Δευτέρα, 25 Απριλίου 2016

ΜΕΝΕΛΑΟΥ ΓΚΙΒΑΛΟΥ : Άθλιες συναλλαγές και «κουστούμι» 3 δισ.



Άθλιες συναλλαγές και «κουστούμι» 3 δισ.
Του ΜΕΝΕΛΑΟΥ ΓΚΙΒΑΛΟΥ Αναπληρωτή καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Αθηνών
Συμπληρώθηκαν έξι ολόκληρα χρόνια από την «αποφράδα» της 23ης Απριλίου του 2010, όταν ο Γ. Παπανδρέου μας ανακοίνωσε ότι παρέδωσε τον ίδιο τον ελληνικό λαό, την ίδια την πατρίδα του στην απόλυτη διάθεση μιας πολιτικοοικονομικής δικτατορίας, που την αποτελούσαν το ΔΝΤ, η γερμανική ελίτ και τα μεγάλα χρηματοπιστωτικά συμφέροντα.
Αυτή η σύγχρονη μορφή εθνικής και κοινωνικής υποδούλωσης, που οδήγησε στη διάλυση της οικονομικής - παραγωγικής δομής και στην εξαθλίωση της κοινωνίας, συνεχίζεται με διάφορες μορφές αδιάλειπτα μέχρι σήμερα.
Είναι πολλοί εκείνοι που δεν κατανόησαν και δεν θέλουν να κατανοήσουν ακόμα και σήμερα την ιστορική κρισιμότητα και τις βαρύτατες συνέπειες της επιλογής του Γ. Παπανδρέου. Φαντάζονται ότι ζουν σε ένα κακό όνειρο και κάποια στιγμή θα ξυπνήσουν και η Ιστορία θα συνεχισθεί από το 2008… Δυστυχώς όμως η χώρα συνεχίζει να τελεί κάτω από ξένη κυριαρχία, εξουσιάζεται από μια σύγχρονη πολιτικοοικονομική δικτατορία.
Γι’ αυτό και κάθε φορά που ο ελληνικός λαός επιχειρεί να αποκτήσει ευρύτερα πλαίσια αυτονομίας και να προσδιορίσει ο ίδιος τις τύχες του επεμβαίνει βίαια αυτή η αυταρχική δομή εξουσίας.
Με το αποτέλεσμα των εκλογών του Ιανουαρίου του 2015, η ελληνική κοινωνία προσδοκούσε ότι θα γίνει σεβαστή η έκφραση της λαϊκής κυριαρχίας και ότι ένα πρόγραμμα που έχει αποτύχει σε όλες του τις διαστάσεις και προβλέψεις θα μπορούσε να τροποποιηθεί, ώστε να μπορέσει να πάρει μια ανάσα η ελληνική οικονομία και κοινωνία.
Αυτό θεωρήθηκε casus belli από τη γερμανική ελίτ και τη χρηματοπιστωτική δομή. Γι’ αυτό και οδήγησαν συνειδητά τη χώρα στο κατώφλι της έσχατης κρίσης. Έκλεισαν τις τράπεζες, εξάντλησαν κάθε διαθέσιμο πόρο από το Δημόσιο και την ελληνική οικονομία και δρομολόγησαν παράλληλα τις διαδικασίες του Grexit, όχι ως μια εικονική κατάσταση εκφοβισμού, όχι απλώς ως πολιτικό εκβιασμό, αλλά ως μια πραγματική εξέλιξη, της οποίας μάλιστα είχαν προγραμματίσει και προδιαμορφώσει τους συγκεκριμένους όρους (θεσμικούς, οικονομικούς) πραγμάτωσής της.
Βαρύτατο το τίμημα του πραξικοπήματος της 13ης Ιουλίου του 2015. Το νέο Μνημόνιο οδήγησε σε κυβερνητική κρίση και στην πτώση της ελληνικής κυβέρνησης. Όμως η κοινωνία δεν υπέκυψε. Δήλωσε ότι η επιλογή της τον Ιανουάριο του 2015 είχε ιστορικό βάθος και ότι ήταν αποφασισμένη να συνεχίσει τον αγώνα της…
Κανόνας είναι το συμφέρον του δανειστή
Φθάσαμε σήμερα στο παρά πέντε των διαπραγματεύσεων για την αξιολόγηση και την εν συνεχεία -όπως δεσμεύτηκαν οι δανειστές μας με το τρίτο Μνημόνιο- συζήτηση για την ουσιαστική αντιμετώπιση του χρέους… Κι όμως την τελευταία ώρα το «σύστημα» Σόιμπλε και το ΔΝΤ δείχνουν ότι είναι διατεθειμένοι να τα τινάξουν όλα στον αέρα.
Ακόμα και οι εγκληματικές συμμορίες, ακόμα και οι κλασικές μαφίες τηρούν τους άγραφους κανόνες, την ομέρτα… Όμως η δική μας οικονομικοπολιτική μαφία δεν γνωρίζει τέτοιους περιορισμούς. Οι κανόνες, οι υπογραφές, οι δεσμεύσεις είναι για τους αδύναμους, για τους εκβιαζόμενους. Αντίθετα, ο Β. Σόιμπλε και η Κρ. Λαγκάρντ μπορούν κάθε στιγμή να καταργούν και να περιφρονούν τους κανόνες, να λοιδορούν τις δεσμεύσεις τους, να ξαναμοιράζουν τα χαρτιά από την αρχή.
Το «κουστούμι» των 3 δισ. ευρώ που μας «έκοψαν» αποκαλύπτει ακριβώς αυτή τη νοοτροπία και αυτή την αυταρχική αντίληψη. Τι σημαίνει το ποσό των 3 δισ. ευρώ, ως πακέτο -δεσμευτικών από τώρα- μέτρων, προκειμένου να αντιμετωπισθούν «αστοχίες» όσον αφορά το πλεόνασμα 3,5% του 2018;
Πρώτα και κύρια σημαίνει ότι οι ίδιοι οι δανειστές πιστεύουν ότι το τρίτο Μνημόνιο -με τους εκβιαστικούς και ακραίους όρους που οι ίδιοι επέβαλαν- θα οδηγηθεί σε πλήρη αποτυχία, όπως άλλωστε συνέβη και με τα προηγούμενα. Συνιστά μια ξεκάθαρη πρόβλεψη αποτυχίας, οπότε θέτει το βασικό ερώτημα: Τι νόημα έχουν τα μέτρα και οι διαπραγματεύσεις που αφορούν την αξιολόγηση.
Η αυτοεκπληρούμενη προφητεία της αποτυχίας
Δεύτερο και εξίσου σημαντικό, τόσο για την ψυχολογία, τις προοπτικές και τις εκτιμήσεις και τους στόχους που καθορίζονται και που αφορούν όχι μόνο την οικονομική συμπεριφορά των Ελλήνων αλλά και -κυρίως- τη στάση και τη διάθεση των επενδυτών και των αγορών, αποτελεί το γεγονός ότι η πιθανολογούμενη αποτυχία των στόχων για το 2018 διαμορφώνει και δρομολογεί τη διαδικασία της αυτοεκπληρούμενης προφητείας.
Γιατί, όταν πράγματι πιστέψουν όλοι ότι η αποτυχία είναι δεδομένη, ακόμα και όταν οι πραγματικοί όροι δεν συνηγορούν σε αυτό, τότε με τη συμπεριφορά τους καταναλωτές και επενδυτές τροποποιούν σταδιακά τους ευνοϊκούς όρους και οδηγούν με τις επιλογές τους στην πραγματική αποτυχία.
Ποιος, στ’ αλήθεια, θα επενδύσει ή θα σχεδιάσει ένα παραγωγικό πρόγραμμα σε μια ήδη ημικατεστραμμένη οικονομία, όταν οι ίδιοι οι δανειστές προαναγγέλλουν ότι οι στόχοι έχουν ήδη αποτύχει και ότι το χρέος δεν πρόκειται ποτέ να μειωθεί σε ένα ύψος που να καθιστά δυνατή την έξοδο της χώρας μας στις περίφημες αγορές;
Εάν ακολουθήσουμε τη λογική Σόιμπλε - Λαγκάρντ, τότε θα επισημάνουμε ευθέως ότι τα 3 δισ. ευρώ αντιστοιχούν στο 1,7% του ΑΕΠ (που ισορροπεί σήμερα στα 180 δισ. ευρώ). Αυτό σημαίνει ότι η απόκλιση από τον ήδη συμφωνηθέντα από όλους στόχο του 3,5% του πλεονάσματος οδηγείται στο ύψος του 50%... Αυτό σημαίνει ότι όλο το πρόγραμμα τινάζεται από τώρα στον αέρα…
Πολιτικός εκβιασμός μετά τα 3 δισ.
Στην πραγματικότητα, ο ανοικτός εκβιασμός ο οποίος ασκείται από το δίδυμο Σόιμπλε - Λαγκάρντ έχει κατ’ εξοχήν πολιτικό χαρακτήρα και δευτερευόντως οικονομικό.
Το αντίβαρο, το άλλοθι για τη συμμετοχή του ΔΝΤ -την οποία επιθυμεί διακαώς για τα δικά του συμφέροντα το «σύστημα» Σόιμπλε- είναι το ντεπόζιτο των 3 δισ., ώστε να δικαιολογήσει το ΔΝΤ τη συμμετοχή του στο πρόγραμμα, αφού έχει ήδη συμφωνήσει με τον Β. Σόιμπλε ότι η απομείωση του χρέους θα είναι ανώδυνη και δεν πρόκειται να οδηγήσει μετά το 2023 σε βιώσιμα ποσοστά το ελληνικό χρέος, δηλαδή γύρω στο 120%, ώστε να μπορέσει να αποκτήσει η χώρα μια σχετική οικονομική και πολιτική αυτονομία.
Το ποσό των 3 δισ. ευρώ συνεπώς δεν αποτελεί παρά την οικονομική έκφραση του πολιτικού εκβιασμού που ασκείται σε βάρος της ελληνικής κυβέρνησης. Ο συμβιβασμός -η ακραία, απόλυτου κυνισμού, συναλλαγή- μεταξύ ΔΝΤ και «συστήματος» Σόιμπλε κινδυνεύει να καταλήξει σε μια διττού χαρακτήρα απειλή για τη χώρα μας. Από τη μια πλευρά ένας οιονεί εκβιασμός για νέα σκληρά μέτρα και από την άλλη η μη ριζική αντιμετώπιση του χρέους, η ύπαρξη του οποίου διαιωνίζει την πολιτική και οικονομική υποτέλεια και πατρωνία της χώρας μας.
Γι’ αυτό και δύο στοιχεία είναι απόλυτα αναγκαία: α) Ο διαχωρισμός της αξιολόγησης με βάση τις δεσμεύσεις του τρίτου Μνημονίου από την οποιαδήποτε συζήτηση για τις ρήτρες απόκλισης του πλεονάσματος του 2018. β) Η απαίτηση να ανοίξει άμεσα η συζήτηση για το χρέος, ώστε να αποκτήσει η ελληνική κυβέρνηση ένα επαρκές πολιτικό πλεονέκτημα που θα της προσφέρει μια ευχέρεια κινήσεων και επιλογών.
Η ελληνική κυβέρνηση πρέπει να κρατήσει σταθερή στάση, να εκμεταλλευθεί με τον καλύτερο τρόπο τις συμμαχίες της, να προβάλει τα σωστά επιχειρήματά της. Γιατί ακόμα και με τις λογικές των Μνημονίων και των δανειστών μας τα στοιχεία της Eurostat μας προσφέρουν σοβαρά οικονομικά επιχειρήματα που θα πρέπει να τα αξιοποιήσουμε. Δεν έχουμε άλλωστε άλλο δρόμο παρά αυτόν του αγώνα, της ευρύτερης δυνατής συσπείρωσης, της πίστης στις δυνάμεις και στις δυνατότητές μας.
ΤΟ ΠΑΡΟΝ

Δεν υπάρχουν σχόλια: