Πέμπτη, 24 Μαρτίου 2016

Ο Κανάρης και ο αυστριακός καπετάνιος



Όταν οι Έλληνες δημιουργούσαν το Έθνος
Ο Κανάρης και ο αυστριακός καπετάνιος
Ένα χαρακτηριστικό ιστόρημα από τον εθνικό μας αγώνα
Ο ναύαρχος του εθνικού μας αγώνα Κωνσταντίνος Κανάρης, όταν εμποδίστηκε από τη γαλήνη να κάψει κανένα τουρκικά πολεμικό στο λιμάνι της Αλεξάνδρειας, γύρισε πίσω με τους ναύτες στό μικρό του καραβάκι καταλυπημένος.
Από τή γαλήνη πού επικρατούσε ακόμα στη θάλασσα, δύσκολα προχωρούσε το καράβι του και στο μεταξύ τελείωσαν οι τροφές και το νερό, πού είχαν, κ’ έτσι έμειναν όλοι νηστικοί και διψασμένοι.
Βρίσκονταν τώρα ανοιχτά στο πέλαγος, όταν κάποιος ναύτης, πού παρατηρούσε μακριά στη θάλασσα, φωνάζει:
—Καπετάν Κωνσταντή !
—Τί είναι, ωρέ; ρώτησε βαριά ο Κανάρης.
-  Ένα καράβι έρχεται από μακριά!
—Καράβι;... Καλά! αποκρίθηκε ήσυχα.
Ύστερα διάταξε και γύρισαν το τιμόνι κατά το καράβι αυτό και σε μισή ώρα τα δυο καράβια ήταν κοντά πια.
Οι ναύτες παρατήρησαν ότι το καράβι ήταν  ένα μεγάλο αυστριακό ιστιοφόρο.
—Εμπρός, παιδιά! Πιάστε τους γάντζους! προστάζει τώρα ο Κανάρης.
Μερικοί ναύτες άρπαξαν τους γάντζους, άλλοι, όπως κι ο ίδιος ο Κανάρης, πήραν τις πιστόλες τους κι άλλοι τραβούσαν κουπί.
Σε λίγο βρέθηκαν κοντά στο μεγάλο εκείνο καράβι να ρίχνουν πάνω του μέ τους γάντζους.
Ο Κανάρης, με τον αχώριστο σύντροφο του Μικέ και με μερικούς άλλους ναύτες, σκαρφαλώνουνι πάνω ατό αυστριακό καράβι.
Με τις πιστόλες στο χέρι ζητούνε τον καπετάνιο του καραβιού.
Έρχεται αυτός τρομαγμένος και τους ρωτά ιταλικά τι θέλουν,
— Άκουσε! αποκρίνεται ο Κανάρης: θέλομε να μας δώσεις ψωμί, νερά και ό,τι άλλο φαγώσιμο έχει το καράβι σας, γιατί πεθαίνουμε από την πείνα.
Ο αυστριακός καπετάνιος, ύστερα από λιγόστιγμη σιωπή, κάνει ένα νόημα με το χέρι και διατάζει στο πλήρωμα του και κατεβάζουν στη βάρκα του Κανάρη αρκετά τρόφιμα και νερό.


—Δεν έχω χρήματα να σου τα πληρώσω τώρα! του λέει ο Κανάρης: Ωστόσο γράψε μου σ' ένα χαρτί πόσο  κοστίζουν  και φέρε μου το να το υπογράψω!
—'Ώ, δεν κάνουν τίποτα! άπαντα ο αυστριακός καπετάνιος, ευχαριστημένος, γιατί φτηνά τη γλίτωσε, ενώ νόμιζε ότι είχε να πάθει πολλά.
—Γράψε το χαρτί και φέρε μού το ! άπαντα περήφανα ο Κανάρης: Γράψε πώς σου χρωστούμε δύο χιλιάδες γρόσια!
Ο καπετάνιος δεν τόλμησε τότε να αντισταθεί. Πήρε, λοιπόν, χαρτί κι έγραψε μιαν απόδειξη. Ύστερα την έδωσε και την υπόγραψε ο Κανάρης.
Ο Κανάρης, δίνοντας πίσω την απόδειξη στον καπετάνιο εκείνο, του λέει:
-Το Έθνος μας θα σου τα πλήρωσει, καπετάνιε.!
—Το έθνος σας;  Αλλά εσείς δεν έχετε έθνος! τόλμησε να πει ο αυστριακός.
Τα μάτια του Κανάρη άστραψαν: Με θυμό και περήφανο αίσθημα μαζί του απάντησε:
—Σα δεν έχουμε έθνος, θα το κάνουμε!
Ξαναμπήκε έπειτα με την ακολουθία του στο καράβι τους και γύρισαν στην Ύδρα.
Πέρασαν κάμποσα χρόνια. Η "Ελλάδα ήταν πια ελεύθερη και είχε οργανωθεί σε κράτος. Ο Κανάρης είχε γίνει υπουργός των Ναυτικών.

 Με τον διορισμό του Όθωνα ως Βασιλιά της Ελλάδας, ο Κανάρης έφτασε μέχρι το βαθμό του ναυάρχου, ενώ διορίστηκε υπουργός Ναυτικών στην κυβέρνηση Ανδρέα Μεταξά και στην κυβέρνηση του Ιωάννη Κωλέττη αλλά και στην κυβέρνηση του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου το 1854.
Μια μέρα ξαφνικά βλέπει να μπαίνουν στο γραφείο του ο παλιός του σύντροφος Μικές, που συνόδευε κι έναν άλλον κύριο που ο Κανάρης δε θυμόταν που τον είχε δει.
Ο Μικές στο μεταξύ είχε γίνει καπετάνιος εμπορικού καραβιού
Αφού χαιρετίστηκαν, ο Μικές του λέει:                                           
-Καπετάνιε, δεν τόνε θυμάσαι τον κύριο από δω;
- Οχι, καπετάν Μικέ, απάντησε με στενόχωρο ύφος ο Κανάρης.
— Κ’ εγώ δυσκολεύτηκα να τόνε γνωρίσω. Τόνε θυμήθηκα όμως. Τόνε σύντυχα στο Γαλάτσι της Ρουμανίας και σου τόνε φέρνω.  Ξέρεις, είναι κείνος ο αυστριακός καπετάνιος, πού πήραμε τότε τρόφιμα και υπόγραψες ένα χαρτί χρεωστικό για δύο χιλιάδες γρόσια,
—Βρέ, βρε! τώρα θυμήθηκα! απαντά ο Κανάρης, Και γυρίζοντας στον αυστριακό, του λέει σοβαρά:
—Έχεις το χαρτί  εκείνο; Δώσε μου το, καπετάνιε!
Βγάζει ο αυστριακός το χαρτί και με πολλή ταπεινοσύνη το παρουσιάζει στον υπουργό.
Ο Κανάρης έριξε ένα βλέμμα και διατάζει αμέσως να πληρωθεί το ποσό αυτό στον αυστριακό πλοίαρχο.
Υπογράφει το ένταλμα για την πληρωμή και το δίνει στον αυστριακό. Κι’ ενώ αυτός κοίταζε το χαρτί με απορία, ο δοξασμένος ναύαρχος γύρισε προς το μέρος του:
—Βλέπεις; του λέει, γελώντας με περηφάνια και με αρκετή ειρωνεία: Δεν πίστευες τότε στα λόγια μου. Δεν είχαμε έθνος, το κάναμε όμως!,..

Δεν υπάρχουν σχόλια: