Δευτέρα, 23 Μαΐου 2016

Ο Μίκης και η ζωή του στην Κεφαλονιά

14 Δεκεμβρίου 1930, ο Μίκης Θεοδωράκης στην Ακρόπολη με τους γονείς του



Από το νέο βιβλίο του «Διάλογοι στο Λυκόφως»

Ο Μίκης και η ζωή του στην Κεφαλονιά

  •  Οι Κεφαλονίτες έπιαναν πουλιά στον αέρα, σε αντίθεση με τους Ηπειρώτες, που ήταν αφελείς
  •  Πώς του πήραν τα Αργοστολιόπαιδα με τον... μαγικό σπάγκο το αεροπλανάκι του

 «Πριν από ογδόντα χρόνια, δηλαδή όταν ήμουν δέκα ετών, ο πατέρας μου, δημόσιος υπάλληλος, μετατέθηκε από τα Γιάννενα στο Αργοστόλι. Οι Κεφαλλονίτες τότε, σε σχέση με τους Ηπειρώτες, έπιαναν πουλιά στον αέρα. Δηλαδή, ήταν οι πανέξυπνοι Έλληνες, όπως είναι όλοι οι Έλληνες σήμερα.
Σε αντίθεση με τους Ηπειρώτες που ήταν αφελείς και που, όπως φαίνεται, με επηρέασαν τόσο πολύ ώστε να γίνω κι εγώ αφελής και να παραμείνω ως σήμερα αφελής – παρ’ όλες μου τις προσπάθειες να πιάνω κι εγώ πουλιά στον αέρα, όπως τελικά το πέτυχε το 99% των συμπατριωτών μου. Φαίνεται πως εκείνος ο μαγικός σπάγκος με διαμόρφωσε τελεσίδικα, μια για πάντα. Και όταν σε λίγο θα με δείτε να δύω πίσω από τα Λευκά Όρη της Κρήτης, στην πραγματικότητα δεν θα είμαι εγώ αλλά ο μαγικός σπάγκος! Καλά το καταλάβατε, αγαπητοί μου αδελφοί, και σας συγχαίρω. Ποιος όμως είναι αυτός ο μαγικός σπάγκος;
Στα Γιάννενα πήγα στην πρώτη και δεύτερη τάξη του Δημοτικού. Με τα άλλα παιδιά δεν είχα πρόβλημα. Ίσως γιατί ήσαν κι αυτά αφελή όπως κι εγώ, όπως εξάλλου όλη η Ήπειρος, που πέρασαν χρόνια για να γίνουν κι αυτά ικανά να πιάνουν πουλιά στον αέρα, όπως οι υπόλοιποι Έλληνες.
Στο Αργοστόλι τα πράγματα ήταν προχωρημένα. Όταν βγήκα στη γειτονιά να παίξω με τα γειτονόπουλα, φάνηκε αμέσως η μεγάλη διαφορά μου. Όλα τα παιδιά μαζί, με μια σκέψη, κατάλαβαν ότι είμαι βλάκας! Μόλις άνοιξα το στόμα μου, η βαριά ηπειρώτικη προφορά μου τα έκανε να γελούν και να βεβαιωθούν για την κατωτερότητά μου. Κλείστηκα έντρομος στο σπίτι, έως ότου αποφάσισα να αντεπιτεθώ. Ο θείος μου, πρόξενος στην Αλεξάνδρεια, μου είχε στείλει ένα δώρο εντυπωσιακό: ένα αεροπλανάκι! Στην ουσία δεν ήταν παρά ένα ποδήλατο με τρεις ρόδες, φτερά αεροπλάνου και έναν έλικα που γύριζε μαζί με τις ρόδες. Κάθε απόγευμα τα παιδιά κατέβαιναν στην προκυμαία, στην πλατεία Μέτελα, να παίξουν ποδόσφαιρο ή να ψαρέψουν. Πήρα λοιπόν το αεροπλανάκι μου και κατέβηκα στην πλατεία καμαρωτός καμαρωτός. Τα παιδιά έμειναν άφωνα. Είχα πάρει την εκδίκησή μου! Ένα απόγευμα, όμως, ύστερα από λίγες μέρες, δεν μου έδωσαν καμία σημασία. Ανεβασμένα στο παραπέτο, έριχναν έναν σπάγκο στη θάλασσα και κάθε λίγο φώναζαν όλα μαζί: ‘‘Είναι μεγάλο! Πρόσεχε μη σου φύγει!’’. Είχαν και δυο-τρεις κουβάδες, όπου δήθεν έριχναν τα ψάρια που έπιαναν, χωρίς φυσικά να μπορώ εγώ να τα δω. Αυτό συνεχίστηκε για μερικές μέρες. Κάποιο απόγευμα που κατέβηκα, όπως πάντα, στην προκυμαία με το αεροπλανάκι μου αποφάσισα να σταματήσω δίπλα τους ενώ εκείνα φώναζαν: ‘‘Είναι πολύ μεγάλο! Δέκα οκάδες! Προσέξτε!’’.
Εγώ, βαρύς Ηπειρώτης όπως ήμουν, ρώτησα:
«Μα πώς πιάνετε τόσο μεγάλα ψάρια;».
Τότε ένα παιδί μού δείχνει ένα κουβάρι σπάγκο και μου λέει:
«Αυτός ο σπάγκος είναι μαγικός. Αυτός τα πιάνει».
«Μου τον δίνεις;’» του λέω.
«Κι εσύ τι θα μου δώσεις;».
«Ό,τι θέλεις».
«Θέλω το αεροπλάνο σου».
Του δίνω λοιπόν το αεροπλανάκι μου και παίρνω χαρούμενος τον μαγικό σπάγκο, με τον οποίο θα έπιανα πολύ μεγάλα ψάρια. Όταν γύρισα στο σπίτι, η μαμά μου με ρώτησε:
Πού είναι το αεροπλάνο σου;».
Τότε εγώ, περήφανος, της δείχνω το κουβάρι και της λέω:
«Το έδωσα και πήρα αυτόν τον μαγικό σπάγκο!».
Η μαμά μου έμεινε άφωνη κι αργότερα ο πατέρας μου, όταν πληροφορήθηκε την ιστορία του σπάγκου, και όλοι οι συγγενείς και οι φίλοι... Από τότε ως τώρα!
Μονάχα εγώ παρέμεινα μέχρι σήμερα αμετανόητος και περήφανος, χωρίς να έχω αντιληφθεί ακόμα τη γενική θυμηδία που προκαλεί στους γύρω μου η ταύτισή μου με τον μαγικό σπάγκο...».
Το βιβλίο του Μίκη με τίτλο «Διάλογοι στο Λυκόφως - 90 συνεντεύξεις» κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις ΙΑΝΟΣ.
ΤΟ ΠΑΡΟΝ

Δεν υπάρχουν σχόλια: