Πέμπτη, 16 Ιουνίου 2016

ΜΑΪΟΣ 1916 : Η ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΟΥ ΡΟΥΠΕΛ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ



Παρακάτω θα έχετε την δυνατότητα να διαβάσετε μια άγνωστη ιστορία του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου όπως την εξιστορεί ο Τάκης Κατσιμάρδος σε άρθρο του με τίτλο «Όταν ο Μεταξάς είπε το ‘ΝΑΙ’ στους Γερμανοβουλγάρους». Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα το ΕΘΝΟΣ της Κυριακής 12.6.2016.
Η μαύρη αυτή σελίδα της ελληνικής ιστορίας, αν και αποσιωπήθηκε μεταγενέστερα, έτυχε στο παρελθόν μεγάλης αρθρογραφίας στον ελληνικό τύπο εξαιτίας του υφιστάμενου ΕΘΝΙΚΟΥ ΔΙΧΑΣΜΟΥ τόσο από την πλευρά των «βασιλικών» και του Ιωάννη Μεταξά (που ήταν φιλικά προσκείμενοι προς τους Γερμανούς) όσο και από τον Ελευθέριο Βενιζέλο και τους οπαδούς του (που και αυτοί ήταν στο πλευρό της  αντιπάλου των Γερμανών της ΑΝΤΑΝΤ)
Η ιστορία αυτή αποτελεί δυστυχώς σύμπτωμα του τρομακτικού πολιτικού, κοινωνικού και ταξικού διχασμού των Ελλήνων, που είχε  ως τελική κατάληξη τη Μικρασιατική Καταστροφή και έφθασε ακόμα πιο μακριά στις μέρες του εμφυλίου πολέμου.
Άποψή μου είναι να μην βιαστείτε να βγάλετε συμπεράσματα διαβάζοντας απλά το άρθρο και τις προτεινόμενες από εμένα δύο ιστοσελίδες. Ο ΕΘΝΙΚΟΣ ΔΙΧΑΣΜΟΣ θέλει μεγάλη και σε βάθος ανάγνωση και διερεύνηση.
ΚΑΓ
Ο Κωνσταντίνος με τον Μεταξά δίπλα του τις ώρες του θριάμβου στους Βαλκανικούς Πολέμους. Τρία χρόνια μετά οι ίδιοι θα είναι ηθικοί και φυσικοί αυτουργοί του εθνικού αίσχους
ΜΑΪΟΣ 1916
Η ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΟΥ ΡΟΥΠΕΛ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ
Όταν η Κυβέρνηση Σκουλούδη είπε το ‘ΝΑΙ’ στους Γερμανοβουλγάρους
Το «εθνικό αίσχος» της βασιλικής Κυβέρνησης, με την αποδοχή εισβολής ξένων στρατευμάτων στη χώρα και την εκχώρηση ελληνικών εδαφών με πρόσχημα την «ουδετερότητα» κατά τον Α’ Παγόσμιο Πόλεμο
«Εάν δε εις αιώνας αιώνων υπάρξουν Έλληνες δια να το λησμονήσουν, το έθνος των θα είναι ανάξιον ελευθερίας...»
Ποιο είναι αυτό το τρομερό που τόσο φοβάται ο ιστορικός της δεκαετίας του 1910-1920 Γ. Βεντήρης; Λησμονημένο μεν είναι, έναν ακριβώς αιώνα μετά, αν και δεν συνεπάγεται ό,τι πρόβλεπε ο συγγραφέας. Προσφέρεται, όμως, για ποικίλους αναστοχασμούς. Πρόκειται για «μηχανορραφίες, ραδιουργία ή προδοσία, το Ρούπελ», που θα μείνει «αίσχος εις τας ημέρας του ελληνισμού», όπως είναι ολόκληρο το σχετικό απόσπασμα. Το οχυρό, που δοξάστηκε για την ηρωική αντίσταση κατά την εισβολή των Γερμανών (Απρίλιος 1941), μια εικοσιπενταετία νωρίτερα (Μάιος 1916) είχε τη θέση συμβόλου με το ακριβώς αντίθετο πρόσημα.
Με την παράδοσή του αμαχητί στους Γερμανοβουλγάρους ήταν το πιο χαρακτηριστικό τεκμήριο εθνικής μειοδοσίας. Ακριβώς εκείνων οι οποίοι πριν και μετά φορούσαν τη μάσκα της εθνικοφροσύνης. Δράστης της παράδοσης εθνικού εδάφους, το οποίο μόλις κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους είχε ανακτηθεί, το βασιλικό καθεστώς των Γλίξμπουργκ. Πρώτος, μεταξύ των ίσων πρωτεργατών της προδοσίας, ο κατοπινός δικτάτορας Ιωάννης Μεταξάς.
Το κωμικοτραγικό είναι ότι μπορούν στις μέρες μας οι μεν φυσικοί απόγονοι της δυναστείας, όπως ο τέως Κωνσταντίνος, να εμφανίζονται υπερήφανοι για την προσφορά της δυναστείας στον τόπο, οι δε «ιδεολογικοί» κληρονόμοι του Μεταξά, όπως οι χρυσαυγίτες, ν΄ ανεμίζουν υπερπατριωτικά λάβαρα με το πορτρέτο του.
Μελανή σελίδα
Δεν πρόκειται, όμως, μόνο για το οχυρό Ρούπελ. Αλλά και για την παράδοση της Ανατολικής Μακεδονίας στους Βουλγάρους λίγες μέρες αργότερα. Με κορυφαία σύμβολα ακόμη ενός μεγαλύτερου εθνικού αίσχους: την παράδοση της Καβάλας και ενός ολόκληρου σώματος ελληνικού στρατού (Αύγουστος 1916).

 Βούλγαρος ποζάρει δίπλα σε ελληνικό πυροβόλο στην Αν. Μακεδονία, που παρέδωσε αμαχητί το βασιλικό καθεστώς της Αθήνας

Το Δ' Σώμα (είχε έδρα την Καβάλα) και οι περισσότεροι από τους 7.000 περίπου αξιωματικούς και στρατιώτες θα παραδοθούν στους Γερμανοβουλγάρους. Θα μεταφερθούν αιχμάλωτοι σιδηροδρομικώς (2-14 Σεπτεμβρίου) σε γερμανικό στρατόπεδο στο Γκέρλιτς (στα γερμανοπολωνικά σύνορα). Όσοι δεν άφησαν εκεί τα κόκαλά τους θα επιστρέψουν στην Ελλάδα μετά το τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου!
Η κορύφωση του Εθνικού Διχασμού (1916-17 ) έχει πολλές λευκές σελίδες, παρά το γεγονός ότι έχει παρέλθει ένας αιώνας. Ίσως γιατί είναι η μελανότερη, με οποιαδήποτε κριτήρια, περίοδος της νεοελληνικής ιστορίας. Ακόμη και η μεγαλύτερη μέχρι τότε σύρραξη, όπως ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος, φαντάζει στην επίσημη νεοελληνική ιστορία σαν να συγκροτείται απλώς από ένα άθροισμα φάσεων του εμφύλιου σπαραγμού...
Το Ρούπελ και η Καβάλα, που δίνουν την αφορμή για το Κίνημα Εθνικής Αμύνης (Αύγουστος 1916) και την ανακήρυξη του κράτους της Θεσσαλονίκης (Σεπτέμβριος 1916), στοιχειοθετούν την πιο κραυγαλέα εθνική προδοσία στα νεοελληνικά χρονικά.
Ούτε διασκεδάζονται με τις βάσιμες κατηγορίες, από την αντίπερα όχθη, ότι η ηγεσία των βενιζελικών ενεργούσε ως όργανο της Αντάντ. Είτε πως ο ίδιος ο Βενιζέλος είχε προτείνει παλιότερα (Ιανουάριος 1915) την παραχώρηση μέρους της Ανατολικής Μακεδονίας στους Βουλγάρους, έναντι άλλων εδαφικών ανταλλαγμάτων και της εισδοχής τους στον πόλεμο με την Αντάντ (αγγλο-γαλλο-ρωσική συμμαχία).

Τα ελληνικά στρατεύματα αποχωρούν από την Αν. Μακεδονία, για να την καταλάβουν ανενόχλητοι οι Βούλγαροι

Το «έθνος κατήντησεν περίγελως και σκύβαλον των Βουλγάρων», σύμφωνα με εύστοχη έκφραση της εποχής. Αν και ολόκληρη η αλήθεια είναι πως το ίδιο μπορούσε να ειπωθεί όχι μόνο για τους Γερμανοβουλγάρους, αλλά και τους Αγγλογάλλους. Κλωτσοσκούφι ήταν η Ελλάδα, μ΄ έναν πληθυσμό που στέναζε και λιμοκτονούσε.
Η διαταγή του ελληνικού επιτελείου : «Παραδοθήσεται άνευ αντιστάσεως»
Για στρατηγικούς λόγους στη στενωπό του Ρούπελ και την ευρύτερη περιοχή, ανάμεσα στα βουνά Aγκιστρο και Μπέλες (στη βόρεια έξοδό του βρίσκεται η ελληνοβουλγαρική μεθόριος), κατασκευάστηκαν ισχυρά οχυρωματικά έργα (θα συμπληρωθούν και επεκταθούν το 1935-36). Όποιος κατείχε την περιοχή μπορούσε να προχωρήσει νότια ή βόρεια. Στους Βαλκανικούς Πολέμους (Ιούνιος 1913) είχαν δοθεί σκληρές μάχες για να εκδιωχθούν οι Βούλγαροι.
Τα σύνορα φυλάσσονταν από ελληνικά στρατεύματα και μετά την απόβαση των Αγγλογάλλων στη Θεσσαλονίκη (Οκτώβριος 1915). Καθώς, όμως, η Γαλλική Στρατιά Ανατολής, υπό τον στρατηγό Σαράιγ, προπαρασκευαζόταν για επέκταση του βαλκανικού μετώπου, προκειμένου να απασχολήσει δυνάμεις, ώστε να μην ενισχυθεί το δυτικό μέτωπο, όπου κρινόταν ο πόλεμος, οι Γερμανοί αποφάσισαν να καταλάβουν το Ρούπελ. Έχοντας, μάλιστα, προαναγγείλει την κατάληψη στην Αθήνα. Μόνο τη μέρα και την ώρα δεν όριζαν. Η βασιλική κυβέρνηση Σκουλούδη απλώς «σημείωνε» την προειδοποίηση, σαν έτοιμη από καιρό να σηκώσει τα χέρια ψηλά.

 Άνδρες του Δ' Σώματος στο Γκέρλιτς της Γερμανίας, όπου θα παραμείνουν έως το τέλος του πολέμου

Eτσι, το πρωί της 13ης (26 με το νέο ημερολόγιο) Μαΐου ο διοικητής του οχυρού ταγματάρχης Μαυρουδής ειδοποιήθηκε ότι γερμανοβουλγαρικές δυνάμεις είχαν εισέλθει στο ελληνικό έδαφος και προχωρούσαν προς το Ρούπελ. Το μεσημέρι δύο συντάγματα βρέθηκαν μπροστά στο οχυρό. Η φρουρά (ανήκε στην 6η Μεραρχία Σερρών) άρχισε να εκτελεί τη διαταγή που είχε από τις 9 Μαΐου. Καθήκον της ήταν ν΄ αντισταθεί «εναντίον οιουδήποτε, όστις θα επεχείρει να καταλάβη φρούριον».
Οι Γερμανοί αιφνιδιάστηκαν
Αυτή η τελευταία διαταγή αναιρούσε προηγούμενη της 9ης Μαρτίου, η οποία καλούσε «να μην αντιτάξουν αντίστασιν εν περιπτώσει εισβολής Γερμανικών στρατευμάτων ή Βουλγαρογερμανικών ή Βουλγαρικών μεν στρατευμάτων, διοικουμένων όμως υπό Γερμανών αξιωματικών».
Aρχισαν, λοιπόν, οι ελληνικές δυνάμεις να βάλλουν με τα πυροβόλα του οχυρού εναντίον των εισβολέων. Ο Γερμανός επικεφαλής των εισβολέων αιφνιδιάστηκε, καθώς ανέμενε φιλική υποδοχή. Διαμήνυσε στον Έλληνα φρούραρχο ότι θα καταλάμβανε οπωσδήποτε το Ρούπελ και τον καλούσε να το εκκενώσει τη νύχτα. Ο Μαυρουδής κοινοποίησε τις αξιώσεις για παράδοση στους ανωτέρους του, οι οποίοι ζήτησαν τηλεγραφικώς εντολές από την Αθήνα. Η απάντηση έφθασε στο Ρούπελ το βράδυ: «...Ρούπελ παραδοθήσεται εις Βουλγάρους...».
Προφανώς η προηγούμενη διαταγή ήταν στο πνεύμα... να ρίξουμε μερικές τουφεκιές για την τιμή των όπλων! Το «παραδοθήσεται» θα γίνει αργότερα αντικείμενο λεπτομερούς δικαστικής και ιστορικής έρευνας. Το αποφάσισαν ο πρωθυπουργός Σκουλούδης, ο υπουργός Στρατιωτικών Γιαννακίτσας, ο τότε αναπληρωτής του επιτελάρχη και κατοπινός δικτάτορας Μεταξάς, με τη σύμφωνη γνώμη του βασιλιά Κωνσταντίνου.

 Διαδήλωση στη Θεσσαλονίκη μετά την παράδοση του Ρούπελ. Η παραχώρηση εθνικών εδαφών συγκλονίζει και ενεργοποιεί τα εθνικά αντανακλαστικά

Ο ελληνικός στρατός παρέδωσε αμαχητί το Ρούπελ και το πολεμικό υλικό. Η κυβέρνηση της Αθήνας διαμαρτυρήθηκε τυπικά στο Βερολίνο. Δικαιολόγησε τη στάση της προς τις κυβερνήσεις της Αντάντ δηλώνοντας ότι ήθελε «να αποφύγη πάσαν αφορμήν συγκρούσεως ήτις θα είχεν ως αποτέλεσμα την έξοδον της Ελλάδος εκ της ουδετερότητος».
Μετά την παράδοση του Ρούπελ ο βουλγαρικός στρατός συνέχισε και κατέλαβε τον σιδηροδρομικό σταθμό Σιδηροκάστρου κι έτσι άρχιζε η κατάληψη της Ανατολικής Μακεδονίας. Θα ολοκληρωθεί τις επόμενες βδομάδες χωρίς να προβληθεί αντίσταση.
ΔΙΑ ΧΕΙΡΟΣ ΤΟΥ Η ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΟΥ ΟΧΥΡΟΥ
Παιδαριώδεις δικαιολογίες του κατοπινού δικτάτορα
Ο Ιωάννης Μεταξάς ήταν ο ουσιαστικός επικεφαλής του Γενικού Επιτελείου την περίοδο της γερμανόφιλης «ουδετερότητας» της Ελλάδας κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο.
Ως υπαρχηγός του επιτελάρχη στρατηγού Δούσμανη, αλλά και έμπιστος των εμπίστων του βασιλιά Κωνσταντίνου, είχε τις ιδέες, τη σύνταξη και την έκδοση των στρατιωτικοπολιτικών αποφάσεων.
Διά χειρός του παραδόθηκε το Ρούπελ, δεν προβλήθηκε αντίσταση στην Ανατολική Μακεδονία και παραδόθηκε η Καβάλα.
Στη «δίκη του Επιτελείου», που έγινε αργότερα (τέλη 1916 - αρχές 1917) κρίθηκε ένοχος, μαζί με τον επιτελάρχη Δούσμανη, για την «εισβολή ξένων στρατευμάτων» (παράδοση Ρούπελ).
Επιπλέον, καταδικάστηκε ερήμην σε θάνατο «διότι κατά τα επιστρατικά (την οργάνωση και δράση των συμμοριών των Επιστράτων) συνέβησαν και ανθρωποκτονίαι».
Αντάλλασσε άρθρα με τον Βενιζέλο. Για την εισβολή στη Μακεδονία και την «παράδοση πόλεων» δεν τιμωρήθηκε. Επειδή, εκτός των άλλων, είχε απομακρυνθεί από το Επιτελείο, κατ΄ απαίτηση των Αγγλογάλλων, που αντέδρασαν μετά το Ρούπελ επιβάλλοντας την απομάκρυνση της κυβέρνησης Σκουλούδη (τον διαδέχτηκε ο Ζαΐμης).
Όπως ο ίδιος, όμως, ομολογεί, εξακολουθούσε ακόμη να προσφέρει τις υπηρεσίες του εκεί. Παραδέχεται χρόνια αργότερα, όταν ανταλλάσσει δια του Τύπου άρθρα με τον Ελ. Βενιζέλο για τον Εθνικό Διχασμό, ότι αυτός ήταν ο συντάκτης των διαταγών που οδήγησαν στην παράδοση της Ανατολικής Μακεδονίας και Καβάλας. Μόνο που προβάλλει μια αστεία εκδοχή.
Γράφει, λοιπόν (τέλη του 1934), ότι σχετικά με την Καβάλα συνέταξε την εξής απόφαση, απαντώντας σε σχετικό ερώτημα του διοικητή του Δ' Σώματος Στρατού Χατζόπουλου: «Ουδέν οχυρόν συνόρων θέλετε παραδώσει εις ουδένα, άνευ ειδικής ημών διαταγής, την οποίαν θέλετε προκαλέσει μόνον όταν παρουσιασθή το ζήτημα. ΕΝ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙ ΒΙΑΣ ΓΕΡΜΑΝΟΒΟΥΛΓΑΡΩΝ ΘΑ ΑΝΤΙΤΑΞΕΤΕ ΒΙΑΝ».
Από τη διαταγή, όμως, που στάλθηκε, διαγράφτηκε, υποτίθεται, η τελευταία φράση, που είχε γράψει ο ίδιος με κεφαλαία γράμματα! Τέτοιο σχέδιο διαταγής δεν βρέθηκε πουθενά. Παρά τις διαβεβαιώσεις του ότι ο ίδιος κατείχε αντίγραφο (ουδέποτε το παρουσίασε).
Φανατικός γερμανόφιλος
Όσο για το Ρούπελ ο Μεταξάς, επικαλούμενος διάφορα αλληλοαναιρούμενα, υποστηρίζει μια επίσης αλλοπρόσαλλη θέση. Αφού πρώτα το υποβιβάζει ως πρόχειρο οχυρό, προορισμένο να κρατήσει μερικές ώρες!
Σύμφωνα με τον Μεταξά, το Ρούπελ ήταν μια παγίδα του Βενιζέλου και των Αγγλογάλλων! Για ν΄ αναγκαστεί η κυβέρνηση της Αθήνας να πολεμήσει κι έτσι να εγκαταλείψει την «ουδετερότητα»! Κάπως έτσι, μαζί με άλλα πολλά η παραχώρηση εθνικών εδαφών παρουσιάζεται και ως «πατριωτική στάση».
Παιδαριώδης, άλλωστε, είναι και η γενικότερη εκτίμηση του «ιδιοφυούς στρατιωτικού και πολιτικού» Μεταξά για τη στάση του Βενιζέλου: «Κύριος σκοπός του (Βενιζέλου) δεν ήτο η επιτυχία της αγγλογαλλικής εκστρατείας εν Μακεδονία, αλλά η δια της εκστρατείας ταύτης κατάληψις υπ' αυτού της εξουσίας και εκδίωξις του Βασιλέως...»
Ο κατοπινός δικτάτορας ήταν βέβαιος για την τελική νίκη των γερμανο-αυστρο-ουγγρικών δυνάμεων. Ιδιαίτερα, μάλιστα, την περίοδο της παράδοσης του Ρούπελ και της Ανατολικής Μακεδονίας, όταν η αλληλοσφαγή Γάλλων και Γερμανών στο Βερντέν (Φεβρουάριος - Δεκέμβριος 1916) φαινόταν να έκλεινε προς την πλευρά των τελευταίων. Έτσι πλειοδοτούσαν με πάθος και φανατισμό σε γερμανοφιλία.
Η κατάθεση του Ν. Πολίτη
«Η υπό των Βουλγάρων κατάληψις της διόδου και του οχυρού Ρούπελ εγένετο εκ προηγουμένης κοινής συνεννοήσεως της τότε κυβερνήσεως μετά των Γερμανοβουλγάρων. Τα υπάρχοντα έγγραφα αποδεικνύουν την υπό του τότε πρωθυπουργού παιζομένην κωμωδίαν. Ως προς τους λόγους της καταλήψεως ήσαν ούτοι στρατιωτικοί και πολιτικοί. Ο σκοπός ήταν να διευκολυνθεί η κάθοδος των Γερμανοβουλγάρων εις την Θεσσαλονίκην. Η κατάληψις του Ρούπελ έτεινε στρατιωτικώς και πολιτικώς εις τον σκοπόν αυτόν...» (Κατάθεση του υπουργού Εξωτερικών Ν. Πολίτη στις ανακρίσεις του 1918 για την παράδοση του Ρούπελ).
Τ. Κατσιμάρδος

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ


  • Το θερμό καλοκαίρι του 1916 - Ιστορικό & Λογοτεχνικό Αρχείο Καβάλας


  • Υπόθεση Γκαίρλιτς – Görlitz – Η «φιλική αιχμαλωσία» του Δ Σώματος Στρατού το 1916

Δεν υπάρχουν σχόλια: