Κυριακή, 22 Μαΐου 2016

Νίκου Αμμανίτη : Μεταλλάξεις





ΑΝΑΔΡΟΜΕΣ & ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ
μέσα στον χρόνο

Μεταλλάξεις

Του Νίκου Αμμανίτη
Ένα ξαφνικό τηλεφώνημα ήρθε να διακόψει τη «νεκρική» ησυχία που βασίλευε μετά το Πάσχα στο σπίτι του παππού Νικολή, διακόπτοντας τον υπνάκο που είχε πάρει καθισμένος στην πολυθρόνα απέναντι από την τηλεόραση, που μετέδιδε ένα σίριαλ με τα ντέρτια μιας στρουμπουλής Τουρκάλας με τον άπιστο γιαβουκλού της.
Είχε πει, τότε, τουρκιστί ο παππούς ένα μεγαλοπρεπές «άι σιχτίρ» και πατώντας το κουμπί του φθαρμένου τηλεκοντρόλ έσβησε τη συσκευή και γλάρωσε με ένα ανεπαίσθητο ροχάλισμα.
Το τηλεφώνημα προερχότανε από έναν παλιό του φίλο, συνομήλικό του, που τον θεωρούσε προ πολλού πεθαμένο, καθώς είχε μάθει πως είχε νταλαβέρια με την εντατική κάποιου νοσοκομείου. Γερό κόκαλο, όμως, ο γεράκος τη σκαπούλαρε και έπαιρνε τώρα στο τηλέφωνο τον παλιό καλό του φίλο για να του πει πως διάβασε το αφήγημα της στήλης της παρελθούσης εβδομάδας, όπου ο παππούς Νικολής εκδήλωνε την οργή του επειδή το επίσημο κράτος έπαψε να τιμά την Ανάσταση και ότι αφήνει η Πολιτεία να ξεθωριάζουν, να χάνονται και να περνούν ανεπαισθήτως στη λήθη αντιλήψεις και συνήθειες που αποτελούσαν έως πρόσφατα την πεμπτουσία της εθνικής μας παράδοσης…
Διαβάζοντάς τα, είπε ο φίλος, ένιωσα θλίψη και οργή, καθώς αισθάνθηκα το μέγεθος της κατεδαφίσεως των πάντων, που ασφαλώς από σκοπού επιχειρείται σε βάρος της χώρας μας... Διότι -όπως φαίνεται- οι εχθροί της πατρίδας μας, στην προσπάθεια τους να επιβάλουν τις μηδενιστικές ιδέες τους, θέλουν να γίνουμε άθρησκοι, απάτριδες, χωρίς ήθη και έθιμα, χωρίς εθνικά ιδανικά, ένα ανερμάτιστο σύνολο άβουλων προσώπων, χρήσιμων στις στρατιές της «επανάστασης» που βαυκαλίζονται ότι θα φέρουν. Όπως διδάσκουν οι κήρυκες της αθεΐας: «Η Θρησκεία είναι το όπιο των λαών».
Και πράγματι, με τον θρίαμβο της Οκτωβριανής Επανάστασης στη Σοβιετική Ένωση, η θρησκεία υπέστη τον μεγάλο διωγμό. Το παπαδαριό πέρασε εν στόματι ρομφαίας. Οι εκκλησίες εδηώθησαν, τα εικονίσματα πετάχτηκαν, οι Άγιοι διακωμωδήθηκαν και όσοι αποτόλμησαν να σταυροκοπηθούν, υπέστησαν τις συνέπειες της… «αντεπαναστατικής τους πράξης».
Η ζωή απαλλάχθηκε οριστικά από τη θρησκεία και επί ένα τέταρτο σχεδόν του αιώνα κυλούσε δίχως Σταυρούς, ράσα και εκκλησιές. Ήρθε όμως το 1941 και οι προελαύνοντες Γερμανοί βρέθηκαν λίγα χιλιόμετρα έξω από τη Μόσχα. Και τότε, ο μεγάλος Στάλιν, ηγούμενος του «μεγάλου πατριωτικού πολέμου», όπως αποκάλεσε τον πόλεμο με τους Γερμανούς, επιστράτευσε και το θρησκευτικό συναίσθημα των Ρώσων, άνοιξε τις εκκλησίες, πήραν τα εικονίσματα τη θέση τους πλάι στα μανουάλια, βάρεσαν οι καμπάνες καλώντας τους πιστούς σε Θεία Λειτουργία. Εν τάχει διορίστηκαν Πατριάρχης και παπάδες, η δε θρησκεία από «όπιο» μεταμορφώθηκε σε ροσόλι και η ΕΣΣΔ έγινε χώρα θρησκευόμενη. Μόνον εμείς πρέπει να αποτάξουμε τη θρησκεία μας, να πετάξουμε τα «άγια τοις κυσί» για να ικανοποιηθούν οι ιδεοληψίες των τερμιτών.
Μα δεν είναι μονάχα η θρησκεία, είπε στο τηλέφωνο ο φίλος. Είναι και η ιστορία μας που αναθεωρείται. Είναι οι αγώνες μας στα χρόνια της σκλαβιάς που διαγράφονται από τα βιβλία και χαρακτηρίζονται ως μύθοι, ο δε πατριωτισμός αντιμετωπίζεται σαν έγκλημα. Κανένας δεν τολμά να μιλήσει πατριωτικά, χωρίς να χαρακτηρισθεί αμέσως φασίστας. Ό,τι και εάν πεις υπέρ της πατρίδας ξεσηκώνει αμέσως θύελλα από βρισιές.
Μεταλλάξανε τον Έλληνα σε ένα πλάσμα άβουλο, αδιάφορο, που το μοναδικό ιδανικό του είναι ο καναπές και η καλοπέραση. Έρχεται όμως κάποια στιγμή όπου μια ελληνική ποδοσφαιρική ομάδα θριαμβεύει στο εξωτερικό και τότε ξυπνά μέσα στον Έλληνα ο Έλληνας. Τυλίγεται με τη γαλανόλευκη, βάφει το πρόσωπό του με τα εθνικά μας χρώματα, ωρύεται και κραυγάζει συνθήματα για την Ελλαδίτσα, ευχαριστεί τον Θεό με δοξολογίες, αποδεικνύοντας πως ό,τι κι αν κάνουν οι τερμίτες, παραμένουμε ένας λαός θρήσκος και πατριώτης. Σίγουρα μεταλλάχθηκε ο ανήσυχος Έλληνας, εκείνος που από πάμπτωχος, ξεβράκωτος, που με την «πενία του κατεργάζεται τέχνες», να γίνεται μέσα σε μια γενιά αντιπρόεδρος ο ένας και υποψήφιος Πρόεδρος ο άλλος, της μεγαλύτερης δύναμης του κόσμου. Των ΗΠΑ. Και αν δεν μεταλλάχθηκε, πάντως απονευρώθηκε και τρώει σκαμπίλια, χωρίς καμιά αντίδραση, λέγοντας από πάνω και ευχαριστώ... Εδώ τελείωσε η συνομιλία των δύο παλιόφιλων, όμως η σκέψη του παππού Νικολή γύρισε τότε που, μαθητής δημοτικού, απάγγελε το «φεγγαράκι μου λαμπρό / φέγγε μου να περπατώ», ποίημα για το «Κρυφό Σχολειό», που τους μάθαινε η δασκάλα. Τους δίδασκε ακόμα τον θρύλο του «μαρμαρωμένου βασιλιά», τους μιλούσε για την κλειστή πόρτα της Αγιά Σοφιάς, που θα άνοιγε όταν έλληνας φαντάρος θα έμπαινε απελευθερωτής στην Πόλη. Θυμάται όλους τους παρόμοιους μύθους που διδάσκονταν στο σχολειό, μύθοι που ζέσταιναν επί 400 χρόνια τις ψυχές των σκλάβων Ρωμιών, προετοιμάζοντας τον ξεσηκωμό του έθνους. Θυμήθηκε τον πατέρα του, που διηγείτο ότι ο Ελευθέριος Βενιζέλος είχε αναθέσει σε επιτροπή σοφών να βρει το σημείο που διεκόπη η Θεία Λειτουργία όταν «εάλω η Πόλις», ώστε όταν έρθει «η ώρα η καλή», να συνεχιστεί από εκεί η Λειτουργία. Θυμάται και τον παππού του, που του μάθαινε το «Μαύρη είναι η νύχτα στα βουνά, κι ο Έλλην ξεσπαθώνει, ξεσπαθώνει»…
Και ήταν τότε ο Νικολής πέντε χρονών αγόρι.
ΤΟ ΠΑΡΟΝ

Δεν υπάρχουν σχόλια: