Translate -TRANSLATE -

Σάββατο, 29 Φεβρουαρίου 2020

Ναπολέων Βοναπάρτης : «H Ελλάδα περιμένει έναν ελευθερωτή...»

Στη φωτογραφία το σπίτι στο οποίο λέγεται ότι διανυκτέρευσε ο Βοναπάρτης όταν πέρασε από την Κρήτη. Εκείνη την περίοδο, το 1798, που ο Μέγας Ναπολέων πέρασε από την Ιεράπετρα, οι ξένοι ήταν ανεπιθύμητοι για τους ντόπιους, και έτσι δεν είχαν κανέναν λόγο να πλάσουν το μύθο της φιλοξενίας του Ναπολέοντα στην Παλιά Πόλη.


Ναπολέων Βοναπάρτης : «H Ελλάδα περιμένει έναν ελευθερωτή...»

Οι σχέσεις του μεγαλύτερου στρατηλάτη της ιστορίας με την χώρα μας και τον πολιτισμό της.

Ο Σατωβριάνδος, πολέμιος του Ναπολέοντα Βοναπάρτη (15 Αυγ. 1769 - 5 Μαΐου 1821), τον σκιαγράφησε ως εξής: «Αφού υποστήκαμε τον δεσποτισμό του προσώπου του, τώρα μας επέβαλε αυτόν της μνήμης του. Ζωντανός σημάδεψε τον κόσμο, νεκρός τον κατέκτησε».
Έχουν περάσει 250 χρόνια από τη γέννηση του Βοναπάρτη και 198 από τον θάνατο του και ακόμη συντηρεί με το έργο του, ανά τον κόσμο, δημοσιεύσεις, διδακτορικές διατριβές, κ.ά. Καμία άλλη ιστορική προσωπικότητα δεν επέδειξε παρόμοια μεταθανάτια δραστηριότητα, όπως και καμία άλλη χώρα, εκτός της δικής μας, δεν διεκδικεί λιγότερο μερίδιο αναγνώρισης στη συμβολή της δόξας του Ναπολέοντα Α', του μεγαλύτερου στρατηλάτη της ιστορίας, μετά τον Μέγα Αλέξανδρο. Και όμως, θα έπρεπε!
Οι σχέσεις του Βοναπάρτη με την Ελλάδα ξεκινούν από τη γέννηση του στην Κορσική, καθώς ο μύθος τον θέλει να κατάγεται από τη Σπάρτη και το πραγματικό του όνομα να είναι «Καλόμερος» (Buona-parte). Όμως, οι γενεαλογικές έρευνες για την οικογένεια του κατέληξαν πως κατάγεται από τη Γένουα.
Δεν είναι, λοιπόν, η καταγωγή που έφερε κοντά στην Ελλάδα τον Ναπολέοντα, αλλά η γραμματεία του αρχαιοελληνικού πολιτισμού με την οποία ανατράφηκε.
Ο Ναπολέων εξόριστος, το 1816, στην Αγία Ελένη, νησί ανάμεσα στην Αφρική και τη Λατινική Αμερική, είπε στον συνομιλητή του Ε. Las Cases: «H Ελλάδα περιμένει έναν απελευθερωτή. Αυτό θα αποτελούσε ωραίο στεφάνι δόξας. Θα γραφόταν το όνομα του στον αιώνα των αιώνων ανάμεσα στα ονόματα του Ομήρου, του Πλάτωνα και του Επαμεινώνδα. Δεν ήταν μακριά η πραγματοποίηση αυτού του σχεδίου. Όταν έφθασα στις ακτές της Αδριατικής έγραψα στη γαλλική κυβέρνηση ότι είχα μπροστά στα μάτια μου το βασίλειο του Μεγάλου Αλεξάνδρου».
Κατά την εκστρατεία στην Ιταλία (1797), που στόχευε στην αποδέσμευση της περιοχής από τους Αυστριακούς, ο Βοναπάρτης είχε στο επιτελείο του Έλληνες που ενημέρωναν τον υπόδουλο Ελληνισμό για τις κινήσεις του. Τότε, αντιπρόσωποι μας έσπευδαν να τον συναντήσουν για να του ζητήσουν να απελευθερώσει τη χώρα μας. Ένας από αυτούς ήταν ο Ρήγας Φεραίος, με την οδυνηρή για τον ίδιο κατάληξη της προσπάθειας του. Επίσης, ποιήματα όπως ο «Ύμνος στον Μποναπάρτε» του Περραιβού, κράτησαν ζωντανή την εικόνα του «απελευθερωτή μας» Ναπολέοντα.
Σ' αυτό συνέβαλε και η αποστολή από τον ίδιο των συνεργατών του Δήμου και Νικολό Στεφανόπολι στην Πελοπόννησο ώστε να του ετοιμάσουν υπόμνημα με οτιδήποτε εκτιμούσαν ότι θα εξυπηρετούσε τον σκοπό της εξέγερσης.

ΤΑ ΕΠΤΑΝΗΣΑ ΚΑΙ ΟΙ ΓΑΛΛΟΙ.

Όταν ο Βοναπάρτης νίκησε την Αυστρία και κατάργησε τη Δημοκρατία της Βενετίας στην οποία ανήκαν τα Επτάνησα, έθεσε τα νησιά στην κυριαρχία της Γαλλίας, γιατί «έχουν περισσότερο ενδιαφέρον για εμάς απ' όλη την Ιταλία», έγραψε στο Παρίσι. Τα ήθελε για ορμητήριο κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Ο γάλλος διοικητής Gentilly έφτασε στην Κέρκυρα με ξεκάθαρες οδηγίες από τον Βοναπάρτη: «Θα καταβάλετε κάθε προσπάθεια να κερδίσετε τους κατοίκους και εάν εκδηλώσουν διάθεση για ανεξαρτησία θωπεύσατε την επιθυμία τους. Μην παραβλέψετε, στα διαγγέλματα σας, να αναφέρεστε στην Ελλάδα, στην Αθήνα και στη Σπάρτη... Έχω ήδη επικοινωνία με τους κυριότερους αρχηγούς της χώρας και η Ελλάδα θα μπορούσε να ξαναγεννηθεί από τις στάχτες της».
Όμως, αυτό δεν συνέβη γιατί ο Βοναπάρτης εκστράτευσε προς την Αίγυπτο προκειμένου να περιορίσει την αγγλική υπεροχή στη Μεσόγειο. Αρχικά, ο προορισμός της εκστρατείας παρέμεινε μυστικός γι' αυτό οι στρατιώτες έλεγαν ότι «πάμε να απελευθερώσουμε την Αθήνα ή τη Σπάρτη»!

Η ΣΩΤΗΡΙΑ ΠΑΡΕΚΚΛΙΣΗ.

Ωστόσο, η τύχη στην οποία πίστευε ιδιαίτερα ο Βοναπάρτης αντέστρεψε τους ρόλους. Αντί να «σώσει» αυτός την Ελλάδα, τον έσωσε η Κρήτη και είναι προς τιμήν των Κρητών που κόντρα στις αμφισβητήσεις, κράτησαν ζωντανό για περισσότερο από δύο αιώνες ένα μύθο που τώρα πλέον είναι ιστορικό γεγονός. Ιδού τι συνέβη: πηγαίνοντας ο γαλλικός στόλος προς την Αίγυπτο, μετά την κατάληψη της Μάλτας, ο Βοναπάρτης είδε πρώτος τον αγγλικό στόλο και «ξαφνικά, έδωσε σήμα να εγκαταλείψουμε την πορεία που ακολουθούσαμε για να κατευθυνθούμε προς την Κρήτη», γράφει ο Δούκας του Rovigo. «Το βράδυ, όλα τα πλοία είχαν συγκεντρωθεί στην Κρήτη. Εάν ο Βοναπάρτης δεν μας είχε κατευθύνει εκεί, θα είχαμε ανεπανόρθωτα βρεθεί, το πρωί, μπροστά στον αγγλικό στόλο». Οι Άγγλοι δεν εντόπισαν τον Βοναπάρτη, παραπλανήθηκαν και έτσι ο γαλλικός στρατός αποβιβάστηκε επιτυχώς στην Αίγυπτο!
Τη σωτήρια παρέκκλιση δεν την κατέγραψαν οι ναυτικοί χάρτες με συνέπεια, έως τώρα, το πέρασμα του Βοναπάρτη από την Κρήτη εθεωρείτο μύθος.
Το 1806, για τη σύσταση του στρατού της Δαλματίας ο Ναπολέων στρατολόγησε πάμπολλους Έλληνες γιατί γνώριζαν την περιοχή. Οι νίκες που επισφραγίστηκαν με τη Συμφωνία του Tilsit (1807) παραχώρησαν εκ νέου τα Επτάνησα στη Γαλλία.

Η ΜΟΙΡΑΙΑ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ.

Τότε, επανήλθε το σχέδιο της απελευθέρωσης της Ελλάδας. Ο Ναπολέων το ανέθεσε στον στρατηγό Guillame de Vaudoncourt και όρισε επικεφαλής του στρατού τον αντιβασιλέα της Ιταλίας Ευγένιο. Όμως, αυτή τη φορά η προσπάθεια ακυρώθηκε γιατί ξεκίνησε η μοιραία για τον Ναπολέοντα, εκστρατεία στη Ρωσία!
Έκτοτε, η επικοινωνία μαζί του διακόπηκε. Όταν πέθανε ο Ναπολέοντας, ο Δ. Σολωμός συγκινημένος από τις περιγραφές των τελευταίων ωρών της ζωής του αφιέρωσε επτά στίχους στον «Άνθρωπο του αιώνα», όπως τον αποκάλεσε.
Ενόψει των εορτασμών για τα 200χρονα του 1821, η ελληνική πολιτεία έχει κάθε συμφέρον να τον ξαναθυμηθεί. Μόνο οφέλη θα αποκομίσει.

Η Ξένη Δ. Μπαλωτή είναι ιστορικός του Πανεπιστημίου ms Σορβόννης, εκπρόσωπος στην Ελλάδα του γαλλικού κέντρου μελετών «Souvenir napoléonie»

TA NEA

Χρηστου Χρηστιδη : Η έξοδος των πολιτικών προσφύγων



Η έξοδος των πολιτικών προσφύγων

Του Χρηστου Χρηστιδη*

Καημένη Αγάθη, πόση λαχτάρα είχε
να γυρίσει πίσω, λέει ο Παρασκευάς.
Μετά εκατό, μετά διακόσια χρόνια,
οι επισκέπτες του νεκροταφείου
θα αναρωτιούνται τίνος είναι αυτοί
οι ξενόγλωσσοι τάφοι...
Μιας γριάς κι ενός μικρού κοριτσιού κοντά της...

Ελλη Αλεξίου, Με τη Λύρα

Το σύνθετο πλέγμα των σχέσεων μεταξύ νικητών και νικημένων του εμφυλίου πολέμου απετέλεσε αναμφισβήτητα βασικό στοιχείο της ελληνικής κοινωνίας κατά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Οι διαιρέσεις και οι αποκλεισμοί στοίχειωσαν μια χώρα και επηρέασαν καταλυτικά τις αντοχές των δεσμών μιας κοινωνίας που προσπαθούσε να αναρρώσει από το τραύμα του νέου διχασμού. Την ίδια στιγμή, ένα διαφορετικό δράμα εκτυλισσόταν εκτός συνόρων: το δράμα των ηττημένων που κλήθηκαν να οργανώσουν τη ζωή τους εκ νέου, και μάλιστα εκτός Ελλάδος.
Η λήξη του εμφυλίου πολέμου, τον Αύγουστο του 1949, σηματοδότησε την έναρξη του νέου αυτού κεφαλαίου που αφορούσε τη μαζική έξοδο και την προσπάθεια εγκατάστασης δεκάδων χιλιάδων προσφύγων σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και στην Τασκένδη του Ουζμπεκιστάν. Αν και τμήμα των προσφύγων είχε ήδη καταφύγει σε γειτονικά κράτη, η 29η Αυγούστου 1949 υπήρξε σημείο αναφοράς για τις δυνάμεις του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (ΔΣΕ) και όσους τον ακολούθησαν -ηθελημένα ή όχι- κατά την υποχώρησή του. Πλέον, η επιστροφή στην Ελλάδα θα σχετιζόταν με την ευρύτερη ισορροπία δυνάμεων, στο πλαίσιο της ψυχροπολεμικής περιόδου.

Από την Αν. Γερμανία έως το Ουζμπεκιστάν


Μετά τη ρήξη Τίτο-Στάλιν και την ένταση στις σχέσεις του Βελιγραδίου με το ΚΚΕ, η Γιουγκοσλαβία δεν αποτελούσε πρόσφορη οδό διαφυγής, με αποτέλεσμα οι ηττημένοι να κινηθούν προς την Αλβανία μέσω του Γράμμου, ενώ ένας περιορισμένος αριθμός οδηγήθηκε στη Βουλγαρία μέσω του Παγγαίου. Διαβιώνοντας αρχικά σε στρατόπεδα που δημιουργήθηκαν στις δύο αυτές χώρες, γρήγορα έγινε κατανοητό ότι θα έπρεπε να μετακινηθούν σε άλλες περιοχές, μακριά από τα ελληνικά σύνορα, όπου η παρουσία τους θα μπορούσε να αποτελέσει αφορμή περαιτέρω όξυνσης. Μέχρι τον Δεκέμβριο του 1949 ολοκληρώθηκε η επιχείρηση μετακίνησης των πληθυσμών αυτών από την Αλβανία. Από τα λιμάνια της γειτονικής χώρας, εμπορικά πλοία ανέλαβαν να τους μεταφέρουν, ακολουθώντας δύο διαδρομές: μέσω Στενών και μέσω Γιβραλτάρ.
Κρυμμένοι στα αμπάρια των πλοίων, οι ηττημένοι του ΔΣΕ πέρασαν τα Στενά και αφού διέσχισαν τον Εύξεινο Πόντο αποβιβάστηκαν στο Πότι της Γεωργίας· στη συνέχεια επιβιβάστηκαν σε τρένα προκειμένου να μεταφερθούν στην Τασκένδη, την πρωτεύουσα του σοβιετικού Ουζμπεκιστάν στα βάθη της Κεντρικής Ασίας. Αντίθετη διαδρομή ακολούθησαν οι πολίτες, που μέσω Γιβραλτάρ και Βόρειας Θάλασσας κατέληξαν στο Γκντανσκ της Πολωνίας, για να επιβιβασθούν σε τρένα που θα τους μετέφεραν σε άλλες περιοχές της Πολωνίας και της Τσεχοσλοβακίας. Η απέλαση εκατοντάδων χιλιάδων Γερμανών από περιοχές της Ανατολικής Ευρώπης μετά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, επέτρεπε στις χώρες αυτές να υποδεχθούν τους πολιτικούς πρόσφυγες στα εδάφη τους και να τους παράσχουν δυνατότητα στέγης και εργασίας στις εστίες των πληθυσμών που πλέον είχαν απομακρυνθεί. Τέλος, στον αριθμό των προσφύγων θα πρέπει να προστεθεί και η παρουσία αρκετών χιλιάδων παιδιών που είχαν ήδη μεταφερθεί σε αυτές τις χώρες υπό την επίβλεψη της Επιτροπής Βοήθειας στο Παιδί (ΕΒΟΠ). Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα στοιχεία που υπήρχαν τον Οκτώβριο του 1950, οι πολιτικοί πρόσφυγες ανέρχονταν σε 55.881 άτομα, εκ των οποίων 23.405 ήταν άνδρες, 14.956 γυναίκες και 17.520 παιδιά κάτω των 17 ετών.
Με αυτόν τον τρόπο, δημιουργήθηκε ένας ιδιότυπος «χώρος προσφύγων» που εκτεινόταν από την Ανατολική Γερμανία ώς την Τασκένδη, στον οποίον το ΚΚΕ επιχειρούσε να οργανώσει έναν εν πολλοίς ανομοιογενή πληθυσμό σε συνθήκες που διέφεραν σημαντικά μεταξύ των χωρών υποδοχής. Οι πληθυσμοί των προσφύγων, προερχόμενοι κυρίως από τις ορεινές περιοχές της Βόρειας Ελλάδας, κλήθηκαν να προσαρμόσουν τη ζωή τους στις συνθήκες των νέων τους «πατρίδων» που διέφεραν τόσο ως προς τις κοινωνικές δομές όσο και ως προς τις κλιματολογικές και μορφολογικές συνθήκες από τη γενέτειρά τους.

«Καλή πατρίδα», το όνειρο και η ευχή της επιστροφής


Στην Τασκένδη εγκαταστάθηκαν περίπου 12.000 άτομα σε 14 συνοικισμούς (τις λεγόμενες «πολιτείες»), που είχαν κατασκευάσει οι Σοβιετικοί κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου για αιχμαλώτους. Ζώντας στα περίχωρα της πόλης, οι πρόσφυγες απασχολήθηκαν κατά κύριο λόγο ως βιομηχανικοί εργάτες. Στην Ουγγαρία μεταφέρθηκαν περίπου 7.000 άτομα· μάλιστα, σε έκταση που παραχωρήθηκε από την κυβέρνηση στο λεγόμενο «κτήμα Σίνα», οικοδομήθηκε από τους ίδιους τους πρόσφυγες το χωριό που λίγο αργότερα ονομάστηκε «Μπελογιάννης». Στη Ρουμανία εγκαταστάθηκε η έδρα της Κεντρικής Επιτροπής και του Πολιτικού Γραφείου του ΚΚΕ, ενώ από το Βουκουρέστι εξέπεμπε ο ραδιοφωνικός σταθμός «Ελεύθερη Ελλάδα».
Μικρότερες ήταν οι συγκεντρώσεις προσφύγων στη Βουλγαρία και την Ανατολική Γερμανία, ενώ σημαντικός αριθμός -κυρίως αμάχων- εγκαταστάθηκε στην Τσεχοσλοβακία και την Πολωνία.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1950, οργανώθηκε μια επιχείρηση επανένωσης οικογενειών που είχαν βρεθεί σε διαφορετικές χώρες κατά τη διάρκεια της πρώτης εγκατάστασης. Η προσπάθεια αυτή σε συνδυασμό με τους γάμους και τις γεννήσεις δημιούργησε νέες συνθήκες για τις κοινότητες των πολιτικών προσφύγων. Μείζων προτεραιότητα ήταν ο σχεδιασμός ενός συστήματος εκπαίδευσης που θα συνδύαζε την ανάγκη διατήρησης της ελληνικότητας με την ένταξη στο κοινωνικό και πολιτιστικό περιβάλλον των χωρών υποδοχής. Στο πλαίσιο αυτό, τα παιδιά διδάσκονταν στα ελληνικά Λογοτεχνία, Ιστορία και Γεωγραφία της Ελλάδας, ενώ παρακολουθούσαν και το πρόγραμμα διδασκαλίας της κάθε χώρας υποδοχής.
Για τους πολιτικούς πρόσφυγες, η εγκατάστασή τους στην Ανατολική Ευρώπη και την Τασκένδη χαρακτηριζόταν από μια ιδιότυπη «προσωρινότητα». Από την αρχή, ήδη, της μαζικής εξόδου τους από την Ελλάδα, μέχρι και την οριστική διαμόρφωση των αναγκαίων συνθηκών για την επιστροφή τους, μετά τη Μεταπολίτευση, βασική επωδό των λόγων τους αποτελούσε η ευχή «καλή πατρίδα». Ηττημένοι ενός ολέθριου εμφυλίου πολέμου, αναγκαστικά εκτοπισμένοι σε περιοχές παντελώς ξένες προς τα βιώματά τους, φορείς ξεχωριστών ατομικών δραμάτων, οι πολιτικοί πρόσφυγες διατήρησαν στις δεκαετίες που μεσολάβησαν την επιθυμία τους για επιστροφή.
Ο οριστικός επαναπατρισμός του μεγαλύτερου τμήματος αυτού του πληθυσμού ενίσχυσε -σε έναν βαθμό- την προσπάθεια επούλωσης των τραυμάτων του παρελθόντος, που είχαν κληροδοτηθεί από τις προηγούμενες γενιές. Παρά ταύτα, η ανάγκη προβληματισμού για τις εκατέρωθεν ευθύνες παραμένει.
* Ο κ. Χρήστος Χρηστίδης είναι διδάκτωρ Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.

«Μολυσμένες» ιστοσελίδες





 «Μολυσμένες» ιστοσελίδες

Τα εργαλεία για να κρατήσουμε μακριά ιούς ή κώδικες που κλέβουν στοιχεία

Του Κωστα Δεληγιαννη

Μπορεί το Ιντερνετ να προσφέρει αμέτρητες δυνατότητες για ενημέρωση και ψυχαγωγία, όμως αυτό δεν σημαίνει πως δεν κρύβει απειλές. Μία από τις πιο σοβαρές είναι οι μολυσμένες ιστοσελίδες, δηλαδή ιστοσελίδες που μόλις «φορτωθούν» θα επιχειρήσουν να εγκαταστήσουν στον υπολογιστή κακόβουλο λογισμικό – κυρίως ιούς ή κώδικα που στοχεύει να κλέψει ευαίσθητα δεδομένα. Οι μολυσμένοι ιστότοποι είτε έχουν δημιουργηθεί από τους ίδιους τους χάκερ είτε πρόκειται για αθώα σάιτ στα οποία ωστόσο έχουν καταφέρει να διεισδύσουν κυβερνοεγκληματίες και να «φυτέψουν» malware. Μάλιστα, οι περιπτώσεις αυτές μόνο λίγες δεν είναι, καθώς, σύμφωνα με την εταιρεία κυβερνοασφάλειας Dasient, κάθε μήνα «παγιδεύονται» έτσι 400.000 σάιτ. «Πάντως, είναι εξαιρετικά απίθανο να “φυτευθεί” malware σε κάποιον επώνυμο ιστότοπο, αφού οι εταιρείες που τους διαχειρίζονται φροντίζουν πολύ για την ασφάλειά τους», σημειώνει στην «Κ» ο κ. Βασίλης Βλάχος, καθηγητής Εφαρμογών στο ΤΕΙ Πληροφορικής της Λάρισας. «Ετσι, μεγαλύτερο κίνδυνο διατρέχουν όσοι δεν επισκέπτονται αποκλειστικά γνωστές και δοκιμασμένες ιστοσελίδες, οι οποίοι επομένως είναι και πιο απαραίτητο να παίρνουν μέτρα αυτοπροστασίας», συνεχίζει.
Όπως όμως εξελίσσονται οι κυβερνοεπιθέσεις, έτσι εξελίσσονται και τα μέτρα αυτοπροστασίας, με στόχο το πιο ασφαλές σερφάρισμα. «Κι αυτό γιατί σήμερα υπάρχουν εργαλεία τα οποία μπορούν να προειδοποιήσουν τον χρήστη ότι μία ιστοσελίδα περιέχει κακόβουλο λογισμικό πριν καν αυτός την επισκεφθεί», τονίζει ο καθηγητής. Μία τέτοια λειτουργία διαθέτουν κατ’ αρχάς αρκετά αντιιικά προγράμματα, κυρίως εμπορικά, αλλά και το δωρεάν avast antivirus, που αξιοποιούν γι’ αυτό τον σκοπό «μαύρες λίστες» από σάιτ με malware, τις οποίες οι προγραμματιστές τους ανανεώνουν συνεχώς, σαρώνοντας τον παγκόσμιο ιστό. «Για όποιον δεν διαθέτει ένα antivirus με τέτοια δυνατότητα, μία καλή εναλλακτική λύση είναι ορισμένες δωρεάν πρόσθετες εφαρμογές (“add-on”), συμβατές με τους δημοφιλέστερους φυλλομετρητές, οι οποίες θα τον πληροφορήσουν για το αν είναι ακίνδυνη ή όχι η ιστοσελίδα που θέλει να “ανοίξει”», προσθέτει ο κ. Βλάχος.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το Site Advisor της McAfee, το οποίο εγκαθίσταται στη γραμμή διευθύνσεων του Firefox, του Internet Explorer και του Chrome και προσθέτει στα αποτελέσματα κάθε αναζήτησης χρωματιστά εικονίδια τα οποία υποδεικνύουν κατά πόσο οι ιστοσελίδες στις οποίες αντιστοιχούν τα link είναι ασφαλείς, κατά πόσο εμπεριέχουν κινδύνους μικρού επιπέδου ή αν συνιστούν απειλή υψηλού ρίσκου.
Οι αξιολογήσεις βασίζονται σε ελέγχους που πραγματοποιούν οι υπολογιστές της εταιρείας, ενώ το Site Advisor μπορεί κατά κανόνα να χρησιμοποιηθεί παράλληλα με οποιοδήποτε antivirus, χωρίς να δημιουργήσει προβλήματα στον υπολογιστή. «Σίγουρα αποτελεί πλεονέκτημα το γεγονός ότι προέρχεται από μία εταιρεία με μεγάλη εμπειρία στην ανάπτυξη λογισμικού ασφαλείας», εξηγεί ο καθηγητής.
Το LinkExtend, ένα πρόσθετο για τον Firefox, προέρχεται αντίθετα από τη σχετικά άγνωστη εταιρεία Linkular, ωστόσο βαθμολογεί κάθε ιστότοπο συγκεντρώνοντας στοιχεία από 8 διαφορετικές ιντερνετικές πλατφόρμες, οι οποίες εντοπίζουν ηλεκτρονικές διευθύνσεις με κακόβουλο λογισμικό.
Ακόμη καλύτερα, το LinkExtend δίνει επίσης τη δυνατότητα ελέγχου μιας ιστοσελίδας για το αν περιέχει περιεχόμενο ακατάλληλο για ανηλίκους, αν και υστερεί στον τρόπο με τον οποίο εμφανίζει όλες αυτές τις πληροφορίες στην οθόνη. «Διαφορετική λογική ακολουθεί το Web of Trust, αφού οι αξιολογήσεις του βασίζονται στις κριτικές των ίδιων των χρηστών, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι δεν είναι αποτελεσματικό», λέει ο κ. Βλάχος.
Το ατού του είναι πως υπάρχει σε εκδόσεις για τους πιο σημαντικούς φυλλομετρητές (Chrome, Internet Explorer, Firefox, Safari, Opera) και ότι πολλοί χρήστες προσθέτουν επεξηγηματικά σχόλια για τη βαθμολόγησή τους.
Δεν είναι τυχαίο άλλωστε πως και το Facebook αξιοποιεί τις βαθμολογήσεις από το Web of Trust. Προληπτικό έλεγχο των σάιτ προσφέρουν όμως και ορισμένες δωρεάν διαδικτυακές υπηρεσίες, όπως η Norton Safe Web της Symantec (http://safeweb.norton.com) και η Url Void (www.urlvoid.com), αρκεί κανείς να τις επισκεφθεί και να πληκτρολογήσει την ηλεκτρονική διεύθυνση της ιστοσελίδας που σκοπεύει να «ανοίξει». «Η γνώμη μου είναι, πάντως, ότι ο χειροκίνητος έλεγχος περιορίζει τη χρηστικότητα αυτών των υπηρεσιών», επισημαίνει ο καθηγητής.
Έξυπνα φίλτρα
Λαμβάνοντας υπόψη πως, εδώ και περίπου ένα χρόνο, και οι ίδιοι οι φυλλομετρητές χρησιμοποιούν «έξυπνα» φίλτρα ή άλλες τεχνολογίες για να προειδοποιούν όσους τους χρησιμοποιούν για τα σάιτ που περιέχουν βλαβερό περιεχόμενο, ίσως να έμπαινε κανείς στον πειρασμό να συμπεράνει ότι είναι απόλυτα προστατευμένος από τις κάθε λογής κακοτοπιές στο Ιντερνετ. «Στην πραγματικότητα, κανένα εργαλείο δεν θα μπορέσει ποτέ να παράσχει πλήρη προστασία», αντιτείνει ο καθηγητής Εφαρμογών κ. Βασ. Βλάχος, «για τον απλό λόγο ότι οι “ μαύρες λίστες” που χρησιμοποιούν όλα αυτά τα εργαλεία χρειάζονται κάποιο χρόνο για να ανανεωθούν, αφήνοντας εκτεθειμένους, στο μεταξύ, τους χρήστες τους σε όποιον ιστότοπο έχει μολυνθεί πρόσφατα». Αντίθετα, συμπληρώνει, στην πράξη αποδεικνύεται ότι ο πιο «αδύναμος κρίκος» σε θέματα κυβερνοασφάλειας δεν είναι τόσο η τεχνολογία όσο ο ίδιος ο άνθρωπος. «Ετσι, το πιο σημαντικό είναι οι χρήστες να είναι επιφυλακτικοί στα link που υποτίθεται ότι παραπέμπουν σε εξωπραγματικές ειδήσεις, όπως και να αξιολογούν τα σάιτ ανάλογα με τη θεματολογία τους», συμπληρώνει.
Ακόμη πιο καχύποπτοι πρέπει να είναι στην περίπτωση ιστότοπων οι οποίοι τους ζητούν προσωπικά στοιχεία, παρόλο που σχεδόν όλα τα antivirus και τα πρόσθετα προγράμματα ελέγχουν τα σάιτ και για τυχόν επιθέσεις «ηλεκτρονικού ψαρέματος».

Παρασκευή, 28 Φεβρουαρίου 2020

Ηλία Μαγκλίνη : Δημόσιο χρέος, μια ιστορία εννέα αιώνων




Δημόσιο χρέος, μια ιστορία εννέα αιώνων

Του Ηλία Μαγκλίνη

Εάν βρεθεί κανείς στο Μανχάταν, αξίζει τον κόπο να σταθεί ανάμεσα στην 6η Λεωφόρο και τη 43η Οδό. Εκεί είναι αναρτημένος υπαίθριος πίνακας ανακοινώσεων, στον οποίο αναγράφεται ένα μάλλον τερατώδες νούμερο. Πάνε κάμποσα χρόνια από τότε που στάθηκε μπροστά σε αυτόν τον πίνακα ο ιστορικός Νάιαλ Φέργκιουσον. Ηταν στις 17 Οκτωβρίου του 1999. Τότε, διάβασε αυτό το νούμερο: 5.601.723.423.979. Πάνω από τον αριθμό αναγράφονταν τέσσερις λέξεις: «Το Εθνικό Μας Χρέος» (σε δολάρια). Κάτω από τον αριθμό υπήρχαν δύο σύντομοι υπολογισμοί: «Το Οικογενειακό Σας Μερίδιο: $73.192» και «Αύξηση ανά δευτερόλεπτο: $10.000». Σύμφωνα με τον δρα Ιωάννη-Διονύσιο Σαλαβράκο, οικονομολόγο-διεθνολόγο, λέκτορα του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, το 2007 το αμερικανικό δημόσιο χρέος έφτασε τα 8 τρισεκατομμύρια δολάρια, ενώ μετά από πρόχειρη έρευνα, διαπιστώσαμε ότι τον Μάρτιο του 2012 το χρέος των ΗΠΑ έφτασε τα 10,85 τρισεκατομμύρια δολάρια.
Θυμόμαστε όλοι πώς τον Αύγουστο του 2011 η αμερικανική οικονομία παραλίγο να τιναχτεί στον αέρα. Ήταν ένα ακόμα χτύπημα στη διαδεδομένη πεποίθηση ότι η διεθνής οικονομία στον ανεπτυγμένο κόσμο (σε αυτόν που έως τώρα τουλάχιστον ανήκε, ή ήθελε να ανήκει, και η Ελλάδα) θα ήταν, αν όχι ανοδική, πάντως σταθερή. Όλο αυτό θυμίζει την πεποίθηση πολλών διανοουμένων στις αρχές του 20ού αιώνα, οπότε και πίστευαν ακράδαντα ότι οι κατακτήσεις θεμελιωδών ανθρώπινων και κοινωνικών αξιών από τα τέλη του 18ου αιώνα και μετά θα καθιστούσαν την έννοια της προόδου κάτι σαν μονόδρομο. Το μακελειό του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου διέλυσε τις όποιες ψευδαισθήσεις. Κάποιοι, όπως ο Άγγλος συγγραφέας Τζ. Χ. Ουέλς, σοκαρίστηκαν όταν ξέσπασε ο πόλεμος. Στην πραγματικότητα, τόσο ο πόλεμος όσο και η ιδέα, η έννοια του εθνικού ή δημόσιου χρέους είναι μία παμπάλαια υπόθεση.
Ο Νάιαλ Φέργκιουσον μας πληροφορεί ότι, παρόλο που η ιστορία του ιδιωτικού χρέους χρονολογείται ήδη από τη 2η χιλιετία π.Χ., ούτε η αρχαία Ελλάδα ούτε η αρχαία Ρώμη είχαν επισημοποιήσει τον θεσμό του δημόσιου χρέους. Τα πρώτα συστήματα δημόσιου χρέους τα συναντάμε στη μεσαιωνική Ιταλία: το δημόσιο χρέος της Βενετίας, τον 12ο αιώνα, διασφαλίστηκε με το κρατικό μονοπώλιο άλατος, τα έσοδα από το οποίο προορίζονταν για την εξυπηρέτηση και εξαγορά του χρέους. Κατά τον 17ο αιώνα, ξεκινάει από την Ιταλία πάλι ένας θεσμός, που πολύ σύντομα διαδίδεται σε όλη την Ευρώπη: οι τράπεζες του Δημοσίου, βασική αποστολή των οποίων (αλλά όχι η μόνη) ήταν να διαχειρίζονται το κρατικό χρέος. Η Τράπεζα της Αγγλίας, μετά την ίδρυσή της το 1694, ανέλαβε τη διαχείριση του κρατικού χρέους της Γηραιάς Αλβιώνας.
Μετά τον νέο θεσμό των δημόσιων τραπεζών, ήρθαν και τα κρατικά χρεόγραφα αορίστου χρόνου, τα οποία, κατά τον Koerner στο «Public Credit», σηματοδοτούν την απαρχή της ιστορίας του σύγχρονου δημόσιου χρέους. Μετά το 1720, τα βρετανικά κρατικά χρεόγραφα ήταν ρευστοποιήσημα, εξαγοράσιμα στην ονομαστική τους αξία αλλά ατέρμονα. Όπως γράφει ο Φέργκιουσον, «τα κρατικά χρεόγραφα αποτέλεσαν υπόδειγμα για την ασφάλεια της οικονομίας, ένα σημείο αναφοράς έναντι του οποίου αντιπαραβαλλόταν ο κίνδυνος όλων των άλλων επενδύσεων».

Ο θάνατος και οι φόροι


 O φιλόσοφος Ντέιβιντ Χιουμ αναλογιζόταν το διογκούμενο εθνικό χρέος της Βρετανίας και καταλαμβανόταν από απελπισία

Ο άλλος πασίγνωστος τρόπος για να αντιμετωπίσουν τα κράτη τα ελλείμματά τους ήταν, βέβαια, η φορολογία, είτε έμμεση (δασμοί στις εισαγωγές, φόροι στην κατανάλωση εγχώριων προϊόντων και υπηρεσιών) είτε άμεση (κατά κεφαλήν φόροι). Ακόμα και στην Καινή Διαθήκη, οι φόροι έπαιξαν τον δικό τους ρόλο: η Μαρία και ο Ιωσήφ πήγαν στη Βηθλεέμ για να απογραφούν ώστε να αποδώσουν στον Καίσαρα την οφειλή τους. Και όπως είπε ένας Γάλλος επαναστάτης το 1789, «σ' αυτόν τον κόσμο, τίποτα δεν μπορεί κανείς να πει ότι είναι βέβαιο εκτός από τον θάνατο και τους φόρους».
Ούτε οι φόροι όμως ούτε το σταθερό, σε γενικές γραμμές, σύστημα διαχείρισης του δημόσιου χρέους μέσω κρατικών χρεογράφων δεν απέτρεψαν τις κρίσεις, μικρές και μεγάλες. Κατά τον 18ο αιώνα, «όλες οι Μεγάλες Δυνάμεις έτειναν να δαπανούν περισσότερα χρήματα από αυτά που εισέπρατταν μέσω της φορολογίας». Γι' αυτό και ο φιλόσοφος Ντέιβιντ Χιουμ αναλογιζόταν το διογκούμενο εθνικό χρέος της Βρετανίας και καταλαμβανόταν από απελπισία. Μέσα στη δεκαετία του 1860, ο Βρετανός πρωθυπουργός Γκλάντστοουν θα καταληφθεί από τέτοιο πανικό μπροστά στο φάσμα της εξάντλησης των αποθεμάτων του άνθρακα -ζωτικής σημασίας τότε για τον εθνικό πλούτο της χώρας-, που θα καταστρώσει ένα μεγαλόπνοο σχέδιο εξάλειψης του δημόσιου χρέους μέσα στα επόμενα... 250 χρόνια. Προηγουμένως, ως γνήσιος βικτωριανός, είχε γράψει ότι «η προσφυγή στη χρηματαγορά για δάνεια θα ήταν μια τακτική την οποία δεν απαιτούν οι ανάγκες μας, κι επομένως δεν θα ανταποκρινόταν στην αξία του χαρακτήρα μας».
Αγκάθι τα δημοσιονομικά ακόμα και για τις ακμάζουσες αυτοκρατορίες. Ωστόσο, σύμφωνα με άλλες θεωρίες, τα χρέη δεν είναι απαραίτητα κάτι κακό. «Τα χρέη, αν δεν λήγουν ποτέ και δεν έχουν καμιά κρίσιμη περιορισμένη διάρκεια χρόνου να φοβούνται (τα κράτη), είναι σαν να μην υπάρχουν», έλεγε τον 18ο αιώνα ο πορτογαλικής καταγωγής Ολλανδοεβραίος συγγραφέας Ισαάκ ντε Πίντο (βασικός μέτοχος της Ολλανδικής Εταιρείας Ανατολικών Ινδιών). Κάθε νέο δάνειο, υποστήριζε, «δημιουργεί ένα νέο, επίπλαστο κεφάλαιο -που δεν υπήρχε πριν- και το οποίο γίνεται μόνιμο, πάγιο και σταθερό, σαν να ήταν αληθινός θησαυρός». Ανάλογα, το 1781, ο Αλεξάντερ Χάμιλτον, αυτή η «ιδιοφυΐα της πρώιμης αμερικανικής δημοσιονομίας» (Φέργκιουσον), διακήρυττε ότι ένα εθνικό χρέος, αν δεν είναι υπερβολικό, θα είναι για μας εθνική ευλογία, ένα ισχυρό μέσο εδραίωσης του έθνους μας».
Από τότε, βέβαια, κύλησε άφθονο νερό στο αυλάκι. Περισσότερο κι από τους Ευρωπαίους, οι Αμερικανοί πολιτικοί σήμερα επιθυμούν να δουν τους ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς να είναι υποχρεωτικοί βάσει ειδικής τροπολογίας του ομοσπονδιακού συντάγματος, όπως εφαρμόζεται ήδη σε ορισμένες πολιτείες. Είναι η λογική του κυρίου Μικόμπερ, του ήρωα του Ντίκενς: «Ετήσιο εισόδημα 20 λίρες, ετήσιες δαπάνες 19,96 λίρες, αποτέλεσμα ευτυχία. Ετήσιο εισόδημα 20 λίρες, ετήσιες δαπάνες 20,06 λίρες, αποτέλεσμα δυστυχία».

Τελικά, το χρήμα δεν κινεί τον κόσμο


 Το χρήμα δεν κινεί τον κόσμο, τελικά. Σε αυτό το συμπέρασμα καταλήγει ο Νάιαλ Φέργκιουσον.

Στη Γαλλία, στα τέλη του 19ου αιώνα, η Τερέζα Ουμπέρ απολάμβανε λαμπρή σταδιοδρομία, την οποία είχε θεμελιώσει πάνω σε ένα... μπαούλο. Υποτίθεται ότι το μπαούλο αυτό περιελάμβανε 100.000.000 φράγκα σε ανώνυμα ομόλογα, για τα οποία κυκλοφορούσε η φήμη ότι τα είχε κληρονομήσει. Παίρνοντας δάνεια έναντι αυτών των τίτλων, η ίδια και ο σύζυγός της κατόρθωσαν να αγοράσουν ένα πολυτελές hotel στη λεωφόρο Γκραν Αρμέ, έγιναν μέτοχοι πλειοψηφίας σε παρισινή εφημερίδα και εξασφάλισαν με ίντριγκες την εκλογή του συζύγου της ως βουλευτή του Κόμματος των Σοσιαλιστών. Κάπου 10.000 κόσμος συγκεντρώθηκε έξω από το σπίτι του ζεύγους τον Μάιο του 1902, κι όταν άνοιξε επιτέλους το μπαούλο, αποκαλύφθηκε ότι «δεν περιείχε τίποτε άλλο εκτός από μία παλιά εφημερίδα, ένα ιταλικό νόμισμα και ένα κουμπί παντελονιού» (Φέργκιουσον, μέσω Spurling).
Θα είχε ενδιαφέρον να γραφεί κάποτε η παγκόσμια ιστορία της απατεωνιάς. Θα ερχόμασταν σε επαφή με έναν κόσμο, στον οποίο η έννοια του χρέους έχει μηδαμινή αξία. Ωστόσο, ένα τέτοιο αφήγημα θα ήταν περίπου η ιστορία της ανθρωπότητας. Το ερώτημα που συχνά γεννάται όταν διαβάζει κανείς ιστορίες όπως αυτές του ζεύγους Ουμπέρ, είναι τι ακριβώς σκέφτονταν: ότι θα διέφευγαν ισοβίως από τους πιστωτές τους; Ο Φέργκιουσον θα απαντούσε μάλλον ότι «οι οικονομικοί μας υπολογισμοί συχνά υποτάσσονται στις βιολογικές παρορμήσεις μας. (...) Οπως υποστήριξε ο Μαξ Βέμπερ, ακόμα και το κίνητρο του κέρδους έχει τις ρίζες του σε έναν όχι απόλυτα ορθολογικό ασκητισμό, σε μια επιθυμία του ανθρώπου να λειτουργήσει για δική του ικανοποίηση, τόσο από τη θρησκευτική όσο και από την οικονομική άποψη».
Το χρήμα δεν κινεί τον κόσμο, τελικά. Σε αυτό το συμπέρασμα καταλήγει ο Νάιαλ Φέργκιουσον στο βιβλίο του «Το πλέγμα του πλούτου. «Τουλάχιστον όχι περισσότερο απ' όσο οι χαρακτήρες στο «Εγκλημα και τιμωρία» (του Ντοστογιέφσκι) δρουν με βάση λογαριθμικούς πίνακες. Αντιθέτως, τα πολιτικά γεγονότα -και κυρίως οι πόλεμοι- ήταν οι παράγοντες που διαμόρφωσαν τους θεσμούς της σύγχρονης οικονομικής ζωής: γραφειοκρατίες είσπραξης φόρων, κεντρικές τράπεζες, αγορές ομολόγων, χρηματιστήρια».
Πέρα από τον αστάθμητο παράγοντα της αντίφασης στην ανθρώπινη συμπεριφορά (αυτή είναι και η κριτική του Φέργκιουσον στην οικονομική πολιτική Ομπάμα, ότι είναι κεϊνσιανή και ταυτόχρονα μονεταριστική, προκαλώντας την αντίδραση του νομπελίστα Πολ Κρούγκμαν), το βασικό για τον Άγγλο ιστορικό είναι το εξής: όπως και το DNA, έτσι και «το πλέγμα του πλούτου έχει τη δυνατότητα της μετάλλαξης. Συχνά, η δημοκρατία μπορεί να πνίξει την οικονομική ανάπτυξη. Άλλοτε μία οικονομική κρίση μπορεί να υπονομεύσει μία δικτατορία. Άλλοτε η δημοκρατία μπορεί να γνωρίσει την άνθηση ακόμα και όταν η οικονομία παραπαίει. Ενώ σε άλλες περιπτώσεις, η ανάπτυξη μπορεί να ενισχύσει έναν απολυταρχικό ηγέτη. (...) Σε αντίθεση με τον φυσικό κόσμο -και λόγω της περίπλοκης ανθρώπινης συνείδησης- ο ανθρώπινος κόσμος τον οποίο γνωρίζουμε ως Ιστορία, δεν διέπεται από γραμμικές αιτιώδεις σχέσεις».

Διαβάστε :

- Niall Ferguson, «Το πλέγμα του πλούτου. Το χρήμα και η εξουσία στον κόσμο. 1700-2000». εκδ. Ιωλκός, μτφρ. Ελευθερία Τσίτσα, επιμ. δρ Ιωάννης-Διονύσης Σαλαβράκος.
- Niall Ferguson, «The Ascent of Money», εκδ. Penguin Press.
- Πολ Κρούγκμαν, «Η συνείδηση ενός προοδευτικού». εκδ. Πόλις, μτφρ. Α. Δ. Παπαγιαννίδης.