Τρίτη, 2 Αυγούστου 2016

Δημήτρη Ψαθά ; ΤΟ «ΛΕΩΦΟΡΕΙΟ»





ΤΟ  «ΛΕΩΦΟΡΕΙΟ»
— Προχώρει  κύριος!
— ;;;;;;;;
— Προχώρει σου είπα!
..Η Φωνή είναι απειλητική: Κι’ έρχεται έξω απ' το λεωφορείο απ' όπου ο εισπράκτορας του βραδινού «μαυραγορίτικου» μου δίνει την εντολή να καταλύσω το αδιαχώρητοι! Μα που να προχωρήσω, Ύψιστε Θεέ; Μπροστά μου ένας πελώριος τύπος υψώνει σαν τείχος απόρθητο τις πλάτες του. Δεξιά μια χοντρέλα κι’ αριστερά μου ένας θηριώδης μ’ έχουν κάνει σάντουιτς. Κι’ αυτά ενώ από πίσω μου μια μύτη έχει καρφωθεί στον σβέρκο μου κι’ εκπέμπει σπασμωδικά ζεστή αναπνοή και με ανατριχιάζει. Κάνω μια υπέρτατη προσπάθεια, στρέφω το κεφάλι μου και κοιτώ με ικετευτική απόγνωση :
— Δεν θα φύγουμε;
— Σε λίγο.
— Γιατί όχι αμέσως;
— Χωράνε άλλοι δέκα!
Έξαφνα στο αριστερό μου το αυτί τσιρίζει μια σπαρακτική φωνή γυναίκας. Έντρομος στρέφω το κεφάλι στα δεξιά οπότε μου δαγκώνει την μύτη ο χοντρός! Γιατί; Μασούλαγε κάτι ο άνθρωπος κι’ επάνω στην στροφή βρέθηκα αθέλητα μπροστά στις ανοιχτές του σιαγόνες. Κάνω να διαμαρτυρηθώ άλλα αισθάνομαι κάποιον πού μ’ έχει πιάσει απ’ τους ώμους ν’ αναρριχάται μ’ αγωνία στην πλάτη μου. Γυρίζω ανήσυχος:
  Που πάτε, κύριε;
— Μου λένε να προχωρήσω.
— Και καθώς βλέπω δείχνετε διαθέσεις ν' ανεβείτε στους ώμους μου. Θα σας φιλοξενούσα ευχαρίστως αν δεν ήμουν πεπεισμένος ότι δεν θα είσθε αρκετά βολικά εκεί ψηλά.
Δεν τελείωσα. Ένα δίχτυ με τομάτες αιωρείται επάνω απ' το κεφάλι μου — προφανώς κάποιος τις κρατά ψηλά για να τις προφυλάξει απ' την πολτοποίηση. Κι’ όταν κουράζεται τις αποθέτει στο κεφάλι μου για να ξεκουραστεί. Τότε ακριβώς αισθάνομαι ότι η ζωή είναι ωραία κι' ότι υπάρχει ευτυχία στον μάταιο αυτό κόσμο.
— Θα φύγουμε;
— Σε λίγο.
— Πότε;
—Χωράνε άλλοι... πέντε!
Χρειάζεται να κάνω μια περιγραφή αυτού του βραδινού «μαυραγορίτικου» για να μείνει για τις επερχόμενες γενιές. Είναι ένα ταπεινό φορτάκι πού αφού έφαγε τα ψωμιά του κι’ επρόκειτο ν' αναπαυτεί στον χλοερό τόπον οπού αναπαύονται οι ψυχές και τα παληοσιδερικά πάσης σακαράκας, έξαφνα προορίσθηκε από την μοίρα να δη ήμερες δόξας! Του κόλλησαν από πίσω ένα τεντζερέν, του έβαλαν δυό τάβλες μέσα για καθίσματα, το στέγασαν με μια πλατιά σανίδα και το αμόλησαν εις τας οδούς και λεωφόρους να γράψει την ιστορία της πολεμικής συγκοινωνίας της Αθήνας. «Γκαζοζέν». Μπενζίνα δεν υπάρχει. Με κάρβουνα κινείται. Κι' έχει για καζάνι του τον τεντζερέ οπού καίει η άσβεστη φωτιά που φτιάχνει το αέριο. Και πρέπει να την φυσούνε διαρκώς με μανιβέλα γιατί πότε βουλώνουν οι σωλήνες, πότε σβήνει το κάρβουνο.
Η μουτσούνα του στραβώνει — τις είδε από ποιες παλιές συγκρούσεις. Τα φτερά του στραπατσαρισμένα γέρνουν δεξιά το ένα, αριστερά το άλλο και φιλοξενούν το καθένα από δυο αλητάκια. Στο επάνω. . . πάτωμα του έχουν ξαπλώσει -πέντε άνθρωποι με τα ψώνια τους και αναπνέουν ευτυχείς τον καθαρό αέρα. Απ' τις ετοιμόρροπες πόρτες του — μπρος και πίσω — κρέμεται κι' ένας άνθρωπος και στον λαιμό του καθενός άλλος ένας και στον λαιμό του άλλου άλλος ένας! Σκάλα δεν υπάρχει. Όσοι απ’ τους επιβάτες δεν έχουν τα φυσικά εφόδια των αιλουροειδών — προ πάντων οι κυρίες — αίρονται στους στιβαρούς ώμους του εισπράκτορα κι' εξακοντίζονται στο εσωτερικό όπου έχει πραγματοποιηθεί το μέγα θαύμα του εξευτελισμού του νόμου του αδιαχώρητου.
Εκεί ευρέθηκα ανύποπτος. Κι’ εκεί μαζευτήκαμε σιγά-σιγά τριάντα άνθρωποι και είμαστε ήδη σφιχταγκαλιασμένοι, ασθμαίνοντας, αγωνιώντας, ασφυκτιώντας, και προ πάντων υπομένοντας; Δεν είμαστε πια χωριστοί άνθρωποι, άλλα όλοι μαζί ένας — συγχωνευθήκαμε οι τριάντα σε μια προσωπικότητα και τα έχομε όλα κοινά. Τα χέρια μας, τα πόδια μας, τις μύτες μας, τις κεφαλές μας.
— Μπρος!
— Άντε φύγαμε!
— Φύσα Πασχάλη! .. .
Αρπάζει την μανιβέλα ο Πασχάλης κι’ αρχίζει να φυσά. Πήρε αέριο; Στενάζει το «λεωφορείο», βογγάει θανάσιμα, βουίζει απεγνωσμένα, χτυπιέται, βρυχάται και επιτέλους, ξεκολλά και προχωρεί με τους πενήντα ανθρώπους πού κρέμονται ολόγυρα του σαν σταφύλια. Ιδρώνει στον ανήφορο, κομπιάζει, ξαναβογγά βαρεία, τσούφ-τσούφ-τσούφ, κάνει δυο βήματα, -κλυδωνίζεται, ζαλίζεται, ξανά τσούφ-τσούφ-τσούφ, βγάζει ρόγχον επιθανάτιο και σταματά.
—-Φύσα Πασχάλη!
— Δόστου!
— Ρίχτου κάρβουνο!
Το φυσά ο Πασχάλης να του δώσει δύναμη. Του ρίχνει κάρβουνο, του δίνει κουράγιο και δόξα σοι ο θεός, παίρνει δρόμο. Τί θαυμάσια που είσαι εκεί μέσα ένας άνθρωπος για τριάντα και συγχρόνως ένα τριακοστό άνθρωπου! Το πράμμα δεν είναι τόσο δυσάρεστο όσο περίεργο. Κάνεις να ξύσης το αυτί σου και σου λέει ο εκ δεξιών «ευχαριστώ». Γιατί έξυσες προφανώς το δικό του το αυτί. Αισθάνεσαι ένα μαντήλι να σφίγγει. την μύτη σου. Είναι προφανώς ο εξ αριστερών που θέλει να φυσήξει την δική του μύτη. Στο σαγόνι σου νοιώθεις μια γενειάδα και απορείς πώς την απέκτησες. Αλλά μόλις  την  τράβηξες ακούγεται  απεγνωσμένη  ή  φωνή  κάποιου παπά:
— "Εεεεε!
—Τί συμβαίνει;
— Τα γένια μου!
Βάζεις το χέρι στην τσέπη σου να βγάλεις τα λεφτά και βρίσκεις μέσα ένα πόδι. Ψάχνεις την άλλη τσέπη σου και βρίσκεις μέσα ένα χέρι. Τί γίνεται; Ποιος είσαι; Τί είσαι; Που πας; Τί ηλικίας είσαι; Λεγόσουν Κώστας και σε φωνάζουν Γιώργο. Ήσουν ψηλός κι' αισθάνεσαι οτι κόντηνες. Ζεις; Κοιμάσαι; Ονειρεύεσαι; Αδύνατο να καταλάβεις. Τα χέρια σου είναι του πλαϊνού σου και τα πόδια του είναι δικά σου! Ταξιδεύεις μεταξύ εφιαλτικού ονείρου και πραγματικότητας. Ένα μόνο είναι πραγματικό και αλάθευτο. Η παλάμη του εισπράκτορα:
Πόσο;
— Εφτά εκατοστάρικα, είπαμε.
— Μόνο!
Και δεκαεφτά θα πλήρωνες για να σωθείς. Όταν ξαναπατάς στην άσφαλτο αντιλαμβάνεσαι ότι χωλαίνεις! Ξέχασες μέσα στο δίχτυ ενός συνεπιβάτη σου το. . .  αριστερό σου πόδι!
Δημήτρης Ψαθάς
Χειμώνας του ‘41

Δεν υπάρχουν σχόλια: