Δευτέρα, 11 Απριλίου 2016

Νίκου Αμμανίτη : Μέρες του Απρίλη




ΑΝΑΔΡΟΜΕΣ & ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ
μέσα στον χρόνο

Μέρες του Απρίλη

Tου Νίκου Αμμανίτη

Τέλος του Απρίλη έπεφτε και εκείνη τη χρονιά το Πάσχα, και, μήνες πρωτύτερα, η γυναίκα μου κι εγώ αποφασίσαμε να απεμπολήσουμε τα πάτρια έθιμα και -περιφρονώντας μαγειρίτσες, οβελίες και κοκορέτσια- να κάνουμε Πάσχα στο εξωτερικό.
Βάλαμε κάτω χάρτες που μας έδωσαν τζάμπα οι εταιρείες πετρελαιοειδών, που μοίραζαν τότε για διαφήμιση αβέρτα κατατοπιστικά τουριστικά έντυπα σε όσους επρόκειτο να ταξιδεύσουν με το αυτοκίνητό τους στο εξωτερικό. Είχε αρχίσει να γίνεται προσιτή η απόκτηση αυτοκινήτου και προωθούντο με «καμπάνιες» οι μετακινήσεις μεταξύ Ελλάδος και Ιταλίας με τα δύο ολοκαίνουργια ferry boat, το «Εγνατία και το Άππια», που καθιέρωσαν τα δρομολόγια Πάτρα-Μπρίντιζι, και οι πετρελαιάδες ψάρευαν πελατεία.
Βάλαμε λοιπόν κάτω τα οικονομικά μας και καταστρώσαμε με κάθε λεπτομέρεια το πρόγραμμα της εξορμήσεώς μας. Θα φεύγαμε από την Πάτρα στις 23 Απριλίου 1967, Σάββατο του Λαζάρου, στις 10 το βράδυ.
Όλα είχαν προβλεφθεί και τακτοποιηθεί σχολαστικά. Βγάλαμε διαβατήρια και πήραμε βίζες από την πρεσβεία της Γιουγκοσλαβίας, μέσω της οποίας θα επιστρέφαμε για λόγους οικονομίας.
Τακτοποιήσαμε κατόπιν τα χαρτιά του αυτοκινήτου, διότι για να βγει αυτοκίνητο από την Ελλάδα η «κείμενη νομοθεσία» της γραφειοκρατίας απαιτούσε ένα κάρο πιστοποιητικά. Χρειαζόταν, κατ’ αρχάς, να εκδοθεί «τρίπτυχο», το οποίον επείχε θέση άδειας κυκλοφορίας στην αλλοδαπή. Ήταν ένα πολυσέλιδο μεγαλούτσικο βιβλιαράκι, με εξώφυλλο από μαλακό χαρτόνι, όπου αναγράφονταν τα στοιχεία του αυτοκινήτου και όταν θα πραγματοποιείτο η «είσοδος-έξοδος από τη χώρα», με ανάλογες σφραγίδες τελωνείων.
Στις πολλές εσωτερικές του σελίδες αναγράφονταν οδηγίες χρήσεως σε όλες τις… ξένες γλώσσες. Για να το αποκτήσεις εγγυόσουν στην Τράπεζα της Ελλάδος πως εάν το έχανες, (π.χ. αν στο έκλεβαν), αν το τσάκιζες σε κανένα ντουβάρι ή εάν το πουλούσες εκτός συνόρων, όφειλες να καταθέσεις στην τράπεζα ποσό ίσο με την αξία που πουλούσε η εν Ελλάδι αντιπροσωπεία καινούριο παρεμφερές αυτοκίνητο. Χρειαζόταν επίσης να σου εκδοθεί διεθνές δίπλωμα οδηγήσεως και πράσινη κάρτα, που αποδείκνυε πως το όχημα ήταν ασφαλισμένο με μικτή ασφάλεια διάρκειας ενός μηνός, η οποία ίσχυε μοναχά στο εξωτερικό.
Όλα αυτά, πλην της ασφάλειας, εκδίδονταν στην ΕΛΠΑ και κόστιζαν ένα κάρο λεφτά… Ευτυχώς, θα παίρναμε μαζί μας για παρέα ένα κολλητό μας ζευγάρι, οπότε τα γενικά έξοδα, βενζίνες, διόδια, κ.λπ., μοιράζονταν στα δύο.
Πανευτυχής εγώ, διαλαλούσα, στο στυλ που κακαρίζει η κότα το αυγό που γεννά, πως «μεθαύριο, ο κόσμος να χαλάσει, φεύγουμε…». Με άκουγε η γιαγιά Ζαμπέτα και πρόσθετε: «Αν θέλει ο Θεός». Εγώ, νευριασμένος από την αμφισβήτηση, απαντούσα: «Θέλει, δεν θέλει, ο Θεός, εμείς μεθαύριο φεύγουμε». Δυστυχώς, πριν από το μεθαύριο προηγείτο το αύριο. Και το ημερολόγιο την επαύριον έγραφε 21 Απριλίου 1967.
Με τα ξυπνητούρια, πρωί πρωί, την επομένη ανοίξαμε κατά συνήθεια το ραδιόφωνο. Τα τρία προγράμματα του ΕΙΡ και η ΥΕΝΕΔ έπαιζαν την… «Παπαλάμπραινα», ακολούθησε «Του Κίτσου η μάνα κάθεται» και κολλητά συνέχισαν με «Τα 40 παλικάρια από τη Λιβαδειά». Την επιλογή, πρωινιάτικα, δημοτικών τραγουδιών από τους ραδιοσταθμούς αποδώσαμε στην ψηφοθηρική προσπάθεια της κυβερνήσεως της ΕΡΕ να κερδίσει τους αγρότες, που τότε δεν είχαν τρακτέρ, είχαν όμως ιδεολογίες.
Εκείνες τις ημέρες άρχισε η προεκλογική περίοδος και την προσεχή Κυριακή ο πρόεδρος της Ενώσεως Κέντρου, Γεώργιος Παπανδρέου, είχε προγραμματίσει την πρώτη προεκλογική του ομιλία στη Θεσσαλονίκη, όπου θα εισερχόταν επ’ αυτοκινήτου, συνοδευόμενος τιμητικά από εκατό άσπρα άλογα. Επομένως δεν μας έκαναν εντύπωση τα κλαρίνα και ανοίξαμε τα παντζούρια.
Σπίτι μας μπροστά, στη Λεωφόρο Συγγρού, στεκόταν ένα τεθωρακισμένο με τη μηχανή του να βγάζει καπνούς κι ένας φαντάρος, κρατώντας έναν κουβά με νερό, που ευγενώς του προσέφερε παρακείμενη οικία, το «περιέλουε» προσπαθώ­ντας να το… «δροσίσει». Προφανώς το ψυγείο του έτρεχε κι είχε ανάψει.
Ούτε αυτό μας έκανε εντύπωση. Αντίθετα εντύπωση μας έκαναν τα χαμπέρια που μας έφεραν οι φίλοι μας, που πλάκωσαν, ότι κηρύχτηκε -λέει- δικτατορία. Τα τηλέφωνα ήσαν κομμένα. Τα καταστήματα κλειστά. Συγκοινωνίες δεν υπήρχαν. Η κυκλοφορία απαγορευόταν, αλλά, παρά ταύτα, ο κόσμος, που στην αρχή ήταν κλεισμένος σπίτια του, ξεθάρρεψε και έβγαινε στον δρόμο σχηματίζοντας ομάδες που κουβεντιάζανε. Τα ραδιόφωνα είχαν αντικαταστήσει τη μουσική με… πρόζα, με τον εκφωνητή που όλο μίλαγε αναφέροντας άρθρα του Συντάγματος, διαταγές, απαγορεύσεις και διάφορα άλλα τοιαύτα.
Λέγεται πως ο Τσαρούχης, βλέποντας τανκ στην πλατεία Κολωνακίου, γεμάτος απορία ρώτησε τους φαντάρους: «Καλέ, φιλμ γυρίζετε;». Και από έναν σμηνίτη διδαχθήκαμε τον «οδηγό καλής συμπεριφοράς», που δέον να επικρατεί στις δικτατορίες, όπως τον ανέπτυξε σε κυρία που επέμενε να αγνοήσει μιαν απαγόρευση. «Κυρία μου», της είπε, «όταν ένας φρουρός σάς λέει ‘‘απαγορεύεται’’, εσείς απαντάτε ‘‘ευχαριστώ πολύ, καλημέρα σας’’ και… στρίβετε. Άντε, μαντάμ, γιατί παραγνωριστήκαμε…».
Το αυριανό ταξίδι φυσικά ήταν πια μη πραγματοποιήσιμο. Αναλύσαμε με τη γυναίκα μου σχολαστικά το «τις πταίει» και καταλήξαμε πως υπεύθυνοι για τη ματαίωσή του ήσαν οι φίλοι που θα παίρναμε μαζί μας.
Αυτοί οι γρουσούζηδες φταίνε, που με την «πλατυποδία» που κουβαλάνε μέχρι και δικτατορία φέρανε για να ματαιώσουν το ταξιδάκι μας. 


«...τoν Νόμον ΔΞΘ περί καταστάσεως πολιορκίας!»
Ήδη από το απόγευμα της 21ης Απριλίου, με την απαγόρευση της κυκλοφορίας, οι πολίτες κλείστηκαν σπιτάκια τους και κόλλησαν τα αυτιά τους στα ραδιόφωνα περιμένοντας να πληροφορηθούν τις εξελίξεις. Και πράγματι, γύρω στις 8 το βράδυ, μεταδόθηκε ότι η αυτού μεγαλειότης ο βασιλεύς «ηυδόκησε» να αναθέσει τον σχηματισμό κυβερνήσεως στον πρόεδρο του Αρείου Πάγου, κ. Κόλλια. Ακολούθησαν τα ονόματα των υπουργοποιημένων στρατιωτικών, ονόματα άγνωστα, που ακούγονταν για πρώτη φορά. Ύστερα έπεσε το σκοτάδι της νύχτας. Το φεγγάρι ήταν στη χάση του και, καθώς επικρατούσε απόλυτη ερημιά, το σκοτάδι δημιουργούσε μιαν απόκοσμη ατμόσφαιρα, μεγαλειώδη και εφιαλτική. Μόνον αραιά και πού, την απόλυτη σιγή διέκοπτε το πέρασμα κάποιου στρατιωτικού «τζιπ», δικαιώνοντας τη φήμη του ως... όχημα παντός καιρού!
Την επομένη, Παρασκευή 22 Απριλίου, οι Αθηναίοι ξύπνησαν αισθανόμενοι ό,τι αισθάνεται και μια νιόπαντρη το πρωί μετά την πρώτη νύχτα του γάμου της. Η ζωή άρχισε να ξαναβρίσκει τον ρυθμό της. Τα tanks είχαν αποσυρθεί στις μονάδες τους, διότι με την πολλή χρήση χαλάνε και (αχρείαστα να ‘ναι) μπορεί να χρησιμοποιηθούν ξανά. Τις δημόσιες υπηρεσίες και τα κρατικά κτίρια φρουρούσαν φαντάροι με πολεμική εξάρτηση, οι δε πολίτες πήγαιναν στις δουλειές τους μελαγχολικοί και αμίλητοι. Το χαμόγελο, το χαρακτηριστικό αυτό γνώρισμα του νεοέλληνα, εξαφανίστηκε από τα συνοφρυωμένα πρόσωπα και διάχυτη ήταν η απορία στους πολιτικολογούντες πως «αποτολμήθηκε δικτατορία». Αν και προ καιρού, με διάλεξή του σε αθηναϊκό ξενοδοχείο, πολύφερνος εκδότης εφημερίδων προειδοποιούσε ότι «η δικτατορία είναι επί θύραις». Αλλά και οι ανώνυμοι πολίτες της πρωτεύουσας, ενοχλημένοι από τις αλλεπάλληλες διαδηλώσεις, τα δακρυγόνα, τις αστυνομικές επελάσεις και τις ταραχές στο κέντρο της Αθήνας, αναζητούσαν μεγαλοφώνως «έναν λοχία να βάλει τάξη».
Από την άλλη πλευρά, με άρθρο του στο «Βήμα», ο Ανδρέας Παπανδρέου ανέλυε τους λόγους που απέκλειαν παντελώς το ενδεχόμενο επιβολής δικτατορίας. Ένα πραξικόπημα έγινε εκείνες τις ημέρες στον Άγιο Δομίνικο της Νότιας Αμερικής και ο μοναδικός Κώστας Μητρόπουλος στα «Νέα» συνέκρινε με το πενάκι του την έκρυθμη ελληνική πολιτική κατάσταση με αυτήν της Νότιας Αμερικής. Έλεγε η λεζάντα του σκίτσου στην «Ελλάδα» δείχνοντάς της τον… Άγιο Δομίνικο: «Εσύ, όπως πας, καλή μου, θ’ αγιάσεις…». Ήταν και ο αριστερός Τύπος που μόνιμα ισχυριζόταν «πως αν κάποιος αποτολμούσε να επιβάλει δικτατορία, ο λαός θα τον έπαιρνε με τις πέτρες» και συνιστούσε συνεχή επαγρύπνηση. Οι κύριοι αυτοί, εκείνη τη νύχτα, συνελήφθησαν με τις πιτζάμες τους να κοιμούνται σαν αγγελούδια.
Οι δε πολιτικοί ηγέτες, που σκυλοβρίζονταν μέχρι πρότινος μεταξύ τους στη Βουλή με εκφράσεις του τύπου «είσαι κλέφτης και… το άλλο που ξέρεις», συνελήφθησαν επίσης να κοιμούνται μακαρίως. Αδελφωμένοι τώρα στο ξενοδοχείο «Πικέρμι», όπου κρατούνταν, σχολίαζαν την απρόβλεπτη επικαιρότητα σαν μακαντάσηδες, χωρίς τύπους και επίθετα. Κουβέντιαζε ο Γιώργος με τον Παναγιώτη, που αποκαλούσε θερμά «Παναγιωτάκη μου», και εκείνος γεμάτος ζεστασιά απαντούσε: «…Όπως λες κι εσύ, Γιωργάκη μου», ενώ λίγο πιο πέρα, ο… Γιαννάκης ρωτούσε: «Πώς τα βλέπεις εσύ, Κωστάκη μου;». Για την Ιστορία, ο Κωστάκης ήταν ο Κωνσταντίνος Μανιαδάκης, υπουργός Ασφαλείας επί 4ης Αυγούστου…
Από την πρώτη κιόλας ημέρα φοβερές φήμες διαδίδονταν και κυκλοφορούσαν από στόμα σε στόμα ως έγκυρες πληροφορίες. Την τιμητική τους είχαν ο Ανδρέας Παπανδρέου, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης και ο Μίκης Θεοδωράκης, που φέρονταν σκοτωμένοι. Σύμφωνα με τις διαδόσεις, τον έναν τον πυροβόλησαν επειδή προσπαθούσε να διαφύγει, τον άλλον επειδή κρυβόταν και ηρνείτο να παραδοθεί και τον Θεοδωράκη επειδή ήταν ο… Θεοδωράκης. Έδιδαν και έπαιρναν οι φήμες για θανατώσεις επωνύμων της πολιτικής και της κοινωνίας, φήμες που συνεχώς ανακυκλώνονταν, καθώς τις διέδιδαν εμπιστευτικά σοβαρά και αξιόλογα πρόσωπα. Ευτυχώς, όλες οι διαδόσεις αποδείχτηκαν ψεύτικες και πολλοί από τους φερόμενους μακαρίτες ζούσαν ή ζούνε ακόμη έως τις μέρες μας.
Προτού περάσει εβδομάδα από την ιστορική ημέρα της… Επαναστάσεως, επετράπησαν τα ταξίδια στο εξωτερικό, υπό την προϋπόθεση ότι θα έπαιρνες άδεια από τη Γενική Ασφάλεια, που θα θεωρούσες στη Στρατιωτική Διοίκηση Αττικής. Αξημέρωτα, η γυναίκα μου και εγώ στηθήκαμε στην ουρά επί της Μπουμπουλίνας ώσπου να ‘ρθει η σειρά μας να πάρουμε την πολυπόθητη άδεια από την Ασφάλεια.
Ο κόσμος που περίμενε ήταν πολύς. Κάποτε, με τα χαρτιά στο χέρι τρέξαμε για να προλάβουμε το Φρουραρχείο στον Σταθμό Λαρίσης, όπου θα θεωρούσαμε την άδεια. Σταθήκαμε πάλι σε ουρά, μας πέρασαν από σαράντα κύματα και τελικά μας εφοδίασαν με άλλο πολυγραφημένο χαρτί που έγραφε «Δύναται να αναχωρήσει διά να ταξιδεύσει εις την αλλοδαπή…». Το αστείο είναι πως η ταλαιπωρία ήταν περιττή, διότι το απόγευμα έγινε άρση της απαγορεύσεως εξόδου.
Το άλλο βράδυ, εμείς και η παρέα μας καθώς και ελάχιστοι ακόμη συνεπιβάτες ήμαστε θρονιασμένοι στο σαλόνι του ferry boat «Εγνατία». Ένας περίεργος τυπάκος κάθισε πλάι μας και παρακολουθούσε το κουβεντολόι μας…

ΤΟ ΠΑΡΟΝ

Δεν υπάρχουν σχόλια: