Δευτέρα, 13 Ιουνίου 2016

Ρίτσα Μασούρα : Συνέντευξη με την Λότη Πέτροβιτς – Ανδρουτσοπούλου




Η Ρίτσα Μασούρα συνομιλεί με τη συγγραφέα Λότη Πέτροβιτς – Ανδρουτσοπούλου
Αφορμή γι αυτή τη συνέντευξη ήταν μεταξύ άλλων η κυκλοφορία του νέου βιβλίου της Λότης Πέτροβιτς – Ανδρουτσοπούλου “Το φιλί της λύκαινας” . Βρήκαμε τη Λότη στη βεράντα του σπιτιού της και να μερικές από τις πιο ενδιαφέρουσες πτυχές της συζήτησής μας που την μετατρέψαμε σε συνέντευξη για τις ανάγκες του Globalview.gr
Κυρία Πέτροβιτς, σε ένα μετέωρο και άβολο κόσμο, όπως ο σημερινός, εσείς είστε σκυμμένη πάνω από τα γραπτά σας, μετουσιώνοντας την αγάπη σας για τον άνθρωπο και ειδικότερα για το παιδί σε κείμενα, σε ιστορίες, σε παραμύθια. Χρειάζεται δύναμη και μεγάλη αυτοπειθαρχία, άραγε, ή είστε στρατιωτίνα των γραμμάτων;
– Αυτοπειθαρχία έχω αρκετή, αλλά γράφω επειδή απλώς δεν μπορώ να κάνω διαφορετικά! Ο σημερινός μετέωρος και άβολος κόσμος, όπως τον λέτε, δεν με αποθαρρύνει. Έτσι και πολύ χειρότερος ήταν όταν γεννήθηκα, σε τέτοιο κόσμο μεγάλωσα. Η… ατυχία μου αυτή είχε κι ένα καλό τελικά: Με όπλισε με θάρρος, υπομονή και επιμονή. Έτσι, η ελπίδα και το κουράγιο σπάνια και μόνο προσωρινά μ’ εγκαταλείπουν. Δεν θα έλεγα λοιπόν στρατιωτίνα των γραμμάτων αλλά μάλλον διαρκής αγωνίστρια της ζωής!
Έχετε ζήσει στην παιδική ηλικία τη βία της γερμανικής κατοχής. Τα παιδιά όμως δύσκολα συνειδητοποιούν την πραγματικότητα. Είναι αυτό που γράφει ο Ρίλκε “Για το παιδί ο κόσμος εξακολουθεί να είναι το όμορφο δοχείο μέσα στο οποίο τίποτα δεν χάνεται. Δεν αναγκάζει τα πράγματα να εγκατασταθούν κάπου. Τα αφήνει να διαβούν μέσα από τα χέρια του σαν μια αγέλη σκοτεινών νομάδων που περνούν κάτω από μια αψίδα θριάμβου…” Εκ των υστέρων πια, πώς θα περιγράφετε τις εμπειρίες ενός παιδιού εν καιρώ πολέμου ;
– Για μένα δεν ήταν διόλου «όμορφο δοχείο» η παιδική μου ηλικία. Την πραγματικότητα – την κόλαση της κατοχής – αν και σε νηπιακή και πρώτη παιδική ηλικία, δυστυχώς την συνειδητοποίησα απολύτως, ζώντας στο κέντρο της Αθήνας, στα Εξάρχεια, όπου ήταν το πατρικό μου σπίτι. Το πρώτο πράγμα που θυμάμαι στη ζωή μου ήταν ο απαίσιος ήχος της σειρήνας την 28ης Οκτωβρίου το 1940, που όρμησε στ’ αφτιά μου από την ταράτσα της μπλε πολυκατοικίας, με κατατρόμαξε και καρφώθηκε στο τρίχρονο μυαλό μου για πάντα. Ακολούθησαν πλήθος θλιβερές καθημερινές εμπειρίες και φοβερές εικόνες που δεν έσβησαν ποτέ από τη μνήμη μου – οι πεθαμένοι από πείνα ή οι σκοτωμένοι αντιστασιακοί που τους έβλεπα πεσμένους στο δρόμο, οι «μαύροι δράκοι», όπως έλεγα τους ναζί, που με τρόμαζαν με την απαίσια στολή και τον κρότο από τις μπότες τους, τα συσσίτια, το ψωμί με το δελτίο, οι συναγερμοί, το κλείσιμο για ώρες στο καταφύγιο που μύριζε μούχλα με τους μεγάλους γύρω μου έντρομους, αδυνατισμένους και χλωμούς, να προσπαθούν μάταια να κρύψουν την αγωνία τους… Και ύστερα, μετά τη σύντομη χαρά της απελευθέρωσης, οι φρικτές εμπειρίες συνεχίστηκαν με τα αδελφοκτόνα Δεκεμβριανά. Οι φοβερότερες μάχες έγιναν μπροστά στο σπίτι μου, στην Εμμανουήλ Μπενάκη 67. Και τα οδοφράγματα στήνονταν μια στο ύψος της Αραχώβης, μια στο ύψος της Κωλέττη – κι εμείς στη μέση! Τα παιδικά μου μάτια είδαν απίστευτες φρικαλεότητες και από τις δύο πλευρές. Φαίνεται όμως ότι όντως «ουδέν καλόν αμιγές καλού». Τα όσα έζησα ως παιδί, έγιναν μέτρο για να μετρώ σωστά τα κάθε είδους δεινά τούτου του τόπου, τούτου κόσμου και να τους δίνω το μέγεθος που τους αρμόζει.
Πολλοί έχουν την εντύπωση ότι γράφετε αμιγώς παιδικό βιβλίο. Όμως τα περισσότερα βιβλία σας καλύπτουν ευρύ ηλικιακό φάσμα κι έχετε την ικανότητα να διεισδύετε με τη γραφίδα σας σε ιστορικά γεγονότα από τα οποία εμμέσως διδάσκετε τον αναγνώστη. Ήταν αυτό μια εξ αρχής συνειδητή επιλογή σας ή εμφανίστηκε στη διαδρομή της συγγραφικής σας πορείας;
– Τα βιβλία μου είναι κυρίως για παιδιά, επειδή – το θέλω δεν το θέλω – ο νοερός αναγνώστης που έχω μπροστά μου την ώρα που γράφω είναι πάντα σχεδόν ένα παιδί – μικρό, μεγάλο ή έφηβος. Ωστόσο ελπίζω πως το αναγνωστικό μου κοινό δεν περιορίζεται στα παιδιά και τους νέους. Ένα «αμιγώς» παιδικό ή νεανικό βιβλίο, σπάνια είναι καλό βιβλίο. Παλιά, γνωστή και κοινά παραδεκτή η άποψη ότι για να είναι καλό ένα βιβλίο για παιδιά πρέπει να αρέσει και στους μεγάλους. Όσο για τα θέματα των βιβλίων μου δεν είναι μόνο ιστορικά, αλλά και κοινωνικά. Πρόθεσή μου δεν είναι βέβαια η διδαχή, αλλά η απόλαυση της ανάγνωσης. Κι αν κάτι διδάσκεται ο αναγνώστης από αυτά, το διδάσκομαι κι εγώ μαζί του.


Μιλήστε μας λίγο για το τελευταίο σας βιβλίο “Το φιλί της λύκαινας”. Ιδιαίτερος τίτλος. Τι πραγματεύεται και ποιο είναι το μήνυμα που θα θέλατε να αποκωδικοποιήσει ο αναγνώστης σας;
– Το Φιλί της λύκαινας αφορά την εποχή μας και την πρόσφατη ιστορία του τόπου μας αλλά και γενικότερα του κόσμου, τα τελευταία 60 περίπου χρόνια. Μέσω της πλοκής, ανατρέχει στα τότε προβλήματα (μεταπολεμική φτώχεια, πολιτικές αναταραχές, μετανάστευση, δικτατορία, μεταπολίτευση κλπ.), θίγει όμως ταυτόχρονα και διαπροσωπικές σχέσεις και προβλήματα οικογενειακά, που προκύπτουν από κακούς χειρισμούς των μεγάλων και αφήνουν τραύματα στα παιδιά. Είναι η ιστορία ενός πληγωμένου συναισθηματικά και κοινωνικά παππού-Οδυσσέα και του εγγονού του, μια αφήγηση που ελπίζω ν’ αγγίξει τον αναγνώστη κάθε ηλικίας και να τον συντροφεύσει. Πιστεύω πως είναι ένα μυθιστόρημα που θα το απολαύσει ο αναγνώστης και θα πάρει απ’ αυτό ό,τι τον ενδιαφέρει περισσότερο. Τα όσα θέλω να πω τα λέω ξεκάθαρα και αποκωδικοποιητής δεν χρειάζεται. Οι ειδικοί υποστηρίζουν ότι η λογοτεχνία μας βοηθά να κατανοήσουμε καλύτερα τον εαυτό μας, τους άλλους, αλλά και την κοινωνία γενικότερα. Αν έστω και λίγο καταφέρει κάτι τέτοιο το Φιλί της λύκαινας, θα είναι μεγάλη χαρά για μένα.
Κάπου διάβασα ότι έχετε εκδώσει συνολικά 56 βιβλία. Κι είναι όλα τους παιδιά σας ή κάνετε κάποιες διακρίσεις;
– Τα βιβλία μου που έχουν εκδοθεί είναι περισσότερα. Έχουν φτάσει αισίως 69 και περιμένω τώρα το 70ο. Από αυτά, τα 62 είναι για παιδιά (άλλα για μικρά, άλλα για μεγάλα, άλλα για νέους και ενηλίκους), πέντε είναι θεωρητικά για την παιδική/νεανική λογοτεχνία και τρία απευθύνονται σε μεγάλους. Δεν μπορώ να κάνω διακρίσεις, δεν γίνεται να ξεχωρίσω κανένα, γιατί – όπως πολύ σωστά το είπατε – όλα είναι παιδιά μου.
Έχετε εργαστεί σε προγράμματα για τους πρόσφυγες κι έχετε προσφέρει εθελοντική εργασία. Ναι, αλλά σήμερα το προσφυγικό είναι τεράστιο και καθημερινά γινόμαστε μάρτυρες απίστευτων σκηνών βίας στα νησιά, στο Ελληνικό, νωρίτερα στην Ειδομένη. Τι θα μπορούσαμε να κάνουμε γι αυτούς τους ανθρώπους που δεν το κάναμε τελικά;
– Εθελοντική εργασία πολύωρη και σχεδόν καθημερινή έχω προσφέρει επί 30 συνεχή χρόνια (1978-2008) μόνο στη Διεθνή Οργάνωση Βιβλίων για τη Νεότητα (www.ibby.org) και το Ελληνικό της Τμήμα, τον Κύκλο του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου (www.greekibby.gr ). Με θέματα προσφύγων ασχολήθηκα επαγγελματικά, υπηρετώντας στον Διεθνή Οργανισμό Μεταναστεύσεως ( http://www.iom.int/about-iom ) επί 27 χρόνια (1958-1984). Η πλούσια εμπειρία μου από τη μακρόχρονη αυτή θητεία μού επιτρέπει να έχω ψύχραιμη ματιά στα θέματα προσφύγων και μεταναστών, βαθύτατη κατανόηση και έγκυρη πληροφόρηση.
Το προσφυγικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει στις μέρες μας η Ελλάδα και γενικότερα η Ευρώπη είναι όντως μεγάλο, αλλά όχι πρωτόγνωρο ανά τον κόσμο, τουλάχιστον μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Θα χρειαζόμασταν πολύ χώρο και χρόνο για ν’ απαριθμήσω τα μεγάλα προσφυγικά κύματα που δημιουργήθηκαν σε όλες τις ηπείρους κατά καιρούς και που φαίνεται να έχουν λησμονηθεί. Αναφέρω για παράδειγμα τον τεράστιο αριθμό προσφύγων που έφευγαν πανικόβλητοι με κάθε μέσο – πλωτό ως επί το πλείστον – όταν παραδόθηκε το Νότιο Βιετνάμ την άνοιξη του 1975, μετά την αποχώρηση των Αμερικανών.
Η διαφορά με το σημερινό πρόβλημα είναι ότι τότε οι ανεπτυγμένες χώρες είχαν όντως τη βούληση να συμβάλουν στην επίλυση τέτοιων προβλημάτων, κάτι που δεν βλέπω να είναι στις μέρες μας δεδομένο σε σχέση με τους πρόσφυγες από τη Συρία και από χώρες της Αφρικής. Οπότε ο ευεργετικός ρόλος των αρμόδιων διεθνών οργανισμών αναπόφευκτα περιορίζεται αφού δεν έχουν την πρέπουσα χρηματοδότηση για την έγκαιρη κατάστρωση πολλών αποτελεσματικών προγραμμάτων. Η Ελλάδα και οι Έλληνες πάντως έπραξαν, νομίζω, και εξακολουθούν πράττουν ό,τι μπορούν και ό,τι τους επιτρέπει η οικονομική κρίση που μαστίζει τη χώρα, κάτι που αναγνωρίζεται διεθνώς, αν κρίνει κανείς από τα ευνοϊκότατα σχόλια που δημοσιεύονται σχεδόν καθημερινά. Όσο για τα θλιβερά επεισόδια που συμβαίνουν στους τόπους που αναφέρατε, είναι ως ένα βαθμό αναπόφευκτα σε περιπτώσεις απελπισμένων και ταλαιπωρημένων ανθρώπων και θα πρέπει να τα αντιμετωπίζουμε με ψυχραιμία και κατανόηση. Εκείνο που πρέπει πάση θυσία να λείψει είναι η εκμετάλλευση των προσφύγων. Μολονότι βοηθούν πολύ οι επίσημες εθελοντικές, μη κυβερνητικές οργανώσεις (όπως το Σώμα Ελλήνων Προσκόπων, για παράδειγμα, αλλά και πολλοί άλλοι φορείς), χρειάζεται εντονότερη και αποτελεσματικότερη παρέμβαση των διεθνών, διακυβερνητικών οργανισμών, στους οποίους πρέπει διαρκώς να παρέχονται τα απαραίτητα μέσα από τις ανεπτυγμένες χώρες, όπως ορίζουν οι αρχές του ΟΗΕ.


Με αφορμή την τεράστια οικονομική κρίση που πλήττει την Ελλάδα πρωτίστως και την Ευρώπη γενικότερα, τι θα θέλατε να πείτε στους νέους ανθρώπους που τώρα ξεκινούν την πορεία τους; Πώς θα μπορούσαν να διαχειριστούν, μέσα τους κυρίως, αυτή την αλλαγή που συντελείται;
– Κατανοώ απολύτως τις δυσκολίες που περνούν οι σημερινοί νέοι, την απογοήτευσή τους για τα όνειρα που χάνονται και το άγχος τους για αβέβαιο μέλλον. Πέρασα παρόμοια δεινά στη νεότητά μου και τους νιώθω. Όμως «μπόρες» και «αντάρες», απρόσμενες καταστάσεις και όνειρα που χάνονται υπήρχαν και θα υπάρχουν πάντα στη ζωή. Βεβαιότητες δεν υπάρχουν ούτε στον ατομικό ούτε στον συλλογικό μας βίο. Αν αυτό παραλείψαμε να το μάθουμε στα παιδιά, το λάθος είναι δικό μας. Θα είχα να πω, λοιπόν, στους νέους – και το λέω συχνά στα μεγάλα παιδιά όταν με καλούν στα σχολεία – πως η ζωή μοιάζει με τη θάλασσα, που είναι γοητευτική όταν είναι γαλήνια, αλλά έχει και τρικυμίες, φαινόμενο αναπόφευκτο. «Ο καλός ο καπετάνιος στη φουρτούνα φαίνεται» λέει ωστόσο η παροιμία και το ίδιο ισχύει και για τη ζωή. Αυτό που μένει να κάνουμε λοιπόν όλοι είναι να πορευτούμε όσο πιο συνετά μπορεί ο καθένας, να αντιμετωπίσουμε την τρικυμία της εποχής μας με θάρρος, ελπίδα, επιμονή και υπομονή. Έτσι πορεύτηκαν πάντα οι Έλληνες, έτσι αντιμετώπισαν μύριες όσες δυσκολίες, αντιξοότητες, αδικίες και καταστροφές, γι’ αυτό και επέζησαν τόσους αιώνες, και μάλιστα συχνά σε συνθήκες εφιαλτικές. Χρειάζεται όμως διαρκής αγώνας, εγρήγορση, σωφροσύνη και κοινωνική συνοχή – κυρίως αυτή! Και τότε η γαλήνη σίγουρα θα επανέλθει.
Και μια τελευταία ερώτηση για την Ελλάδα. Τι σημαίνει για σας η Ελλάδα;
– Η Ελλάδα είναι η λατρεμένη μου πατρίδα, η μάνα γη μου, η γη των προγόνων μου, ο μόνη χώρα όπου μπορώ να ζήσω, όσο κι αν δυστυχήσει, όσες δυσκολίες κι αν αντιμετωπίσει, όσο κι αν κατά καιρούς την πληγώνουν, την κακομεταχειρίζονται ή ακόμα και τη διασύρουν με άστοχες ενέργειες τα παιδιά της. Έχω θαυμάσει πολλές χώρες στον κόσμο, με τα πάμπολλα ταξίδια που έχω κάνει στη ζωή μου, όμως πουθενά μα πουθενά αλλού δεν θα μπορούσα να εγκατασταθώ μόνιμα. Ίσως γι’ αυτό κατανοώ και τον καημό των προσφύγων που ξεριζώνονται και αναγκάζονται να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους. Εύχομαι κι ελπίζω ότι δεν θα μου συμβεί ποτέ κάτι τέτοιο. Για μένα και στην ηλικία που βρίσκομαι, ο ξεριζωμός θα ισοδυναμούσε με θάνατο.
 Θερμά σας ευχαριστώ κυρία Πέτροβιτς
 Κι εγώ σας ευχαριστώ
Για τη συγγραφική δουλειά της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου στους συνδέσμους που ακολουθούν:
Πηγή:

Δεν υπάρχουν σχόλια: