Δευτέρα, 15 Αυγούστου 2016

Νίκος Ζίας : Όταν ο Φώτης Κόντογλου ιστορούσε την εικόνα της Θεοτόκου




Όταν ο Φώτης Κόντογλου  ιστορούσε  την εικόνα της Θεοτόκου

«Δεν είναι εξόδι λυπηρόν  αλλά πανήγυρις  χαρμόσυνος»

Γράφει ο Νίκος Ζίας
Μέσα στη νωχέλεια του καλοκαιριού που αργοσέρνειαι με τη νοτισμένη ζέστη και τις ξαφνικές καταιγίδες, με τον κοινωνικό βραδυψυχισμό και τις πολιτικοκοινωνικές ασημαντότητες που εκπέμπονται από τα ρυθμιστικά της κοινής γνώμης κέντρα και κατακλύζουν τα σπίτια μας αυξάνοντας τη ραθυμία και την πνιγερότητα της βαριάς ατμόσφαιρας «Ιδού ημέρα ένδοξος εκλάμπει» στο μέσο του Αυγούστου για τους λίγους ή πολλούς πιστούς.
Ένας από τους πιο θερμούς πιστούς υπήρξε ο μακαριστός Φώτιος Κόντογλου, που πριν από 30 χρόνια το ταραγμένο καλοκαίρι του 1965 στις 13 Ιουλίου άφησε την τελευταία του πνοή : στην περίφημη πόλη των Αθηνών ξεριζωμένος από την πατρίδα του, το αγαπημένο του Αϊβαλί, όπου πριν από 100 χρόνια (8 Νοεμβρίου 1895) είχε δει το φως. και δεν την ξέχασε και δεν την αρνήστηκε ποτές του.
Η «Κιβωτός», το σεμνό κι ωραίο περιοδικό του οποίου είχε την επιστασία, τον Αύγουστο του 1953 αφιερώνει στις «Εικόνες της Παναγίας» το τεύχος αριθμ. 20, «Γλυκοχαράζει η καθαρά ημέρα τον Αυγούστου», γράφει, «τα άστρα βιάζονται να σβήσουν τες λαμπάδες των και ο ήλιος προβαίνει ωσάν τελετάρχης της σημερινής πανηγύρεως»· Στο τεύχος περιλαμβάνεται ένα μικρό κείμενο που αναφέρεται κυρίως στην «Θεία και πάντιμο εορτή της Θεομήτορος» (την Κοίμηση) και που «δεν είναι εξόδι λυπηρόν, αλλά πανήγυρις χαρμόσυνος». Δημοσιεύονται 30 περίπου εικόνες της Παναγίας με μικρά σχόλια, ιστορικά, θεολογικά και αισθητικά. Ανάμεσα τους και η γνωστή Παναγία επί θρόνου του Τσιμαμπούε, που ήταν «ένας από τους οννεχιατάς της βυζαντινής παραδόσεως εν Ιταλία κατά τον ΙΓ αιώνα» και κατά συνέπεια γίνεται αποδεκτός από τον αυσιηρόν αυτόν κριτή της δυτικής ζωγραφικής. Περιλαμβάνει επίσης και λίγες δικές του εικόνες με πληροφορίες για την τεχνική του (Τοιχογραφίες του ναού της Καπνικαρέας ζωγραφισμένες «εφ' υγροίς», δηλ. ασβεστόχρωμα επί νωπού κονιάματος). Σε άλλη σημειώνει ότι είναι «ε·ζωγραφισμένη επί ξύλου διά χρωμάτων μεμιγμένων με αυγό». Το τρίτο μέρος του τεύχους αποτελεί η θαυμαστή χειρόγραφη καλλιγραφημένη απόδοση των Οίκων του Ακάθιστου Ύμνου.
Η απόδοοη της μορφής της Παναγίας ως μεμονωμένης μορφής - πάντα φυσικά με τον Χρισιό στην αγκαλιά της - ή μέσα σε συνθέσεις από τον βίο της (από τη Γέννηση της ως την Κοίμηση της) υπήρξε ένα από τα ευσεβή καλλιτεχνικά αθλήματα του. Γύρω στις 100 φορητές εικόνες και σχέδια και 20 περίπου τοιχογραφίες με την Πλατυτέρα και άλλες σκηνές από τη ζωή και την Κοίμηση σηματοδοτούν την πορεία του στη ζωγραφική απεικόνιση της Παναγίας, που συνεχίζει την αρχαιότατη παράδοση, όπως κάθε βράδυ στους Παρακλητικούς κανόνες ψάλλει ο λαός για την «εικόνα την σεπτή την ιστορηθείοαν υπό τον Αποστόλου Λουκά ιερωτάτου».


Το παλαιότερο σχέδιο του Κόντογλου - που εγώ τουλάχιστον γνωρίζω - χρονολογείται σια 1923 και αντιγράφει κάποια εικόνα της Βλάχικης σκήτης. Ήταν η εποχή, όπου πρωτογνωρίζει τη Βυζαντινή Τέχνη, εντυπωσιάζεται, αλλά ακόμη δεν έχει προσλάβει την τεχνική της για την προσωπική του δημιουργία. Αυτό θα γίνει σια 1926. Τη χρονιά εκείνη αντιγράφει την Πλατυτέρα - ένα έντονα εξπρεσιονιστικό έργο - από τον Άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο Αττικής. Στο 1930 ζωγραφίζει τις εικόνες στο τέμπλο του παρεκκλησίου του Σπετσαροπούλειου Ορφανοτροφείου στο Κάιρο και ανάμεσα τους και τα Εισόδια - από τις πρώτες συνθέσεις του βίου της Παναγίας, θα ακολουθήσουν οι εικόνες του επιστηλίου στο Μοναστηράκι (1932). Λιγοπρόσωπες καλοστημένες συνθέσεις με εκφραστικά πρόσωπα οε χαμηλούς χρωματικούς τόνους.
Την πρώτη Πλατυτέρα σε εκκλησία την ζωγραφίζει στα 1935 (παρεκκλήσιο οικογενείας Ζαΐμη στο Ρίο Πατρών). Είναι μια εξαιρετικά λιτή και αυστηρή παράσταση με μελιχρό πρόσωπο και χρυσοκοντυλιές στο μαφόριο, που θυμίζουν φορητή εικόνα.

ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ : Η ΠΛΑΤΥΤΕΡΑ
Πλουσιότερη σε χρωματική ένταση, αλλά με ιονισμένη και εδώ την επιπεδικότητα είναι η φορητή εικόνα με την Πλατυτέρα της συλλογής   Θ.   Κιοσέογλου (1936). Η Πλατυτέρα του παρεκκλησίου της οικογενείας Πεσματζόγλου στην Κηφισιά (1939) είναι πολύ περισσότερο πλασμένη με ερυθρές κηλίδες στις παρειές, που σκιάζονται από διακριτικούς τόνους ωμής όμπρας. Είναι η εποχή όπου ζωγραφίζει το Δημαρχείο Αθηνών και η επίδραση από την ελληνιστική ζωγραφική και τα πορτρέτα του Fayum είναι αρκετά έντονη, όπως φαίνεται σαφέστερα στη χαριτωμένη σύνθεση του Γενεσίου της Θεοτόκου στο ίδιο παρεκκλήσιο με τις πομπιανής χάρης θεραπαινίδες. Την ίδια χρονιά ζωγραφίζει την πρώτη σε ενοριακό ναό - μεγάλων δηλ. διαστάσεων - Πλατυτέρα, στη Ζωοδόχο Πηγή στο Λιόπεσι. Η Παναγία με το δυνατό και όχι ιδιαίτερα κομψό πρόσωπο κάθεται σtον θρόνο με το μνημειακό, ημικυλινδρικό ερισίνωτο.
Η Παναγία η Οδηγήτρια που θα ζωγραφίσει στο τέμπλο της Αγίας Παρασκευής στο Λιόπεσι «εν τω μέσω της ζάλης τον μεγάλου πολέμου της Ευρώπης» τον Ιούνιο του 1940, έχει, εκτός από την αυστηρή μετωπικότητα και τη σχηματοποίηση των πτυχών, χρώματα στην κλίμακα του φαιού και του λαδοπράσινου που δίνουν την αίσθηση των δύσκολων χρόνων που έρχονται. Η Πλατυτέρα της Καπνικαρέας έχει μια ιδιαίτερη γλυκύτητα στο πρόσωπο, αλλά εκείνο που την χαρακτηρίζει είναι το θερμό άνοιγμα των χεριών που καλεί τον κόσμο στην αγκαλιά της και τον σκέπει με την προστασία της.
Οι μεταπολεμικές φορητές εικόνες τέμπλου είναι συχνά πιο κοντά στα βυζαντινά πρότυπα. Και στις τοιχογραφικές συνθέσεις ακολουθεί την ίδια οδό συνάντησης με τα παλαιολόγεια ή κρητικά πρότυπα όπως στην Κοίμηση του ναού του Αγίου Ανδρέου (στην οδό Λευκωσίας).
Την τελευταία εικόνα της Παναγίας Οδηγήτριας την ζωγραφίζει σια 1964, ένα χρόνο πριν από τον θάνατο του. Το σχέδιο είναι κάπως πιο χαλαρό και η εντύπωση αυτή ενδυναμώνεται από τα άτονα σχεδόν χρώματα τόσο των προσώπων όσο και των ενδυμάτων.
Με τις εικόνες και τις τοιχογραφίες που ιστόρησε στη γόνιμη ζωή του ο Φώτης Κόντογλου ανανέωσε στον- τόπο μας την πλούσια εικονογραφική παράδοση της Κυρίας Θεοτόκου δίνοντας με την τέχνη του ελπίδα και παρηγοριά, έτσι όπως αιώνες τώρα κάνει η Ορθόδοξη ζωγραφική μεταμορφώνοντας τα χρώματα και τα σχήματα σε σωτηριώδη Θεολογία και τη Θεολογία σε χαρά και ευφροσύνη.
*Ο κ. Νίκος Ζίας είναι αναπληρωτής καθηγητής της Ιστορίας της Τέχνης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και διευθυντής Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Μνημείων.
ΤΟ ΒΗΜΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια: