Τετάρτη, 22 Ιουνίου 2016

ΚΩΣΤΑ ΛΙΑΚΟΥ : ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΣΤΗΝ ΚΕΦΑΛΛΟΝΙΑ




ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΣΤΗΝ ΚΕΦΑΛΛΟΝΙΑ
Αφήγημα του ΚΩΣΤΑ ΛΙΑΚΟΥ
«Ποτέ δεν παύει κανείς να ζητά την φυγή, από μια επιβαλλόμενη πραγματικότητα», μου έλεγες με κείνο το ερευνητικό -πολλές φορές- βλέμμα σου.  Ένα βλέμμα κατάφορτο από τιμιότητα, καλοσύνη και άδικη αμφιβολία.
«Αυτή για σένα η ανάγκη, τόσο είναι απογοητευτικά ανύπαρκτη», συνέχιζες να μου λες, με μια βεβαιότητα πού δεν δικαιολογούσε στο ελάχιστο την ύπαρξη της.
«Όχι! Για το Θεό!» σου απαντώ. «Απλά, βλέπω το επώδυνο σφίξιμο αυτής της πραγματικότητας, κάποιες στιγμές να χαλαρώνει: δίνοντας μας μια αμυδρή και πολυπόθητη ανάσα ελευθερίας, πριν μας ξανακλείσει στα ατσάλινα δίχτυα της, σιγοτρώγωντας τις σάρκες μας, με τα κοφτερά της δόντια, τα γυαλισμένα από το σαρκαστικό της χαμόγελο.
«Κι όμως!» λες. «'Έστω κι έτσι δεν πρέπει κανείς να σταματήσει ποτέ να ζητά το δώρο της φυγής! Της αναγκαίας φυγης! 'Ακόμα και της προσωρινής! Με τις επώδυνες -έστω - συνέπειες της, όπως: η απότομη προσγείωση σ' ένα κόσμο πού καμιά δεν έχει σχέση με τον κόσμο τον δικό μου και ίσως και τον δικό σου.
Και να λοιπόν πού έρχεται η μέρα εκείνη για το ταξίδι της φυγής! Από μια πραγματικότητα έξω από τον κόσμο τον δικό σου κι «ίσως» - όπως είπες - απ' τον δικό μου. «Χωρίς να θέλω κάτι τέτοιες στιγμές - όπως αύτη εδώ του ταξιδιού μας να σε πικράνω, δεν μπορώ να μη στο πω: θα έπρεπε να είσαι τόσο σίγουρη και για τον δικό μου κόσμο, ώστε το «ίσως» να είναι περιττό».
Ξεκινάμε!.. Για κάποιο απ' τα μέρη εκείνα πού ακόμα συμβολίζουν: Το όνειρο! Την ομορφιά! και την νοσταλγία! Ξεκινάμε - έστω και κάτω από την επώδυνη πίεση ενός περιορισμένου χρόνου - για την Κεφαλλονιά! Για να ζήσουμε κάποιες μέρες σε ορισμένα χωριουδάκια της πού μοιάζουν με πολύχρωμες βαρκούλες, σε ανεύρετο - θαρρείς - γραφικό λιμανάκι, όπου στο βάθος απλώνεται η καταγάλανη θάλασσα. Μια θάλασσα πού νομίζεις και γίνεται ένα με το χρυσογάλανο χρώμα του ουρανού, σχηματίζοντας μια καμπύλη πού σκεπάζει με στοργή όλη αύτη την ανυποχώρητη ομορφιά.


Ένα απ' αυτά τά χωριουδάκια λοιπόν, είναι και τα Μονοπωλάτα. Τα καλοκαιρινά βράδια του Αυγούστου, ανεβαίνοντας από το Ληξούρι το βλέπεις, από μακριά, μαζί με τ' άλλα να είναι γεμάτο από φώς! Κάθε σπίτι μοιάζει με αναμμένο κεράκι. Κι έτσι όλα μαζί είναι γεμάτα από το γλυκό εκείνο φώς, φυτεμένο πάνω στο γιορταστικό στερέωμα κάποιας γενέθλιας γιορτής. Είναι πού τα χωριά γιορτάζουν! Κάθε βράδυ! Το ξημέρωμα - λες - της κάθε καινούριας μέρας, πλέριας από φώς, ανεύρετη ανάσα και καθαρότητα.
Εκεί είναι πού και οι δυό μας, χαρήκαμε εκείνο το γνωστό αλλά και λησμονημένο συναίσθημα της μοιρασμένης χαράς. Είναι καθώς βλέπαμε τον οκτάχρονο γυιό μας, διψασμένο για παιχνίδι, να τρέχει -μαζί με τ' άλλα παιδιά - στον αυλόγυρο και τα σκαλοπάτια της εκκλησίας τού χωριού, της 'Αγίας Παρασκευής! Και το ευτυχισμένο χαμόγελο του να ξεπηδά ολόφωτο μέσα απ' τα πανέξυπνα μάτια του και μαζί με το χαμόγελο των άλλων παιδιών, να σου δίνουν την έντονη αίσθηση, ότι φωτίζουν ένα απ' τά σύμβολα της 'Αγιοσύνης.

II


Φεύγοντας απ' τα Μονοπωλάτα, φτάνουμε σ' ένα μέρος όπου αντικρίζουμε άλλη μια εξαίσια εικόνα. Μια εικόνα απ' αυτές πού μένουν στον νου για να δημιουργούν κάποια αισθήματα θλίψης στην σκέψη και μόνο μιας αναγκαστικής και αφύσικης εγκατάλειψης. Και πώς θα μπορούσε κανείς να νιώσει διαφορετικά, σαν έχει την τύχη - όπως και μείς - να βρίσκεται στην παραλία της 'Αγίας Ελένης στην Κεφαλλονιά.
Τα δυό βραχάκια στο βάθος μέσα της θάλασσας - Το ένα δίπλα στο άλλο - μοιάζουν με πέτρινα βαπόρια. Γοητευμένα, θαρρείς, από την ομορφιά ενός ολογάλανου σπάνιου πελάγους, σκεπασμένο από ένα ολοκάθαρο άπειρο διάστημα, απ' όπου έφευγαν οι ασημόχρυσες αχτίνες τού ήλιου, φωτίζοντας ένα μικρό κόσμο γεμάτο - εκείνες τις στιγμές - από Φως! Νοσταλγία και Ζωή!


Για να φτάσουμε μέχρι εκεί, πρέπει να περάσουμε, αναγκαστικά, από τον μοναδικό εκείνο κακοτράχαλο δρόμο πού είναι και στενός και σε πολλά σημεία, πλέριος από στροφές. Τα μάτια όμως - και τότε - απλώνονται γοητευμένα και αχόρταγα στους απέραντους κάμπους, τους κατάφορτους από ελιές και λεμονιές πού μοιάζουν με σπάνιους πίνακες ζωγραφικής.
Όλα αυτά, γίνονται ακόμα πιο απολαυστικά, καθώς τα αγναντεύεις από το μεθυστικό εκείνο ύψος ενός άλλου πάλι - στην κυριολεξία - γραφικού χωριού: Τα Δαμουλιανατα. Ένα χωριό πού μαζί με το διπλανό του, το Ρίφι, αποτελούν το δίδυμο παραδοσιακό στολίδι ενός νησιού, πού θαρρείς και είναι επιφορτισμένο με το θεϊκό προνόμιο, να συμβολίζει την μαγεία και την ομορφιά, ενός κόσμου πού χάνεται με ανυπολόγιστη ταχύτητα.
Υπάρχουν ακόμα και κάποιες στιγμές στην Κεφαλλονιά, όπου δεν μπορείς να ξεχάσεις ούτε το φύσημα τού αέρα, καθώς περνά μέσα απ' τα φύλλα των δέντρων. Κι αυτό γιατί μετασχηματίζεται σ’ ένα δυσεύρετο - για σήμερα πια - σκοπό. Ένα σκοπό πού μοιάζει με κάποιον απ' τις νοσταλγικές, θαρρείς, μελωδίες γραμμένες σε στιγμές ευλογημένες, από την δημιουργική σκέψη σπουδαίων μουσουργών. Ένας σκοπός από τις μοσχομύριστες νότες, τις κατάφορτες από γαλήνη και νοσταλγία. 

III

Άλλοτε πάλι, χαίρεσαι κάποια απόβραδα σ' ένα άλλο επίσης εξαίσιο χωριό: Τα Χαυδάτα. Καθισμένοι στην όμορφη ταβέρνα πού έχει ο θεολόγος. Ένας άνθρωπος ψηλός, αδύνατος με αριστοκρατικό παρουσιαστικό και γαλανά μάτια, πού μέσα απ' τα γυαλιά του, μοιάζουν με δυό θάλασσες πού γυαλίζουν από ευγένεια. Κάθε φορά πού θά μας δει, θα έρθει στο τραπέζι μας να κάτσει λίγο και να μας ρωτήσει «τί κάνουμε». Αργότερα, έρχονται οι νόστιμοι μεζέδες οι φτιαγμένοι με το δημιουργικό μεράκι της γυναίκας του, καθώς τους συνοδεύει το χαμόγελο της, μαζί με την «καλησπέρα» της και το υπέροχο κρασί. Ένα κρασί πού σε κάθε γουλιά, νιώθεις τα απόβραδα ακόμα πιο ωραία. Νομίζεις και ταξιδεύεις με τους ανάλαφρους κυματισμούς, στο ασημένιο στρώμα πού έχει ρίξει το φως του φεγγαριού πάνω στην θάλασσα του Ληξουρίου, καθώς φαίνεται ολοκάθαρα από την πλατεία τού χωριού. Και γύρω σου τότε, νομίζεις ότι σε μεθά το άκουσμα από κάποιες αθάνατες επτανησιακές μελωδίες, τραγουδισμένες από διάφορες παρέες, συνοδεία με τις κιθάρες. Είναι εκείνες οι σπάνιες στιγμές, πού ό νους ξεκουράζεται, μεθώντας από κεφαλλονίτικο κρασί και καντάδες.
Ένας λόγος ακόμα, πού όλα γύρω έδειχναν τόσο όμορφα, ήταν, ίσως, κι από την συντροφιά μιας αξιόλογης παρουσίας. Η γυναίκα μου, διαθέτει έναν εσωτερικό κόσμο διαποτισμένο από το ολοκάθαρο φως της καλοσύνης και της ειλικρίνειας. Αυτό λοιπόν το φως, ξεχειλίζει ασυγκράτητο απ' τα μάτια της. Δύο μάτια σαν δίδυμα αστέρια στο γήινο στερέωμα της απογοήτευσης και της αβεβαιότητας, ώστε θαρρείς και στέκουν σαν αντίβαρο παρηγοριάς. Δύο αστέρια πού σκέφτεσαι πώς όσο δείχνουν τέτοιους κόσμους, τότε η ελπίδα εξακολουθεί να υπάρχει σε κάθε  Άνθρωπο.

«Φυλολογική Πρωτοχρονιά»

 
ΚΩΣΤΑΣ ΛΙΑΚΟΣ

Βιογραφικό

Ο Κώστας Λιακος είναι συγγραφέας διηγηματογράφος. Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1952, όπου τελείωσε εξατάξιο Γυμνάσιο και Μέση Σχολή Φωτοστοιχειοθεσίας. Κείμενα του είναι δημοσιευμένα στα Λογοτεχνικά περιοδικά «Πνευματική Ζωή», «Αντιπαραθέσεις», «Κελαινώ», «Λογοτεχνική Δημιουργία», «Νέα Σκέψη» -την εποχή που εκδότης και διευθυντής, ήταν ο συγγραφέας και λογοτεχνικός κριτικός, Χρήστος Κουλούρης- «Νέα Αριάδνη», «Αιολικά Γράμματα». Επίσης στην μηνιαία εφημερίδα του νομού Ηλείας «Νουμάς», στην εβδομαδιαία εφημερίδα «Έρευνα Καλλιθέας» στην μηνιαία εφημερίδα του Μοσχάτου «Ο παλμός της Ανθρωπιάς», στην ετήσια συλλογική έκδοση «Φυλολογική Πρωτοχρονιά», καθώς και στη Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας του Χάρη Πάτση.
Είναι μέλος της «Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών» της «Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών» και της «Διεθνούς Ένωσης Κριτικών Λογοτεχνίας».
Έργα του:
«Ένα Χαμόγελο» 1996 (Διηγήματα).
«Το Ξημέρωμα της Κυριακής» 1998 (Διηγήματα).
«Άρωμα Κεφαλλονιάς» 2002 (Διηγήματα).
«Συνοικία Βοτανικός» 2008 (Διηγήματα).
«Σαρκασμός» 2009 (ποιήματα).
«Επιλογή» 2010. Μια συλλογή διηγημάτων επιλεγμένων και επεξεργασμένων της χρονικής περιόδου (1996-2008).

Δεν υπάρχουν σχόλια: