Παρασκευή, 4 Νοεμβρίου 2016

Επαμ. Βρανόπουλου : Η νεώτερη «κάθοδος των Μυρίων»




Η νεώτερη «κάθοδος των Μυρίων»
Γράφει ο Επαμ. Βρανόπουλος
Στην κατάρρευση του Μικρασιάτικου Μετώπου μόνο μια ελληνική στρατιωτική μονάδα, η «Ανεξάρτητη Μεραρχία», διατήρησε τη συνοχή και την πειθαρχία της και διασώθηκε, σώζοντας ταυτόχρονα και μεγάλο αριθμό Ελλήνων Μικρασιατών. Ξεκίνησε από το Ουσάκ και έφτασε στο Αιγαίο. Διοικητής της ο Δ. Θεοτόκης.
ΤΟ 401 π.Χ. ο Ξενοφών ξεκίνησε επικεφαλής των Μυρίων από τα Κούναξα, για να διασχίσει την Ασία ως τη Θάλασσα του Ελλησπόντου. Μετά 2.323 χρόνια, το 1922 στα ίδια εδάφη, η Ανεξάρτητη Ελληνική Μεραρχία, ίση σε αριθμό ανδρών προς τους Μύριους, κατά περίεργη σύμπτωση διέσχισε κάτω από τις ίδιες περίπου συνθήκες τη Μικρά Ασία.
Βαδίζοντας σε εδάφη εχθρικά και συνεχώς παρενοχλούμενη από τους Τούρκους, κατόρθωσε να φτάσει χωρίς απώλειες στη μικρασιάτικη ακτή, απέναντι από τη Λέσβο. Έσωσε έτσι μαζί με χιλιάδες πρόσφυγες και την τιμή των ελληνικών όπλων. Η Ανεξάρτητη Μεραρχία άνηκε στο Βόρειο Συγκρότημα των Ελληνικών Μικρασιατικών Δυνάμεων, με έδρα τη Βόρεια Φρυγία. Κάλυπτε σε σημαντική έκταση τη γραμμή προκάλυψης, 50 χιλιόμετρα νοτιοανατολικά του Έσκη - Σεχίρ. Όταν εκδηλώθηκε η μεγάλη τουρκική επίθεση, το 1922, κυρίως κατά του Νότιου Συγκροτήματος των ελληνικών μικρασιατικών στρατευμάτων, το ελληνικό Στρατηγείο, πού είχε την έδρα του στη Σμύρνη, διέταξε την Ανεξάρτητη Μεραρχία να σπεύσει προς ενίσχυση του πιεζόμενου από τους Τούρκους Νοτίου Συγκροτήματος και να επιτεθεί από τα νώτα εναντίον του όλου όγκου του τουρκικού στρατού. Εκτελώντας τη διαταγή, η Ανεξάρτητη Μεραρχία βρέθηκε απομονωμένη στη Φρυγία, γιατί είχε ήδη αρχίσει η σύμπτυξη των ελληνικών δυνάμεων και η υποχώρηση τους προς τη θάλασσα, με τη συντριβή, αρχικά του Νοτίου και κατόπιν του Βορείου Συγκροτήματος.
Τα εδάφη γύρω από την πορευόμενη ακόμα Μεραρχία, πού είχε χάσει την επαφή της με τον υπόλοιπο ελληνικό στρατό και δεν ήξερε τί συνέβαινε, είχαν καταληφθεί από τον τουρκικό στρατό και από πολλά στίφη Τσετων, ένοπλων, δηλαδή, άτακτων. Τις υποψίες του ελληνικού Στρατηγείου Σμύρνης, ότι η Μεραρχία είχε αιχμαλωτιστεί ή εξοντωθεί επιβεβαίωσε δημοσίευμα της τουρκικής εφημερίδας «Μιλλιέτ», πού στο φύλλο της 26 Αυγούστου 1922 έγραφε ότι η 15η Ανεξάρτητη Ελληνική Μεραρχία, ενώ υποχωρούσε στην περιοχή Κιουτάχειας, «αιχμαλωτίστηκε και κυριολεκτικά ποδοπατήθηκε» από το Σώμα του στρατηγού Σουκρη. Αλλά η εφημερίδα των Αθηνών «Χρόνος» δημοσίευσε, στις 29 Αυγούστου 1922, είδηση, σύμφωνα με την οποία η Ανεξάρτητη Μεραρχία όδευσε προς Μουδανιά, για να επιβιβαστεί στα πλοία πού περίμεναν και ότι υπήρχαν ελπίδες γιά τη διάσωση της.

Τί ακριβώς συνέβαινε και ποια εφημερίδα ήταν πιο κοντά στην αλήθεια; Μετά τη διαταγή του Στρατηγείου Σμύρνης να σπεύσει η Μεραρχία προς ενίσχυση του Ν. Συγκροτήματος, το πρωί της 16 Αυγούστου, άρχισε με βροχή η πορεία των δύο Συνταγμάτων, της μοίρας πυροβολικού και της πυροβολαρχίας πού την αποτελούσαν. Μετά πεζοπορία αρκετών ωρών, οι άνδρες της Μεραρχίας μπήκαν σε μια δασώδη ορεινή περιοχή. Τους παρακολουθούσαν κατά διαστήματα, από απόσταση. Η παρουσία τους ήταν περίεργη και ανεξήγητη για τον διοικητή της Μεραρχίας, συνταγματάρχη Δ. Θεοτόκη, πού δεν γνώριζε ακόμη τίποτε για τη διάσπαση του ελληνικού μετώπου. Αλλά και οι κάτοικοι των τουρκικών χωριών, από όπου περνούσαν οι άνδρες του, είχαν αναθαρρήσει. Ανέβηκαν στις γύρω κορυφές  και πυροβολούσαν τους Έλληνες στρατιώτες.
Παρά τη βραδυπορία, εξ αιτίας των πυροβόλων και των μεταγωγικών της φάλαγγας, την πρώτη μέρα τα ελληνικά τμήματα βάδισαν 35 χιλιόμετρα. Το βράδυ η Μεραρχία καταυλίστηκε στο Άκ Όλούκ. Στις προσκλήσεις όμως των ασυρμάτων της προς τις ελληνικές γραμμές κανένας ασύρματος δεν απαντούσε.
Στις 6 το πρωί της επομένης, 17 Αυγούστου, η πορεία ξανάρχισε. Τό μεσημέρι η Μεραρχία έφθασε στον σιδηροδρομικό σταθμό Τσοκουρλέρ. Ό σταθμός ήταν έρημος και οι εγκαταστάσεις του κατεστραμμένες. Οι λίγοι Τούρκοι χωρικοί της περιοχής πού πιάστηκαν αιχμάλωτοι, αφού ανακρίθηκαν, πληροφόρησαν τους Έλληνες, ότι το ίδιο πρωί είχε περάσει από τον σταθμό ολόκληρη τουρκική μεραρχία πού διέθετε και πυροβολικό, με κατεύθυνση προς την Κιουτάχεια και ότι μόλις την προηγούμενη είχε εκκενώσει την περιοχή ένας λόχος πού φρουρούσε τον σιδηροδρομικό σταθμό. Ότι, τέλος, η κωμόπολη Ντούγκερ, σε απόσταση 25 χιλιομέτρων, είχε καταληφθεί από τμήματα τουρκικού στρατού. Τους πληροφόρησαν, επίσης, ότι την προηγούμενη ημέρα ακούγονταν σφοδροί κανονιοβολισμοί από τη μεριά της Κιουτάχειας, πού είχαν παύσει μόλις το πρωί της ημέρας εκείνης.

 Από τις πληροφορίες των χωρικών ήταν εύκολο για τον Έλληνα μέραρχο να καταλάβει ότι η Ελληνική υποχώρηση είχε αρχίσει και ότι η μεραρχία του βρισκόταν απομονωμένη στα μετόπισθεν του εχθρού ανάμεσα σε ισχυρές εχθρικές δυνάμεις. Η κατάσταση άρχισε να γίνεται αντιληπτή και από τους στρατιώτες του και να επιδρά στο ηθικό τους. Όμως ό Θεοτόκης αποφάσισε, σε σύσκεψη με τους επιτελείς του, να συνεχίσουν την πορεία τους προς Νότο για να ενισχύσουν τις δυνάμεις τού Νοτίου Συγκροτήματος, πού θα παρέμεναν τυχόν ακόμη στις θέσεις τους προβάλλοντας αντίσταση στους Τούρκους. Η πορεία συνεχίστηκε, έτσι, σύμφωνα με τις διαταγές της   Στρατιάς.   Στα   χωριά   από όπου περνούσαν, οι Τούρκοι κάτοικοι υποδέχονταν τους Έλληνες με ειρωνικά χαμόγελα άλλα και αισθήματα φόβου. Υπήρχε απερίγραπτη κακία στα πρόσωπα τους όταν τους διαβεβαίωναν ότι δεν ήταν οι μόνοι πού περνούσαν από κει. Λίγες ώρες πριν, πράγματι, είχε οδεύσει μέσα από τα ίδια χωριά η τουρκική μεραρχία ιππικού αποτελούμενη από τρία Συντάγματα μέσα στους πανηγυρισμούς των Τούρκων της περιοχής. Επίσης, πολύ κοντά από εκεί, είχε περάσει και άλλη μεραρχία έφιππου τουρκικού πεζικού, πού έσπευδε προς κατάληψη τού Ουσάκ.
Ήταν πια φανερό ότι η Ανεξάρτητη Μεραρχία είχε υπερφαλαγγιστεί από τον εχθρό. Συνέχισε όμως την πορεία της, πάντα με βροχή. Το βράδυ, γύρω στις 9, οι άνδρες της κατάσκοποι, μουσκεμένοι και ανήσυχοι, έφθασαν στην κωμόπολη Αλαγιούντ. Είχαν καλύψει την ημέρα εκείνη 35 χιλιόμετρα. Εκεί δείπνησαν με ξερή τροφή, αφού εγκατέστησαν κυκλικά προφυλακές, γιατί είχε απαγορευτεί το άναμμα φωτιάς.
Από νέες ανακρίσεις χωρικών, τη νύχτα εκείνη, έγινε αντιληπτό, πώς το μέτωπο είχε καταρρεύσει, ότι ο εχθρός είχε εισδύσει από παντού και ότι ο στρατός μας είχε αρχίσει την υποχώρηση.
Δεν ήταν όμως παρά η αρχή της μικρασιάτικης τραγωδίας. Το προανάκρουσμα δηλαδή των σφαγών, των ατιμώσεων, των εμπρησμών, τού ξεριζώματος των ελληνικών πληθυσμών, έπειτα από 26 τουλάχιστον αιώνες, μέσα σε κριτική ατμόσφαιρα ήττας και πανικού.
Στο Αλαγιούντ, προάστιο της Κιουτάχειας, τη νύχτα εκείνη οι Έλληνες έβλεπαν τα σήματα τού οπτικού τηλέγραφου της Τουρκικής Μεραρχίας, πού είχε σταθμεύσει στα υψώματα της Κιουτάχειας. Επιδίωκε, φαίνεται, να συνεννοηθεί με την Ελληνική, πού τη νόμισε τουρκικό στρατό.

Ο ασύρματος της 15ης Μεραρχίας μάταια προσπαθούσε να επικοινωνήσει με τη Στρατιά. Ακούγονταν μόνο πολλοί τουρκικοί και ένα γαλλικός ασύρματος. Ο τελευταίος, επιδιώκοντας ίσως να εμποδίσει τις συνεννοήσεις, ακούγονταν όλη τη νύχτα να επαναλαμβάνει τα ίδια γράμματα. Ο ασύρματος της Μεραρχίας είχε εμβέλεια 120 χιλιόμετρα, αλλά μπορούσε να λάβει σηματα από πολύ μακρύτερα. Δύο εξηγήσεις ήταν πιθανές. Οι Έλληνες είτε είχαν υποχωρήσει σε βάθος μεγαλύτερο της εμβέλειας του ασυρμάτου είτε η κατάρρευση τους ήταν τέτοια, ώστε δεν χρησιμοποιούσαν καν ασύρματο. Με τις υποθέσεις αυτές συμφωνούσε και η κατάπαυση των κανονιοβολισμών, πού επί μέρες ακούγονταν από την κατεύθυνση Τουμπλού - Μπουνάρ και Ουσάκ. Κατά τα ξημερώματα έλαβαν σήμα της Στρατιάς. Διέταζε τη Μεραρχία να συνεχίσει την πορεία προς το Ν. Συγκρότημα, έκτος αν δεν πετύχαινε επαφή με αυτό μέχρι και το επόμενο πρωί, οπότε έπρεπε να κατευθυνθεί προς Ουσάκ. Φαίνεται όμως πώς το Ουσάκ είχε καταληφθεί από τους Τούρκους.
Το πρωί της 28ης Αυγούστου η πορεία συνεχίστηκε με λιακάδα. Αφού η Μεραρχία παρέκαμψε την Κιουτάχεια, με παράλληλη πορεία πλαγιοφυλακών στα γύρω υψώματα, ακολούθησε την προς το Νότο δημόσια οδό. Η δεξιά πλαγιοφυλακή συνέλαβε, τότε, τουρκικό απόσπασμα έντεκα ιππέων. Ο Τούρκος λοχίας, ανακρινόμενος, κατέθεσε ότι η μεραρχία ιππικού στην Κιουτάχεια θα ενισχυόταν σε 2 ώρες, με την άφιξη άλλης τουρκικής μεραρχίας, της Μεραρχίας Καυκάσου, πού βάδιζε προς Βορρά, για να εμποδίσει την αποστολή ελληνικών ενισχύσεων προς τό Ν. Συγκρότημα.

Οι πληροφορίες τού Τούρκου αιχμαλώτου αποδείχτηκαν ακριβείς. Ενώ το κύριο Ελληνικό Σώμα είχε αρχίσει να μπαίνει στην επικίνδυνη κλεισούρα της χαράδρας του Γύμαρη, η αριστερή του πλαγιοφυλακή, ένας λόχος και 4 διμοιρίες, ήρθε σε επαφή με τους ακροβολιστές της Καυκασιανής Μεραρχίας, πού, σύμφωνα με τους πανηγυρικούς λόγους του Κεμάλ, είχε σταλεί για να συλλάβει την Ανεξάρτητη Ελληνική Μεραρχία. Η 4η διμοιρία δέχθηκε πρώτη την έφοδο των Τούρκων, πού επιτέθηκαν με ηθικό ακμαίο και ορμή, γιατί είχε συντελεστεί ήδη η αποσύνθεση του Ν. Συγκροτήματος. Προς ενίσχυση της έσπευσαν διαδοχικά οι άλλες τρεις ελληνικές διμοιρίες.
Οι τουρκικές δυνάμεις έφθαναν σε αλλεπάλληλα κύματα συνεχώς πυκνώνοντας τα πυρά τους. Οι διμοιρίες αποδεκατιστήκαν, και ενώ η υπόλοιπη Ελληνική πλαγιοφυλακή ανατράπηκε και υποχωρούσε, οι πρώτες τουρκικές οβίδες έσκασαν στην κλεισούρα.
Ό Θεοτόκης έστειλε τότε το 1ο τάγμα να βοηθήσει την αριστερή πλαγιοφυλακή, Ενώ τα ορειβατικά πυροβόλα, αφού τοποθετήθηκαν από την μια και την άλλη πλευρά της οδού, βοήθησαν στην αναχαίτιση των Τούρκων, πού είχαν αρχίσει να καταδιώκουν τους δικούς μας και στην παρεμπόδιση των βολών του εχθρικού πυροβολικού. Σε λίγο όμως τα κύρια ελληνικά τμήματα πού ήταν μέσα στην κλεισούρα βρέθηκαν σε δεινή θέση. Ενώ τουρκικοί κανονιοβολισμοί πύκνωναν και η Ελληνική εμπροσθοφυλακή πλησίαζε στην έξοδο της κλεισούρας, η Καυκασιανή Μεραρχία εξαπέλυε σφοδρή επίθεση στην (για τους Τούρκους) είσοδο της.
Οι Έλληνες διατήρησαν ευτυχώς στη δύσκολη αυτή στιγμή την ψυχραιμία τους και όρμησαν για να καταλάβουν τα υψώματα, πού ήταν στην έξοδο της κλεισούρας και τις κορυφές των απότομων προσβάσεων της χαράδρας. Η μάχη σε λίγο είχε φουντώσει. Ακάλυπτο το ελληνικό πεζικό ορμούσε με άλματα προς την έξοδο της κλεισούρας κατά των Τούρκων πού πεισματικά εξορμούσαν από την πεδιάδα και τους λόφους και τους ανάγκαζε να υποχωρούν. Άλλα μετά από λίγα λεπτά οι Τούρκοι ξαναγυρνούσαν επιθετικότεροι. Τα ελληνικά πυροβόλα τους αποδεκάτιζαν.


Η Ελληνική γενναιότητα και πείρα βαθμιαία επικράτησαν. Οι Τούρκοι τελικά συγκρατήθηκαν και το πυροβολικό τους σίγησε μετά από σφοδρές άλλα και επιτυχημένες βολές του ελληνικού πυροβολικού. Είναι ενδιαφέρον ότι από τον κανονιοβολισμό και τον ορυμαγδό της μάχης ενθαρρύνθηκαν και βγήκαν από τις κρυψώνες τους σε γύρω χαράδρες και βουνά πολλοί Έλληνες οπλίτες, πού αποκομμένοι από την υποχώρηση, δεν γνώριζαν ότι υπήρχε εκεί ελληνικός στρατός. Η 15η Μεραρχία, με την οποία ενώθηκαν, υπήρξε γι' αυτούς ο από μηχανής Θεός. Όσοι σώθηκαν, είπαν ότι κατά την περιπλάνηση τους οι Τούρκοι χωρικοί είχαν σκοτώσει πολλούς από τους συντρόφους τους και είχαν συλήσει τα πτώματα τους.
Αμέσως μόλις κόπασε η μάχη κατά της Μεραρχίας Καυκάσου, πού στοίχισε στους Έλληνες 150 νεκρούς και τραυματίες, φάνηκε να ελίσσεται κατά της 15ης Μεραρχίας η τουρκική μεραρχία ιππικού πού στάθμευε στην Κιουτάχεια. Ευτυχώς δεν πρόλαβε να συνδυάσει την επίθεση της με τη Μεραρχία Καυκάσου, γιατί η τύχη των Ελλήνων θα ήταν τότε διαφορετική και οι απώλειες τους πολύ μεγαλύτερες. Τα ελληνικά τμήματα σκορπίστηκαν κυκλικά στο οροπέδιο και με τα πυροβόλα και τα πολυβόλα τους έβαλλαν από μακριά εναντίον των ιππέων. Οι Τούρκοι σκορπίζονταν, άλλα ανασχηματίζονταν και ξαναγύριζαν. Προσπαθούσαν να πλησιάσουν σε κατάλληλες θέσεις, για να αφιππεύσουν και να πεζομαχήσουν. Οι μυδραλιοβολισμοί των Ελλήνων όμως τους έτρεψαν τόσες φορές σε φυγή. Κατά τη δύση του ηλίου, κάμφθηκαν και αποχώρησαν. Η πυκνότητα των ελληνικών πυρών και το σκοτάδι της νύχτας απομάκρυναν τον κίνδυνο.

Η Μεραρχία συνέχισε την πορεία της και έφτασε σε δασώδη ορεινή περιοχή. Αναγκάστηκε όμως να εγκαταλείψει τα τροχοφόρα της και να φορτώσει τα πυρομαχικά της στις 80 καμήλες της, γιατί οι τελευταίες τροφές πού μετέφεραν μέχρι τότε, είχαν ήδη   διανεμηθεί  στις   μονάδες.
Μετά τα μεσάνυχτα, έπειτα από πολύωρη πορεία, διατάχτηκε στάση για ανάπαυση. Από το πρωί, κατάκοποι από την πορεία και τη μάχη, οι άνδρες δεν είχαν φάει τίποτε. Απαγορεύτηκαν όμως οι φωτιές για ετοιμασία συσσιτίου καθώς και το άναμμα τσιγάρων.
Μάταια όλη νύχτα ο ασύρματος επιδίωκε και πάλι επαφή με τις ελληνικές δυνάμεις. Χάρη ετοιμότητας οι καμήλες δεν ξεφορτώθηκαν και τα άλογα δεν αποζεύχθηκαν. Ο εχθρός βρισκόταν ολόγυρα παντού.
Στο πολεμικό συμβούλιο της Μεραρχίας, πού έγινε τη νύχτα εκείνη, αποφασίσθηκε να συνεχιστεί η πορεία προς το Ουσάκ. Παρά τον θανάσιμο κίνδυνο πού θα διέτρεχαν, οι γενναίοι εκείνοι άντρες αποφάσισαν να επιχειρήσουν να προσβάλουν από τα νώτα τον τουρκικό στρατό, πού καταδίωκε τον ελληνικό του Νοτίου Μετώπου.
Σε πείσμα της πολύωρης εξαντλητικής μάχης και της πορείας των 25 χιλιομέτρων πού την ακολούθησε, η μετακίνηση συνεχίστηκε μέχρι να βρουν έδαφος καταλληλότερο για τυχόν νέα μάχη. Η τροφή των ανδρών, πού ήταν για μεγάλο διάστημα άυπνοι, είχε τελειώσει καθώς και η νομή των ζώων. Ο ανεφοδιασμός στα νώτα τού τουρκικού στρατού ήταν αδύνατος. Το μόνο παρήγορο σημείο ήταν το φεγγάρι πού διευκόλυνε τη νυχτερινή πορεία σε μια γη σπαρμένη πτώματα συλημένα και απογυμνωμένα από χωρικούς και Τσίτες. Ήταν άνδρες του ελληνικού 32ου Συντάγματος, πού είχαν προσπαθήσει μεμονωμένα η σε μικρές ομάδες να κατευθυνθούν προς το Ουσάκ, μετά τη διάλυση του Συντάγματος τους από την τουρκική μεραρχία ιππικού.
Ενώ   συνεχιζόταν   η   πορεία, έφθαναν από τα βουνά και άλλοι Έλληνες οπλίτες. Στον δρόμο βρήκαν και λίγους τραυματίες, πού είχαν μείνει χωρίς νερό και τροφή επί τρεις μέρες και δεν πίστευαν ατή σωτηρία τους. Στο διήμερο πού ακολούθησε προσήλθαν και ανασυντάχτηκαν 350 συνολικά άνδρες.
Οι κάτοικοι των τουρκικών χωριών μόλις έβλεπαν από μακριά τη Μεραρχία, κατέφευγαν στα βουνά, Η Μικρασία φαινόταν ερημωμένη, όλοι όμως είχαν την αίσθηση ότι ήταν περικυκλωμένοι από παντού.
Η συνέχιση της πορείας προς το Ουσάκ έσωσε τη Μεραρχία. Γιατί, αν κατευθυνόταν προς το Β. Συγκρότημα, θα αιχμαλωτιζόταν η θα καταστρεφόταν ακολουθώντας την τύχη του, επειδή όλος σχεδόν ό τουρκικός στρατός, μετά την υποχώρηση του Ν. Συγκροτήματος, στράφηκε προς το Βόρειο και το συνέτριψε.


Το απόγευμα της ημέρας εκείνης φάνηκε στον ορίζοντα, από την κατεύθυνση της Κιουτάχειας, ένα ελληνικό αεροπλάνο, μοναδικός σύνδεσμος με τις υπόλοιπες ελληνικές δυνάμεις. Οι μονάδες της Μεραρχίας άπλωσαν αμέσως στο έδαφος τα πάνινα σήματα  συνεννόησης με τα αεροπλάνα, ο πιλότος όμως δεν μπόρεσε να έλθει σε επαφή μαζί τους. Έτσι, αφού διέγραψε μερικούς κύκλους, απομακρύνθηκε. Η διέλευση του πάντως έδωσε ελπίδες, ότι θα ξαναρχόταν με οδηγίες και πληροφορίες.
Το επόμενο πρωί το αεροπλάνο πράγματι ξαναφάνηκε. Αφού έκανε διαδρομή πάνω από το μήκος όλης της φάλαγγας, έριξε στο έδαφος ένα σιδερένιο κουτί. Μέσα σ' αυτό υπήρχε έγγραφο, υπογραφόμενο από τον διοικητή Στρατιάς, Χατζανέστη. Πληροφορούσε τη Μεραρχία για την άμεση σύμπτυξη του Ν. Συγκροτήματος και την κατάληψη του Ουσάκ από τους Τούρκους. Συμβούλευε επίσης να λάβουν ανάλογα προς την κατάσταση μέτρα εν ανάγκη να υποχωρήσουν από τον Βορρά. Το έγγραφο έδινε τέλος πληροφορίες για τις θέσεις του εχθρού καθώς και για τη σύμπτυξη του Β. Συγκροτήματος. Στο πολεμικό συμβούλιο πού ακολούθησε ανοίχτηκαν οι χάρτες και μελετήθηκαν οι αποστάσεις. Αν υποχωρούσαν προς Β., δηλαδή ανατολικά της Προύσσας, όπου συγκεντρωνόταν το Β. Συγκρότημα, θα έπρεπε να διανύσουν 200 χιλιόμετρα μεσα από δύσβατα βουνά, όπου θα ήταν αδύνατη η μεταφορά των τηλεβόλων και των τραυματιών, οι όποιοι μεταφέρονταν με αραμπάδες.
Για να φθάσουν, έξαλλου, στη θάλασσα, θα έπρεπε να διανύσουν πάνω από 300 χιλιόμετρα, από την πλησιέστερη δυτική οδό, με κατεύθυνση προς την Πέργαμο -Δικελή. Εδώ θα συναντούσαν ισχυρότερες τουρκικές δυνάμεις. Θα κινδύνευαν, επίσης, από τους Τσέτες και τους Τούρκους των πυκνοκατοικημένων εκείνων περιοχών. Προς την κατεύθυνση αυτή θά κινδύνευαν επίσης από τις δυνάμεις πού είχαν επιτεθεί κατά του Ν. Συγκροτήματος. Οι Έλληνες επιτέλους πρόβλεπαν ότι οι Τούρκοι θα τους έστελναν για να αποκόψουν την κάθοδο των νεωτέρων Μυρίων προς τη θάλασσα. Προτίμησαν την τελευταία οδό παρά τους κινδύνους. Συζητήθηκε ακόμη στο συμβούλιο, αν οι άνδρες θα έπρεπε να λάβουν γνώση του περιεχομένου της διαταγής της Στρατιάς. Αποφασίσθηκε να μην κρύψουν τίποτε.
Αλλά και στη νέα πορεία της η Μεραρχία σχεδίαζε να τραπεί τελικά προς τη Σμύρνη, για να βοηθήσει το Ν. Συγκρότημα και να ενωθεί μαζί του, γιατί κανείς δεν φανταζόταν ακόμη το μέγεθος της διάλυσης των υπολοίπων ελληνικών δυνάμεων. Στη νέα τους κατεύθυνση, κοντά στο χωριό Χατζή - Κιόι, με φρίκη οι άνδρες αντίκρισαν ένα σωρό από πτώματα Ελλήνων στρατιωτών με τα κεφάλια κομμένα και τα μάτια βγαλμένα.
Εκείνη την ημέρα κάλυψαν 30 χιλιόμετρα σε πολύ ανηφορικό και κουραστικό έδαφος. Οι τροφές τελείωναν, άλλα από τις κατασχέσεις των τουρκικών κοπαδιών είχε τώρα σχηματιστεί ολόκληρη φάλαγγα ζώων. Και εκείνη τη νύχτα οι στρατιώτες κοιμήθηκαν ντυμένοι, Ενώ ο ασύρματος μάταια και πάλι επιχειρούσε επικοινωνία με τις ελληνικές θέσεις. Μακριά μόνο ακούγονταν κανονιοβολισμοί, πού ολοένα έσβηναν στον ορίζοντα. Το επόμενο πρωί η φάλαγγα όδευσε μέσα από ένα φαράγγι απερίγραπτης ομορφιάς. Σε λίγο και όταν η οπισθοφυλακή, πού την αποτελούσαν δύο τάγματα και μια πυροβολαρχία έφτανε στα στενά Τσεντις, έγινε ένα ασυνήθιστο περιστατικό. Στο ύψος της πυροβολαρχίας και αριστερά της βάδιζε πάνω στην αμαξιτή οδό φάλαγγα ιππέων πού οι άνδρες της οπισθοφυλακής νόμισαν ότι ήταν πλαγιοφυλακή της.


Ξαφνικά κάλπασε προς τον διοικητή της πυροβολαρχίας, Δ. Αμπελά (εξαίρετο αξιωματικό, διδάκτορα της νομικής και γλαφυρό συγγραφέα, στη διήγηση τού οποίου χρωστάμε και τη γνώση των  ιστορούμενων γεγονότων), ο επιλοχίας της πυροβολαρχίας και τού ανέφερε ότι επρόκειτο για Τούρκους. Ο Αμπελάς, αφού βεβαιώθηκε με τα κιάλια του, διέταξε άμεση απροκάλυπτη βολή, από απόσταση 800 μέτρων κατά των ιππέων Τούρκων. Στην τρίτη βολη οι ιππείς σκορπίστηκαν με καλπασμό και αφού αφίππευσαν, ακροβολίστηκαν κατά της κεφαλής της οπισθοφυλακής. Ταυτόχρονα, από άλλη πτύχωση τού εδάφους, όρμησαν πάνω από εκατό Τούρκοι, πού πλησιάζοντας με άλματα έβαλλαν κάθε τόσο πρηνηδόν. Εναντίον τους αναπτύχθηκε αμέσως ένας λόχος τού 53ου Συντάγματος, πού διέθετε και μυδραλλιοβόλο. Οι άνδρες του κατόρθωσαν να χτυπήσουν τους επιτιθέμενους από τα πλάγια, να εξοντώσουν πολλούς από αυτούς και να τρέψουν τους υπόλοιπους σε φυγή. Έτσι οι Τούρκοι δεν πέτυχαν να αποκόψουν την οπισθοφυλακή της Ανεξάρτητης Μεραρχίας.
Η παρακολούθηση συνεχίστηκε αργότερα με περισσότερους ιππείς και Τούρκους άτακτους, πού παρενοχλούσαν τα τελευταία ελληνικά τμήματα. Η Ελληνική φάλαγγα όμως συνέχιζε με τάξη την πορεία της. Χωρίς να την διακόψει, έβαζε εκ περιτροπής, σε κατάλληλες θέσεις, ένα πυροβόλο, πού με μερικές βολές διασκόρπιζε τις εχθρικές συγκεντρώσεις. Η έλλειψη παρουσίας ισχυρότερων τουρκικών μονάδων ήταν εύλογη: Οι Τούρκοι έσπευσαν προς την ορεινή περιοχή Σιμάβ, για να προλάβουν το πέρασμα των Ελλήνων από κει. Το απόγευμα οι ιππείς αυξήθηκαν. Η Ελληνική φάλαγγα κάλυψε την ημέρα εκείνη 35 χιλιόμετρα. Τη νύχτα η Μεραρχία στρατοπέδευσε στο Ακ Νταγ (Λευκό Όρος). Το επόμενο πρωί, στις 3, συνεχίστηκε η πορεία με φεγγάρι και μαζί της συνεχίστηκε και η παρενόχληση της οπισθοφυλακής από τους ιππείς και τους Τσέτες. Σε έξι ώρες η μεραρχία έφτασε στην ορεινή πόλη Σιμάβ, όπου παρέλασε συντεταγμένη, Ενώ μονάδες της πήραν θέσεις γύρω από την πόλη. Ήταν πράξη παρακινδυνευμένη, έπρεπε όμως η Μεραρχία να ανεφοδιαστεί. Ό Διοικητής της εμπροσθοφυλακής διέταξε την τοπική τουρκική Αρχή να ετοιμάσει η πόλη αμέσως ψωμί για τους άντρες και να συγκεντρώσει ζωοτροφές για τα κτήνη. Τη νύχτα εκείνη οι άνδρες έφαγαν και αναπαύθηκαν καλά.


Το γραφείο πληροφοριών της Μεραρχίας σημείωσε στο Σιμάβ μια σημαντική επιτυχία. Σε κρυμμένο τηλεφωνικό σταθμό, πού βρέθηκε εκεί, χρησιμοποίησε δύο Μικρασιάτες Έλληνες αξιωματικούς, πού μιλούσαν άπταιστα τα τουρκικά. Ο ένας προσποιήθηκε τον καϊμακάμη του Σιμάβ και ο άλλος τον γραμματέα του. Έμαθαν μεταξύ άλλων, από τον Καϊμακάμη της γειτονικής κωμόπολης Ντεμερτζη ότι οι δυνάμεις του Κεμάλ είχαν καταλάβει το Ουσάκ και βάδιζαν κατά της Φιλαδέλφειας, από την οποία υποχωρούσαν άτακτα οι Έλληνες, Ενώ άλλες τουρκικές δυνάμεις προχωρούσαν προς το Σιμάβ «εναντίον μιας περιπλανώμενης Ελληνικής μεραρχίας». Φυσικά οι Έλληνες αξιωματικοί κατάλαβαν ότι επρόκειτο για τη δική τους μεραρχία.
Τις επόμενες μέρες η πορεία συνεχίσθηκε από δύσβατους τόπους: Η διέλευση των αραμπάδων με τους τραυματίες, και των τηλεβόλων ήταν προβληματική. Τραυματίες μεταφέρονταν στα χέρια και σε μερικές περιπτώσεις οι άνδρες σήκωναν τα αμάξια για να περάσουν από ορισμένα σημεία, όπου δεν γινόταν αλλιώς. Μεγάλη υπήρξε η συμβολή του Μηχανικού της Μεραρχίας, πού έκανε στην κυριολεξία θαύματα. Ωστόσο, η μετακίνηση ήταν αργή και πολύ κουραστική. Οι Τσέτες και πάλι τους παρενοχλούσαν. Πολλές φορές οι άνδρες κοιμήθηκαν νηστικοί. Άλλοτε ήταν κατάκοποι, και άλλοτε δεν έπρεπε να ανάψουν φωτιές για λόγους ασφαλείας, Ενώ η ξερή τροφή τους είχε εξαντληθεί προ πολλού. Στο μεταξύ η παρακολούθηση από τους Τούρκους γινόταν στενότερη. Ενώ η μεραρχία βάδιζε δυτικά, μέσα από μια πλατιά κλεισούρα, επιτέθηκε εναντίον της οπισθοφυλακής της τουρκική δύναμη, αποτελούμενη από ένα σύνταγμα ιππικού, ένα τάγμα πεζικού και ένα σύνταγμα πυροβολικού. Οι βολές του εχθρού μέσα στην κλεισούρα ήταν φυσικό να δημιουργήσουν σύγχυση. Ό Διοικητής της οπισθοφυλακής, Κωνσταντίνου, διέταξε να τοποθετηθούν τα οπλοπολυβόλα στις ουρές των διμοιριών και οι πυροβολαρχίες σε καίριες θέσεις. Οι διαταγές του εκτελέστηκαν με ψυχραιμία και ταχύτητα. Και μόλις φάνηκε ο εχθρός στην καμπή της κλεισούρας, τα ελληνικά κανόνια έβαλλαν με τέτοιο πυκνό συγχρονισμό, ώστε του σχηματίστηκε η εντύπωση ότι τον χτυπούσε ισχυρότερη δύναμη πυροβολικού και αναγκάστηκε να υποχωρήσει. Την ημέρα εκείνη και η εμπροσθοφυλακή διασκόρπισε εχθρικές δυνάμεις, πού της επιτέθηκαν συγχρόνως.

Στις 26 και 27 Αυγούστου η Μεραρχία, συνεχίζοντας πάντα την πορεία της, έδωσε δύο μάχες με τους Τούρκους. Η Ελληνική φάλαγγα είχε μόλις περάσει από την κωμόπολη Σιντιργί, όπου οι Έλληνες κάτοικοι της πληροφόρησαν τον μέραρχο πώς οι ελληνικές δυνάμεις είχαν αποχωρήσει από εκεί πέντε μέρες πριν, και πώς η  Φιλαδέλφεια (κοντά στη Σμύρνη) είχε καταλειφθεί από τους Τούρκους. Επιτροπή του ελληνικού πληθυσμού τού Σιντιργί ζήτησε από τον μέραρχο την άδεια να ακολουθήσει τη Μεραρχία στην πορεία της, γιατί φοβόταν αντεκδίκηση των Τούρκων. Ο μέραρχος αρνήθηκε, γιατί στις επικείμενες μάχες τα γυναικόπαιδα θα προκαλούσαν σύγχυση.
Οι κάτοικοι του Σιντιργί εξοντώθηκαν μετά την κατάληψη της κωμόπολης από τον τουρκικό στρατό. Η σφαγή τους έγινε από Τσέτες και Τούρκους τακτικούς. Άλλα και οι φόβοι του Έλληνα μεράρχου για επικείμενες μάχες με τους Τούρκους επαληθεύτηκαν.
Η Μεραρχία έφυγε με την ανατολή του ηλίου από το Σιντιργί, μέσα στους θρήνους των Ελλήνων κατοίκων της πόλης. Σε λίγο η φάλαγγα μπήκε σε πεδιάδα μήκους έξι χιλιομέτρων. Όταν έφτανε στο τέλος της, βολές πυροβολικού χτύπησαν την ελληνική οπισθοφυλακή. Προέρχονταν από τουρκικές δυνάμεις, πού μόλις είχαν καταλάβει το Σιντιργί. Παράλληλα εκδηλώθηκαν στα πλάγια της φάλαγγας επιθέσεις σε πολλά σημεία. Προέρχονταν από την τουρκική μεικτή δύναμη πού ακολουθούσε τους Έλληνες και είχε κάνει τη νύχτα κυκλωτική κίνηση. Η κινητοποίηση του πυροβολικού μας, οι εύστοχες και πυκνές βολές του και οι ορμητικές αντεπιθέσεις των Ελλήνων πεζών, περισσότερο όμως η συνοχή, η πειθαρχία και η ταχύτητα με την όποια συνέχισε την πορεία της η Μεραρχία, έσωσε και πάλι την κατάσταση.
Στις 26 Αυγούστου η Ανεξάρτητη Μεραρχία κάλυψε μαχόμενη 25 χιλιόμετρα. Στις 27 Αυγούστου το εγερτήριο έγινε στη μία μετά τα μεσάνυχτα. Μέσα στο πυκνό σκοτάδι πού σκέπαζε τις μικρασιατικές χαράδρες, η πορεία γινόταν τόσο αργά, ώστε η οπισθοφυλακή της φάλαγγας ξεκίνησε μόλις στις πέντε τα ξημερώματα. Αμέσως σχεδόν μετά την εκκίνηση της έπεσαν στον χώρο, όπου είχε διανυκτερεύσει, πυκνές οβίδες τουρκικού πυροβολικού. Αλλά και σε όλη την πορεία της ημέρας εκείνης η οπισθοφυλακή", σχεδόν αποκομμενη από την υπόλοιπη φάλαγγα, μαχόταν με ιππείς και Τσέτες πού άπέκρούε αποτελεσματικά.
Η Μεραρχία δεν απείχε τώρα πολύ από τη θάλασσα. Πέρασε τη Στρατονίκεια, πού ήταν άδεια  από κατοίκους και πλησίαζε προς το Κιρκαγάτς, πόλη της Μαγνησίας με πάνω από 10.000 πληθυσμό. Πολλοί από τους κατοίκους ήταν Έλληνες. Η Μεραρχία συνέχισε την πορεία της βαδίζοντας σε ατέλειωτη φάλλαγγα, ανάμεσα σε μια πεδιάδα γεμάτη από ψηλά δέντρα. Ανιχνευτές της πλάγιοφυλακης της διέκριναν τότε σύννεφα σκόνης. Ο Διοικητής της εμπροσθοφυλακής, αντισυνταγματάρχης Κωνσταντίνου, διέταξε να τοποθετηθούν τα πολυβόλα επικεφαλής των διμοιριών, να αυξηθούν οι αποστάσεις μεταξύ τους και τις πλαγιοφυλακές να συμπλακούν με τις εχθρικές περιπόλους. Η αριστερή πλαγιοφυλακή επέστρεψε σε λίγο με τέσσερις ιππείς αιχμαλώτους πού στην ανάκριση αποκάλυψαν ότι στο Κιρκαγάτς βρίσκονταν πέντε χιλιάδες Τούρκοι ιππείς και οκτώ χιλιάδες πεζοί. Η πορεία όμως συνεχίστηκε. Σε απόσταση τεσσάρων χιλιομέτρων από την πόλη ακούγονταν σάλπιγγες. Ό αντισυνταγματάρχης Κωνσταντίνου διέταξε ορισμένα τμήματα να βγουν αριστερά και δεξιά της οδού και μια πυροβολαρχία να σταθεί μπροστά, πάνω στο δρόμο, έτοιμη να χτυπήσει.

Σε ένα τέταρτο φάνηκαν 200 ιππείς, πού κάλπαζαν στην αμαξιτή οδό κρατώντας κόκκινες σημαίες. Έτρεχαν προς την κατεύθυνση των Ελλήνων. Οι τελευταίοι διατάχθηκαν να μην πυροβολήσουν. Ξαφνικά οι Τούρκοι ιππείς σταμάτησαν σε απόσταση 200 μέτρων από τα κανόνια. Τότε μόνο κατάλαβαν τί συνέβαινε. Οτι δηλαδή επρόκειτο για Έλληνες και όχι για τουρκικό στρατό, τον όποιο έσπευδαν να υποδεχτούν κρατώντας λάβαρα. Ακολούθησε μια κωμική σκηνή. Εξαιτίας της καμπής του δρόμου και των ψηλών δένδρων της πεδιάδας, οι Τούρκοι ιππείς δεν κατάλαβαν ότι είχαν εμπρός τους ολόκληρη μεραρχία. Πίστεψαν ότι έβλεπαν μόνο μια Ελληνική ομάδα, πού υποχωρούσε η περιπλανιόταν. Και ότι ανάλογο θα ήταν και το ηθικό της. Έτσι φώναζαν στους Έλληνες να παραδοθούν. Ό Κωνσταντίνου, νομίζοντας ότι οι Τούρκοι ζητούσαν να παραδοθούν, τους διέταξε να αφιππεύσουν και να προχωρήσουν ανά δύο. Άλλα οι επικεφαλείς των Τούρκων ιππέων συνέχισαν τις φωνές τους να παραδοθούν οι Έλληνες. Μια βολή της πυροβολαρχίας τους έκανε να πετάξουν τα λάβαρα τους και να καλπάσουν προς τη νότια παρυφή της πόλης. Η πυροβολαρχία έριξε μερικά ακόμη βλήματα προς την πλευρά τού Κιρκαγάτς.
Δεν άργησαν να φθάσουν Τούρκοι πρόκριτοι με λευκές σημαίες. Μεταβίβασαν το αίτημα τού διοικητή του τουρκικού στρατού πού έδρευε στην πόλη να παραδώσουν οι Έλληνες τα όπλα τους και να πάνε μετά ελεύθερα όπου ήθελαν. Ό Κωνσταντίνου ειρωνεύτηκε αυτούς πού μετέφεραν το αίτημα, αφού νόμιζαν ότι οι Έλληνες θα ήταν αφελείς να παραδώσουν τα όπλα και να πιστέψουν ότι μετά οι Τούρκοι δεν θα τους ενοχλούσαν. Τους ρώτησε ποια ήταν η τουρκική δύναμη στο Κιρκαγάτς και εκείνοι απάντησαν ότι βρίσκονταν εκεί οκτώ χιλιάδες πεζοί και πέντε χιλιάδες ιππείς. Ό Κωνσταντίνου, χωρίς να πτοηθεί από την απάντηση των προκρίτων, τους ζήτησε να φέρουν σε τέσσερις ώρες 15.000 οκάδες ψωμί, 10.000 οκάδες κριθάρι και 2000 οκάδες τυρί. Τους ανήγγειλε επίσης ότι επίταξε την πόλη. Απείλησε τέλος ότι θα την κατέστρεφε με τα κανόνια, αν έπεφτε έστω και ένας πυροβολισμός από την κατεύθυνση της.
Όταν οι πρόκριτοι έφυγαν, τα ελληνικά τμήματα παρατάχτηκαν σε μεγάλες αποστάσεις, ώστε να εμπλακούν διαδοχικά σε σύγκρουση, αν χρειαζόταν. Η φάλαγγα είχε παραταχθεί σε βάθος 20 περίπου χιλιομέτρων και έδινε την εντύπωση πώς το τέχνασμα πέτυχε. Οι τουρκικές δυνάμεις, νομίζοντας ότι βρίσκονταν μπρος σε υπέρτερες ελληνικές, εγκατέλειψαν το Κιρκαγάτς, όπως φάνηκε από ένα σύννεφο σκόνης, πού απομακρυνόταν προς Νότο, μετακινούμενοι γρήγορα από την άλλη πλευρά της πόλης. Σε λίγο ό ελληνικός στρατός διέσχιζε τον κεντρικό δρόμο της. Ήταν πλημμυρισμένος στις τουρκικές σημαίες για την υποδοχή των στρατιωτών του Κεμάλ. Τη νύχτα όμως εκείνη όλες σχεδόν οι Τουρκάλες της πόλης ζύμωναν και φούρνιζαν ψωμί για τον ελληνικό στρατό.
Οι Έλληνες και οι Αρμένιοι πρόκριτοι του Κιρκαγάτς παρουσιάστηκαν, το ίδιο βράδυ, στον μέραρχο και τον παρακάλεσαν, εκ μέρους των Χριστιανών κατοίκων τους, να τους επιτρέψει να ακολουθήσουν την Μεραρχία. Το πράγμα ήταν επικίνδυνο. Σε σύσκεψη όμως των Ελλήνων αξιωματικών αποφασίστηκε να πάρουν μαζί τους τους 4000 Έλληνες και Αρμενίους, αν και θα ήταν βάρος στις μάχες και στον επισιτισμό. Φαίνεται ότι τα πρώτα νέα για τις σφαγές των Μικρασιατών Ελλήνων είχαν ήδη φθάσει στα αυτιά των αξιωματικών της Μεραρχίας. Στο Κιρκαγάτς οι Έλληνες έμαθαν πώς η Σμύρνη βρισκόταν από επτά μέρες στα χέρια των Τούρκων.


Αποφασίστηκε, τότε, αντί της Μαγνησίας, να κατευθυνθούν προς το λιμάνι του Δικελή, απέναντι από τη Μυτιλήνη, αν και δεν ήταν κατάλληλο για επιβίβαση σε πλοία.
28 Αυγούστου. Η οπισθοφυλακή αγωνίζεται να κάνει τους πρόσφυγες να μη βραδυπορούν. Αξιωματικοί αφιππεύουν και δίνουν τα άλογα τους σε γυναίκες, γέροντες, παιδιά. Θλιβερή εξακολουθεί η πορεία. Κάθοδος προς τη θάλασσα, πορεία προς τη σωτηρία, άλλα και τραγική μετοικεσία.
Και άλλοι πρόσφυγες συρρέουν. Ό αριθμός τους συνεχώς αυξάνεται. Ό ρυθμός της πορείας όμως δεν επιβραδύνεται. Τώρα περνούν από βουνά γεμάτα Τσέτες. Σε μερικά τουρκικά χωριά, όταν η Ελληνική οπισθοφυλακή άρχισε να απομακρύνεται, οι Τσέτες έριξαν πυκνά πυρά εναντίον της. Τα κανόνια της οπισθοφυλακής ισοπέδωσαν πολλά σπίτια. Το νέο έφτασε φαίνεται στα υπόλοιπα χωριά. Οι Τσέτες δεν ξαναεπιτέθηκαν.
Οι περισσότεροι στρατιώτες βαδίζουν τώρα ξιπόλητοι. Τα άρβυλα τους έχουν λιώσει. Ό ιματισμός τους δεν βρίσκεται σε καλύτερη κατάσταση. Πλησιάζουν στην Πέργαμο, όταν πληροφορούνται πώς έφιππη τουρκική μεραρχία κατευθύνεται από τη Σμύρνη εναντίον τους. Το φρόνημα τους όμως παραμένει υψηλό. Πλησιάζουν άλλωστε στο Δικελή. Εκεί είναι συγκεντρωμένοι μερικές χιλιάδες πρόσφυγες. Οι πρόσφυγες αυτοί βρίσκονται σε τρόμο και απόγνωση. Όσα καΐκια και πλοία έφυγαν παίρνοντας τους πρώτους φυγάδες, δεν τολμούν να γυρίσουν, γιατί το Δικελή είχε καταλειφθεί στο μεταξύ από χίλιους Τσέτες. Οι Τσέτες αυτοί, αφού πρώτα λεηλάτησαν την πόλη, σχεδίαζαν να αρχίσουν τις σφαγές. Η Μεραρχία πλησίαζε στο Δικελή, όταν πληροφορήθηκε τα συμβάντα από κατοίκους της περιοχής. Ο Διοικητής  της   έστειλε   απόσπασμα υπό τον αντισυνταγματάρχη Τσίτουρα, πού, αφού διένυσε 30 χιλιόμετρα με γρήγορη νυκτερινή πορεία, επιτέθηκε γύρω στα ξημερώματα στους Τσέτες πού ήταν στα γύρω από το Δικελή υψώματα. Οι Τσέτες, μετά από μικρή αντίσταση, έφυγαν στα βουνά. Οι πρόσφυγες υποδέχτηκαν με δάκρυα χαράς τους στρατιώτες του αποσπάσματος Τσίτουρα. Σ' ολόκληρη όμως την παραλία του Δικελή δεν μπορούσαν να βρουν ούτε μια βάρκα. Και τα πιο μικρά σκάφη είχαν χρησιμοποιηθεί για την απομάκρυνση των πρώτων προσφύγων. Ευτυχώς, ένας στρατιώτης από τον Βόλο ανακάλυψε μια σάπια βάρκα, τραβηγμένη από καιρό στη στεριά, και την επισκεύασε όπως - όπως. Στο αμφίβολο αυτό πλεούμενο επιβιβάσθηκαν τέσσερις οπλίτες και ο αντισυνταγματάρχης. Μετά τρεις ώρες, ειδοποιούσαν στη Μυτιλήνη τον στρατιωτικό διοικητή, αντιστράτηγο Μπάκα, ότι η Μεραρχία είχε σωθεί και είχε φτάσει στις απέναντι ασιατικές ακτές, και ότι χρειαζόταν άμεση αποστολή πλοίων στο Δικελή για την επιβίβαση της.
Στο μεταξύ, το κύριο σώμα της Μεραρχίας συνέχιζε την πορεία του. Γύρω στις 11 το πρωί της 30ης Αυγούστου οι πρώτοι στρατιώτες αντίκρισαν από μακριά το Αιγαίο. Στις φωνές τους «Θάλασσα Θάλασσα» έτρεξαν και άλλοι και οι κραυγές πύκνωσαν. Επαναλαμβανόταν, δηλαδή, ό,τι είχε ακριβώς συμβεί στην Κάθοδο των Μυρίων. Οι περισσότεροι θυμούνταν την παρόμοια κραυγή, άλλα και με πικρία αναλογίζονταν, ότι, όταν οι Μύριοι ανέκραζαν «Θάλαττα, Θάλαττα», ήταν ασφαλείς. Στη δική τους όμως περίπτωση μπορούσαν οι εχθροί να φανούν από στιγμή σε στιγμή ή το πυροβολικό τους να εμποδίσει την επιβίβαση ή και την άφιξη των πλοίων πού θα τους έσωζαν. Ευτυχώς οι Τούρκοι δεν είχαν ακόμη φανεί, όταν η Μεραρχία έφτασε στην παραλία του Δικελή. Ενώ τα κανόνια της έπαιρναν θέση στα γύρω υψώματα, έτοιμα και στραμμένα προς την Ανατολή, για να αποκρούσουν πιθανή εμφάνιση του εχθρού. Στις τέσσερις το απόγευμα κατέπλευσαν από τη Μυτιλήνη δυό μικρά πλοία. Σε λίγες ώρες έφτασαν και άλλα, μεγαλύτερα, άλλα η αποβάθρα του Δικελή ήταν μικρή και δεν μπορούσαν να πλευρίσουν. Ενώ οι πρώτες δυνάμεις απέπλεαν μαζί με τους τραυματίες, αγωνία και φόβος κατέλαβε τα γυναικόπαιδα, ότι δεν θά προλάβαιναν να επιβιβαστούν στα πλοία. Στις 10 τη νύχτα έφθασε στο Δικελή και το ελληνικό αντιτορπιλικό «Θέτις». Νύχτα ακόμη βαθιά, τις πρώτες πρωινές ώρες της 31ης Αυγούστου, επανήλθαν τα δύο μικρά ατμόπλοια από τη Μυτιλήνη ρυμουλκώντας φορτηγίδες.

Η επιβίβαση συνεχίστηκε και στα μεγάλα πλοία με τη βοήθεια των φορτηγίδων στο φώς των προβολέων του αντιτορπιλικού. Οι πυροβολαρχίες της μεραρχίας βρίσκονταν πάντα σε ετοιμότητα και ενισχύθηκαν από τμήματα πεζικού. Κι άλλα πλοία κατέπλευσαν στο μεταξύ, Ενώ όσα άδειασαν στη Μυτιλήνη ξαναγύρισαν. Στις δύο το μεσημέρι της 31ης Αυγούστου στα παρατηρητήρια προκάλυψης επισήμαναν αλλεπάλληλες φάλαγγες εχθρικού ιππικού, πού κατευθύνονται προς το Δικελή. Οι Τσέτες είχαν πλημμυρίσει τα γύρω βουνά.
Και πάλι οι ελληνικές πυροβολαρχίες έδρασαν εύστοχα και διασκόρπισαν τις φάλαγγες των ιππέων. Το απόγευμα όμως ξαναεμφανίστηκαν, και οι κινήσεις των Τσετών στα βουνά ξανάρχισαν. Σε λίγο εκδηλώθηκε τουρκική επίθεση. Τα πεζικά ελληνικά τμήματα αντεπιτέθηκαν με όπλα και πυροβόλα. Αρκετοί Τούρκοι έπεσαν και οι υπόλοιποι διασκορπίστηκαν. Το πυροβολικό μας όμως με πυκνές βολές εξακολούθησε να βάλλει εναντίον τους μέχρι απόσταση 6.500 μέτρων, του μεγαλύτερου, δηλαδή, βεληνεκούς του. Η πείρα των Ελλήνων πυροβολητών και η αφθονία των οβίδων (πού ήταν δύσκολο άλλωστε να φορτωθούν στα πλοία, και για τούτο ευκαιρία ήταν να χρησιμοποιηθούν), έκαναν τους Τούρκους να πληρώσουν ακριβά την επίθεση τους!
Είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει. Η επιβίβαση στα πλοία συνεχίστηκε για δεύτερη μέρα. Οι ελληνικές δυνάμεις πού παρέμεναν στο Δικελή είχαν πια ελαττωθεί σημαντικά. Δικαιολογημένος εκνευρισμός άρχισε να κυριεύει τους άνδρες της οπισθοφυλακής. Τη νύχτα εκείνη, άρχισε και η επιβίβαση των προσφύγων στα πλοία. Δυστυχώς δεν κατέπλευσαν και άλλα σκάφη, για να επιβιβάσουν και τα ζώα της μεραρχίας. Καμήλες, μουλάρια και άλογα συγκεντρώθηκαν σε μια μεγάλη πλατεία και διατάχτηκε η εκτέλεση τους. Δεν έπρεπε να πέσουν στα χέρια του εχθρού.
Άλλα πλοία στο μεταξύ δεν κατέπλευσαν ούτε και όσα ξεφόρτωσαν στη Λέσβο επανήλθαν στο Δικελή από τον φόβο μάλλον τουρκικής επιθέσεως. Παρ' όλα αυτά, στα εναπομένοντα λίγα σκάφη κατόρθωσαν να επιβιβάσουν και 90 από τα κτήνη πού σώθηκαν.
Στη μία μετά τα μεσάνυχτα της 1ης Σεπτεμβρίου, υπό τις επευφημίες του πληρώματος του αντιτορπιλικού, άρχισε και η επιβίβαση της οπισθοφυλακής, πού έφτασε στο λιμάνι με θαυμαστό φρόνημα, βαδίζοντας σε τετράδες. Ενώ το ελληνικό αντιτορπιλικό έβαλλε με τα μεγάλα τηλεβόλα του κατά των τουρκικών γραμμών, η επιβίβαση συνεχίστηκε ως τον τελευταίο άνδρα με απόλυτη τάξη και πειθαρχία. Η Ανεξάρτητη Μεραρχία είχε σώσει, πράγματι, την τιμή των ελληνικών όπλων.
Ιστορία Εικονογραφημένη τ. 179/1983

ΕΠΑΜ. Α. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ
Ο Επαμ. Βρανόπουλος πήρε δίπλωμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας από το Πανεπιστήμιο Αθηνών αριστεύσας στα πιο πάνω μαθήματα. Το 1964-1965 μετεκπαιδεύτηκε στο Πανεπιστήμιο Cincinnati, από όπου έλαβε πτυχίο Master of Arts στην Ιστορία και Αρχαιολογία με βαθμό Άριστα. Το 1973 πήρε διδακτορικό δίπλωμα από το Πανεπιστήμιο Αθηνών με βαθμό "Λίαν Καλώς". Από το 1978 ως το 1987 διετέλεσε Γεν. Γραμματέας της Εταιρείας Ευβοϊκών Σπουδών, της οποίας έγινε και Αντιπρόεδρος. Η έκδοσή του "The Parthenon and the Elgin Marbles" στάλθηκε από το Υπ. Προεδρίας σ' όλα τα μέλη του ΟΗΕ, της Ευρωβουλής και της Unesco. Έχει συγγράψει 14 βιβλία, πολλές μελέτες στον επιστημονικό τύπο και πολλά άρθρα στον ημερήσιο τύπο. Έχει δώσει πολλές διαλέξεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό και έχει μετάσχει σε διεθνή συνέδρια. Για τη δραστηριότητά του στο θέμα του επαναπατρισμού των γλυπτών του Παρθενώνα έχει επαινεθεί από τη British Committee for the Restitution of the Parthenon Marbles. Είναι επίσης Αντιπρόεδρος της Ένωσης Συγγραφέων και Δημοσιογράφων Τουρισμού.

Δεν υπάρχουν σχόλια: