Τρίτη, 10 Μαΐου 2016

9 ΜΑΙΟΥ 1936 Ο ΠΑΝΕΡΓΑΤΙΚΟΣ ΞΕΣΗΚΩΜΟΣ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ



Η μάνα έμεινε ασάλευτη εκεί...
Η φωτογραφία-σύμβολο, με την Κατίνα Τούση να σπαράζει πάνω από τον άψυχο γιο της Τάσο. Απεργοί εργάτες μετά τη σφαίρα που δέχτηκε στο κεφάλι τοποθέτησαν το πτώμα σε μια ξύλινη πόρτα μαζί με μαντίλια και κομμάτια ψωμιού βουτηγμένα στο αίμα του. Επιχείρησαν να πραγματοποιήσουν νεκρική πομπή, αλλά διαλύθηκαν με καταιγισμό πυρών.
9 ΜΑΙΟΥ 1936
Ο ΠΑΝΕΡΓΑΤΙΚΟΣ ΞΕΣΗΚΩΜΟΣ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Δύο μέρες ‘λαϊκής εξουσίας’
Ο ματωμένος Μάης του 1936 στη Θεσσαλονίκη έχει περάσει στη Δημόσια Ιστορία σαν μια ηρωική πρωτομαγιάτικη απεργία. Στην πραγματικότητα δεν ανήκει, όμως, στις παραδοσιακές Πρωτομαγιές του Μεσοπολέμου - αρκετές απ΄ αυτές βάφτηκαν με αίμα εργατών.
Ήταν ένας παλλαϊκός ξεσηκωμός για βελτίωση της άθλιας καθημερινής ζωής της πλειονότητας των πολιτών, στις συνθήκες ενός κατ΄ όνομα κοινοβουλευτικού καθεστώτος και ενός χρεοκοπημένου πολιτικού - κομματικού συστήματος. Το οποίο, πέραν των άλλων, είχε αναθέσει τη σωτηρία του σ' έναν επίδοξο δικτάτορα, όπως ήταν ακόμη ο βασιλικός πρωθυπουργός Ι. Μεταξάς. Τα γεγονότα εξελίχθηκαν από τις 29 Απριλίου, με γενική απεργία των καπνεργατών, που μετατρέπεται σε πανεργατική στις 8 Μαΐου, όταν εξαπολύεται και η πρώτη γενικευμένη επίθεση των δυνάμεων καταστολής εναντίον των απεργών (70 τραυματίες, μαζικές συλλήψεις).
Για δύο και πάνω εικοσιτετράωρα (9-11 Μαΐου) μετά τη σφαγή των εργατών (12 καταμετρημένοι νεκροί, 32 βαριά και 250 ελαφρότερα τραυματίες) η εξουσία είχε περάσει στα χέρια του λαού: «Οι διαδηλωταί είχον γίνει κύριοι των συνοικισμών... ολοκλήρου της πόλεως... Ητο εκτός πάσης αμφιβολίας ότι ο λαός της Θεσσαλονίκης ήτο κύριος της καταστάσεως» εκτιμά ο ιστορικός του Μεσοπολέμου, Γρ. Δαφνής. Οι χωροφύλακες αμπαρωμένοι στα αστυνομικά τμήματα και στη θέση τους στρατιώτες ενωμένοι με τους εξεγερμένους στους δρόμους. Ο κύκλος του ξεσηκωμού έκλεισε με την τυπική ικανοποίηση των απεργιακών αιτημάτων (12 Μαΐου) και πανελλαδική πανεργατική απεργία την επόμενη μέρα. Με κατεξοχήν πολιτικό περιεχόμενο, που έδωσε κυρίως το ΚΚΕ και αίτημα «να φύγει ο δολοφόνος Μεταξάς». Από μια ευρύτερη και εκ των υστέρων διαμορφωμένη οπτική αποτελούσε την κορυφαία εκδήλωση του μεσοπολεμικού διλήμματος: η χώρα μας -κι όχι μόνο- θα προχωρούσε με δημοκρατία ή δικτατορία κάτω από τον συννεφιασμένο ευρωπαϊκό ορίζοντα;
Μαζικοί διωγμοί
Η βασιλομεταξική δικτατορία της 4ης Αυγούστου ήταν, βεβαίως, η απάντηση που δόθηκε από τη βασιλική αυλή και την άρχουσα τάξη. Ο «νόμος» και «η αξιοπρέπεια του κράτους», κατά την έκφραση του Μεταξά, επιβλήθηκαν μόνο αφού ικανοποιήθηκαν βασικά αιτήματα των απεργών. Αν κι αμέσως μετά κυβέρνηση και εργοδότες τα πήραν πίσω. Εξαπολύοντας μαζικούς διωγμούς και μεταφέροντας στρατιωτικές δυνάμεις από άλλες περιοχές στη μακεδονική πρωτεύουσα.
Από τότε ακόμη ο Μάης του ΄36 έχει περάσει στη σφαίρα της επαναστατικής μυθολογίας. Στη διαδρομή του χρόνου, με την ποίηση και τη μουσική του «Επιτάφιου» του Ρίτσου και του Θεοδωράκη, αναδεικνύεται σε βασικό υμνογραφικό κομμάτι του λαϊκού κινήματος. Ογδόντα χρόνια μετά εξακολουθεί να λειτουργεί ως σύμβολο και να είναι σημείο αναφοράς των εργατικών και δημοκρατικών αγώνων.

 Οικογενειακή φωτογραφία. Ο νεαρός Τάσος Τούσης (όρθιος αριστερά) με τους γονείς και τις τέσσερις αδελφές του στο Ασβεστοχώρι Θεσσαλονίκης.

ΘΡΗΝΟΣ
Η ώρα της μάνας
Μαζί με την Κατίνα Τούση κι άλλες μανάδες θρήνησαν τα παιδιά τους τη ματωμένη 9η Μαΐου. Ο λογοτέχνης-δημοσιογράφος Θέμος Κορνάρος έχει παραθέσει σπαρακτικές σκηνές σε ρεπορτάζ των ημερών (εκδόθηκε πολύ αργότερα σε αυτοτελή έκδοση με τον τίτλο «Θεσσαλονίκη 9-11 Μαΐου 1936. Οι αγώνες του λαού»).
Ένα μέρος του είναι αφιερωμένο στην «Ώρα της μάνας». Γράφει εκεί για τις μανάδες του Ιντο Σενόρ και του Γιάννη Πανόπουλου. Η τελευταία αφιερώθηκε στη βοήθεια για όσους άφησε πίσω ο γιος της και τις οικογένειες των θυμάτων. Σ' έναν άλλο «Επιτάφιο» παραπέμπει η περιγραφή του για την τυφλή μητέρα του Δημήτρη Αγλαμίδη, πάνω από το νεκρό παιδί της: «...Πασπατεύω, παιδί μου, και βρίσκω πλάκες. Κι απάνω στις πλάκες, είναι ξαπλωμένος κάποιος.
- Θα κρυώσει το παιδί μου, σκέφτομαι. Μα μόλις και τον άγγιξα στο μπράτσο, κατάλαβα. Κόκαλο, ξυλιασμένο.
Ψάχνω και βρίσκω το προσωπάκι του. Ολόγρο! Κι ο λαιμός του είναι πασαλειμμένος και γλιστρά...
Κατάλαβα τότες! Αίματα του παιδιού μου ήτανε γεμάτα τα χέρια μου. Τα πιπίλισα, τα ρούφηξα. Του παιδιού μου ήτανε...».

ΣΥΜΒΟΛΟ Ο ΠΡΩΤΟΣ ΝΕΚΡΟΣ
Η ζωή και η αθανασία του Τάσου Τούση
Η λαϊκή εξέγερση της Θεσσαλονίκης είχε σάρκα και οστά. Όπως όλες οι ιδέες ήταν προσωποποιημένη. Όπως με τον Τάσο Τούση, τον πρώτο νεκρό της 9ης Μαΐου. Αλλά και τη μάνα του, που σπαράσσει πάνω από το πτώμα του γιου της.

 Το σημείο όπου έπεσε χτυπημένη από σφαίρες η 23χρονη καπνεργάτρια Αναστασία Καρανικόλα.

Η συνέχεια είναι λίγο-πολύ γνωστή. Η σκηνή απαθανατίστηκε από κάποιο άγνωστο φωτογράφο, δημοσιεύτηκε στις εφημερίδες, συγκλόνισε τους πάντες. Ο 26χρονος Γιάννης Ρίτσος, κλεισμένος επί δύο μερόνυχτα σ' ένα δωμάτιο, εμπνέεται τον «Επιτάφιο». Μία από τις σπουδαιότερες ποιητικές συνθέσεις όλων των εποχών. Μάλλον μερικοί από τους στίχους του γραμμένοι για τη μάνα του Τούση ισχύουν και για τον ίδιο: «Τα που δεν μούπαν οι καιροί/ κι όλου του κόσμου οι γλώσσες/ μου τάπε μόνο η μια στιγμή/ ξεχωριστή στις τόσες...».
Ένα από τα αντίτυπα της πρώτης έκδοσης θα στείλει μετά από είκοσι δύο χρόνια ο Ρίτσος στο Παρίσι με παραλήπτη τον Μίκη Θεοδωράκη.
Ο μουσικοσυνθέτης διηγείται στο «Εθνος»: «Μου στέλνει όλα του τα βιβλία. Και στον "Επιτάφιο" είχε αυτό: το βιβλίο τούτο το έκαψαν στους Στύλους του Ολυμπίου Διός... Κάθομαι λοιπόν στο τιμόνι και περιμένω. Μια βροχή... Βγάζω το βιβλίο και χωρίς να το πολυσκεφτώ, λες και έπρεπε να γίνει αυτό, χαράζω πεντάγραμμο και αρχίζω να γράφω μουσική... Μελοποιώ και τα είκοσι».
Απαγόρευση
Ετσι «τα ποιήματα που συνήθως διαβάζουμε στο δωμάτιό μας κατάφεραν να φτάσουν στα σπίτια, στις ταβέρνες, στις πλατείες και να γίνουν όχι απλώς σύμβολα των εξεγέρσεων, αλλά και κίνητρα δυναμικών αντιστασιακών εκδηλώσεων σε όλες τις κρίσιμες εποχές...» (Γ. Ρίτσος).
Ο «Επιτάφιος» είχε επανακυκλοφορήσει λίγο νωρίτερα (1956), απαγορεύτηκε από τη χούντα του 1967 και ξαναείδε το φως μετά την κατάρρευση της δικτατορίας. Τότε η Μαρία Τούση - Μπόχαλη, αδελφή του πρώτου νεκρού της 9ης Μαΐου, έστειλε δύο σεμνές ευχαριστήριες επιστολές στους Ρίτσο και Θεοδωράκη. Γιατί «με τον "Επιτάφιο" η θυσία του αλησμόνητου αδελφού μου δεν θα ξεχαστεί... και θα μείνει πάντα ένα παράδειγμα. Ακολουθώντας το παράδειγμα ενός Άλλου που θυσιάστηκε για τον κόσμο».
Η Μαρία είχε ήδη χάσει την όρασή της, αλλά αυτό δεν την εμπόδισε να μάθει να γράφει. Έχοντας βάλει σκοπό της ζωής της να διηγηθεί την ιστορία του αδελφού της. Όπως κι έκανε. Το 1983 τελείωσε το βιβλίο της «Ο Τάσος Τούσης. Ο θάνατος ενός ήρωα για τα δικαιώματα των εργαζομένων». Έτσι, εκτός από τον Τάσο-σύμβολο, που «μίσεψε μέρα Μαγιού», ξέρουμε και τον Τούση της ζωής και της βιοπάλης.
Γεννημένος στο Ασβεστοχώρι Θεσσαλονίκης το 1906, μοναδικός γιος της Κατίνας και του Γιώργου, που είχαν και τέσσερις κόρες. Στον αντίποδα της μάνας, ο πατέρας κάθε άλλο παρά στυλοβάτης του σπιτιού. Η «δυστυχία μπήκε στο σπίτι» από νωρίς, έλεγε η Κατίνα. Με την έκρηξη του πολέμου ο 10χρονος Τάσος εγκαταλείπει το σχολείο και βρίσκεται να κάνει δουλειές του ποδαριού στ΄ αγγλικά μαγειρεία για τις στρατοπεδευμένες εκεί συμμαχικές δυνάμεις. «Προστάτης» της οικογένειας θα δουλέψει αργότερα σε καροποιείο και βαρελάδικο μέχρι να καταταγεί εθελοντής στην αεροπορία. Εκεί γίνεται μηχανικός, μαθαίνοντας και να πιλοτάρει. Του πρότειναν, μάλιστα, να σταλεί για μετεκπαίδευση στη Γερμανία. Εκείνος προτίμησε να μείνει κοντά στην οικογένεια για την εξασφάλιση του επιούσιου. Δούλεψε σε γκαράζ, βρήκε ένα παλιό αυτοκίνητο, που επισκεύασε μόνος του, κάνοντας επαγγελματικά το δρομολόγιο Θεσσαλονίκη - Ασβεστοχώρι - Σανατόριο.
Εγινε και οδηγός στις πρώτες δημόσιες συγκοινωνίες στην περιοχή, μέχρι ν' αποκτήσει δικό του καινούργιο επαγγελματικό αυτοκίνητο, μετά τον γάμο του με την καπνεργάτρια Ελένη Ρετετάκου.
Ως συνειδητοποιημένο και πολιτικοποιημένο απεργό αυτοκινητιστή τον βρήκε ο θάνατος στις 9 Μαΐου στη διασταύρωση των οδών Συγγρού και Πτολεμαίων (πάνω από την Εγνατία).
Όταν οι χωροφύλακες χτυπούσαν χωρίς προειδοποίηση στο ψαχνό. Mπροστά στο ξενοδοχείο «Μητρόπολις», η σφαίρα διαπέρασε το κρανίο του, από το ένα αυτί στο άλλο. Η γυναίκα του θα πεθάνει λίγα χρόνια αργότερα πάμφτωχη από σηψαιμία. Όσο για τον δολοφόνο του, σύμφωνα με πληροφορίες της Μαρίας Τούση, ήταν μάλλον ένας χωροφύλακας που μετατέθηκε αμέσως και πέθανε φυματικός στο σανατόριο της Κατερίνης.

ΕΝΑ ΑΓΝΩΣΤΟ ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΟ
«Ψυχραίμως και χωρίς κανέναν ενδοιασμόν...»
Ένα δυσεύρετο υπόμνημα στον βασιλιά έναν μήνα μετά τη σφαγή της 9ης Μαΐου αποδίδει, από μια άλλη οπτική, την ατμόσφαιρα των ημερών. Το καταθέτουν οι εννιά οικογένειες των νεκρών, ζητώντας απόδοση δικαιοσύνης. Ο Γεώργιος Β', στο όνομα του οποίου η Βασιλική Χωροφυλακή έριξε προσχεδιασμένα στο ψαχνό, όπως και σ΄ άλλα λαϊκά υπομνήματα, σημασία δεν έδωσε. Προετοίμαζε άλλωστε τη βασιλομεταξική δικτατορία της 4ης Αυγούστου:
«Βαρειά συμφορά έπληξε όλους μας ...Ειρηνικοί και φιλήσυχοι οι προστάται ημών, άπαντες τίμιοι εργάται, αποζούντες εκ της εργασίας των, μετέβαινον άλλοι εις τας εργασίας των και άλλοι διεδήλουν ειρηνικά, καθ΄ ότι είχον δικαίωμα, μετά χιλιάδων άλλων εργατών ζητούντες καλλιτέρευσιν της θέσεώς των, ανθρωπινώτερον ημερομίσθιον διά να ζήσουν με τας οικογενείας των. Πλην όμως άλλως ηθέλησαν αι εδώ αστυνομικαί αρχαί...
Διαβλέποντες εχθρούς και μόνον εχθρούς πάντας τους πτωχούς βιοπαλαιστάς, ψυχραίμως και χωρίς κανένα ενδοιασμόν διέταξαν τους χωροφύλακας και επυροβόλησαν το πλήθος...
Σας καταγγέλλουμε το έγκλημα... και το τραγικόν γεγονός που γίνεται σε βάρος μας, ενώ κανείς από τους δολοφόνους των προστατών μας δεν συνελήφθη, αλλά όλοι είναι εις τας θέσεις των, συλλαμβάνονται αθρόως συνάδελφοι εργάται των φονευθέντων και άλλοι μεν εξ αυτών εκτοπίζονται, άλλοι δε προφυλακίζονται. Αντί η δικαιοσύνη να καθήση εις το εδώλιον του κατηγορουμένου τους δολοφόνους, προσκαλεί αυτούς και τους εξετάζει ως μάρτυρες κατηγορίας εναντίον των θυμάτων των και βάσει των καταθέσεων τους προφυλακίζει... Ζητούμεν δικαιοσύνην, τιμωρίαν των υπευθύνων κρατικών οργάνων... ζητούμεν βοήθειαν διά της παροχής συντάξεων...».
Το υπογράφουν οι οικογένειες του Τούση, της 23χρονης καπνεργάτριας και μητέρας ενός οχτάχρονου κοριτσιού Αναστασίας Καρανικόλα, του 22χρονου επινικελωτή Ιντο Σενόρ, του 23χρονου εργάτη βιοτεχνίας Γιάννη Πανόπουλου, του 17χρονου τσαγκάρη Δημήτρη Λαϊλάνη ή Λάινα, του 18χρονου τσαγκάρη Ευθύμιου Αδαμαντίου, του καπνεργάτη Ευάγγελου Χάλη, του ιδιωτικού υπαλλήλου Σαλβατόρ Ματαράσο και του 25χρονου σιδερά Δημήτρη Αγλαμίδη.
Απουσιάζουν τα ονόματα των άλλων τριών οικογενειών, που είχαν κι αυτές θύματα, που έπεσαν σε άλλα σημεία εκείνου του «κρανίου τόπου» (μεταξύ πλατείας Ελευθερίας και Παναγίας Χαλκέων). Του Σταύρου και Θύμιου Διαμαντόπουλου, 23 χρόνων, του Μανόλη Ζαχαρίου, 26 χρόνων.
Το μόνο που έλαβαν οι οικογένειες ήταν μια μικρή οικονομική ενίσχυση από έρανο μεταξύ των Θεσσαλονικιών. Όσο για την τιμωρία των ενόχων, σε μια δίκη-παρωδία το 1938 στην Έδεσσα, καταδικάστηκαν πέντε μέλη του ΚΚΕ ως «υποκινητές των ταραχών».
Πρώτος τίτλος το ‘μοιρολόι’
Κομμάτι του «Επιτάφιου» δημοσιεύτηκε, με τον τίτλο «Μοιρολόι», αμέσως μετά την κηδεία των θυμάτων. Τον επόμενο μήνα είδε το φως ολόκληρος στην εντυπωσιακή έκδοση των 10.000 αντιτύπων. Μέχρι την επιβολή της δικτατορίας του Μεταξά είχαν απομείνει αδιάθετα 250 βιβλία, τα οποία και έκαψε δημόσια το μεταξικό καθεστώς.
Τ. Κατσιμάρδος
katsimar@yahoo.gr
http://www.ethnos.gr/koinonia/arthro/dyo_meres_laikis_eksousias-64371903/

Δεν υπάρχουν σχόλια: