Κυριακή, 15 Μαΐου 2016

Νίκου Αμμανίτη : Ο κόσμος άλλαξε - αλλάξαν οι καιροί...




ΑΝΑΔΡΟΜΕΣ & ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ
μέσα στον χρόνο

Ο κόσμος άλλαξε - αλλάξαν οι καιροί...

Tου Νίκου Αμμανίτη
Έναν φιλιππικό -σωστή καταιγίδα- εξαπέλυσε ο παππούς Νικολής εναντίον της θύμησης, φτάνοντας στο έσχατο σημείο να αποκαλέσει «θείο δώρο» ως και την επάρατη νόσο Alzheimer, που με την ξεχασιά ισοπεδώνει τα πάντα.
Και καθώς οι παρευρισκόμενοι τον κοιτούσαν ειρωνικά, ο παππούς χαρακτήρισε με κατάρα την ιδιότητα που έχουν οι άνθρωποι να θυμούνται…
Όπως και να το κάνουμε -εξήγησε- οι αναμνήσεις έρχονται και σου κατατρώνε την ψυχή, χωρίς να αφήνουνε να επουλωθεί η πληγή που της προκάλεσε το τραγάνισμά τους…
Ίσως, λόγω ηλικίας, ο παππούς να ήταν λιγάκι υπερβολικός στις εκφράσεις του. Μπορεί ακόμα ο φίλος του και συνομήλικός του Αποστόλης, που το έπαιζε σούπερ μοντέρνος, το χούφταλο, να τον νευρίαζε με τις ιδεοληψίες του με τις οποίες συνέχεια του πατούσε τον κάλο, αποκαλώντας τον Νικολή σκέτη μούχλα.
Η κουβέντα τους, που παραλίγο να εξελιχθεί πασχαλιάτικα σε άγρια φιλονικία, οφειλόταν σ’ ένα σχόλιο που πέταξε ο παππούς σχετικό με τον επίσημο εορτασμό του Πάσχα και ειδικά της Αναστάσεως του Θεανθρώπου από την Πολιτεία, που οι προύχοντες του κράτους, αδιαφορώντας για τις θρησκευτικές τους υποχρεώσεις, τις ρίξανε έναν παρά και όπου φύγει φύγει, γίνηκαν σκορποχώρι. Και ύστερα έβγαλε έναν βαθύ αναστεναγμό, κοιτάζοντας στο άπειρο, σαν να αναπολούσε τα περασμένα, λέγοντας: «Αχ, πού καταντήσαμε!».
Τσίμπησε ο προοδευτικός Αποστόλης και ψέλλισε: «Καιρός ήταν. Ευτυχώς…», ενώ ένα χαμόγελο υπεροχής διαγράφηκε στα χείλη του. Αν και βαρήκοος, ο παππούς Νικολής τον άκουσε. Είδε και την ευχαρίστηση που φώτιζε το πρόσωπό του και -σαν να ήθελε να τον νουθετήσει- του είπε πολύ ήρεμα ότι το Πάσχα είναι η μεγαλύτερη γιορτή της Χριστιανοσύνης και οι Έλληνες, που είναι στην ολότητά τους χριστιανοί ορθόδοξοι, ένας λαός θρήσκος και ευσεβής, την εορτάζει ευλαβικά. Μόνον η ηγεσία του τα τελευταία χρόνια «κάνει νερά»… και άρχισε να εξιστορεί πως μετά τη χούντα, από τη Μεταπολίτευση, από τον ανώτατο άρχοντα μέχρι τον πιο ασήμαντο πολιτευτή, μόλις μπει η Μεγάλη Εβδομάδα παίρνουν τον ομματίων τους και όπου τους βγάλει η άκρη, λες και είναι καλικάντζαροι και φοβούνται την αγιαστούρα του παπά.
«Και καλά κάνουν», υπερθεμάτισε ο Αποστόλης. «Θυμήσου», είπε, «τον Καραμανλή τον ‘‘εθνάρχη’’, που δήλωνε πως ήρθε η ώρα το κράτος και η Εκκλησία να χωρίσουν τα… τσανάκια τους. Και η δήλωσή του συνοδεύτηκε μ’ ένα πασχαλιάτικο ταξιδάκι στην Κέρκυρα, για να απολαύσει με την πρώτη Ανάσταση το πέταγμα των κανατιών από τα μπαλκόνια και το σπάσιμό τους στο πεζοδρόμιο. Ήταν ο πρώτος πρωθυπουργός που κατάργησε την επίσημη συμμετοχή του κράτους στην εορτή του Πάσχα και το ‘ριξε στον τουρισμό και την καλοπέραση». «Θυμάμαι», πρόσθεσε μελαγχολικά ο Νικολής, «και ματώνει η ψυχή μου όσο θυμάμαι. Θυμάμαι που γύρω στις 11 τη νύχτα, με τη μεγάλη στολή του στρατηγού -εάν ήταν βασιλεύς ο ανώτατος άρχων- ή με βελάδα και τρικαντό, αντί για το ψηλό καπέλο, σαν φουγάρο βαποριού, αν ήταν Πρόεδρος Δημοκρατίας, με όλη την οικογένειά του αντάμα και με επίσημη πομπή έφταναν στον μητροπολιτικό ναό, όπου ήσαν παρατεταγμένα αγήματα που θα απέδιδαν τιμές. Τους υποδέχονταν οι ήδη εγκατεστημένοι στην εξέδρα της Αναστάσεως, ο πρωθυπουργός με το Υπουργικό Συμβούλιο, η ανώτατη πνευματική και στρατιωτική ηγεσία, οι επικεφαλής των ξένων θρησκευτικών δογμάτων, οι διαπιστευμένοι πρέσβεις καθώς και κάθε άλλος που προέβλεπε η εθιμοτυπία.
Στην εξέδρα ανερχόταν κατόπιν ο Αρχιεπίσκοπος, συνοδευόμενος από τα μέλη της Ιεράς Συνόδου με τα εορταστικά τους χρυσοποίκιλτα άμφια, και μετά το ‘‘Δεύτε λάβετε φως’’ άναβαν τις λαμπάδες τους οι επίσημοι αλλά και το πλήθος των παρευρισκομένων στην πλατεία ανώνυμων πιστών, που το τρεμούλιασμα του λαμπυρίσματος των κεριών που κρατούσαν και οι ψαλμωδίες της Αναστάσεως δημιουργούσαν μιαν ατμόσφαιρα απόκοσμη. Ακολουθούσε το θριαμβικό ‘‘Ουκ έστιν ώδε’’ το ‘‘Χριστός Ανέστη’’, οι ευχές, τα φιλιά, οι τρακατρούκες και μια βροχή πυροτεχνήματα, ενώ το παρατεταγμένο στρατιωτικό απόσπασμα απέδιδε τιμές.
Ήταν μια τελετή γεμάτη ευλάβεια και συγκίνηση, που το επίσημο κράτος, εκπροσωπώντας τον φιλόθρησκο ελληνικό λαό, την τιμούσε αναλόγως». «Και φυσικά», τον διέκοψε ο Αποστόλης, «το μεγάλο πανελλήνιο και δημόσιο γλέντι με κλαρίνα, νταούλια και λαούτα γινόταν την επομένη, που άνοιγαν τις πύλες τους οι στρατώνες και προσέρχονταν φίλοι, γνωστοί, και συγγενείς αλλά και μοναχικοί ανθρωπάκοι, που αναζητούσαν λίγη ανθρώπινη ζεστασιά, να νιώσουν λίγη χαρά και εκείνοι.
Ήσαν διακοσμημένα τα στρατόπεδα. Καθισμένοι στη σειρά οι φαντάροι γύριζαν τους οβελίες. Βουνά σχημάτιζαν τα κόκκινα αβγά που θα τσούγκριζαν και η ρετσινούλα, που έρεε ποτάμι, γέμιζε συνέχεια τα ποτήρια των επισκεπτών, φαντάρων και αξιωματικών που καταλάμβαναν με απόλυτη ισότητα τα τραπέζια. Ένα ξεχωριστό αίσθημα αγάπης είχε θρονιαστεί στις καρδιές όλων». Κι ο Αποστόλης δογμάτισε: «Πάνε όλα αυτά.
Τα ‘φαγε η μαρμάγκα…». Τότε ξεσπάθωσε ο παππούς Νικολής εναντίον της μνήμης, που γεννά αναμνήσεις για να θυμούνται οι άνθρωποι και να γίνονται δυστυχείς. Είπε τα δικά του τα αριστερίστικα ο Αποστόλης και οι θύμησες έφεραν καυγά, ενώ στο ραδιόφωνο μια μαντολινάτα έπαιζε: «Ο κόσμος άλλαξε, αλλάξαν οι καιροί…».
ΠΑΡΟΝ

Δεν υπάρχουν σχόλια: