Τετάρτη, 11 Ιουλίου 2018

Ζινέττα Σαγκάν: Μια ηρωίδα των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων




Ζινέττα Σαγκάν: Μια ηρωίδα των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων

Ginetta Sagan (June 1, 1925 – August 25, 2000)

Ήταν μια Ιταλίδα που ζούσε στην Καλιφόρνια και που γνώρισε η ίδια τη φυλακή και τα βασανιστήρια στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, και γιαυτό ήταν αποφασισμένη στην διάρκεια της ζωής της να μην αφήσει μόνους στη μοίρα τους τους πολιτικούς κρατούμενους σέ όλα τα σημεία του κόσμου.
Την έλεγαν Τοπολίνο - «ποντίκάκι». Το ύψος της δεν ξεπερνούσε το ενάμισι μέτρο κι ήταν μόλις 19 χρονών, μια γενναία και δραστήρια αγγελιοφόρος της ιταλικής αντίστασης. Όταν η φασιστική μυστική αστυνομία τη συνέλαβε, τον Φεβρουάριο του 1945, οι γονείς της είχαν ήδη από καιρό πεθάνει στα χέρια των οργάνων της κυβέρνησης του Μουσολίνι.
Καθημερινά την υπέβαλαν σε ηλεκτροσόκ, στο μαρτύριο του πνιγμού, την έκαιγαν. Τη βίασαν και την έδειραν. Μα το χειρότερο ήταν αυτό που φρόντιζαν να της υπενθυμίζουν συχνά οι δεσμοφύλακες της: Ότι ήταν μόνη, απομονωμένη. Κανείς δεν ήξερε πού βρισκόταν - αν ήταν ζωντανή ή πεθαμένη. Ήταν πια ένα ανύπαρκτο πρόσωπο, ένα χαλίκι χαμένο μες στα χαλάσματα του πολέμου.
Μια μέρα η Τοπολίνο, κουβαριασμένη στο έρεβος του ανακριτικού κελλιού, προσπαθούσε να ξεγελάσει τους αφόρητους πόνους της, αφήνοντας τη φαντασία της να τρέχει σε λουλουδιασμένες κοιλάδες. Ξάφνου, ένας φρουρός άνοιξε με μια κλωτσιά την πόρτα και πέταξε μέσα στα σκοτάδια του κελλιού ένα «πάνινο» - ένα μικρό φραντζολάκι. Πεθαίνοντας από την πείνα, το κορίτσι το έκοψε στα δύο. Μέσα του, βρήκε ένα σπιρτόκουτο που περιείχε ένα χαρτάκι. Είχε γραμμένη με μολύβι μία μόνο λέξη: Coraggio! «Κουράγιο!»
Για πρώτη φορά, μέσα στην απόγνωση της, ένιωσε τη σχεδόν τρομακτική δροσιά της ελπίδας. Κάποιος ήξερε γι' αυτήν κι ενδιαφερόταν. Αυτή τη μικρή ελπίδα, τη φύλαγε μέσα της σαν τη φλόγα του κεριού που τρεμοσβήνει, για βδομάδες ολόκληρες αδιάκοπων φυσικών και ψυχικών βασανιστηρίων.
Αργά κάποιο απόγευμα, σχεδόν αναίσθητη μετά από έναν άγριο ξυλοδαρμό, άκουσε τους βασανιστές της να συζητούν για το επικείμενο τέλος του πολέμου. Σχεδίαζαν πώς θα προστατεύονταν - εξαφανίζοντας τους πιθανούς μάρτυρες. Πριν όμως προλάβουν να δράσουν, έφτασαν δύο Γερμανοί αξιωματικοί και πληροφόρησαν τους Ιταλούς ότι θα έπαιρναν μαζί τους την Τοπολίνο για νέες ανακρίσεις. Καθώς την έσερναν στο αυτοκίνητο που την περίμενε, σήκωσε για μια στιγμή το βλέμμα. Ο ουρανός του δειλινού έλαμπε με το φως μιας ανοιξιάτικης δύσης. Αυτή την εικόνα θα τη θυμάται πάντα σαν μια Αυγή της Λευτεριάς. Οι αξιωματικοί ήταν, στην πραγματικότητα, Γερμανοί αντι-ναζί και οδήγησαν την Τοπολίνο στην ασφαλή συντροφιά των φίλων της της ιταλικής αντίστασης.
Τα αποτελέσματα, ωστόσο, των 45 ημερών του μαρτυρίου της, δεν ήταν εύκολο να εξαλειφθούν. Η Τοπολίνο πέρασε τα δύο επόμενα χρόνια σε νοσοκομεία για σωματική και ψυχιατρική θεραπεία. Κατά την ανάρρωση της, της έδωσαν ένα γράμμα που της είχε γράψει ένας νεαρός γιατρός, του οποίου τα βασανιστήρια την είχαν υποχρεώσει να παρακολουθήσει. Ξέροντας ότι ο θάνατος του πλησίαζε, ο γιατρός έγραφε:
«Κάνε ό,τι μπορείς για να επιζήσεις. Θα βρεθούν κι άλλοι άνθρωποι στην ίδια μοίρα μ' εμάς. Ύψωσε τη φωνή σου ν ' ακουστεί.»

Αγγελιοφόρος της ελπίδας. 



Πέρασαν σαράντα χρόνια από τότε που το βασανισμένο κορίτσι κέρδισε την ελευθερία του. Έγινε σύζυγος γιατρού, μητέρα τριών γιων και γιαγιά, και όποιος την έβλεπε να μοιάζει με τις τυπικές μεγαλοαστές οικοδέσποινες της Αμερικής καθώς ετοίμαζε τον εσπρέσσο στην κουζίνα της, στο Άθερτον της Καλιφόρνιας.
Αλλά πίσω από την καθημερινή ρουτίνα του νοικοκυριού, το σπίτι της Σαγκάν ήταν ένα κέντρο ανταποκρίσεων, η καρδιά ενός αδιάκοπου αγώνα για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων εκείνων που έχουν φυλακιστεί για τις πεποιθήσεις τους. Σ' έναν κόσμο, όπου γυναίκες και άντρες έλιωναν ακόμα σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και «ψυχιατρεία», εκείνη παρέμενε πάντα η Τοπολίνο, μια αγγελιοφόρος της ελπίδας. Η φωνή της ακουγόταν παντού για την υπεράσπιση αυτών που βασανίζονται στο Ιράν, γι' αυτούς που κρατούνταν δίχως δίκη στην Χιλή, στην Κούβα ή στην Αιθιοπία· γι' αυτούς που αργοπέθαιναν στα καταναγκαστικά έργα κάποιου σοβιετικού Γκουλάγκ.
Το σπίτι της Σαγκάν ήταν πάντα πλημμυρισμένο από ντοσιέ, τηλεγραφήματα, αναφορές και γράμματα που κάποιο χέρι χάραξε πρόχειρα και βιαστικά στα γαλλικά, ιταλικά, βιετναμέζικα, τσέχικα ή ισπανικά. Ήταν οι μαρτυρίες εκατοντάδων ιστοριών από τον γκρίζο, γεμάτο τρόμο κόσμο των ανθρώπων που φυλακίστηκαν όχι για εγκλήματα, αλλά για τη συνείδηση τους.
Όπως ένας γνωστός Τσέχος, από τους αντιφρονούντες, που φυλακίστηκε και του απαγορεύθηκε να ασκεί το επάγγελμα του, λόγω της δραστηριότητας του για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Όπως ένας Ουκρανός ποιητής που, ενώ επρόκειτο να απολυθεί μετά από 12 χρόνια φυλάκισης (στα οποία είχε καταδικαστεί με βάση ψευδείς καταγγελίες), κατηγορήθηκε για «αντισοβιετική δυσφημιστική προπαγάνδα» - που έκανε, υποτίθεται, στις κουβεντούλες του με τους συγκροτούμενους του. Όπως συνδικαλιστικά στελέχη από την Παραγουάη και τις Φιλιππίνες. Κάθε μέρα, καθώς το τηλέφωνο χτυπούσε, καθώς έφτανε κάποιο τηλεγράφημα ή γράμμα, ο κατάλογος γινόταν όλο και πιο μακρύς.
Η Σαγκάν ήταν η ψυχή της καταπληκτικής ανάπτυξης της οργάνωσης Διεθνής Αμνηστία στις ΗΠΑ. Η Διεθνής Αμνηστία είναι μια οργάνωση που, με έδρα το Λονδίνο, που εργάζεται για την προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων σ' όλο τον κόσμο. Αλλά η ίδια η Σαγκάν ήταν μια ανθρωπιστική οργάνωση από μόνη της. Η οικογένεια της συνήθιζε πια να ξυπνά με μεταμεσονύκτια τηλεφωνήματα από το εξωτερικό, ή να τη χάνει για μέρες σε μυστικά ταξίδια.
Στην διάρκεια των ετών δραστηριοποίησής της είχε οργανώσει, πράγματι, ένα παγκόσμιο δίκτυο επαφών που την τροφοδοτούσε με πληροφορίες για παράνομες συλλήψεις και για κρούσματα απάνθρωπης μεταχείρισης κρατουμένων. Δικηγόροι, δάσκαλοι, διπλωμάτες, κυβερνητικοί αξιωματούχοι, ακόμη και άνθρωποι των μυστικών αστυνομικών υπηρεσιών, αποτελούσαν μέρος της μοναδικής της οργάνωση.
Με τις πληροφορίες της αυτές σαν εφόδιο, η Σαγκάν άλλοτε γοήτευε, άλλοτε εκνεύριζε κι άλλοτε κυριολεκτικά τσάκιζε τα νεύρα των ισχυρών της εξουσίας. Στην περίπτωση ενός Ουκρανού αντικαθεστωτικού που υπήρχαν φόβοι ότι τον βασάνιζαν κατά τις ανακρίσεις, ή «Κυρία Ανθρώπινα Δικαιώματα» άρχισε να κατακλύζει τους Σοβιετικούς με διαμαρτυρίες. Στην αρχή, εκείνοι αδιαφόρησαν. Ύστερα όμως από αλλεπάλληλες επισκέψεις της στο ρωσικό προξενείο του Σαν Φρανσίσκο και πολυάριθμα γράμματα και τηλεφωνήματα, η Σαγκάν πήρε επιτέλους απάντηση. Ένα απόγευμα, το τηλέφωνο χτύπησε και μια φωνή με ρωσική προφορά της είπε: «Κυρία μου, ο Ουκρανός σας απελευθερώθηκε.» Στη διάρκεια της χούντας στην Ελλάδα, η Σαγκάν ανέπτυξε εξαιρετική δραστηριότητα μέσα στα πλαίσια της διεθνούς κινητοποίησης κατά των συλλήψεων και των βασανιστηρίων πολιτικών κρατουμένων. Οι προσπάθειες της βοήθησαν στην απελευθέρωση πολλών αγωνιστών της δημοκρατίας θυμάτων της χούντας. Ανάμεσα τους ήταν ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Χρήστος Σαρτζετάκης, η Βιργινία Τσουδερού, ο Λεωνίδας Κύρκος, ο Γρηγόρης Φαράκος και άλλοι.

