Παρασκευή, 29 Απριλίου 2016

ΤΟ ΑΙΩΝΙΟ «ΜΟΙΡΟΛΟΓΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ»




ΤΟ ΑΙΩΝΙΟ «ΜΟΙΡΟΛΟΓΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ»
Το πανελλήνιο Μοιρολόγι ή Καταλόγι της Παναγίας, το γνωστό εξωεκκλησιαστικό τραγούδημα των Παθών του Χρίστου, όπως έζησε μισοτελετουργικά και ζει ακόμα, σαν προσευχή ή καλάντισμα, στη λαϊκή μας παράδοση.
Ό κ. Μπουβιέ είναι ένας ένθερμος φιλέλληνας και ζηλωτής του νεοελληνικού λόγου. Γνωρίζει με ταξίδια του την Ελλάδα, από το 1951. Τη μελέτη του για το «Μοιρολόγι της Παναγίας» την άρχισε περίπου αμέσως τότε.
Πρόκειται γενικότερα για το «Τραγούδι της Μεγάλης Παρασκευής», πού παρακολουθώντας τις αφηγήσεις των Ευαγγελίων θρηνεί έμμεσα την ανθρώπινη τύχη του Χρίστου, από τη σύλληψη του και τους βασανισμούς του ως τον σταυρικό θάνατο, άλλα συμπαραστέκεται και συμπονά την τραγική Μητέρα του, την Παναγία πού, αιώνια προσωποποιεί όλες τις μητέρες της Γης, (ιδιαίτερα όσων είδαν τα παιδιά τους να φυλακίζονται, να βασανίζονται και να σέρνονται στον θάνατο), περνά τις πιο κρίσιμες ώρες αγωνίας και πόνου, από την αρχική πληροφόρηση για τη σύλληψη του Γιου της, ως τον τελευταίο λόγο του από τον Σταυρό.
Παραθέτω συνδυασμένα παραδείγματα, σε δεκαπεντασύλλαβους στίχους, από τα δημοσιευόμενα κείμενα του κ. Μπουβιέ.
«Η Παναγιά η Δέσποινα καθόταν μοναχή της,
την προσευχή της έκανε για τον μονογενή της.
Ακούει αστραπές, ακούει βροντές και ταραχή μεγάλη,
βγαίνει να δει στην πόρτα της, να δει στη γειτονιά της,
θωρεί τον Γιάννη κι έρχονταν κλαμένος, λυπημένος.
  Τι έχεις, Γιάννη μου, και κλαις; Μη ψευδομαρτυράς μου.
  Δεν έχω στόμα να σου πω, χείλη να σου μιλήσω,
μηδέ και δυνατή καρδιά, να σου το μολοήσω.
Βλέπεις εκείνον το γυμνό και τον ανεμαλλιάρη,
πού του φορούν στην κεφαλή αγκάθινο στεφάνι;
"Εκείνος είν' ο γιόκας σου και μένα ό δάσκαλος μου.
Σαν τ' άκουσεν η Δέσποινα, ευρέθη λιγωμένη·
σταμνιά νερό την περεχούν, τρία κανιά το μόσκο,
τέσσερα το ροδόσταμο, ώσπου να συνεφέρει..»

Αργότερα, μπροστά στον Σταυρό, το δράμα της απελπισμένης Μητέρας είναι φοβερότερο:
Άλλοι την εκλοτσούσανε κι άλλοι την εσκουντούσαν
και άλλοι την εφτούσανε κι άλλοι τη δεκατούσαν.
  Γιέ μου, και πώς δέ μου μιλείς, της μάνας της θλιμμένης,
της ξένης και της ορφανής και της απερπισμένης;
Τότες παράγειρε ο Σταυρός πάνω στα γόνατα της:
  Αντε, μάνα, στο σπίτι μας και διάφορο δεν έχεις...

Σε άλλες παραλλαγές, την αρχική πληροφορία τη δίνουν στην Παναγία, είτε οι τρεις Μυροφόρες:
«η Μάρθα κι η Μαγδαληνή και του Λαζάρου η μάννα»,
είτε (κυπριακή παραλλαγή), οι άλλες μητέρες:
«Μητέρες, κουβεντιάστε με, πέστε μου πού ν' ό γιος μου».
Είπαν της — «Κοίταξε ψηλά, δέ τόνε σταυρωμένο,
γυμνόν και δίχως λύπηση, στο ξύλο καρφωμένον...»,..*


 Διαχρονικός είναι ο θρήνος της μάνας που χάνει το παιδί της

Είναι πολλά τα κείμενα κι οι παραλλαγές του αφηγηματικού αυτού Μοιρολογιού των Παθών, πού όπως διαπιστώνει ο Μπουβιέ, τα πρωτοβρίσκουμε σε χειρόγραφα από τον 14ον αιώνα, κι ύστερα τυπωμένα σε συλλογές, από τα μέσα του 19ου. Προφορικά βέβαια θα πρέπει να κινούνταν πολύ παλιότερα στον ελληνικό χώρο, από τότε που τα ευαγγελικά κείμενα κι οι υμνογραφικοί υπαινιγμοί εντυπωσίαζαν δραματικά το χριστιανικό πλήρωμα κι ερέθιζαν τη φαντασία του λαού για συμπληρωματικές ανθρώπινες αφηγήσεις. Δεν χρειάζεται να καταφεύγουμε σε υποθέσεις για θρησκευτικό θέατρο, που να οδήγησε στο τραγούδι. Φτάνει η φαντασία του λαού κι η παιδική του διάθεση, να συμπληρώσει το εκκλησιαστικό αφήγημα, (όταν μάλιστα τον βοηθά κι η αγιογραφία, με τις απόκρυφες πηγές της), φτάνει εδώ κι η ψυχολογία του θεϊκού πένθους, που δεν επιτρέπει άλλο τραγούδημα από το θρησκευτικό. Αλλά έρχεται αρωγός κι η παραδοσιακή ανάγκη του θρήνου μπροστά σ’ ένα νεκρό (ελληνική πραγματικότητα), όσο και προδιάθεση από τα αρχαία (Άδωνις), ή από τα ομηρικά χρόνια, καθώς και η καλαντική  εξαγγελία της ημέρας (το πρωί της Μ. Πέμπτης) από σπίτι σε σπίτι, που είχε χαρακτήρα όχι μονάχα μαγικό (για τη σοδειά), άλλα και κοινωνικό (για την ενημέρωση), και το σπουδαιότερο (για τα φτωχότερα παιδιά των περασμένων αιώνων), οικονομικό. Έτσι θα εξηγήσουμε και το συγγενικό μεγάλο αφήγημα για την ανάσταση του Λαζάρου, όπως και τα κάλαντα των Χριστουγέννων, του "Αϊ-Βασιλιού και των Φώτων.
Άλλα εκείνο, που προβάλλεται ξεχωριστά και πρέπει να εξαίρεται στο θρηνητικό αυτό αφήγημα της Μ. Παρασκευής, είναι ο ανεπιφύλακτος λαϊκός συμμερισμός του πόνου της Παναγίας κι η ιδιαίτερη παρακολούθηση των αισθημάτων, των εκδηλώσεων και των λόγων της. Είχαν ήδη κάπως ξεχωρίσει κι οι Ευαγγελιστές (κανονικοί και απόκρυφοι) το προσωπικό αυτό δράμα της Μητέρας του Χρίστου, χαριζόμενοι έτσι και στα συναισθήματα των αναγνωστών τους, που δεν θα καταλάβαιναν θεανθρώπινο πάθος, χωρίς μιαν ανθρώπινα πονούσα μητέρα. Από τη νηπιακή ώρα της Υπαπαντής του Χριστού, ως την έσχατη της εκπνοής του στο Σταυρό, οι Ευαγγελιστές θυμούνται να πουν και για τη Μητέρα, ότι την ψυχή της θα διαπεράσει ρομφαία (Λουκ. 2, 35), ότι κρατούσε μέσα στην καρδιά της, όσο μεγάλωνε το παιδί της, όλα τα παράξενα σημάδια και τα λόγια του (Λουκ. 2, 51), κι ότι δεν έφυγε ούτε στιγμή από τον Σταυρό, ως την τελευταία στιγμή, που 'Εκείνος τη νοιάστηκε (Ίωάν. 19, 25-27).
Το ίδιο κι οι Υμνωδοί της Εκκλησίας, όσο κι αν συνεπαίρνονταν από την εξιστόρηση των παθών ενός θεού, που γρήγορα θα τα ξεπερνούσε όλα με την Ανάσταση, δεν ξεχνούσαν το κύριο από τα θνητά πρόσωπα, τη Μητέρα, που δεσμευμένη από τις ανθρώπινες αδυναμίες της, «οδυρομένη μητρώα σπλάγχνα και στενάζουσα οδυνηρώς, παρειάς συν θριξί καταξαίνουσα... και το στήθος τύπτουσα, ανέκραζε γοερώς» (εσπερινος της Μ. Παρασκευης). Κι ύστερα «Επί ξύλου βλέπουσα κρεμάμενον... έβοα: Υιέ μου, που το κάλλος έδυ της μορφης σου;», Ή και στις ώρες τού ενταφιασμού (με μεγάλη συχνότητα στα Εγκώμια):
«Ω, γλυκύ μου έαρ», «Οίμοι, φως του κόσμου!» αλλά και: «Οίμοι, φως το εμόν!...».


Αληθινό μοιρολόι Ελληνίδας μητέρας, σε όλους τους χώρους και τους αιώνες μας. Έτσι το κατάλαβαν κι οι αγιογράφοι των εκκλησιών μας, έτσι το έκαμε τραγούδι συμπόνιας κι ο ελληνικός λαός, έτσι το συνέχισαν στις εμπνεύσεις τους κι οι ποιητές μας, με ωραίο χαρακτηριστικό δείγμα τη «Μάνα του Χριστού» από τον Κώστα Βάρναλη.
Η Ελλάδα, στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, αλλά και σε κάθε περίοδο σκλαβιάς και πολέμων, είχε συχνότατους τέτοιους θανάτους παλικαριών, που δύσκολα τους ξέχναγαν οι μητέρες σ' όλη τους τη ζωή. Μοιρολογώντας κάθε χρόνο τον Χριστό και βάζοντας τη Μητέρα του να τον κλαίει, η κάθε μάνα θρηνούσε το ίδιο της το παιδί, ή τον οποιοδήποτε νεκρό της, γι' αυτό και το μουσικό μέλος του «Μοιρολογιού της Παναγίας» είναι παρόμοια θρηνητικό, όπως τα καθημερινά παραδοσιακά μοιρολόγια μας.
Πολλά είναι τα θέματα και τα μοτίβα, που συνθέτουν την πλήρη αφήγηση του ανθρωποθρησκευτικού αυτού τραγουδιού, όπως αναπτύχθηκε στον ελληνικό χώρο (γιατί και στην άλλη Ευρώπη θρηνούσαν λαϊκά το Χριστό), κι είναι άριστος ο τρόπος που τα εξετάζει ένα-ένα στη Μελέτη του ο Μπουβιέ. 'Αφού μεθοδεύσει το βιβλίο του με «εξωτερικά» κεφάλαια, για τις πηγές των κειμένων, για το γεωγραφικό άπλωμα τους, το λαογραφικό τους πλαισίωμα, τους πληροφορητές, τον τρόπο μετάδοσης και τις χρονολογικές ενδείξεις, προχωρεί στην παράθεση οκτώ αντιπροσωπευτικών παραλλαγών (από τις 256 που επισήμανε) και τις δίνει, τόσο στο πιστό ελληνικό κείμενο τους όσο και σε δική του γαλλική (στιχουργική) μετάφραση, που θα τις κάμει έτσι γνωστές και στους ξένους. Κι ύστερα προβαίνει στη θεματική ανάλυση του συνόλου των παραλλαγών, μια φιλολογικότατη δομολογική εργασία, που μονογραφεί πλήθος ελληνικά θέματα, όσα, πριν φτάσουν στο Μοιρολόγι της Παναγίας (ο αγγελιοφόρος της κακής είδησης, η λιποθυμία της Μάνας, η πορεία συμπαράστασης στο δικαστήριο, στο μαρτύριο, το δείπνο της παρηγοριάς...), ξεκίνησαν από την αραιότητα, πέρασαν από τους μεσαιωνικούς ποιητές μας (του Ερωτόκριτου και της Θυσίας τού Αβραάμ) και συναντήθηκαν με άνεση στα σημερινά κείμενα.
Τη διελληνική, χρονική και γεωγραφική, συνέχεια ο συγγραφέας την τονίζει παντού. Γνωρίζει το άπλωμα τού ελληνισμού στους βυζαντινο-ρωμαϊκούς χώρους, που τους αναφέρει με φυσιολογία ελληνικών εποχών. Ξαφνίζει μόνο η μεθύστερη γεωγραφική ένταξη τους στη σημερινή Τουρκία, Βουλγαρία η Αλβανία (σελ. 18-19 κ.ά.), που γέννα στους ξένους την εντύπωση, ότι πρόκειται για παράλληλη βαλκανική και μωαμεθανική λαογραφία, ενώ το αληθινό θα ήταν να λέμε «Έλληνες πρόσφυγες» (ή παλαιοί κάτοικοι) από τη Μ. 'Ασία, την ΒΑ Θράκη και τη Β. 'Ήπειρο. Άλλο θέμα θα ήταν η συμβατική ορολογία ενός σημερινού χάρτη.
Εξαίρεση, μέσα στις διελληνικές αυτές πραγματείες, είναι η μονογραφία για τον θρύλο της Αγιά-Καλής μιας ευφημιστικής κακής θεότητας στις ελληνικές θάλασσες, που έχει μπει, παράξενα και θαυμαστά (αλλά και από κάποια προφορική παράδοση), στο Μοιρολόγι της Παναγίας, σαν εκπρόσωπος της δύστροπης Κοινής Γνώμης, μπροστά στις ανθρώπινες αδυναμίες. (Κατηγόρησε, λένε, την Παναγία, πώς δέχτηκε να φάει κάτι - την πρώτη μπουκιά της «παρηγοριάς» - ύστερ' από τον θάνατο του Παιδιού της). Έχουν πολλά γραφτεί, από ελληνική πλευρά, για την παράξενη ύπαρξη της ασυναξάριστης κι αλειτούργητης αυτής άγιας. Ο κ. Μπουβιέ δίνει με λεπτομέρεια τη σχετική βιβλιογραφία και συζήτηση, καταλήγοντας σε μια συμπερασματική κρίση, με την οποία μπορώ να συμφωνήσω:  Ότι στο πρόσωπο αυτό επιβιώνει ίσως μια αιώνια αιγαιακή θεότητα, που μπορούμε, ανάλογα προς τις εποχές και τους τόπους, να την ονομάσουμε 'Ινώ, Λευκοθέα, Άρτεμη, Αφροδίτη, Ίσίδα, Γοργόνα, Γριά, Κυρά-Καλή Αγιά-Καλή η και Παναγία Θαλασσινή.
Από κείμενο του Δημ.Σ. Λουκάτου

Δεν υπάρχουν σχόλια: