Translate -TRANSLATE -

Τετάρτη 25 Μαρτίου 2026

Φιλική Εταιρεία: Πώς η απελπισία των σκλαβωμένων έγινε ελπίδα...

 


Φιλική Εταιρεία: Πώς η απελπισία των σκλαβωμένων έγινε ελπίδα...

Η ίδρυση, η μύηση των μελών και οι κωδικοί τους

Δεκέμβρης του 1813 στην Οδησσό. Οι παγωμένες νύχτες στο λιμάνι της Μαύρης θάλασσας, που μ' εντολή της   Μεγάλης   Αικατερίνης είχε γίνει πια πολιτεία μετά τον ρωσο-τουρκικό πόλεμο του 1787-1792, διαδέχονται μονότονα η μια την άλλη. Τη μέρα, η κίνηση και το βουητό απ' το πέρασμα των κάθε λογής εμπόρων και της πραμάτειας τους. Τη νύχτα, η σιωπή. Στην πόλη, απ' τους 3.150 κατοίκους, οι 2.500 είναι Έλληνες. Οι πιο πολλοί από τον Πόντο. Κι άλλοι από τη Ρούμελη, το Μωριά, τα νησιά που φθάνουν για μερικές μόνο νύχτες, Ίσα για να τακτοποιήσουν τις υποθέσεις τους και να μάθουν νέα στη γη του Μόσκοβου, το μοναδικό καταφύγιο για τους σκλαβωμένους, τότε, Έλληνες.

«Οι άνθρωποι του Βορέως μετεχειρίσθησαν τον Έλληνα εξεναντίας ως ένα αδελφό», γράφει στο «Δοκίμιον» του ο Φιλήμων, διότι «ο Έλλην όχι μόνο δεν έχαιρε καμιάν τιμήν πολιτικήν πλησίον του άλλου κόσμου, αλλά και εμισείτο καταφρονούμενος και μη κρινόμενος ουδέ άξιος ταφής εις τον θάνατον του». Και συμπληρώνει: «Πλησίον των Ρώσων εύρεν ο Ελλην καταφύγιον εις τας αμηχανίας του, περίθαλψιν εις τα δυστυχίας του, ευκολίας εμπορικός, τιμάς στρατιωτικός και πολιτικός, και ελπίδας σοβαράς περί της μελλούσης τύχης του».

 

 Η ίδρυση

Σ' ένα τόσο φιλόξενο τόπο, μια παγωμένη γεναριάτικη νύχτα, έξω απ' το χαμηλό σπίτι του Σκουφά, ενός Έλληνα εμπόρου από την Άρτα, τρεις φιγούρες κινούνται μες την ομίχλη που ενώνει σε μια βουερή σιωπή τη θάλασσα με τον ουρανό και τη νοτισμένη γη. Είναι ο νοικοκύρης του, έμπορος, κάτοικος πια της Οδησσού έπειτα από πολλές περιπλανήσεις, ο Τσακάλωφ απ' τα Γιάννενα και ο Ξάνθος από την Πάτμο. Λίγη ώρα πριν οι τρεις τους ορκίζονταν «να συντρέξουν με το νου την καρδιά και το σώμα εις την ελευθερίαν της πατρίδος», ει δε άλλως «το αίμα τους να χυθεί ως οίνος και το σώμα τους, η μη αξιούμενον ταφής, να γίνει βορά των θηρίων και των ορνέων». Η Φιλική Εταιρία είχε μόλις ιδρυθεί.

Απ' τους τρεις ιδρυτές της, ο Ξάνθος είχε τη μόρφωση, ο Τσακάλωφ την ευγενική καταγωγή κι ο Σκουφάς, ο λιγότερο γραμματισμένος, την αισιοδοξία, το θάρρος, το οργανωτικό μυαλό και την πίστη να φτάσει την υπόθεση ως το τέλος της. Μολοντούτο πέθανε νέος από καρδιά, μόλις στα 39 του χρόνια, χωρίς να προλάβει κι αυτός, όπως ο Ρήγας (πολλοί τον αποκάλεσαν συνεχιστή του ονείρου του), να χαρεί τις νίκες απ' τους αγώνες που εκείνος προετοίμασε.

 


Η «Ανωτάτη Αρχή»

Εξαρχής, εκείνο που φρόντισαν να περιφρουρήσουν οι ιδρυτές της Εταιρείας ήταν το μεγάλο μυστικό, ποιος δηλαδή βρισκόταν πίσω από τόσα μέτρα προφύλαξης και συνωμοτικότητας, αρχηγός της οργάνωσης. Άλλοι έλεγαν πως αρχηγός ήταν ο Καποδίστριας κι άλλοι ο ίδιος ο Τσάρος Αλέξανδρος. Η διάδοση του νέου αυτού που σκόπιμα καλλιέργησαν στόμα με στόμα οι τρεις αυτοί άσημοι έμποροι που ο Καποδίστριας είχε ονομάσει «ελεεινούς εμποροϋπαλλήλους» είχε σαν αποτέλεσμα να τονώσει το ηθικό των σκλαβωμένων και να ενώσει σ' ένα πανεθνικό μέτωπο τους Ρωμιούς κάθε ηλικίας και τάξης ενάντια στον οθωμανικό ζυγό. «Εμέστωσε και η Εταιρεία», έγραφε ο Κολοκοτρώνης («Διήγησις συμβάντων της ελληνικής φυλής», Άπαντα Τερτσέτη) και «χρησίμευσε ως μια σύνοδος οικουμενική της Ελλάδος· πλησίον εις τον ιερέα ήταν ο λαϊκός, καθήμενοι εις ένα σκαμνί πατριάρχης και τζομπάνης, ναύτης και γραμματισμένος, ιατροί και άρρωστοι, κλεφτοκαπεταναίοι προεστοί και έμποροι».


Οι εταίροι

Ωστόσο, ο προσηλυτισμός των μελών της γινόταν με πολλές δυσκολίες και μεγάλη μυστικότητα. Οι ιδρυτές της Εταιρείας, επηρεασμένοι από τους «ελεύθερους τέκτονες», είχαν υιοθετήσει αρκετά στοιχεία από αυτούς, τόσο ως προς τη δοκιμασία της μύησης, όσο και ως προς τα μυστικά σημεία για την αναγνώριση των εταίρων της. Αρχικά εξαιρούντο από αυτήν όσοι είχαν μεγάλα συμφέροντα κοντά τους Τούρκους (κοτζαμπάσηδες, προεστοί κ.ά.). Οι κοτζαμπάσηδες κι οι αγρότες δεν μπορούσαν, για διαφορετικούς λόγους η κάθε τάξη, να σηκώσουν το  βάρος ενός εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα, όπως ήταν ο Αγώνας του 1821.

Η προοδευτική τάξη ήταν τότε η αστική: έμποροι, υπάλληλοι, διανοούμενοι και καραβοκυραίοι. Ανάμεσα λοιπόν στα μέλη αυτής της τάξης που ήλθε στο προσκήνιο της ιστορίας με τη Γαλλική Επανάσταση και διακατεχόταν από φιλελεύθερα ιδανικά, αναζητήθηκαν οι πρώτοι υποψήφιοι για μύηση στην Εταιρεία: ο νεαρός φοιτητής Γεώργιος Σέκερης που σπούδαζε στο Παρίσι και έφτασε στην Οδησσό το Δεκέμβρη του 1814 για να επισκεφθεί τον αδελφό του Αθανάσιο Σέκερη, έμπορο, ο ίδιος ο Αθανάσιος Σέκερης, ο υπάλληλος του Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, ο Αρχιμανδρίτης και Δάσκαλος του Γένους Ανθιμος Γαζής κ.ά.

Η Εταιρεία είχε εξαρχής Οργανισμό, κρυπτογραφικό κώδικα (κυριλλικοί χαρακτήρες και μονάδες αρίθμησης που αντιστοιχούσαν σε γράμματα του αλφαβήτου) και συνθηματικά στοιχεία (γράμματα ή σύμβολα) που έγιναν ψευδώνυμα των μελών της. Στην αρχή, οι ιδρυτές της Εταιρείας θέσπισαν τέσσερις βαθμούς μύησης που ανταποκρίνονταν τόσο στη μάθηση όσο και στην κοινωνική τάξη των εταίρων: του αδελφοποιτού ή βλάμμη (βλάμμηδες γίνονταν οι αγράμματοι) του συστημένου (οι κάπως γραμματισμένοι), του ιερέα (τα κύρια στελέχη της Εταιρείας ήσαν οι ιερείς) και του ποιμένα (το βαθμό αυτό είχε δικαίωμα να τον παραχωρήσει η «Αρχή» και μόνο σε μεγάλες προσωπικότητες του Έθνους. Αργότερα, όταν η έδρα της Εταιρείας μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη (1818), προστέθηκαν δύο ακόμη βαθμοί: των αφιερωμένων και των αρχηγών των αφιερωμένων, που δίνονταν σε στρατιωτικούς. Απόστολοι ονομάστηκαν, την ίδια εποχή, μέλη της Εταιρείας που αναλάμβαναν επικίνδυνες αποστολές (μεταφορά μηνυμάτων, ξεσήκωμα κατά του τουρκικών αρχών κ.λπ.). Η αναφορά, τέλος, στα Ελευσίνια μυστήρια που υπάρχει στο «γράμμα υπεροχής» του Φιλικού Ιωάννη Στεφάνου (φωτογραφία) φανερώνει μία ακόμα επίδραση του μασονισμού στους ιδρυτές της Εταιρείας που, όπως εκείνος αναζήτησε την κοιτίδα του στα μυστήρια αυτά της αρχαιότητας, έτσι κι εκείνη θέλησε να μεγεθύνει τη δική της αίγλη με τη δική της αναφορά σε' αυτά.

Έπειτα από κατήχηση αρκετών ημερών, σε κλίμα άκρας συνωμοτικότητας, ο μυούμενος έδινε τον όρκο του Φιλικού. Τρεις μέρες, μετά, συναντιόταν με εκείνον που τον όρκισε για να προσφέρει τη δική του χρηματική συνδρομή στην Εταιρεία. Τότε, ο κατηχητής του έδινε δίπλωμα, το γράμμα υπεροχής, όπως ονομαζόταν συνθηματικά. Το νούμερο έξι των Φιλικών, που αναφέρεται στο έγγραφο (φωτογραφία) αντιστοιχεί με το 1820 (1814+6). Οι Φιλικοί, μιμούμενοι τη Γαλλική Επανάσταση είχαν τη δική τους χρονολογία.                                    

 

                                            ΜΟΥΣΕΙΟ ΦΙΛΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΟΔΗΣΣΟΣ

Και θέατρο

Προκειμένου να δημιουργήσει πρόσφορο έδαφος για τη διάδοση των ιδεών της, αλλά και τονώσει τα πατριωτικά αισθήματα στους Έλληνες της διασποράς, η Φιλική Εταιρεία ίδρυσε θέατρα τόσο στην Οδησσό, όσο και στο Βουκουρέστι όπου μάλιστα έτυχε, να έχει και την υποστήριξη της Ραλλούς, Καρατζά, κόρης του ηγεμόνα της Βλαχίας. Από τα πρώτα έργα που παίχτηκαν,. προκαλώντας τον ενθουσιασμό του κοινού ήταν, στην Οδησσό, ο «Θεμιστοκλής» το Μεταστάσιου και ο «Φιλοκτήτης» του Σοφοκλή, «Η Ελλάς και ο ξένος» καθώς και ο «Αρμόδιος και Αριστογείτων» του Λασσάνη, ο «Θάνατος του Καίσαρα» του Βολταίρου και, στο Βουκουρέστι η «Ασπασία» του Ιάκωβου - Ρίζου Νερουλού, ο «Πάτροκλος» του Χριστόπουλου, ο «Τιμολέων» του Ζαμπέλιου κ.α. Στο θέατρο του Βουκουρεστίου αξίζει μάλιστα να σημειωθεί ότι διέπρεψε ο πρώτος νεοέλληνας επαγγελματίας ηθοποιός, ο Κωνσταντίνος Αριστίας, ιερολοχίτης αργότερα και ιδρυτής του ρουμανικού εθνικού θεάτρου.

Από άρθρο της ΦΩΤΕΙΝΗΣ ΤΟΜΑΗ - ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ 

στην εφημερίδα «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» της 25.3.1994

 


Μουσείο Φιλικής Εταιρείας

Το Μουσείο Φιλικής Εταιρείας βρίσκεται στην οδό Κρέσνι Περεούλοκ (Krasnij Pereulok) αριθ. 18. Στεγάζεται στο σπίτι του Έλληνα επιχειρηματία και εθνικού ευεργέτη Γρηγορίου Γρ. Μαρασλή (1831 – 1907), δημάρχου της πόλης της Οδησσού για δεκαέξι χρόνια, από το 1878 ως το 1895. Εκεί είχαν βρει το πρώτο τους καταφύγιο και συνεδρίαζαν οι Φιλικοί της Οδησσού.

Το σπίτι αυτό, που ανήκε στον πατέρα του, ανακαινίστηκε με πρωτοβουλία του Ιδρύματος Ελληνικού Πολιτισμού – Παράρτημα Οδησσού και μετατράπηκε από το 1994, μαζί με τα γειτονικά του οικήματα, σε Μουσείο της Φιλικής Εταιρείας. Το Μουσείο είχε ιδρυθεί το 1979 από το Ιστορικό-Λαογραφικό Μουσείο της Οδησσού, αλλά αναζητούσε στέγη.

 

Στο Μουσείο στεγάζεται επιστημονική βιβλιοθήκη με 6.000 τίτλους. Πριν την έναρξη του πολέμου της Ουκρανίας με την Ρωσία εγκαινιάστηκε νέο λαογραφικό τμήμα, με αυθεντικά αντικείμενα που αποδίδουν την εικόνα της οικίας του Γρηγορίου Ιωάννη Μαρασλή. Ανάμεσα στα εκθέματα περιλαμβάνονται πρωτότυπα έργα σχετικά με τη δράση των Φιλικών, χάρτες, γκραβούρες και φωτογραφίες, έγγραφα στον κρυπτογραφικό κώδικα των Φιλικών, χειρόγραφα σχετικά με την ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας, και κατάλογοι των μελών της. Επίσης, επιστολές και χειρόγραφες προκηρύξεις του Αλέξανδρου Υψηλάντη, αρχηγού της Φιλικής Εταιρείας, προσωπογραφίες και σφραγίδες του Αλέξανδρου Υψηλάντη, του Εμμανουήλ Παππά, του Εμμανουήλ Ξάνθου και άλλων.

 

 

Στο Μουσείο εκτίθεται αντίγραφο της περίφημης ελαιογραφίας του Δ. Τσόκου «Ο Όρκος των Φιλικών» (1849), φιλοτεχνημένο το 1994 από τον Γ. Σιδηρόπουλο, ενώ γλυπτική σύνθεση με τον «Όρκο των Φιλικών» κοσμεί την εξωτερική όψη του Παραρτήματος του Ιδρύματος Ελληνικού Πολιτισμού στην Οδησσό. Σε μια ξεχωριστή αίθουσα αναπαριστάνεται, με καθισμένους γύρω από ένα τραπέζι τους τρεις εμπόρους – ιδρυτές της Φιλικής Εταιρείας, η σκηνή της ίδρυσης της πατριωτικής μυστικής οργάνωσής τους. Εννοούμε τον Νικόλαο Σκουφά, τον Αθανάσιο Τσακάλωφ και τον Εμμανουήλ Ξάνθο.

Από άρθρο της Liberal.gr (https://www.liberal.gr/epikairotita/i-agnosti-istoria-toy-moyseioy-filikis-etaireias-stin-odisso)

 

Τρίτη 24 Μαρτίου 2026

Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

 


Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Γράφει ο Κ. Γραικιώτης

Σε μια εποχή όπου οι πολιτικές και στρατιωτικές ηγεσίες, από την κομπορρημοσύνη του Τράμπ μέχρι τον αμοραλισμό του Ντενάχιου και τον θρησκευτικό φανατισμό του Ιράν, συχνά φαίνεται να αγνοούν τις συνέπειες των πράξεών τους, μια φωνή από το παρελθόν έρχεται να μας ταρακουνήσει. Είναι η φωνή του μεγάλου Αμερικανού συγγραφέα Mark Twain, που με το αιχμηρό του δοκίμιο Η Προσευχή του Πολέμου (The War Prayer) υπενθυμίζει ότι οι αποφάσεις για νίκη και δόξα συνοδεύονται πάντα από ανθρώπινο πόνο — και ότι η ηθική ευθύνη δεν μπορεί να παρακαμφθεί.

Το The War Prayer είναι ένα σύντομο αλλά εξαιρετικά αιχμηρό αντιπολεμικό δοκίμιο του Mark Twain, το οποίο έχει ενδιαφέρουσα ιστορία όσον αφορά τη συγγραφή και τη δημοσίευσή του.

Ο Twain έγραψε το κείμενο γύρω στα 1905, λίγο μετά τον Ισπανοαμερικανικό Πόλεμο του 1898 και ενώ η αμερικανική κοινωνία βρισκόταν σε κλίμα πατριωτικού ενθουσιασμού.

Το δοκίμιο αντικατοπτρίζει την κυνική κριτική του Twain για τον πόλεμο και τη θρησκευτική και όχι μόνο υποκρισία που τον συνοδεύει.

Η αφορμή ήταν η παρατήρηση ότι οι άνθρωποι προσεύχονταν για νίκη και «ευλογούσαν» τα στρατεύματά τους, χωρίς να συνειδητοποιούν το ηθικό κόστος για αυτούς και τους εχθρούς τους.

Περιεχόμενο και μήνυμα

Το κείμενο παρουσιάζει μια εκκλησία γεμάτη με πατριώτες που προσεύχονται για τη νίκη των στρατευμάτων τους.

Ξαφνικά εμφανίζεται ένας «αγγελιοφόρος του Θεού», που τους αποκαλύπτει το σκοτεινό νόημα της προσευχής τους: κάθε αίτημα για νίκη συνεπάγεται αίτημα για καταστροφή και θάνατο των αντιπάλων.

Το κείμενο καυτηριάζει την υποκρισία της θρησκευτικής και πατριωτικής ρητορικής και μας αναγκάζει να σκεφτούμε τις ηθικές συνέπειες των πράξεών μας.

Αν και γράφτηκε το 1905, δεν δημοσιεύτηκε όσο ζούσε ο Twain.

Οι εκδότες θεώρησαν ότι το κείμενο ήταν πολύ προκλητικό και επικίνδυνα αντιπολεμικό, κυρίως λόγω της κριτικής του προς τον πατριωτισμό και τη θρησκευτική ευσέβεια.

Τυπικά δημοσιεύτηκε μετά τον θάνατό του, το 1916, περίπου έναν χρόνο μετά τον θάνατό του.

Θεωρείται ένα από τα πιο αιχμηρά αντιπολεμικά έργα στην αμερικανική λογοτεχνία και δείχνει την ικανότητα του Twain να χρησιμοποιεί σαρκασμό και ειρωνεία για να αποκαλύψει τις ηθικές αντιφάσεις της κοινωνίας.

Το έργο παραμένει επίκαιρο για τη κριτική του στη συλλογική ψευδαίσθηση, την υποκρισία και τη θρησκευτική νομιμοποίηση της βίας.

Παρακάτω παραθέτω σε ελεύθερη μετάφραση το αρχικό κείμενο

 


Η Προσευχή του Πολέμου

Mark Twain 

 

Ήταν εποχή πολέμου. Οι εκκλησίες ήταν γεμάτες, και οι ιερείς κήρυτταν πατριωτισμό και προσεύχονταν για τη νίκη. Οι νέοι άνδρες έφευγαν για το μέτωπο, και οι σημαίες ανέμιζαν, και τα τύμπανα ηχούσαν, και οι καρδιές φλέγονταν από ενθουσιασμό.

Την Κυριακή το πρωί, η εκκλησία ήταν κατάμεστη. Οι στρατιώτες που επρόκειτο να αναχωρήσουν κάθονταν μαζί, περιτριγυρισμένοι από συγγενείς και φίλους. Ο ιερέας μίλησε με θέρμη για το δίκαιο της υπόθεσης, για τη βοήθεια του Θεού, και για τη βέβαιη νίκη. Στο τέλος, ύψωσε τα χέρια του στον ουρανό και έκανε μια ένθερμη προσευχή:

«Ω Κύριε των Δυνάμεων, προστάτεψε τα γενναία παλικάρια μας. Δώσε τους δύναμη και θάρρος. Οδήγησέ τα στη νίκη. Σύντριψε τον εχθρό μας, ταπείνωσέ τον, και κάνε τη σημαία μας να θριαμβεύσει πάνω από τα πεδία της μάχης. Ευλόγησε τα όπλα μας, και χάρισε μας μια ένδοξη νίκη.»

Η εκκλησία αντήχησε από ένα δυνατό «Αμήν».

Εκείνη τη στιγμή, ένας παράξενος, ηλικιωμένος άνδρας σηκώθηκε και προχώρησε προς τον άμβωνα. Το πρόσωπό του ήταν σοβαρό, σχεδόν απόκοσμο. Κανείς δεν τον γνώριζε.

Στάθηκε δίπλα στον ιερέα και είπε:

«Έρχομαι ως αγγελιοφόρος του Θεού. Μου δόθηκε να μεταφέρω σε εσάς το πλήρες νόημα της προσευχής σας. Διότι δεν το γνωρίζετε, αλλά ζητήσατε περισσότερα απ’ όσα ειπώθηκαν.»

Το εκκλησίασμα πάγωσε.

Ο γέρος συνέχισε:

«Η προσευχή σας για νίκη περιέχει και μια άλλη προσευχή — μια που δεν ειπώθηκε φωναχτά. Αν θέλετε να κερδίσετε, πρέπει να τολμήσετε να ζητήσετε και το αντίθετο για τους εχθρούς σας.

Ακούστε, λοιπόν, το υπόλοιπο της προσευχής σας:

«Ω Κύριε, βοήθησέ μας να κατασπαράξουμε τους εχθρούς μας. Βοήθησέ μας να σπείρουμε τα πτώματά τους στα πεδία. Βοήθησέ μας να πνίξουμε τη γη στο αίμα τους. Βοήθησέ μας να συντρίψουμε τα σπίτια τους, να αφήσουμε τις γυναίκες τους να θρηνούν και τα παιδιά τους να περιπλανώνται άστεγα και πεινασμένα. Βοήθησέ μας να γεμίσουμε τις καρδιές τους με πόνο και απελπισία.»

Διότι αυτό ζητάτε, όταν ζητάτε νίκη.

Ένα ρίγος διαπέρασε το πλήθος.

Ο γέρος κοίταξε γύρω του.

«Αν αυτό είναι που θέλετε — αν αυτό είναι που τολμάτε να ζητήσετε από τον Θεό — τότε πείτε το. Πείτε το ολοκληρωμένα. Διαφορετικά, μείνετε σιωπηλοί.»

Κανείς δεν μίλησε.

Ο άνδρας αποχώρησε όπως είχε έρθει — σιωπηλός.

Οι άνθρωποι έμειναν ακίνητοι. Και μετά από λίγο, κάποιος ψιθύρισε:

«Ήταν τρελός.»

 


Συμπεράσματα

Το κείμενο του Mark Twain είναι μια από τις πιο αιχμηρές αντιπολεμικές σάτιρες της λογοτεχνίας. Κάτω από την απλότητά του, κρύβονται πολύ δυνατές ιδέες:

1. Η «αόρατη» πλευρά κάθε προσευχής για νίκη

Ο Twain αποκαλύπτει μια ηθική αλήθεια που συνήθως αγνοούμε ότι κάθε ευχή για νίκη εμπεριέχει αναγκαστικά μια ευχή για καταστροφή του άλλου.

Δηλαδή:

«Να νικήσουμε» επομένως «να πεθάνουν αυτοί»

«Να σωθούμε» επομένως «να υποφέρουν άλλοι»

Ο γέρος απλώς λέει αυτό που όλοι σκέφτονται αλλά κανείς δεν τολμά να το αρθρώσει.

2. Η υποκρισία της θρησκευτικής ρητορικής

Ο ιερέας παρουσιάζει τον πόλεμο ως ιερό και δίκαιο.

Ο Twain δείχνει πόσο εύκολα η θρησκεία μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να «αγιάσει» τη βία.

Όμως το σοκ έρχεται να ταρακουνήσει το ποίμνιο όταν η ίδια προσευχή μεταφράζεται σε ωμή πραγματικότητα και γίνεται σχεδόν βλάσφημη ενάντια στην ηθική και τα κηρύγματα αγάπης του Χριστού και της Εκκλησίας.

3. Ο συλλογικός ενθουσιασμός και η τύφλωση

Οι άνθρωποι που βρίσκονται στην εκκλησία είναι καλοπροαίρετοι, αγαπούν τους δικούς τους, πιστεύουν ότι κάνουν το σωστό. Και όμως συμμετέχουν σε κάτι καταστροφικό χωρίς να το συνειδητοποιούν. Για αυτό και ο Twain καυτηριάζει τη «μαζική ψευδαίσθηση» του πατριωτισμού.

4. Ο «τρελός» ως φορέας αλήθειας

Η αντίδραση στο τέλος («Ήταν τρελός») είναι κρίσιμη. Γιατί η αλήθεια και το ξεσκέπασμα  είναι πολύ σκληρό και γι’αυτό ο απλός παρασυρμένος άνθρωπος προτιμά να τη χαρακτηρίσει παράλογη. Ο «αγγελιοφόρος» λειτουργεί σαν προφήτης — αλλά απορρίπτεται.

5. Αντιπολεμικό μήνυμα

Το έργο γράφτηκε σε περίοδο πολεμικού ενθουσιασμού και δεν δημοσιεύτηκε όσο ζούσε ο Twain, γιατί θεωρήθηκε υπερβολικά προκλητικό. Βλέπετε ο πόλεμος δεν είναι ηρωισμός — είναι συμμετρική καταστροφή που απλώς τη βλέπουμε από τη μία πλευρά.

Συνοψίζοντας

Το δοκίμιο του Twain δεν είναι απλώς ένα ιστορικό ή λογοτεχνικό κείμενο· είναι ένας καθρέφτης που αντικατοπτρίζει τις πιο σκοτεινές πτυχές της ανθρώπινης φύσης και των συλλογικών ψευδαισθήσεων. Μας αναγκάζει να σκεφτούμε τι πραγματικά σημαίνει η λέξη «νίκη» και ποιο είναι το ηθικό κόστος της. Και ίσως, πάνω απ’ όλα, μας υπενθυμίζει ότι η αλήθεια, όσο δυσάρεστη κι αν είναι, αξίζει πάντα να ακουστεί — ακόμα κι αν ο κόσμος τη χαρακτηρίσει «τρελή».

 


(*) Ο Mark Twain (Σάμιουελ Λάνγκχορν Κλέμενς 1835-1910) υπήρξε μια από τις πιο εμβληματικές μορφές της αμερικανικής λογοτεχνίας, γνωστός για το καυστικό του χιούμορ, την κοινωνική του κριτική και τα έργα που σημάδεψαν την παγκόσμια λογοτεχνία.

κγ