Γκουλάγκ του μπαμπού. 



Η Σαγκάν ήταν περήφανη που η Διεθνής Αμνηστία αγωνίζεται σε πλατιά κλίμακα και χωρίς πολιτικές προκαταλήψεις για την απελευθέρωση ανθρώπων που κρατούνται για τις πεποιθήσεις τους -υπό τον όρο ότι οι άνθρωποι αυτοί δεν έχουν χρησιμοποιήσει οι ίδιοι, ούτε έχουν εξωθήσει άλλους στη χρήση βίας. Αγωνίστηκε με θέρμη εναντίον εκείνων που θέλησαν να κάνουν μονομερή χρήση του κύρους της Διεθνούς Αμνηστίας, προβάλλοντας τις αδικίες των δεξιών κυβερνήσεων και αγνοώντας την τρομοκρατία των μαρξιστικών καθεστώτων. «Πρέπει να γίνει κατανοητό,» λέει, «ότι είτε πρόκειται για δεξιό είτε για αριστερό καθεστώς, ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης είναι πάντα ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης και τα βασανιστήρια είναι βασανιστήρια.»


Αυτό το φαινόμενο της μονομερούς φροντίδας για τη μεταχείριση των φυλακισμένων, ήταν στη βάση μιας από τις πιο απογοητευτικές εμπειρίες της μακρόχρονης σταυροφορίας της Σαγκάν για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Από τότε που έληξε ο Πόλεμος του Βιετνάμ, η κυβέρνηση του Ανόι είχε βυθίσει το Βιετνάμ στη φρίκη των μυστικών εκτελέσεων, των βασανιστηρίων και της καταναγκαστικής εργασίας στα δικά της «Γκουλάγκ του μπαμπού». Προς μεγάλη κατάπληξη της Σαγκάν, πολλές από τις ηγετικές προσωπικότητας του αμερικανικού κινήματος ειρήνης επέμεναν να αγνοούν ή και να συγχωρούν την άθλια μοίρα που βρήκε τον βιετναμικό λαό.
Η Σαγκάν είχε καταγγείλει τις αυθαιρεσίες του καθεστώτος Θιέου στο Νότιο Βιετνάμ και είχε αγωνιστεί, στη διάρκεια του πολέμου, για να εξασφαλιστεί ότι οι «πολίτες κρατούμενοι» και από τις δύο πλευρές θα απελευθερωθούν και θα τύχουν προστασίας μετά το τέλος του πολέμου. Είχε, τότε, δείξει εμπιστοσύνη - για την οποία αργότερα μετάνιωσε - στη συμφωνία του Παρισιού, με την οποία το Ανόι δεσμεύτηκε «να απαγορεύσει κάθε πράξη αντιποίνων ή διακρίσεων».
Όταν, όμως, ο πόλεμος πράγματι τελείωσε, άρχισε μια περίοδος βάναυσης και τυπικά κομμουνιστικής καταπίεσης. Χιλιάδες Βιετναμέζοι εκτελέστηκαν. Πολύ περισσότεροι έχει αναφερθεί ότι βασανίστηκαν. Εκατοντάδες χιλιάδες - πολλοί απ' αυτούς πιστεύοντας αφελώς ότι εκπληρώνουν μια προσωρινή υποχρέωση απέναντι στη νέα τους κυβέρνηση - εκτοπίστηκαν για καταναγκαστική εργασία κάτω από κτηνώδεις συνθήκες στα «στρατόπεδα αναμόρφωσης».
Αλλά, μολονότι η καταπίεση επεκτεινόταν, ο τότε γερουσιαστής Τζωρτζ Μαγκόβερν, μια ηγετική φυσιογνωμία του αντιπολεμικού κινήματος των ΗΠΑ, απέρριπτε με περιφρόνηση την ιδέα ότι το Ανόι οργανώνει αντίποινα μεγάλης κλίμακας. Σε μια έκθεση του προς την Επιτροπή Εξωτερικών Σχέσεων της αμερικανικής Γερουσίας το 1976, έλεγε: «Κάθε απόπειρα να οργανωθεί ένα λουτρό αίματος θα προκαλούσε την οργισμένη αντίδραση των συγγενών και των φίλων των θυμάτων και θα απομόνωνε την Προσωρινή Επαναστατική Κυβέρνηση από τον πληθυσμό.»
Η πικρή, όμως, πραγματικότητα ήταν ότι το λουτρό αίματος είχε ήδη συντελεστεί, και οι «οργισμένοι συγγενείς και φίλοι» δεν τολμούσαν να αντιδράσουν. Αντί γι' αυτό, άρχισαν να δραπετεύουν από το Βιετνάμ για να εξιστορήσουν τη φρίκη της νέας «δικτατορίας του προλεταριάτου».
Με τη βοήθεια του δικού της δικτύου και της εκτεταμένης δουλειάς της τραγουδίστριας Τζόαν Μπαέζ, η Σαγκάν ξεκίνησε μια κοπιώδη και πολυέξοδη έρευνα, που το νήμα της την έφερε στην Γαλλία, στην Ιταλία και στην έδρα των Ηνωμένων Εθνών στην Νέα Υόρκη. Γρήγορα ανακάλυψε ότι ορισμένες οργανώσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα προτιμούσαν να αγνοούν τις αποδείξεις που έρχονταν στο φως για την τρομερή καταπίεση. Η Διεθνής Αμνηστία αποφάσισε να αναπτύξει το έργο της για τους κρατούμενους του Βιετνάμ σε άλλες χώρες, και όχι στις ΗΠΑ. Ο λόγος που πρόβαλε ήταν, ότι μια αμερικανική ανάμειξη θα μπορούσε να επιδεινώσει τη θέση των θυμάτων του Ανόι.

Μια νέα αυγή. 

 Με την Joan Baez

Με τη βοήθεια της Μπαέζ και λίγων έμπιστων φίλων, η Τοπολίνο οργάνωσε πολύωρες, συνεντεύξεις με φυγάδες που έφεραν ακόμη τα σημάδια των βασανιστηρίων τους. Καθώς σχηματιζόταν ένας κατάλογος με 100 και πάνω στρατόπεδα στο Γκουλάγκ του μπαμπού, τα παράξενα ονόματα τους άρχισαν να γίνονται οικεία: Θαν Φονγκ, Τσονγκ Κουάγκ, Ναμ Χα, Μπιν Γκιά. Για κάθε ένα από αυτά κρατούσε λακωνικές σημειώσεις: «Ιδιαίτερα σκληροί διωγμοί των Χριστιανών... ατσαλόφρακτα κελλιά απομόνωσης... σφαγή 225 κρατουμένων... πολλοί θάνατοι λόγω εξάντλησης από την υπερβολική εργασία... υποσίτιση.»
Ένα απόγευμα, τον Μάρτη του 1979, η Μπαέζ, που υπήρξε μια εξέχουσα φυσιογνωμία του κινήματος κατά του Πολέμου στο Βιετνάμ, κάλεσε την Σαγκάν στο σπίτι της, να συναντήσει μερικούς Βιετναμέζους που υπήρξαν κρατούμενοι της νέας κυβέρνησης του Ανόι.
Η Σαγκάν έμαθε ακόμη πιο φρικτές λεπτομέρειες: Οι φυλακισμένοι κλείνονταν συχνά σε μεγάλα κιβώτια -κονταίηνερς - μεταλλικά ή ξύλινα, που είχαν εγκαταλειφθεί από τον καιρό του πολέμου. Αρκετοί φυλακισμένοι έμεναν συχνά κλειδωμένοι μέσα σ' ένα μικρό κιβώτιο για μέρες, μαζί με τις ακαθαρσίες τους. Και πολλοί πέθαιναν καθώς ο ήλιος μετέτρεπε τα κιβώτια σε φούρνους. Άλλοι, με τους καρπούς των χεριών τους δεμένους στους αστραγάλους τους, έμεναν κρεμασμένοι και αιωρούμενοι, με τους φύλακες να τους χτυπούν καθώς πνίγονταν από το ίδιο τους το αίμα και τον εμετό.
Η Μπαέζ αρρώστησε ακούγοντας τις διηγήσεις αυτές. Όταν η Σαγκάν της εξιστόρησε και τις δικές της ανακαλύψεις, η τραγουδίστρια εξοργίστηκε. Πλήρωσε ολοσέλιδες καταχωρήσεις στις μεγαλύτερες εφημερίδες των ΗΠΑ, για να διαμαρτυρηθεί κατά της παραβίασης των ανθρώπινων δικαιωμάτων από την κυβέρνηση του Ανόι και να ζητήσει την απελευθέρωση των πολιτικών κρατουμένων. Και, όπως παρατηρούσε η Σαγκάν: «Χάρη στις καταχωρήσεις αυτές και το ενδιαφέρον που προκάλεσαν, αρκετές χιλιάδες κρατούμενοι απελευθερώθηκαν, πράγμα που αποδεικνύει τη σημασία της δημόσιας διαμαρτυρίας.»
Για να προχωρήσει τις έρευνες της γύρω από τις αγριότητες της κυβέρνησης του Βιετνάμ, η Σαγκάν σχημάτισε τη δική της οργάνωση για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Σε ανάμνηση της όψης του ουρανού, το βράδυ της δικής της απελευθέρωσης, την ονόμασε «Ίδρυμα Αυγή». Χρησιμοποιώντας τους οικονομικούς πόρους της οικογένειας της και μερικών στενών φίλων, συνέχισε το τεράστιο έργο της λεπτομερούς καταγραφής της βιετναμικής καταπίεσης.
Η ερευνητική δουλειά της αποδεικνύει ότι πάνω από μισό εκατομμύριο άνθρωποι πέρασαν από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Γύρω στους 25.000 με 40.000 παραμένουν σ' αυτά τα στρατόπεδα ακόμη και το 1985. Άνθρωποι οδηγούνταν στις φυλακές με την παραμικρότερη αφορμή. Η ανάγνωση ενός βιβλίου «παρακμιακής λογοτεχνίας» ή το σιγοσφύριγμα ενός παλιού λαϊκού τραγουδιού από το Νότιο Βιετνάμ, ήταν επαρκείς δικαιολογίες για μια σκληρή «αναμόρφωση».
Αλλά οι πιο τρομακτικές αναφορές, για την Τοπολίνο, ήταν εκείνες που αφορούσαν ανθρώπους που συλλαμβάνονταν και κρατούνταν χωρίς καταγγελία-«αγνοούμενοι». «Αυτά που μαθαίνω από τις συζητήσεις, μου θυμίζουν όσα η ίδια έζησα και δεν μπορώ να ξεχάσω,» έλεγε ήρεμα. «Σου λένε ότι είσαι μόνος, ότι κανείς δεν ξέρει πού βρίσκεσαι. Και ύστερα σε βασανίζουν. Φασίστες ή κομμουνιστές -μοιάζουν τόσο πολύ μεταξύ τους.»
Και ο αγώνας της Τοπολίνο δεν είχε φτάσει ακόμη στο τέλος του. Είχε μερικές ενθαρρυντικές επιτυχίες. Πέτυχε την απελευθέρωση ενός «υπό αναμόρφωση» Βιετναμέζου ανώτερου δικαστικού, χάρη σε μια μεγάλη εκστρατεία τηλεφωνημάτων, τηλεγραφημάτων και επιστολών.
Υπήρξαν όμως και αντιξοότητες. Δυο φορές της διέρρηξαν το σπίτι, της έκαναν άνω-κάτω το αρχείο και της έκλεψαν φακέλους. «Οι καταπιεστές απεχθάνονται εκείνους που κάνουν γνωστά στον κόσμο τα έργα τους,» έλεγε.
Μερικές φορές μελαγχολούσε που τόσο λίγοι έρχονταν να συνδράμουν τον αγώνα ενάντια σε μια τέτοια καταπίεση. «Υπάρχουν τουλάχιστον εξήντα χώρες στον κόσμο, όπου οι άνθρωποι εξακολουθούν να συλλαμβάνονται δίχως νόμιμες κατηγορίες, να βασανίζονται και να δολοφονούνται,» έλεγε. «Υπάρχει μια Οικουμενική Διακήρυξη των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ, αλλά αυτή θα έχει πρακτική αξία μόνον αν οι άνθρωποι διαμαρτυρηθούν όχι μόνο κατά του Πινοσέτ, αλλά και κατά των ηγετών του Κρεμλίνου και του Μεγκίστου. Οι απλοί άνθρωποι μπορούν να καταφέρουν θαύματα, όταν αγωνίζονται για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.»
Η Τοπολίνο σε όλη την ακτιβιστική της ζωή το είχει πάρει απόφαση: Οι αθώοι φυλακισμένοι αυτού του κόσμου δεν θα υπομένουν τη μοίρα τους ολομόναχοι, απομονωμένοι, χωρίς υποστήριξη. Στα μπουντρούμια, τα στρατόπεδα εργασίας, στις αίθουσες των βασανιστηρίων, θα έπαιρναν από το χέρι της το δικό της σπιρτόκουτο με το δικό της μήνυμα: Κουράγιο! Δουλεύουμε για σένα.

Βραβεία



Το 1987, ο Sagan κέρδισε το βραβείο Jefferson Award for Public Service στην κατηγορία "Greatest Public Service Benefiting the Disadvantaged" που προσφέρεται σε όσους αγωνίζονται για τα δικαιώματα αυτών που βρίσκονται σε μειονεκτική θέση.
Το 1996, ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Μπιλ Κλίντον απένειμε στη Sagan το Προεδρικό Μετάλλιο της Ελευθερίας (Presidential Medal of Freedom) , την υψηλότερη πολιτική τιμητική διάκριση των ΗΠΑ. Στην αναφορά αναφέρεται ότι «το όνομα της Ginetta Sagan είναι συνώνυμο με τον αγώνα για τα ανθρώπινα δικαιώματα σε όλο τον κόσμο και αντιπροσωπεύει για όλους τους θριάμβους του ανθρώπινου πνεύματος πάνω από την τυραννία». Την ίδια χρονιά, της απονεμήθηκε από την Ιταλική Δημοκρατία η υψηλότερη τιμιτική διάκριση της Ιταλίας (Grand Ufficiale Ordine al Merito della Repubblica Italiana).


Η Ζινέττα Σανγκάν πέθανε στις 25 Αυγούστου 2005 στο Άθερτον των ΗΠΑ, το έργο της όμως συνεχίζεται από την Διεθνή Αμνηστία.
Διασκευή στα ελληνικά από άρθρο του Ralph Kinney Bennet

Δεν υπάρχουν σχόλια: