Παρασκευή, 20 Μαΐου 2016

Τ. Κατσιμάρδος : Όταν οι Έλληνες γνώριζαν τον Σαίξπηρ




Τα περισσότερα από τα 37 έργα του Σαίξπηρ είχαν μεταφραστεί έως το 1900 με εξαίρεση μερικές κωμωδίες του. Στα 300 χρόνια από τον θάνατό του (1916) έχουν αποδώσει έργα του στα ελληνικά 26 μεταφραστές. Ανάμεσά τους ο Πολυλάς, ο Βικέλας, ο Πάλλης, ο Κ. Θεοτόκης κ.ά.

400 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ


Όταν οι Έλληνες γνώριζαν τον Σαίξπηρ

Τετρακόσια χρόνια από τον θάνατο του Ουίλιαμ Σαίξπηρ (1564-1616) και καθώς συνεχίζονται στον κόσμο και στη χώρα μας πολύπλευρες εκδηλώσεις, αντί άλλου προλόγου ας γυρίσουμε πίσω έναν ακριβώς αιώνα: «Συνεπληρώθησαν τριακόσια χρόνια από του θανάτου του ποιητού των ποιητών... Δεν ήτο μόνον ευφυής δραματικός συγγραφεύς, αλλά δαιμόνιος και κατ' εξοχήν δημιουργός, υποφήτης (χρησμολόγος), ο βλέπων, ο μοναδικός ανάμεσα εις την ροήν των αιώνων, ποιητής...».
Η διαπίστωση ανήκει στον Κωστή Παλαμά και σ΄ ένα από τα δημοσιογραφικά του κείμενα τέτοιες μέρες του 1916. Μαζί με την εκτίμηση ότι οι μεταφράσεις των έργων του στα ελληνικά αποτελούν «κεφάλαιο από τα σημαντικότερα στην εξέλιξη της νέας ελληνικής λογοτεχνίας».
Οι αρχικές κινούσες αιτίες και τα πρώτα ευρύτερα επακόλουθα της πρόσληψης του Σαίξπηρ στην Ελλάδα του 19ου αιώνα, μαζί με τα μηνύματα στην καρδιά και τον νου των θεατών στις σαιξπηρικές παραστάσεις, έχουν απασχολήσει και απασχολούν ακόμη πολλούς ειδικούς μελετητές.
Shakespeare Lives και στα καθ' ημάς, όπως είναι η προμετωπίδα των διεθνών εκδηλώσεων για τις τέσσερις εκατονταετίες από τον θάνατό του. Είτε, όπως τιτλοφορούνταν, μία από τις πιο ενδιαφέρουσες παρεμβάσεις στο πλαίσιο αυτό πριν από λίγο καιρό στην Αθήνα «Οι καιροί αλλάζουν, αλλά ο Σαίξπηρ μένει».
Αναζητώντας τις ρίζες της πρόσληψης και της «ελληνοποίησης» του ποιητή των ποιητών οδηγούμαστε στα χρόνια πριν από τη συγκρότηση του ελληνικού κράτους. Την περίοδο του νεοελληνικού διαφωτισμού, όταν εκδηλώνονται οι πρώτες απόπειρες γνωριμίας από τον παροικιακό ελληνισμό. Αλλά και τα Επτάνησα.

 Πορτρέτο του Παντελή Σούτσα (αριστερά). Ο Διονύσιος Ταβουλάρης στον ρόλο του Αμλετ (μέση) και ο Νικόλαος Λεκατσάς, ο «τελειότερος» στους σαιξπηρικούς ρόλους.

Ο Δ. Βικέλας -πρώτος φορέας πρόσληψης του Σαίξπηρ με τις σπουδαίες μεταφράσεις του- στον Οθέλλο χρησιμοποιεί απαράλλακτα τους ίδιους στίχους της σολωμικής διασκευής για τη Δυσδαιμόνα σημειώνοντας: «Διά της μεταφράσεώς του ο μέγας της Ζακύνθου ποιητής έδωκε διά παντός την Ελληνικήν αυτού μορφήν εις το άσμα της Δυσδαιμόνας».
Τη μεταφραστική σκυτάλη της πρόσληψης του Σαίξπηρ θα πάρει πρώτος ο Πολυλάς με την «Τρικυμία». Αν και μεσολαβούν ορισμένοι άλλοι πρώιμοι μεταφραστές ή διασκευαστές, που δεν διαδραματίζουν ρόλους (Σακελλάριος, Θεοτόκης, Φωστηρόπουλος κ.ά.).
Σημαντικοί εκπρόσωποι της πνευματικής ελίτ του 19ου αιώνα έχουν γνωριστεί με το σαιξπηρικό έργο, μέσω κυρίως του γερμανικού ρομαντισμού ενώ παραλλήλως από τη δεκαετία του 1860 γίνεται γνωστός από σκηνής ο Αγγλος δραματουργός, προκαλώντας ενθουσιασμό.
Με πρώτο και σπουδαιότερο τον Σούτσα - πρώτο, επίσης , επαγγελματία ηθοποιός Για ν΄ ακολουθήσουν ο Ταβουλάρης και ο Λεκατσάς, που θα ταυτιστούν με τα σπουδαιότερα σαιξπηρικά πρόσωπα αυτή την περίοδο.
Μέσα από πολλούς διαύλους, από πολλαπλές επαφές και από διαφορετικές προσεγγίσεις αναπηδά ο σημαντικός ρόλος που διαδραμάτισε το σαιξπηρικό έργο στη σύνθετη διαδικασία διαμόρφωσης της νέας πολιτιστικής και ιδεολογικής νεοελληνικής ταυτότητας.
Σύμφωνα με έναν κοινό τόπο, σε αρκετούς σύγχρονους μελετητές η ενσωμάτωση του Σαίξπηρ στην ελληνική πραγματικότητα, όλο τον 19ο αιώνα και αργότερα, πραγματοποιείται μέσα από το ευρύτερα γνωστό δίλημμα: στροφή προς τη Δύση ή προς την κλασική αρχαιότητα;
Διαμάχη
Σύμφωνα με μια απλουστευμένη διατύπωση, «για τη μερίδα των φιλελεύθερων και δημοτικιστών ο Σαίξπηρ αποτελούσε μέσο για τη συνεργασία με την Ευρώπη, ενώ για πολλούς συντηρητικούς αποτελούσε συνέχεια της παράδοσης των Ευρωπαίων κλασικών, που εδραιώθηκε μέσα από την ελληνική αρχαιότητα». Οι θιασώτες της επιστροφής στην «παράδοση» τον απέρριπταν, επειδή η επίδρασή του απομακρύνει από «την ελληνική ταυτότητα». Ηταν «εισαγόμενος», όπως και γενικότερα ο ρομαντισμός, σε αντιδιαστολή με τον κλασικισμό.
Πρωταγωνιστικό ρόλο στις διαμάχες αυτές θα παίξουν από νωρίς οι Δ. Βερναρδάκης, Αλ. Ρίζος Ραγκαβής, Στ. Κουμανούδης και άλλοι πολλοί. Στο ψευδοδίλημμα αν το σαιξπηρικό δράμα και γενικότερα ο ευρωπαϊκός ρομαντισμός εμποδίζουν ή ευνοούν την ανάπτυξη ενός «εθνικού δράματος» θα επιχειρηθούν, όπως ήταν φυσικό, και γεφυρώσεις.
Μέχρι το 1900 θα μεταφραστούν τα περισσότερα έργα του Σαίξπηρ από τους Δ. Βικέλα, Ι. Περβάνογλου, Μ. Δαμιλάρη κ.ά. Στο μεταξύ δημοσιεύονται μελέτες, γίνονται ομιλίες και διαλέξεις. Μέσα σε μια εικοσαετία (1880-1900) έχει σχεδόν ολοκληρωθεί η πρόσληψη του Σαίξπηρ. Μέσω των τριών σπουδαιότερων ηθοποιών και άλλων δευτερευόντως. Ενός διψήφιου αριθμού μεταφραστών, με σπουδαιότερο τον Βικέλα και των κύκλων που εκφράζει ο Βερναρδάκης.
Πρόκειται για μια πρόσληψη που κινείται μεταξύ συντηρητικοποίησης και εκδημοκρατισμού. Σχηματικά διαμορφώνεται ένας «λαϊκός» και ένας «επίσημος» της ελίτ και της άρχουσας τάξης Σαίξπηρ, που θα κυριαρχήσει στην αυγή του 20ού αιώνα με τις παραστάσεις του στο Βασιλικό Θέατρο.
ΑΣΥΜΦΩΝΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΡΘΟΓΡΑΦΙΑ
Οι περιπέτειες με την απόδοση του ονόματός του στα ελληνικά
Η ιδιοτυπία της αγγλικής προφοράς και οι ποικίλες γλωσσικές αντιλήψεις των Ελλήνων λογίων και των μεταφραστών του περασμένου αιώνα έκαναν αγνώριστο ακόμα και το όνομα του Σαίξπηρ.
Ήδη, ο Βικέλας στα σαιξπηρικά «Προλεγόμενά» του, στην έκδοση του 1876, θίγει το θέμα: Αλλά και οι ίδιοι οι Αγγλοι -γράφει- «δεν συμφωνούσιν... γράφοντες ποτέ μεν Shakespear και Shakespeare, ή Shakspeare και Shakspear, ποτέ δε Shakespere ή Shakspere. Συγγνωστέα λοιπόν κατά μείζονα λόγον η παρ’ ημίν ασυμφωνία ως προς την ελληνικήν ορθογραφίαν αυτού».
Ο ιστορικός του Νεοελληνικού Θεάτρου Γιάννης Σιδέρης κατέγραψε για το Αφιέρωμα του «Θεάτρου» τις ελληνικές αποδόσεις του ονόματος του Σαίξπηρ. Εχουμε, λοιπόν, κατά χρονολογική σειρά: Αρχαϊκά, Εγχέσπαλος και ακολούθως: Σχακεσπεάρης, Σακεσπήρος, Ουϊλιέλμος Σέξπηρ, Σαιξπείρος, Σακεσπήρ, Σαικεσπήρος, Σεξπίρ, Σέϊξπηρ, Σαιξπήρ, Σεξπήρος, Σαίξπεαρ, Σαίξπιαρ, Σαίξπηρ, Σαίξπειρ, Σαικεσπήρος, Σεξπίρ. Υστερα από τόσες περιπέτειες, το όνομά του σταθεροποιήθηκε πια: Σαίξπηρ, Ουίλλιαμ Σαίξπηρ
(Από το «ΘΕΑΤΡΟ» του Κ. Νίτσου, τ. 16, Ιούλιος - Αύγουστος 1964).
Στα θέατρα «Μπούκουρα» και «Απόλλων»
Η πρεμιέρα του Αμλέτου σε Αθήνα και Σύρο
1863: Προαναγγέλλεται από τον πρώτο επαγγελματικό θίασο (πρωταγωνιστές Π. Σούτσας, Πιπίνα Βονοσέρα κ.ά.) η θεατρική παράσταση του «Ιούλιου Καίσαρα». Δεν υπάρχουν στοιχεία τα οποία επιβεβαιώνουν ότι πραγματοποιήθηκε. Ισως το πρόβλημα να ήταν η μετάφραση.
Η μόνη που αναφέρεται έως τότε είχε γίνει το 1858 από τον Ν. Κ. Ιωαννίδη (Ιούλιος Καίσαρ, τραγωδία εις πέντε πράξεις του ποιητού Σαικσπήρου, εκ του αγγλικού κειμένου εις την ελληνικήν μεταγλωττισθείσα) δεν έχει φθάσει έως εμάς.
1867-1868: Ο «Αμλετ» από τον επαγγελματικό θίασο «Μένανδρος», με τον Π. Σούτσα στον ομώνυμο ρόλο, είναι το πρώτο σαιξπηρικό έργο που γνωρίζει το αθηναϊκό κοινό στο θέατρο «Μπούκουρα». Νωρίτερα, μάλλον, είχε παρουσιαστεί στη Σμύρνη.
Το έργο είχε μεταφραστεί στην καθαρεύουσα από το 1858 (Αμλέτος, βασιλόπαις της Δανίας, τραγωδία του Αγγλου Σαιξπήρου, ενστίχως μεταφρασθείσα υπό Ιωάννου Η. Περβανόγλου). Μετάφραση δυσνόητη έως ακατανόητη, ειδικά στους μονολόγους. Ετσι, η αρχή του μονολόγου to be or not to be... αποδίδεται: «Είναι ή μη, νυν τούτ’ εστί το ζήτημα...».
1868: Ο Π. Σούτσας (Αμλετ) και η Σοφία Ταβουλάρη (Οφηλία) στο νεόκτιστο θέατρο «Απόλλων» της Ερμούπολης παρουσιάζουν στο συριανό κοινό ολόκληρο το έργο, χωρίς περικοπές (πεντάωρη παράσταση σε μετάφραση του Περβάνογλου). Το «δραματικόν αριστούργημα του δαιμονίου των Αγγλων ποιητών Σαιξπήρου», σύμφωνα με κριτική της εποχής, προκάλεσε αντιδράσεις στο «πλήρες φιλοθεαμόνων» θέατρο.
«Διάφοροι θεατοί και δυστυχώς ουχ ήττον εκ των κατωτέρων ή ανωτέρων τάξεων ηκούοντο δυσανασχετούντες και μεμψιμοιρούντες διά την τόσον πολύωρον διάρκειαν της παραστάσεως...».
Ο κριτικός παραδόξως παραλείπει το ακατάληπτο της γλώσσας για το κοινό. Ευτυχώς που τρελάθηκε στο τέλος μόνο η Οφηλία, παρατήρησε εύστοχα μεταγενέστερος μελετητής.
Οι πρώτες μεταφράσεις των έργων του
1789: « Ρωμαίος και Ιουλία», τραγωδία «πενταδράματη» του ιατροφιλόσοφου Κ. Σακελλάριου (1765-1838). Δυστυχώς διασώζεται μόνο αναφορά του στο «Ελληνικόν θέατρον» του Γ. Ζαβίρα. Είναι αδιευκρίνιστο αν πρόκειται για μετάφραση ή διασκευή. Είτε και για πρωτότυπο έργο του νεαρού τότε Κοζανίτη, με σαιξπηρικές επιρροές.
1819/1842: Η πρώτη χειρόγραφη μετάφραση του «Μάκβεθ» από τον Κερκυραίο κόμη και μέλος της Γερουσίας των Ιονίων Νήσων, Ανδρέα Θεοτόκη. Το χειρόγραφο διασώζεται στη Βιβλιοθήκη του Μονάχου (κατάλοιπα του βασιλιά Οθωνα). Ουδέποτε χρησιμοποιήθηκε.
1855: «Η Τρικυμία, δράμα Ουϊλιέλμου Σέικσπηρ». Η πρώτη αυτοτελής και ολοκληρωμένη μετάφραση στη δημοτική από τον Ιάκωβο Πολυλά στην Κέρκυρα. Ο εκδότης των απάντων του Σολωμού, έχοντας επίγνωση των «πολλών ελαττωμάτων» της μετάφρασης, ελπίζει ότι οι συμπατριώτες του θα τον ευγνωμονούν, επειδή τους αποκάλυψε αυτόν τον «πολύτιμο θησαυρό».
Η ιστορική τριάδα
Δόξασε και ταυτίστηκε με τους σαιξπηρικούς ρόλους
Τρεις ονομαστοί και από τους θεμελιωτές του νεοελληνικού θεάτρου καλλιτέχνες του 19ου αιώνα ταυτίστηκαν με σαιξπηρικούς ρόλους:
ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΣΟΥΤΣΑΣ (1818-1873): Αυτοδίδακτος ηθοποιός, με ορισμένα φυσικά μειονεκτήματα, όπως βραχνάδα στη φωνή, αλλά με ασυνήθιστη εργατικότητα. Θιασάρχης, σκηνοθέτης και θεατρικός συγγραφέας ο ίδιος. «Πρώτος εκ των Ελλήνων ηθοποιών απετόλμησε να αναλάβη το υπερμέγα φορτίον της δημιουργίας και εκπροσωπήσεως χαρακτήρων... Εφαντάσθη και διέπλασε τον χαρακτήρα του Αμλέτου, διηρμήνευσεν τον Οθέλλον και τον Μάκμπεθ και υπεκρίθη εν τω Ιουλίω Καίσαρι τον Βρούτον...».
Οι ερμηνείες του, σύμφωνα με τους ιστορικούς του θεάτρου, χαρακτηρίζονται αρχικώς από υπερβολική απαγγελία, όπως είναι ο κανόνας της εποχής, αν και στην πορεία καταβάλλει προσπάθειες να φέρει τους ρόλους πιο κοντά στο κοινό.
ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΤΑΒΟΥΛΑΡΗΣ (1840-1928): Θρυλικός ηθοποιός και θιασάρχης από τη δεκαετία του 1860. Αρχικώς μαζί με τον Σούτσα και σε συνέχεια με δικό του θίασο ενσάρκωσε τους βασικούς πρωταγωνιστές των σαιξπηρικών τραγωδιών. Με τις επαγγελματικές περιοδείες του, παντού σχεδόν όπου ζούσαν Ελληνες, άφησε βαθιά ίχνη και έγραψε ιστορία. Μαζί με τον αδελφό του Σπύρο, τη γυναίκα του Σοφία κ.ά. Κοινή ήταν η πεποίθηση ότι η «μέλλουσα ιστορία του θεάτρου θα τον αναγράψει με μεγάλα γράμματα... Κανείς δεν έπραξεν τόσα υπέρ της ελληνικής σκηνής». Ο Ταβουλάρης με το ταλέντο και την ευρυμάθειά του ακολουθεί μια πιο φυσική σκηνική παρουσία, με εγκρατή απαγγελία και χωρίς υπερβολές. Δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει διασκευές, να συμπτύξει ή να παραλείψει σκηνές, σεβόμενος όμως το σαιξπηρικό πνεύμα.
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΛΕΚΑΤΣΑΣ (1867-1913): Μεγαλωμένος και με θεατρικές σπουδές στην Αγγλία, έφερε από τις αρχές της δεκαετίας του 1880 τον «λαϊκό Σαίξπηρ». Θεωρείται ως η πρώτη θεατρική «βεντέτα» που επιβλήθηκε, ανανέωσε και αναδημιούργησε τους σαιξπηρικούς ρόλους, ανοίγοντας μια νέα ερμηνευτική εποχή. Παρά την ξενική προφορά του, την όχι άψογη χρήση της ελληνικής και την εξωτερική εμφάνισή του (σκυφτός και αδύνατος), ήταν αδιαμφισβήτητα μακράν ο καλύτερος όλων. Οσα ελέχθησαν για τις πρώτες σκηνικές παρουσίες του («Επί τέλους έχομεν τον ηθοποιόν μας... Αφέλεια, φυσικότης, βαθύτατον αίσθημα, ψυχολογική μελέτη, γραφική στάσις, εκφραστική φυσιογνωμία, αρμονικαί κινήσεις...»).
ΔΙΑΣΚΕΥΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΟΛΩΜΟ
Είναι συμβολικό, αλλά όχι και τυχαίο ότι ο πρώτος που αποδίδει σαιξπηρικούς στίχους είναι ο εθνικός μας ποιητής. Ο Σολωμός διασκεύασε τη «Μίμηση του τραγουδιού της Δε(υ)σδεμόνας» από τον Οθέλλο, διατηρώντας αυτούσιο το τέλος: « ... Δεν θέλω να μου βάλουνε/ εις το στερνό κλινάρι μυρτιές,/ ούτε τριαντάφυλλα,/ πάρεξ ετιάς κλωνάρι...».

Τ. Κατσιμάρδος

http://www.ethnos.gr/politismos/arthro/otan_oi_ellines_gnorizan_ton_saikspir-64375762/

Δεν υπάρχουν σχόλια: