Κυριακή, 29 Μαΐου 2016

ΤΑΤΙΑΝΑΣ ΣΤΑΥΡΟΥ : Εάλω η Πόλις!




Εάλω η Πόλις! Εάλω η Πόλις!
ΤΡΙΤΗ 29 ΜΑΪΟΥ 1453
Ημέρα 53η της πολιορκίας του Βυζαντίου
Ο ακάνθινος στέφανος πού φόρεσε — 6 του Γενάρη 1449 σ' ένα μελαγχολικό εκκλησάκι του Μυστρά ανήμερα τα Θεοφάνεια — το τέταρτο τέκνο του Αυτοκράτορα κύρ Μανουήλ Παλαιολόγου, χαράζει τον κύκλο του στο βασιλικό μέτωπο. Η Μεγάλη Εβδομάς των Παθών — πενηντατρία μερόνυχτα — κύλισε μέσα στην εγκατάλειψη και την οδύνη. Την ανηφορική οδό του Γολγοθά, ο Εκλεκτός της Μοίρας, την ανέβηκε συντροφεμένος από λαό ολόκληρο, όμως κανένας Σίμων Κυρηναίος δε βρέθηκε ίνα άρει τον Σταυρόν αυτού.
Τώρα δεν απομένει πλέον παρά η τελειωτική Σταύρωση. Και να βρεθεί ο ταιριαστός τόπος. Του Κρανίου ο τόπος. Μα και τούτος είναι έτοιμος. Τον έχει εκλέξει ο ίδιος από την πρώτη στιγμή, όταν έστηνε την Αυτοκρατορική σκηνή του «εις το σπουδαιότατον εκείνο σημείον της μεγίστης τιμής και του μεγίστου κινδύνου». Στην Πύλη του Αγίου Ρωμανού.
Η ολονύκτια αγωνία και το «Παρελθέτω» του όρους των 'Ελαιών έληξαν χτες τα μεσάνυχτα, όταν ο κολασμένος κλοιός από μυριάδες πυρκαϊές γύρω στην πολιτεία έσβησε. Όταν οι βλαστήμιες, οι χλευασμοί τα ουρλιάσματα, το πετροβόλημα κόπασαν και η γαλήνη φορτωμένη υποψίες και τρόμους διαδέχτηκε τη μανία.


Τότε ο μάρτυρας με τον ακάνθινο στέφανο στο πλατύ μέτωπο έκαμε για μια ακόμη φορά τη μοναχική του περιοδεία στα τείχη της Θεοφύλακτης.
Με σύντροφο τον παλιό γραμματικό, κίνησε να μεταδώσει το θάρρος και την ελπίδα στους άντρες της φρουράς «Προς το φυλάττειν άγρυπνος».
Μέσα στη νεκρική ησυχία, το ποδοβολητό των δυο άλογων πολλαπλασιάζεται τρομαχτικό. Ο βασιλιάς σταματά στον κάθε πύργο, στην κάθε περιπολία, μιλεί με τους φύλακες πού στέκουν ακίνητοι, ενωμένοι στη σιωπή με την άναστρη, συννεφιασμένη νύχτα. Κατόπι οι δυο καβαλάρηδες διασχίζουν την πόλη. Αποχαιρετά τους γνώριμους χώρους ο ένας τα προσφιλή μνημεία, ξαναπερνά μπροστά από την χιλιόχρονη Μεγάλη Εκκλησία. Κόβει τον καλπασμό του άλογου κι' ακούει προσεχτικά τη φωνή — καθαρότατη εντός του. — Είναι οί τελευταίες φράσεις του Ευαγγελίου. Του τελευταίου Ευαγγελίου πού ηχεί στη μνήμη. «Εγώ ειμί η θύρα των προβάτων, εάν τις δι' εμού έλθει σωθήσεται και εισελεύσεται και εξελεύσεται και νομήν ευρήσει».
«Και νομήν ευρήσει!» ο θειος λόγος μένει στην ασυντρόφιαστη ψυχή συντροφιά και ελπίδα παντοτινή. Και πέραν της πρόσκαιρης αυτής ζωής. Νομήν ευρήσει! Την νομήν της ψυχής πού πείνα και δεν βρίσκει πουθενά άλλου χορτασμό παρά στον γλυκύτατον Υιόν της Μαρίας.
Παραπέρα οι δυο μοναχικοί άνθρωποι χωρίζουν και ο καθείς ακολουθεί την οδόν πού του ορίζει το Πεπρωμένο. Αργεί να φέξει, κατασκότεινα ακόμη όταν ο Αυτοκράτορας φθάνει στην Πύλη της Καλιγαρίας κι' ανεβαίνει στον Πύργο για να εποπτεύσει το εχτρικό στρατόπεδο. Τον ξαφνιάζει η ανησυχία, ο σάλαγος, το βουβό πάνε κι' έλα μέσα στο σκότος : Είναι οι άπιστοι πού μετατοπίζουνε όλη τη νύχτα τα δαιμονικά σύνεργα τους, αποκρίνεται ο φρουρός, τις ασπίδες, τις σκάλες, τα όπλα πού θα μας πολεμήσουν μόλις χαράξει.
Το ίδιο βουβά, άγρια, μαντεύεται ο στόλος του Κερατίου καθώς τα πλοία πλευρίζουν στα τείχη και περνούνε τις ορισμένες θέσεις. Και στο μυχό του κόλπου όπου οι κινητές γέφυρες στεριώνουν και τούτες για να δεχτούνε τα σώματα του Ζαγανό, όταν θα φτάσει ή ώρα.


Πίσω πέρα, στην Πόλη, παντού ησυχία θανάτου. Σίγησαν οι καμπάνες πού όλη την ήμερα δεν πάψανε στιγμή το βιαστικό, τρομαγμένο χτύπημα τους. Εκείνο πού τρυπώνει ως μέσα στο κόκκαλο την αίσθηση του κινδύνου. Τώρα η πρόσκαιρη σιωπή καλύπτει την άγρυπνη αγωνία του κόσμου. Κανείς δεν ξεντύθηκε απόψε στο «κέντρο των τεσσάρων του κόσμου μερών». Κανένας δεν ξάπλωσε, όπως δεν ξαπλώνουν ποτέ, στο θλιμμένο σπιτικό όπου υπάρχει νεκρός. Τον αγρυπνούν και τον συντροφεύουν οι φίλοι, οι συγγενείς. Μονάχα πού πάνω στην αγρυπνία, υστέρα από τα τόσα δάκρυα, τους οδυρμούς, το τόσο γονάτισμα, τα βλέφαρα έκλεισαν. Τα παιδιά με το κεφάλι ακουμπισμένο στα μητρικά γόνατα αποκοιμήθηκαν ξέγνοιαστα. Ολόγυρα τους οι πατέρες φρουρούνε στη θέση του ο καθείς. Και με τις Πύλες της πολιτείας κλεισμένες πίσω τους. Την απόφαση για ζωή ή για θάνατο την έχουν παρμένη. Το είπε λίγες ήμερες πριν ο πανάριστος βασιλιάς τους : Κοινή γάρ γνώμη πάντες αυτοπροαιρέτως αποθανούμεν.
Κοινή γάρ γνώμη δέχτηκαν να κλειδωθούν στο προτείχισμα. Ανάμεσα στα μισογκρεμισμένα τείχη, στον απλωτό περίβολο πού είδε τόσες μάχες. Μα πού θα ιδεί και τούτη τη φοβερώτερη. Έτσι, ούτε μπρος, ούτε πίσω υπάρχει γι' αυτούς. Εκεί θα νικήσουν ή θα χαθούν αυτοπροαιρέτως. Πολεμιστές — ασκητές — άγιοι — υπήκοοι κράτους ουρανίου και κοσμικού, λιωμένοι από τη νηστεία και τη μακριά βάσανο όλοι.
Ξαφνικά, δίχως νακουστεί βρόντημα κανονιού, ή άλλο σημάδι, οι πολεμικές σάλπιγγες, δόνησαν τον αέρα.  Τα τούμπανα,  τα νταούλια απότομα  βρόντησαν κι’ από πενήντα χιλιάδες λαρύγγια ξεχύθηκε μονοκόμματη, πελώρια η κραυγή : Αλλάχ! Αλλάχ! Ίλλαλάχ! — Κύριε Ελέησον ! αποκρίνονται οι ταγμένοι του θανάτου ανάμεσα στις παλιωμένες πέτρινες ασπίδες πού μόλις προστατεύουνε πλέον.


Είτανε Τρίτη, δύο ώρες πριν να φέξει, 29 Μαΐου 1453.
Το πρώτο κύμα — πενήντα χιλιάδες κορμιά — ρίχτηκε από την πιο ψηλή γωνία του τριγώνου, το παλιό παλάτι του Πορφυρογέννητου ίσαμε κάτω την κατηφοριά, στην κοιλάδα του Λύκου. Οι μπασιμπουζούκοι πού αρχίζουν την έφοδο κουβαλούνε μαζί τους χιλιάδες σκάλες, εξόν τα τόξα, τα βέλη, τις σφεντόνες, τους μπαλτάδες και τα μακριά δόρατα. Προχωρούν με βήμα σιγανό στην αρχή και όταν φτάνουνε πια σε απόσταση βολής κόβουνε την προέλαση και η μάχη αρχίζει. Βροχή τα βέλη κι' από τις δυο μεριές, οι λίθοι, τ' ακόντια. Χωριστά οι μολυβένιες σφαίρες από τα τουφέκια και τα μικρά πετροβολά πού ανέβασαν στις επάλξεις οι πολιορκημένοι. Μάζα πηχτή οι επιτιθέμενοι πήδησαν και πέρασαν το κατεστραμμένο χαντάκι, όσο να ανοιγοκλείσει μάτι, χιλιάδες σκάλες στήθηκαν κι' επάνω λαχανιασμένοι, τσαλαπατημένοι βάλθηκαν να σκαρφαλώνουν οι άτακτοι του Καρατζάμπεη. Μα οι σκάλες γκρεμίζονται φορτωμένες κορμιά. Κοτρώνια, πέτρες πέφτουνε από πάνω και καταπλακώνουν τους γκρεμισμένους.
Τότε άλλοι έρχονται και τολμούν με καινούρια μανία όμως και τούτοι σκοτώνονται χωρίς ελπίδα γλιτωμού από πουθενά. Όποιος πισωπατήσει δειλιασμένος συναντάει το βούρδουλα και τα καμουτσιά των τσαούσηδων πού τον ξαναστέλνουν στο θάνατο. Κι' αν κανένας ξεφύγει παραπίσω, τότε γυμνά γαϊταγάνια γεννιτσάρων τον θερίζουνε αδίσταχτα. Όπως κι' αν κάνουν ο χαμός τους είναι σίγουρος γιατί απέναντι τους μπροστά βρίσκονται τα εκλεκτά στρατεύματα της φρουράς του Αυτοκράτορα και οι άτρομοι άνδρες του στρατηγού Ιουστινιάνη. Δίχως ν' ανασάνουν οι θωρακισμένοι μαχητές τούτοι, γερμένοι στις επάλξεις, χτυπούν ίσα πάνω στο συρφετό. Αναποδογυρίζονται οι σκάλες, όσο πού το πρώτο κύμα της εφόδου καταπονιέται. Όμως οι ανελέητοι μπέηδες τους ξαναστέλνουν «ανοικτιμόνως» κι' έτσι καταφέρνουν να φτάσουν κι' ως την κορφή του τείχους ακόμη για μια στιγμή.
Θαμποφώτιζε η μέρα, όταν το δεύτερο κύμα ήρθε να ριχτεί πάνω στους ξεπνοϊσμένους υπερασπιστές του σταυρού. Τρόμος έπιασε τις ψυχές καθώς τα μάτια ξεχώρισαν, στο μισόφωτο, όλα εκείνα τα καλοετοιμασμένα μπουλούκια να μπαίνουνε στη μάχη με αφοβία και τόλμη λιονταρίσια.


— Κύριε Ελέη σον ! Κύριε Σώσον ! αντήχησε απ' άκρη σ' άκρη της γραμμής η απελπισμένη επίκληση. Και τότε «έκαστος εξαιτούμενος βοήθειαν επεκαλείτο το έλεος  του Θεού εναντίον των σκύλων εκείνων Τούρκων. Και η μάχη και ο πόλεμος και η συμπλοκή φρικαλέα εγένετο».
Τώρα πλέον δεν έχουνε απέναντι τους τους μπερδεμένους άτακτους πού εξόν την αγριάδα δεν κατέχουν γνώση πολεμική. Τώρα τα τάγματα πού προχωρούν μέσα στο αυγινό σύθαμπο, είναι μαχητές γυμνασμένοι οπλισμένοι, κατάφραχτοι με θώρακες, περικεφαλαίες και όλα τα επιτήδεια.
Έριξε φωνή μεγάλη ο Μωάμεθ και τους εξαπέστειλε να πέσουνε πάνω στα δόλια τείχη και στο επιδιορθωμένο εκείνο μέρος πού το λέγανε «σταύρωμα». Τότε κι' αυτοί, φιλοτιμημένοι, κραβγάζοντας μ' όλη τη δύναμη τους φοβερά, πέρασαν τη μισογεμάτη τάφρο και χίμησαν μπροστά. Φορές-φορές φτάνουν ως επάνω, πατούν κιόλας πόδι, στο σταύρωμα μα πάλι τους γκρεμίζουν οι χριστιανοί. Η πάλη δεν έχει τελειωμό. Όλο και ξαναρχίζει μέσα στην αντάρα, στα βροντοκοπήματα των ασπίδων στα ουρλιάσματα της λύσσας, τα βογγητά του πόνου. Και μέσα σ' όλα τούτα βάλθηκαν να σημαίνουν μαζεμένα τα σήμαντρα από τα παρεκκλήσια, τα μοναστήρια, οι μεγάλες καμπάνες των ναών βιαστικά, με ρυθμό επίμονο πού μηνά τον μεγάλο κίνδυνο.
Μα τα στίφη πού μεταλλάζουν αδιάκοπα δεν ξέρουν τέλος. Ούτε γνωρίζουν κούραση. Έρχονται καλοταγισμένα, φρέσκα, να καταπονέσουν τους νηστικούς,   αγρυπνισμένους,   τους   ίδιους   κι'   όλο   ίδιους, πού δεν ελπίζουν έλεος εξόν από το χέρι του θεού.
Εκείνη τη στιγμή ο «αλιτήριος Σουλτάνος» μην αντέχοντας άλλο την αργοπορία, ο ανοικτίρμων, δίνει προσταγή στα κανόνια να ρίξουνε πάνω στη μάζα. Τράνταξε ο τόπος και σκοτώθηκαν ανάκατοι οι δικοί του άνθρωποι μαζί με τους χριστιανούς. Τότε το «σταύρωμα», διαλύεται, σπάνε, τα δοκάρια του. Πίσω από τον κουρνιαχτό και τη μαυρίλα, τους καπνούς, οι κρυμμένοι δαίμονες σκαρφάλωσαν και φτάσανε ως επάνω. Σαν τα άγρια θεριά «άπαντες λυσσώντες» πάτησαν πόδι στον περίβολο. Όμως η νίκη τους δε βάσταζε πολύ. Έλληνες και Γενοβέζοι ρίχτηκαν και τους κομμάτιασαν όσο πού μείνανε στον τόπο αυτοί πού ανέβηκαν. «Ο φόνος ήν πολύς εκατέρωθεν». Και οι επίλοιποι γκρεμίστηκαν μπρος πίσω.


Δίπλα στους γενναίους προμάχους πού κόψανε πίσω τους κάθε οδό υποχώρησης, δίνει θάρρος, πολεμά αψηφώντας τον κίνδυνο, ο ίδιος ο Αυτοκράτορας. «Εγώ ειμί η θύρα των προβάτων» ακούει τη θεία υπόσχεση ανάμεσα στους θηριώδεις ορυγμούς των βαρβάρων, μέσα στα στριγγλίσματα των σαλπίγγων, στους βρυχηθμούς του κανονιού. «Εάν τις δι' εμού έλθει σωθήσεται και εισελεύσεται και εξελεύσεται και νομήν ευρήσει». Νιώθει το Χριστό μέσα στη βασανισμένη του σάρκα αχώριστο, παρηγορητικό, ενωμένο μαζί του εις την αιωνιότητα.
— Κύριε Ελέησον ! απλώνεται πέρα ως πέρα η απελπισία των πολεμιστών ολόγυρα του.
—Αλλάχ! Αλλάχ! σκούζουν τα νέα τάγματα πού χύνονται αφριστά ωσάν το κύμα του μεγάλου ωκεανού πού δε γνωρίζει φραγμό στην δύναμη του.
Η ημέρα προβάλλει θαμπή, συγνεφιασμένη. Η δεύτερη επίθεση στην κοιλάδα του Λυκοπόταμου έχει αποκρουστεί. Και γυρωτρόγυρα, στα τριάντα οχυρωμένα χιλιόμετρα Η έφοδος βροντά δίχως να δείξει επιτυχία πουθενά. Όμως κι' αν απότυχε η έφοδος το κέρδος του εχτρού είναι μέγιστο. Οι λιγοστοί άντρες πού υπερασπίζουνε το τείχος μόλις στέκουν ορθοί από το φοβερό κάματο. Άγρυπνοι, νηστικοί, διψασμένοι με τα πρόσωπα ξεσχισμένα, ματωμένα, τα μάτια θολά ελπίζουν πώς η δοκιμασία τους παίρνει πια τέλος. Όμως ο θηριώδης στρατηγός απέναντι παραμονεύει και τότε ρίχνει ξεκούραστες τις δυνάμεις πού φυλάγει. Τους αιμοχαρείς γεννιτσάρους του. Δώδεκα χιλιάδες νεανικά κορμιά, θρεμμένα, ατσαλωμένα, γυμνασμένα πρόβαλλαν μόλις δόθηκε ή διαταγή. Και ταυτόχρονα με τα τούμπανα πού χτυποβολούν σε όλο το μήκος της γραμμής με τα νταούλια, τις δαιμονικές κραβγές, το κροτάλισμα των πετροβόλων, το βρόντημα των ασπίδων, ακούεται και πάλι φοβερή εκείνη η ίδια λέξη :
—Αλλάχ! Αλλάχ!
Στη στιγμή η τάφρος περάστηκε.
—Ελέησόν μας ο Θεός! Έλεος Κύριε!
Οι μπερδεμένες κραβγές, ο σάλαγος ξεπέρασε όλη την πόλη, τη θάλασσα κι' έφτασε ως τις απέναντι ανατολικές ακτές του Βοσπόρου.


Οι καμπάνες δυναμώνουν την επίκληση τους. Ο κίνδυνος χύνεται στους δρόμους, στον αέρα μαζί με τη φωνή: «Βοηθάτε στα τείχη. Τρέξετε στα τείχη». Κι' όσες γυναίκες άντεχαν, κι' όσα παιδιά δεν τρέμανε τα γόνατα τους, κι' όσοι νιώσανε την ψυχή τους να κρατάει μέσα τους τρέχουνε να φέρουν πέτρες, να δίνουν όπλα στους μάρτυρες μαχητές. Και στα τείχη όλα, γυρωτρόγυρα, στην κάθε Πύλη, στην κάθε γωνιά, χτυπούν με νέα λύσσα οι αγαρηνοί μη λάχει και κανένας της φρουράς ξεφεύγοντας βοηθήσει εκεί πού είχαν ρίξει τη μανία τους οι γεννίτσαροι. Ο Ζαγανό στα τείχη του Κερατίου. Κι' ο Κρατζάμπεης στο πιο χαλασμένο μέρος, εκεί ανάμεσα στην πύλη της Αδριανούπολης και στο Ανάκτορο του Πορφυρογέννητου. Ο στόλος πάλι στις φρουρές της Προποντίδας, και στον Κεράτιο με τους ναύτες όλους στις κουβέρτες και στους πύργους και στα ξάρτια να ρίχνουνε σύγνεφο τα βέλη και τα τόξα.
Ο Αυτοκράτορας πρώτος μάχεται έξω από την πύλη του Ρωμανού έχοντας το άνθος του Βυζαντίου μαζί του. Εκεί και οι άντρες του αφοβοτάτου, του «μεγάθυμου» στρατηγού Ιωάννη Ιουστινιάνη κατακόβουνε τους κομπαστές, τους αλαζόνες γεννιτσάρους πού τολμούνε να πατήσουν το ιερό χώμα της Βασιλεύουσας.
Ο Παλαιολόγος παίρνει θάρρος. Λίγο ακόμη «φωνάζει, λίγο ακόμη και νικούμε τη φορά αύτη όπως τις άλλες. Για το Χριστό μας! για την ελπίδα και χαράν πάντων Ελλήνων. Για την Αιωνίαν Νομήν πού προσφέρει στην ψυχήν η θρησκεία των πατέρων μας, πολεμήστε ανδρείοι!
Σ' εκείνη την κρίσιμη στιγμή καθώς ο ήλιος ψήλωνε οι μπασιμπουζουκοι του Καρατζά ανακαλύπττουνε υπόγειο μικρό, κάποιο παραπόρτι, ξεχασμένο ανοιχτό. Είναι η Κερκόπορτα. Παρέκει ο Ιουστινιάνης πληγώνεται από πετροβόλο στο στήθος. Το αίμα τρέχει, λυγίζει ο ατρόμητος αρχηγός και οι άνδρες του τον παίρνουν σηκωτό και φεύγουν. Φεύγουν κι' αυτοί μαζί του γιατί δεν το αντέχουν άλλο, γιατί δε δέχονται να πολεμήσουν δίχως τον αρχηγό τους. Ο βασιλιάς τρέχει, παρακαλεί. Πού πάς: ρωτά στον πληγωμένο, κι' εκείνος με την ψυχή τσακισμένη από τον πόνο άπαντα: — Πηγαίνω εκεί πού ο Θεός οδηγεί τους Τούρκους . . .

Η μοίρα έγραψε το τέλος της χιλιόχρονης πρωτεύουσας. Τίποτε δεν είναι μπορετό πλέον να ξεγράψει το μαύρο ριζικό της. Αν δεν είχε ξεχαστεί ανοιχτή, εκείνη η μικρή, παραχωμένη πορτίτσα, αν δεν είχε πληγωθεί θανάσιμα ο λαμπρός υπερασπιστής! Κι' αν οι άντρες του δεν είχανε ακολουθήσει την υποχώρηση του μπορεί και η τρίτη έφοδος να κερδιζόταν. Ο Σουλτάνος από αντίπερα δε θα μάτιαζε την ανησυχία, το τείχος δε θα απόμενε έρημο, γυμνό και τότε δε θα άρπαζε την ευκαιρία ο δαίμων να βγάλει εκείνη τη φοβερή κραβγή και να χιμήσει εμπρός με τάλογό του. Όλα θάταν διαφορετικά. Η μέρα θα έκλεινε με αποτυχία για τον υπερόπτη νεανία. Την άλλη, την παράλληλη, όσο να ξαναετοιμαστεί και να μαζέψει το νικημένο στρατό του μπορεί τα τριάντα πλοία πού έστελνε επί τέλους, ή φθονερά Βενετία να φθάνανε. Και με τούτα νάλλαζε η κατάσταση. Τόσον καιρό περίμεναν να πέσει ο άνεμος, ο ενάντιος, κι' αργοπορούσαν υπομονετικά κι' αδιάφορα στη Χιό. Και δεν ήρθαν στην ώρα τους.
Τώρα πλέον, ό Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, πού φόρεσε το στέμμα τέσσερα χρόνια πριν στο θλιβερό ανηφορικό Μυστρά, πολεμάει εχθρό χειρότερο από τον Μωάμεθ. Πολεμάει τη μοίρα πού ξέγραψε από τα κατάστιχα της ζωής το ένδοξο Βυζάντιο. «Και ούκ ήν συνδρομής και βοηθείας ελπίς ουδεμία» όταν αυτή εναντιώνεται.
Κι' ομως δεν υποχωρεί, χύνεται μπρος, εμψυχώνει, φωνάζει, κατακόφτει τους εχτρούς πού ορμούν από το γκρεμισμένο τείχος, καταρράχτης ασταμάτητος. Στη μάταιη πάλη του με το Πεπρωμένο τον παραστέκουν οι μεγιστάνες, οι συγγενείς, όλο το άχρηστο πλέον αρχοντολόϊ του Βυζαντίου. Σαν τον αητό πέφτει και ξεσχίζει ο ξάδερφος Φραγκίσκος του Τολέδου. Ό Ιωάννης ο Δαλμάτης ρίχνεται μέσα στη μάζα, ασυλλόγιστα, τυφλά, περιφρονώντας το θάνατο πού θερίζει. Ο σοφός Θεόφιλος Παλαιολόγος ξεφωνά με απόγνωση: Πιο καλά τόχω να πεθάνω παρά να ζω! Και πεθαίνει πολεμώντας.
Ό Ιωάννης Καντακουζηνός χάνεται μέσα στη δίνη πού τον κλωθογυρίζει και τον ποδοπατά.
Γύρω στα κάστρα, στις επάλξεις, τα φρούρια κατεβαίνει ο δικέφαλος των Παλαιολόγων κι' ανεβαίνει στη θέση του η ματωμένη σημαία του εχτρού.


Μια κραβγή φρικτή αντηχεί πέρα ως πέρα και παγώνει τον αέρα : Εάλω η Πόλις! Εάλω η Πόλις!
Τότε ό Κωνσταντίνος ο ΙΑ' ξεπεζεύει και με το σπαθί γυμνό και την ασπίδα υψωμένη ρίχνεται να σταματήσει το καταραμένο πλήθος πού βιάζεται να κυριέψει την «Βασιλείαν» του. Ο ακάνθινος στέφανος, σφίγγει στο μέτωπο ενωμένος με τη σάρκα αχώριστος. Ούτε τα δόρατα, ούτε οι σπάθες, τα γυριστά γιαταγάνια, η λύσσα των ορδών πού δρασκελούν το προτείχισμα και συντρίβουν τους νεκρούς και τους πληγωμένους δεν είναι ικανές να τον αποσπάσουν. Θα μείνει εκεί εις την αιωνιότητα.
Ο τελευταίος Αυτοκράτορας του Βυζαντίου πέφτει ανάμεσα στο μέγα πλήθος των μαχητών πού έδωσαν τη ζωή αυτοπροαιρέτως για να υπερασπίσουν την  περικαλλή  πατρίδα και την  Πίστη εις Εκείνον πού υπόσχεται  Ν ο μ ή ν  της ψυχής αιωνίαν.
«Ην δε πάσα ή ζωή του αοιδίμου εν βασιλεύσι και γαληνότατου και μάρτυρος τούτου χρόνοι τεσσαράκοντα εννέα και μήνες τρεις και ημέραι είκοσι».
ΤΑΤΙΑΝΑΣ ΣΤΑΥΡΟΥ
«Εάλω η Πόλις»


Δεν υπάρχουν σχόλια: