρωταγωνιστάς του, ο Π. Σιφναίος, σε ανέκδοτο κείμενο του, αφηγείται:
«Δεν ενθυμούμαι ακριβώς πότε συνέβη, αλλά θα ήτο ολίγον μετά την ανάληψιν ύπ' εμού της Γενικής Διευθύνσεως τού ΕΙΡ, τον Απρίλιον του 1946.
»Με επεσκέφθη μία κοπέλλα, γύρω στα 30, μελαχροινή, ελαφρώς χωλαίνουσα. Εφορούσε πράσινα, με ένα γουνάκι άσπρο στους ώμους. Μόλις εμπήκα στο γραφείο της Γενικής Διευθύνσεως μου εσυστήθη ως Έλλη Δίελλα και χωρίς προλόγους μού εδήλωσεν ότι είναι απεσταλμένη μιας "γερόντισσας", η όποια, γνωρίζουσα την αγάπην μου προς τον αείμνηστον Γεώργιον Β , ήθελε να μου ανακοίνωση απ' ευθείας ένα "μήνυμα" πολύ σοβαρόν προς αυτόν. Η Δίελλα δεν εγνώριζε το "μήνυμα". Κατόπιν συνεννοήσεως, την επαύριον, περί ώραν 11 π.μ. με ωδήγησεν εις ημιυπόγειον διαμέρισμα πολυκατοικίας, κειμένης παρά την γωνίαν των οδών Πλουτάρχου και Πατριάρχου Ιωακείμ Γ . Εισερχόμενος εις το διαμέρισμα, συνήντησα εξερχόμενον τον κ. Μποδοσάκην Άθανασιάδην, τον όποιον εγνώριζα, ως χειρισθείς μαζί με τον Άγγελον Αθανασιάδην, νομικόν του σύμβουλον, το 1934-35 τας δίκας τού ξενοδοχείου "Pera Palace" Κωνσταντινουπόλεως. Ό κ. Μποδοσάκης με εχαιρέτησεν απλώς, χωρίς να είπη τίποτε άλλο.
»Το διαμέρισμα, εξ όσων ενθυμούμαι, είχε δύο κύρια δωμάτια, ένα υπνοδωμάτιον και ένα σαλονάκι, συνεχόμενα. Εις το σαλονάκι με υπεδέχθη μία γυναίκα περίπου 60 ετών, ντυμένη μαύρα, αδύνατη, με ομαλά χαρακτηριστικά και μίαν παράδοξον ηρεμίαν εις το πρόσωπον και όλας τας κινήσεις. Ελέγετο Δέσποινα. Αφού μου προσέφερε καφέ και γλυκό, με εκάλεσε να σταθώ παραπλεύρως της ενώπιον ενός εικονίσματος της Θεοτόκου, εις το βάθος τού δωματίου, όπου ήτο αναμμένο ένα κερί. Προσηυχήθη ενώπιον τού εικονίσματος επί 15 λεπτά περίπου, εν απολύτω σιωπή. Ενόσω προσηύχετο, το πρόσωπον της εγίνετο ωχρόν, μέχρις ότου έχασε κάθε χρώμα εντελώς. Συγχρόνως σταγόνες ιδρώτος ενεφανίσθησαν εις το μέτωπόν της. Μόλις συνήλθεν από την κατάστασιν αυτήν, την οποίαν θα ωνόμαζα έκστασιν, με εκάλεσε και εντελώς ήρεμος πλέον και με τελείως ομαλήν φωνήν μού είπε τα εξής: "Ή Παναγία επιθυμεί να διαβίβασης εσύ το μήνυμα πού θα σού πω στον Βασιλέα, διότι ξεύρομεν ότι αληθώς τον αγαπάς. Ο Βασιλεύς θα επανέλθη στην Ελλάδα. Πριν άποβιβασθή όμως στας Αθήνας, πρέπει απαραιτήτως να περάση από την Τήνον και να προσκύνηση την Μεγαλόχαρην. Αν παράλειψη να το κάμη, θα αποθάνη εξ μήνας μετά την επάνοδόν του. Να τού μεταδώσης το μήνυμα αμέσως». Σημειωτέον ότι τότε (Απρίλιος 1946) δεν είχε ορισθεί ο χρόνος διεξαγωγής του δημοψηφίσματος για την επιστροφή του Βασιλέως στην Ελλάδα
»Την παράδοξον αυτήν σκηνήν έκρινα σκόπιμον να ανακοινώσω αμέσως εις τον Μαρκεζίνην, ο όποιος είχε τακτικήν σύνδεσιν με τον εν Λονδίνω Βασιλέα. Ο Μαρκεζίνης μου συνέστησε να μεταδώσω το μήνυμα. Έγραψα παρευθύς εις τον Ραούλ Ρωσέττην, τότε σύμβουλον του Γεωργίου Β, με τον όποιον είχαμε συνδεθεί εις Κάιρον αφ' ότου αντικατέστησε τον παραιτηθέντα Πέτρον Μεταξά. Ο Ρωσέττης μου απήντησε ιδιοχείρως. Ατυχώς έχασα την επιστολήν αυτήν, όπως και άλλας, μαζί με όλον τον Φάκελον Δ' του αρχείου μου, κατά τας διαφόρους μετακομίσεις. Ενθυμούμαι όμως μίαν φράσιν της απαντήσεως του εκείνης: "Το μήνυμα σας έσπευσα να το μεταδώσω εις την Αυτού Μεγαλειότητα και σάς ευχαριστώ θερμώς".
 Ο Βασιλεύς Γεώργιος Β  επανήλθεν εις τήν Ελλάδα, μετά το Δημοψήφισμα τού Σεπτεμβρίου τού 1946, χωρίς να περάση από την Τήνον, απέθανε δε την 1ην 'Απριλίου 1947. Είχα τότε λησμονήσει προς στιγμήν το επεισόδιον  της  γερόντισσας   Δέσποινας.   Μού   το  υπενθύμισε  ο Μαρκεζίνης, μετά τον θάνατον τού Βασιλέως». Παρά την ουσιαστικώς αρνητική απάντηση τού Ρ. Ρωσέττη, η Δίελλα επέμενε. Στη δεύτερη επίσκεψη τού Σιφναίου στο σπίτι της γερόντισσας, η οποία απουσίαζε, τού έδειξε μία παλαιά εικόνα και τού είπε ότι είναι δώρο τού Εμ.  Τσουδερού.  Σε μία από τις συναντήσεις τού συγγραφέως, με τον επιστρέψαντα από την Αίγυπτο Εμ. Τσουδερό, ο τέως  Πρωθυπουργός  είπε,   παρουσία  τού   Π.   Σιφναίου,   ότι  όταν ευρίσκετο,   επί   Μεταξά,   υπό   περιορισμόν   στην   Εκάλη,   τον   είχε επισκεφθεί η γερόντισσα εκείνη και του είχε πει ότι θα γίνει «Πρωθυπουργός στο εξωτερικό». Ο Τσουδερός της είπε ότι προφανώς εννοούσε ότι θα γίνει Υπουργός των Εξωτερικών. Εκείνη όμως επέμενε. Όταν αργότερα έγινε πράγματι Πρωθυπουργός, ο Τσουδερός, ο οποίος επίστευε στον πνευματισμό και στα παράδοξα του είδους αυτού, ενεθυμήθη τη γερόντισσα και της εδώρησε τη μνημονευθείσα παλαιά εικόνα.


Το επεισόδιο «Δίελλα» είχε μία παράδοξη συνέχεια. Ο Χρύσανθος εκάλεσε τον συγγραφέα και με προφανή διστακτικότητα του αφηγήθη ότι τον επεσκέφθη προσωπικώς η γερόντισσα Δέσποινα και τον παρεκάλεσε να μεσολαβήσει, προκειμένου να μεταβεί στο Δονδίνο η Δίελλα για να μεταφέρει η ίδια το μήνυμα στον Βασιλέα. Αποφεύγων να βλέπει κατά πρόσωπον τον συγγραφέα, ο αείμνηστος Ιεράρχης είπε χαμηλόφωνα: «"Υπάρχουν πράγματα, τα οποία ουδείς είναι βέβαιος ότι δύναται να τα αποκλείσει. Διευκόλυνε, λοιπόν, την Δίελλα να μεταβεί εις Λονδίνον». Αυτή ακριβώς τη φράση ο βαθείας μορφώσεως Ιεράρχης την είπε διστάζων και μη θέλων να παρεξηγηθεί από τον συγγραφέα.
Την εποχή εκείνη ήταν ακόμη δύσκολο να επιτύχει κανείς αεροπορική μετάβαση στο Λονδίνο. Με τη μεσολάβηση μου η μετάβαση της Δίελλας επραγματοποιήθη με στρατιωτικό αεροπλάνο. Αίγες ημέρες αργότερα ο συγγραφεύς έλαβε επιστολή τού Ρ. Ρωσέττη, ο οποίος είχε ενημερωθεί για την επιθυμία τού Χρύσανθου. Τον πληροφορούσε ότι «ατυχώς ο Βασιλεύς δεν απέδωσε σημασία». Ανήκε και ο Ρωσέττης σε εκείνους που επίστευαν στις παντοειδείς πνευματικές επικοινωνίες και έκρινε ότι η παρέμβαση τού Χρύσανθου αποτελούσε ένα είδος συστάσεως προς τον Βασιλέα, ο οποίος είχε κάποτε παρατηρήσει στην Αγγελική Κοντοσταύλου, Μεγάλη Κυρία επί των Τιμών, ότι «δεν πρέπει να αποκλείει κανείς ό,τι, δεν ημπορεί να εξηγήσει».
Ο συγγραφεύς, όπως ο Π. Σιφναίος, δεν επανείδε έκτοτε τη Δίελλα, ούτε άκουσε τίποτε για τη γερόντισσα Δέσποινα. Απασχολημένος από τη σωρεία των προβλημάτων της εποχής εκείνης, ούτε καν επρόσεξε ότι ο Βασιλεύς Γεώργιος Β επέστρεψε στην Αθήνα στις 27 Σεπτεμβρίου 1946, χωρίς να περάσει από την Τήνο. Μόνον, όταν την 1η Απριλίου τού 1947 ανηγγέλθη η είδηση τού θανάτου τού Βασιλέως, ενεθυμήθη το μήνυμα τής γερόντισσας. Διότι, πράγματι, τέσσερις ημέρες πριν, στις 27 Μαρτίου, είχαν συμπληρωθεί έξι μήνες από της επιστροφής του στην Ελλάδα.
Ο συγγραφεύς, παρότι ουδέποτε συνεμερίσθη τις αντιλήψεις αυτές, ομολογεί ότι το «επεισόδιο Δίελλα» τού έκαμε πράγματι μεγάλη εντύπωση. Και επειδή εμπλέκονται σ' αυτό, άμεσα ή έμμεσα, ένας Βασιλεύς, ένας Αρχιεπίσκοπος και ένας τέως Πρωθυπουργός, έκρινε ότι δεν έπρεπε ως γεγονός να αγνοηθεί.
Από το βιβλίο «Σύγχρονη Πολιτική Ιστορία της Ελλάδος» του Σπ. Μαρκεζίνη (εκδόσεις ΠΑΠΥΡΟΣ)

Δεν υπάρχουν σχόλια: