Τρίτη, 22 Μαρτίου 2016

Ο Αδαμάντιος Κοραής φλογίζει τον πόθο της λευτεριάς

Ο μεγάλος Διδάσκαλος του Γένους Αδαμάντιος Κοραής 
που ανάλωσε όλη του τη ζωή για να αφυπνίσει την εθνική συνείδηση.·



Ο Αδαμάντιος Κοραής φλογίζει τον πόθο της λευτεριάς
Αφυπνίζει την εθνική συνείδηση και δίνει το σύνθημα της εθνεγερσίας: «Θάνατος ή Ελευθερία»...
ΚΟΡΥΦΑΙΑ θέση ανάμεσα στους μεγάλους Διδασκάλους του Γένους, τους πνευματικούς αγωνιστές της εθνεγερσίας, που φλόγισαν τον πόθο για λευτεριά στους σκλαβωμένους Έλληνες και χαλύβδωσαν τις ψυχές τους για καθολική αντίσταση κατά της τουρκικής τυραννίας, κατέχει ο Αδαμάντιος Κοραής.
Ο μεγάλος αυτός Έλληνας πατριώτης, πνευματικός άνθρωπος, γιατρός και διαπρεπής φιλόλογος, αποφασίζει από τη νεότητα του να εγκαταλείψει κάθε ιδιοτελή επιδίωξη, ν' αποποιηθεί δελεαστικές προτάσεις και διακρίσεις και ν' αναλώσει τη ζωή του «εις ό,τι την Πατρίδα έμελλε μάλλον να ωφελήση». Η αγάπη του για την πατρίδα και την επιστήμη είναι ο σκοπός της ζωής του.
Πολύ νωρίς, από το Παρίσι όπου ζει, διαπιστώνει ότι το σκλαβωμένο Γένος χρειάζεται βοήθεια πνευματική. Χρειάζεται αφυπνιστήρια σαλπίσματα. Γράφει λοιπόν και τυπώνει κείμενα γεμάτα εθνεγερτήριο παλμό, που προορίζει για την πατρίδα προκειμένου να φουντώσει τον ιερό πόθο των Ελλήνων για ανεξαρτησία.
Με την Αδελφική Διδασκαλία του (1798), πρώτο φιλελεύθερο κήρυγμα, το Άσμα Πολεμιστήριον (1800) και το Σάλπισμα Πολεμιστήριον (1821), καλεί τους Έλληνες να κρατήσουν σταθερή και φλογερή την αγάπη τους για την ελευθερία τονίζοντας:
«Μήτε πυρ, μήτε σίδηρος να ψυχραίνει ποτέ εις τας υμετέρας καρδίας την διάπυρον της ελευθερίας αγάπην, το άσπονδον κατά της τυραννίας μίσος...». "Θάνατος ή Ελευθερία". Έξω των δύο τούτων, άλλη πλέον εκλογή δεν μας έμεινεν...».

«Πολεμήσατε περί πίστεως, περί πατρίδος...»
Με κείμενα φλογερά, ψυχωμένα, καλεί τους Έλληνες σε αγώνα ανεξαρτησίας, να πολεμήσουν όλοι, ενωμένοι και με πίστη στον θεό, «τον τρισβάρβαρον, τον άσπλαχνον τύραννον της Ελλάδος»:
• «Επικαλεσάμενοι την εξ ουρανού βοήθειαν και ασπασάμενοι εις τον άλλον με τα δάκρυα της ελπίδος και της χαράς, οι νέοι με τα όπλα, οι γέροντες με τας ευχάς και τας παραινέσεις, οι ιερείς με τας ευλογίας και τας προς τον Θεόν δεήσεις, όλοι ομού ενωμένοι, γενναίοι του ελληνικού ονόματος κληρονόμοι, πολεμήσατε γενναίως περί Πίστεως, περί Πατρίδος, περί γυναικών, περί τέκνων, περί πάσης της παρούσης και της επερχόμενης γενεάς των Γραικών, τον τρισβάρβαρον, τον άσπλαγχνον τύραννον της Ελλάδος, αν θέλετε να φανήτε άξιοι των Παλαιών Ελλήνων απόγονοι, αν θέλετε να αφήσετε, ως εκείνοι, το όνομα σας αείμνηστον εις τους αιώνας των αιώνων. Γένοιτο». (Σάλπισμα Πολεμιστήριον 1821).
Με επιστολή του στους ηρωικούς Σουλιώτες, προδρόμους του Εικοσιένα, τους ενθαρρύνει αλλά και τους υπογραμμίζει το μέγα αγαθό της ελευθερίας ως εξής:
• «Ο ελεύθερος άνθρωπος είναι το πλέον πολύτιμον πράγμα αφ' όσα σκεπάζει ο ουρανός και βλέπει ο ήλιος. Ο δούλος δεν αξίζει μήτε όσον ψωμίον τρώγει».
Γνωρίζει ο σοφός δάσκαλος ότι η παιδεία πολεμάει τη δουλεία και γι' αυτό εργάζεται να μεταλαμπαδεύσει στο σκλαβωμένο Γένος τα φώτα των Ελλήνων σοφών. Μια σειρά από 66 τόμους βιβλίων τυπώνονται για το σκοπό αυτόν και παρατηρήσεις, με εγερτήριο παλμό. Οι σημειώσεις του σοφού Κοραή τα κάνει περιζήτητα και στους ξένους. Έτσι γαλουχείται το Γένος με τα νάματα της προγονικής σοφίας. Ποδηγετούν και αφυπνίζουν το έθνος ο Όμηρος, ο Πλάτων, ο Ισοκράτης, ο Αριστοτέλης, ο Ξενοφών...
Πλημμυρισμένος από πάθος κι αυταπάρνηση για τη διαφώτιση του ελληνικού έθνους γράφει:
  «Έτρεφα επιθυμίαν προ πολλού να συνεργήσω το κατά δύναμιν, εις την Παιδείαν των ομογενών μου και μάλιστα αφού επληροφορήθην ότι η αύξησις και η εξάπλωσις της Παιδείας εις το Γαλλικόν Έθνος εγέννησε τον έρωτα της ελευθερίας...».
Για την Παιδεία γράφει και στον ναύαρχο της Ύδρας Μ. Τομπάζη και υπογραμμίζει:
• «Έπειτα τι άλλο δύναμαι να σου είπω πλειότερον παρά παιδείαν, παιδείαν και πάλιν και πολλάκις παιδείαν; Μόνη η Παιδεία έχει να θεραπεύσει τας κοινάς του ταλαίπωρου Γένους ημών δυστυχίας».
Έλληνες νέοι, φοιτητές κι εμπορευόμενοι, που πηγαίνουν στο Παρίσι, επισκέπτονται τον σοφό δάσκαλο, παίρνουν οδηγίες και έντυπο υλικό για τη σκλαβωμένη πατρίδα. Το σπίτι του είναι πέρασμα αλλά και πνευματικό φροντιστήριο εθνεγερσίας. Είναι, όπως εύστοχα χαρακτηρίστηκε, το αληθινό υπουργείο Παιδείας του Γένους.
Το έργο του Αδαμάντιου Κοραή είναι πολύπλευρο. Αλληλογραφεί με Έλληνες και ξένους. Στέλνει αγωνιώδες υπόμνημα στον Μεγάλο Ναπολέοντα, για να δείξει ενδιαφέρον για την ελευθερία της Ελλάδος. Απαντάει σε άδικες επιθέσεις και κρίσεις κατά των Ελλήνων. (Διασώζονται περισσότερες από χίλιες επιστολές του). Εκδίδει και διοχετεύει πατριωτικά φυλλάδια προς διάφορες κατευθύνσεις. Δείχνει ενδιαφέρον για την Εκκλησία και τη μόρφωση του κλήρου. Καταπιάνεται και με εκδόσεις θρησκευτικών κειμένων. Είναι υποστηρικτής της προφύλαξης, της προστασίας, της ακεραιότητας της Ορθοδοξίας από κάθε ξενική επέμβαση. Λίγες μέρες πριν από την άλωση της Τριπολιτσάς είναι βαθιά συγκινημένος. Βλέπει ότι η πολυπόθητη λευτεριά ξαναζωντανεύει, αλλά φοβάται μήπως δεν προλάβει, λόγω θανάτου, να τη γευθεί και γράφει δακρυσμένος:
• «Επέκεινα να προχωρήσω, ω φίλη μου Πατρίς, μ' εποδίζει την ώραν ταύτην ο γεννηθείς εις την ψυχήν μου σεισμός... Εις τας τελευταίας ημέρας της οδυνηρός μου ζωής ακούω, παρά πάσαν ελπίδα, ότι εξήνθησε και πάλιν η από τους Τυράννους καταμαραμένη σου Ελευθερία. Μη δυνάμενος να ακούσω ή να ίδω πλέον και τους καρπούς της... τους εύχομαι πολλούς και καλούς εις όλα σου τα τέκνα αδελφούς μου! Χαίρε, φίλη μου Πατρίς».
Η κήρυξη της Ελληνικής Επανάστασης βρήκε τον Κοραή στα 73 του χρόνια. Είχε όμως καρδιά κι ενθουσιασμό εφήβου. Γεμάτος συγκίνηση γράφει τότε στον Οδυσσέα Ανδρούτσο:
«Αν είχα στρατιωτικήν ηλικίαν, ήθελα τρέξει να γραφθώ στρατιώτης της Πατρίδος στρατηγούμενος από τον Οδυσσέα».



Στις 11 Μαΐου 1875 στήθηκε ο ανδριάντας του Κοραή στα Προπύλαια του Πανεπιστημίου ως ελάχιστος φόρος τιμής για τις μεγάλες υπηρεσίες του στην εθνεγερσία


Όχι στην «άνομον ελευθερίαν»
Ο εμπνευσμένος δάσκαλος και παιδαγωγός της ελληνικής φυλής Αδαμάντιος Κοραής διδάσκει ότι για να εδραιωθεί η ελευθερία που αποκτάται με ποταμούς αιμάτων, πρέπει να επικρατεί δικαιοσύνη και νόμος, ισονομία και ομόνοια, παιδεία και αρετή. Διδάσκει ότι πρέπει να εμφυτεύεται στις ψυχές των παιδιών «άσπονδον μίσος κατά πάσης αδικίας» και δίνει την ορθή ερμηνεία της ελευθερίας. Τάσσεται συγκεκριμένα εναντίον της «ανόμου ελευθερίας» που μεταβάλλει την κοινωνία σε «κοινωνία ληστών» και τονίζει:
  «Τίποτε δεν εκατορθώσετε αφίνοντες κληρονομίαν εις τα παιδιά σας την πατρικήν γην ελεύθερον από τυράννους, αν δεν φροντίσητε να φυτεύσητε εις τας νεαράς αυτών ψυχάς μίσος άσπονδον κατά πάσης αδικίας...».
  «Η Ελευθερία του ανθρώπου είναι να πράσσει ανεμποδίστως όχι ό,τι θέλει, αλλ' ό,τι συγχωρούν οι νόμοι».
  Από τοιαύτην άνομον ελευθερίαν όταν μεθυσθή η πόλις, δεν είναι πλέον πολιτική κοινωνία, αλλά είναι κοινωνία ληστών ή μάλλον αγρίων θηρίων, τα οποία χωρίς αίσθησιν αμοιβαίας αγάπης, χωρίς φροντίδα του κοινού συμφέροντος δαγκάνονται, σπαράσσονται, τρώγονται αμοιβαίως έως να ε-ξολοθρευθώσιν ολότελα...».
  «Πλανάται όστις χωρίζει το ίδιον αυτού συμφέρον από το κοινόν συμφέρον ή ζητεί το κέρδος του εις την ζημίαν των άλλων».
  «Μόνον του Ευαγγελίου η διδαχή ημπορεί να σώση την αυτονομίαν του Γένους, όταν μάλιστα κηρύττεται από ποιμένας φίλους της αληθείας και της δικαιοσύνης».

Η πενία του Κοραή
Στο μεγάλο αυτό έργο του Αδαμαντίου Κοραή υπάρχουν αντιξοότητες, δυσκολίες, κόπος και μόχθος, στερήσεις και σχεδόν ασκητική ζωή.
Από τα εφηβικά του χρόνια μέχρι τον θάνατο του αδυσώπητος εχθρός του ήταν η πενία. «Θηρίον βαρύτατον» ονομάζει την πενία ο Μένανδρος. Από τις επιστολές που έστελνε ο Κοραής στον φίλο του Πρωτοψάλτη καταλαβαίνουμε πόσο φοβερή ήταν η φτώχεια του. Από το Λιβόρνο κι αργότερα από το Παρίσι, έγραφε αγωνιώδη γράμματα στον Πρωτοψάλτη να πουλήσει έπιπλα και σκεύη του σπιτιού του στη Σμύρνη ώστε με το αντίτιμο τους ν' αντιμετωπίσει τις άμεσες ανάγκες του. Τον Σεπτέμβριο" του 1872 έγραφε:
  «Σου υπενθυμίζω να επιμεληθής την πώλησιν εκείνων των ολίγων πραγμάτων, διά να με στείλης χωρίς αναβολήν τα εξ αυτών συναχθησόμενα αργύρια».
Ο Πρωτοψάλτης καθυστερούσε από διάφορα εμπόδια να εκτελέσει την παραγγελία του φίλου του. Τότε ο Κοραής με φανερό άγχος και ανυπομονησία του ξαναγράφει:
  «Πίστευσόν μοι ότι, όταν ήλθεν η πόστα και δεν έλαβα τα ελπιζόμενα, ηγανάκτησα, μεγάλως μάλιστα, διότι επρόσμενα αυτά τα ολίγα αργύρια, διά να αγοράσω μερικά αναγκαιότατα βιβλία, χωρίς των οποίων είναι αδύνατον να υπάγω εμπρός».
Αλλά οι ανάγκες δεν τελειώνουν. Γι' αυτό παρακαλεί τον Πρωτοψάλτη να «σκοτώσει» ό,τι δικό του και της οικογενείας του απομένει:
  «Όσα είδη ιδικά μου έμειναν εις χείρας σου, κάμε τρόπον (να ζης) να τα πώλησης το γρηγορώτερον το να προσμένης περισσότερον είναι ανωφελές- είπε του αδελφού μου να σου δώση και μερικά υποκάμισα παλαιά, διά να πώλησης και αυτά».
Για ν' αποφεύγει ο Κοραής τα ταχυδρομικά έξοδα έστελνε τα γράμματα του όχι με το ταχυδρομείο αλλά με φίλους και γνωστούς ταξιδιώτες. Συχνά εκμυστηρευόταν σε φίλους του, όπως στον Πρωτοψάλτη, τις στερήσεις του και τη φτώχεια του. Τους έγραφε για τον αγώνα που έδινε με τις σπουδές του στην Ιατρική στο Μονπελιέ της Γαλλίας:
  «Προσπαλαίω με δύο φοβερούς και ρωμαλέους εχθρούς, την πενίαν και τους κόπους των μαθημάτων και ποίος; Όχι κανένας Ηρακλής, αλλ' άνθρωπος λεπτής και νοσηρός κράσεως...».
Η έλλειψη χρημάτων είναι ένα διαρκές βάσανο που γίνεται ακόμη σκληρότερο όταν το αντιμετωπίζει κανείς στην ξενιτιά κι ενώ έχει πόθους ιερούς για έργα αγάπης προς την πατρίδα. Έτσι λοιπόν σε κάποια του επιστολή γράφει:
  «Ευρίσκομαι κατά το παρόν καλά, αν είναι δυνατόν να ευρίσκεται καλά, όστις ευρίσκεται εις αναργυρίαν».
Για ν' αντιμετωπίζει τις άμεσες βιοτικές ανάγκες εργαζόταν ως μεταφραστής βιβλίων. Και για τη δραστηριότητα του αυτή έγραφε: «Αναγκαζόμένος δε να σπουδάζω ημέραν και νύκτα, διά να κερδαίνω και αυτήν την ολίγην ζωοτροφίαν, μετέφρασα τέσσερα συγγράμματα, τρία από την γερμανικήν και το τέταρτον από την αγγλικήν διάλεκτον. Αφήνω σε να καταλάβης πόσον αυτή η κακοπάθεια της σαρκός και του πνεύματος έπρεπε να σύντριψη και να καταφθείρη το πανάθλιόν μου σώμα...».
Τις φοβερές ανάγκες και δυσκολίες του κρατούσε απόρρητες ο μεγάλος δάσκαλος του Γένους. Ήταν αξιοπρεπής στην πενία του. Μερικές φορές όμως γίνονταν φανερές οι δυσκολίες του όπως όταν εκποιούσε μέρος των βιβλίων του για ν' αντιμετωπίσει άμεσες ανάγκες.


Το κενοτάφιο του Κοραή στο Μοντπαρνάς

Αναμένει σε κάποια περίοδο της ζωής του ο Αδαμάντιος Κοραής να ενισχυθεί οικονομικά από την πώληση ενός ωρολογίου και ενός σιδερένιου κιβωτίου που του ανήκαν. Την πώληση τους είχε αναλάβει ο φίλος του Πρωτοψάλτης στη Σμύρνη. Για την προσπάθεια πώλησης των αντικειμένων αυτών, που φανερώνουν την έσχατη πενία του Κοραή, υπάρχει μια ενδιαφέρουσα αλληλογραφία. Γράφει λοιπόν στον Πρωτοψάλτη:
  «Ελπίζω να με γράψης πρώτον, ότι επώλησας το ωρολόγιον και το σιδηρούν κιβώτιον, αν δεν το έκαμες, μη βραδύνης να το κάμης, διότι είμαι γυμνός ακόμη από βιβλία και άλλα αναγκαία. Αν είναι αδύνατον να πώλησης ευθύς το ωρο-λόγιον, παρακάλεσον τον εξάδελφόν μου Κ. Διαμαντήν να σε δανείση 50 γρόσια, λαβών ενέχυρον προς ώραν το ωρολόγιον, και πέμψον αυτά χωρίς αναβολήν».
Φαίνεται όμως ότι ο χρόνος κυλούσε άπρακτος. Οι διαπραγματεύσεις που έκανε ο Πρωτοψάλτης για την πώληση τους δεν τελεσφορούσαν. Γι' αυτό ο Κοραής γράφει και πάλι στον φίλο του με κάποια διάθεση χιούμορ, σε απάντηση φυσικά ανακοινώσεων του για ενέργειες που είχε κάνει εκείνος, και σημειώνει:
  «Είδα και τα όσα εδοκίμασας διά το ωρολόγιον, όσα είπας τον μεσίτην, όσα σε είπεν ο μεσίτης, τους κόπους του ωρολογά, διά να το καθαρίση, τους ιδικούς σου, διά να το μεταφέρης από του ωρολογά εις τον μεσίτην και από του μεσίτου εις τον ωρολογάν, βάσανα μεγάλα και φοβερά, διά τα οποία όμως δεν συμπάσχω, μήτε σε λυπούμαι παντάπασιν, ότι είναι εκούσια και δεν δύνασαι να αιτιαθής μήτε θεόν μήτε τύχην. Αφού το έλαβες εις χείρας αυτό το ατυχές ωρολόγιον, το ενόμισας θησαυρόν, σε εφάνη, δεν ηξεύρω πώς, πολυτελέστερον λίθων τιμίων, και απεφάσισας να κερδίσης απ' αυτό δύο ή τριών ετών ζωοτροφίαν μου. Θαυμάζω ότι δεν ευρέθη ακόμη κανείς να σε δώση τουλάχιστον χίλια γρόσια»!
Για την άθλια οικονομική του κατάσταση πληροφορήθηκε όπως φαίνεται και ο Καποδίστριας κι ενδιαφέρθηκε σχετικά. Τότε ο Κοραής του έγραψε:
  «Η πενία μου, την οποίαν βλέπω ότι γνωρίζεις, δεν με καταισχύνει, επειδή δεν εγεννήθη ούτ' απ' αργία ούτ' απ' ασωτίαν, αλλ' από περιστάσεις απροσδόκητους- με θλίβει όμως, διότι μ' εμποδίζει να συνεισφέρω κι εγώ όσον επιθυμώ εις τας πολλάς χρείας (=ανάγκας) της πατρίδος...»
Ένα μόνο φοβόταν ο Κοραής από την πενία του, να μη γίνει αυτή αφορμή και του αρπάξει την ανεξαρτησία του. Γι' αυτό έλεγε:
  «Δεν λυπούμαι ότι είμαι πτωχός- σπαράσσει μόνον την καρδίαν μου ο φόβος μήπως η πενία αρπάση την ανεξαρτησίαν μου».
Με χρήματα εράνων έζησε τα στερνά χρόνια της ζωής του ο Αδαμάντιος Κοραής, αυτός ο σπουδαίος συγγραφέας και σχολιαστής των αρχαιοελληνικών κειμένων, που ήταν ο πνευματικός μαχητής της ελευθερίας των Ελλήνων.
Τα χρήματα του εράνου τα προσέφεραν ο Ζαννής Βλαστός (600 φράγκα ετησίως), ο Ιάκωβος Ρώτας (500), ο Αμβρόσιος Στεφάνου Ράλλης (300), ο Αλέξανδρος Κοντόσταυλος (300) και μερικοί άλλοι λιγότερα. Ο Κοραής βέβαια νόμιζε ότι έπαιρνε τα χρήματα ως δάνειο με υποθήκη των βιβλίων και των εκδόσεων του!...

 Η νεκροφόρα που μετέφερε τα οστά του Κοραή στο Κοιμητήριο

Σύντομα βιογραφικά
Ο Αδαμάντιος Κοραής γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1748. Ο πατέρας του καταγόταν από τη Χίο και ήταν έμπορος στο επάγγελμα. Η μητέρα του ήταν κόρη λογίου.
Η έμφυτη κλίση του Κοραή και το οικογενειακό του περιβάλλον τον οδήγησαν νωρίς να επιδοθεί με ζήλο στα γράμματα, στη μελέτη των εκκλησιαστικών και αρχαίων συγγραμμάτων και στην εκμάθηση αρκετών ξένων γλωσσών. Τα πρώτα του γράμματα τα διδάχτηκε στην Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης.
Το 1771 ταξίδεψε στο Άμστερνταμ της Ολλανδίας, για να βοηθήσει τον πατέρα του σε εμπορικές εργασίες. Επέστρεψε στη Σμύρνη το 1778 όπου παρέμεινε τέσσερα χρόνια. Κατά την περίοδο εκείνη πραγματοποίησε και τον πρώτο καρπό των πνευματικών κόπων του που ήταν η μετάφραση της Ορθοδόξου διδασκαλίας του Ρώσου μητροπολίτη Πλάτωνος η οποία τυπώθηκε στη Λειψία το 1782. Συνέγραψε έπειτα ο Κοραής και την Συνοψιν της Ιεράς Ιστορίας της Κατηχήσεως.
Στις 9 Οκτωβρίου του 1782 φθάνει στο Μονπελιέ, της Γαλλίας χωρίς χρήματα και χωρίς φίλους, αλλά αποφασισμένος ν' αγωνιστεί, να σπουδάσει ιατρική. Γρήγορα ξεχωρίζει και διαπρέπει στις σπουδές του. Οι διδακτορικές διατριβές του επαινούνται και σε λίγο του ανοίγουν τιμητικά τις πύλες της Ακαδημίας των Επιστημών. Αντιμετωπίζει όμως, όπως ήδη προαναφέραμε, πιεστικά οικονομικά προβλήματα, καθώς στο μεταξύ έχουν πεθάνει οι γονείς του. Επιβιώνει με φοβερές αντιξοότητες, μ' ενισχύσεις συγγενών και πενιχρά εισοδήματα από μεταφράσεις που αναμαλαμβάνει. Διεκτραγωδεί τότε μ' έμφαση σ' επιστολή του τη δεινή θέση του και γράφει:
- «Βιβλία δεν έχω, ενδυμάτων υστερούμαι, η τροφή μου είναι αθλία, η κατοικία μου αθλιεστέρα».
Από το 1788 ως το τέλος της ζωής του ο Κοραής εγκαθίσταται και ζει στο Παρίσι. Και δεν το κάνει βέβαια αυτό για ν' ασκήσει το επάγγελμα του αλλά για να εργασθεί αποτελεσματικότερα για τη λευτεριά της σκλαβωμένης πατρίδας.
Από το 1798, εμφανίζεται ως φιλόλογος με την έκδοση των Χαρακτήρων του Θεοφράστου. Ακολουθούν δύο τόμοι με ιατρικές πραγματείες του Ιπποκράτους.
Ακολουθεί το 1805 ή μνημειώδης Ελληνική Βιβλιοθήκη του με δεκάδες καλοδιαλεγμένα, επίκαιρα για τους σκλαβωμένους Έλληνες έργα αρχαίων συγγραφέων όπως: Λόγοι του Ισοκράτους, τα Πολιτικά και οι Παράλληλοι βίοι του Πλουτάρχου, τα Ηθικά Νικομάχεια του Αριστοτέλη, τα Απομνημονεύματα του Ξενοφώντος κ.λπ.
Τα βιβλία αυτά, εμπλουτισμένα μ' εύστοχες κριτικές, διορθώσεις και παρατηρήσεις του πολυμαθούς Κοραή, μεταφέρουν το μήνυμα των αρχαίων στους σύγχρονους του Έλληνες, που είναι η αφύπνιση της εθνικής συνείδησης, η προβολή προτύπων φιλοπατρίας...
Ο μεγάλος διδάσκαλος του Γένους Αδαμάντιος Κοραής πέθανε τα μεσάνυχτα της 25ης Μαρτίου του 1833. (Σε μερικές πηγές αναφέρεται ημερομηνία θανάτου η 6η Απριλίου. Πιθανόν να γίνεται ο υπολογισμός με βάση διαφορετική, δηλαδή παλαιό και νέο ημερολόγιο). Η ύστατη αγαπημένη λέξη που πρόφερε ο Κοραής ήταν η λέξη «Πατρίς».
Να πώς αφηγείται τη στερνή τούτη στιγμή της ζωής του ο Χίος Κωνσταντίνος Πιπιτζιός που ήταν δίπλα του:
- «Αίφνης τον ήκουσα να εκφωνεί την λέξιν Πατρίς. Εξ υπόνοιας μη δεν είχον αντιληφθή ακριβώς τον επλησίασα ήρεμα και τον ηρώτησα, θέλετε τι; Πατρίς, και πάλιν αναφώνησε... και εκοιμήθη εν ειρήνη».
Πλήθος Ελλήνων των Παρισίων και πολλοί Γάλλοι παρακολούθησαν την κηδεία του μεγάλου υπερμάχου της ελευθερίας. Πολλοί έκλαψαν τον αγνό πατριώτη που τάφηκε σε ξένη γη, αλλά γη προσφιλή.
Στο Νεκροταφείο του Μον-Παρνάς των Παρισίων έχει στηθεί χάλκινη προτομή στον τάφο του με επιτύμβια επιγραφή που είχε συντάξει ιδιοχείρως ο Κοραής και έχει ως εξής:
• «Αδαμάντιος Κοραής, Χίος, υπό ξένην μεν, ίσα δε τη Ελλάδι πεφιλημένην γην των Παρισίων κείμαι».
Τα οστά του μεταφέρθηκαν στην Αθήνα και εναποτέθηκαν στο Α' Νεκροταφείο στις 8 Απριλίου του 1877. Δύο χρόνια νωρίτερα, στις 11 Μαΐου 1875, στήθηκε ο μαρμάρινος ανδριάντας του στα προπύλαια του Εθνικού Πανεπιστημίου.

 Το μεγαλοπρεπές ταφικό μνημείο του στο Α' Νεκροταφείο Αθηνών
 Η Ελλάς συγχαίρει
Ο μεγάλος αυτός μαχητής της ελευθερίας των Ελλήνων ευτύχησε να ιδεί την Ελλάδα ελεύθερη και να χαρεί τους αγώνες του τους πνευματικούς με τους οποίους γαλούχησε το Γένος.
Έξι χρόνια πριν από τον θάνατο του, στις 9 Απριλίου 1827, το ψήφισμα της Γ' Εθνικής Συνελεύσεως της Τροιζήνας απευθυνόμενο «προς τον σοφόν Αδαμάντιον Κοραήν» τον συγχαίρει και τον ευγνωμονεί διότι: «Ο προς την Παιδείαν έρως των Ελλήνων επήγασεν από τα φώτα, όσα προ τινών χρόνων ενέσπειραν εις τας καρδίας των τα προλεγόμενα σου από τα βιβλία που επρομήθευσεν εις την Πατρίδα ο πατριωτισμός σου...».
Και συνεχίζει το συγχαρητήριο και ευχαριστήριο ψήφισμα:
«Το Ελληνικόν Έθνος, συνηγμένον εις την Γ' Εθνικήν Συνέλευσιν διά τα μεγάλα του συμφέροντα, σου προσφέρει το σέβας και εκ της μέσης καρδίας αγάπην του. Αλγεί αισθανόμενον ότι δεν ημπορεί να κατασπασθή την ιεράν σου κορυφήν, καταφιλεί όμως τα χρυσά σου λόγια, τα σοφά σου παραγγέλματα, συνομιλεί με τα βιβλία σου, φωτίζει το πνεύμα και την καρδίαν του ευχόμενον να μη παύσης του να κοινοποιής τα αγαθά σου φρονήματα εις τους συμπολίτας σου συμβουλεύων τα κοινά συμφέροντα. Είθε να ζης υγιαίνων, σεβασμιώτατε Γέρων, της ελευθερίας υπέρμαχε».
ΜΙΧΑΛΗΣ Κ. ΤΣΩΛΗΣ
ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια: