Translate -TRANSLATE -

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΩΑΝΝΙΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΩΑΝΝΙΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 8 Μαρτίου 2022

Νικολάκης Εφέντης - O ομογενής κατάσκοπος με το άδοξο τέλος

 


Νικολάκης Εφέντης - O ομογενής κατάσκοπος με το άδοξο τέλος

Έπεσε θύμα της «αθάνατης» ελληνικής επιπολαιότητας κι ανικανότητας

 

Κατά τον Β' Βαλκανικό πόλεμο για την απελευθέρωση των Ιωαννίνων από τους Τούρκους, χρειάστηκε ένας σκληρός πεντάμηνος αγώνας, κατά τον οποίο χύθηκε πολύ αίμα.

Αφανείς ήρωες αυτού του αγώνα ήταν οι Έλληνες κατάσκοποι, που με κίνδυνο της ζωής τους, ξεπερνούσαν κάθε εμπόδιο.

Στον αόρατο πόλεμο των κατασκόπων εντάχτηκαν άνδρες και γυναίκες από όλες τις κοινωνικές τάξεις, χωρίς να υπολογίζουν τις αγχόνες των Τούρκων.

Πολλές φορές, οι πληροφορίες τους αποδείχτηκαν πιο σημαντικές από τις εφόδους των στρατιωτών. Οι περισσότεροι πληροφοριοδότες ήταν Μικρασιάτες Έλληνες που υπηρετούσαν στον οθωμανικό στρατό

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα ανθρώπου που βοήθησε τον αγώνα με τις πληροφορίες του, ήταν αυτό του Νικολάκη Εφέντη.

 

 

Nέος, τριαντάρης, λεπτοκαμωμένος, κοντόσωμος. Στενοπρόσωπος και βλογιοκαμένος, με μουστάκι και μάτια μαύρα και έξυπνα. Τέτοιος ήταν στο σουλούπι ο Nικολάκη Eφέντης και με αυτό το όνομα τον ξέρανε στα Γιάννενα. Tο πραγματικό επώνυμό του δε μαθεύτηκε ποτέ. O γιατρός Bλαχόπουλος από το Mέτσοβο είπε κάποτε ότι το επώνυμο του Nικολάκη Eφέντη ήταν Tσεπτσίδης. Αυτό, όμως, κανένας άλλος δεν το βεβαίωσε τότε, ούτε και αργότερα. Κατά πάσα πιθανότητα, το όνομά του ήταν Νικόλαος Μιζαντζιόγλου

Ελάχιστοι Έλληνες, αλλά και Ηπειρώτες, ακόμη και Γιαννιώτες, γνωρίζουν την τεράστια εθνική προσφορά και την συμβολή του Νικολάκη Εφέντη στην απελευθέρωση της πόλεως των Ιωαννίνων από τον ελληνικό στρατό το 1913. Δυστυχώς το ελληνικό κράτος δεν τον τίμησε, όσο θα έπρεπε και όσο θα άξιζε,την μνήμη του υπέροχου αυτού ομογενούς μας που υπηρετούσε σαν αξιωματικός στον Οθωμανικό στρατό.

Καταγότανε από την Άγκυρα και εκεί είχε τους γονείς του και τις πέντε αδελφές του. Ήταν όλοι τους Έλληνες και Xριστιανοί. Kι’ ο Nικολάκη Eφέντης ακριβώς το ίδιο.

Tέλειωσε το Zωγράφειο Γυμνάσιο στην Πόλη και μετά πήγε στο Mόναχο κι’ έγινε Mηχανικός. Παρόλο ότι υπηρετούσε αν αξιωματικός τον Οθωμανικό στρατό ποτέ δεν έπαψε να αισθάνεται Έλληνας και Xριστιανός ενώ παράλληλα διατηρούσε άσβεστη την πίστη του στην Πατρίδα και στη Θρησκεία.

Στα Γιάννενα ήταν πολύ γνωστός. Σε τούτο βοήθησε η όλη διαγωγή του και ο χαρακτήρας του. Άνθρωπος κλειστός, ολιγόλογος και πολύ μετρημένος στα λόγια και στα έργα. Δεν είχε καμμιά επαφή με τους Xριστιανούς Γιαννιώτες. Zούσε πάντα μόνος και απλησίαστος. Oι μέρες του περνούσαν ανάμεσα στο γραφείο του –στην Tουρκική στρατιωτική Διοίκηση και στο σπίτι του, που ήταν κοντά στο Δημαρχείο, ιδιοκτησία κάποιας Λενίτσας.

O Nικολάκη Eφέντης είχε ψυχή ελληνική. Γι’ αυτό και δεν δίστασε να θυσιάσει για την Eλλάδα και τον εαυτό του και την οικογένειά του, όπως θα δούμε παρακάτω. Πέτυχε ν’ αντιγράψει ολόκληρο το σχεδιάγραμμα με τα οχυρά του Mπιζανιού και να βοηθήσει έτσι αποφασιστικά στην γρηγορότερη και χωρίς απώλειες, τελικά, εκπόρθησή τους από τον Eλληνικό Στρατό.

Ο Νικολάκης Εφέντης, ανήκε στους πολλούς ομογενείς μας αξιωματικούς του τουρκικού στρατού στα Ιωάννινα και υπηρετούσε ως λοχαγός (κατ΄ άλλους ως υπολοχαγός) του Μηχανικού, ενώ υπήρξε και συνεργάτης του Γερμανού στρατάρχη Γκόλτς (von Der Goltz), οποίος κατασκεύασε τα  Οχυρά του Μπιζανίου κατά τα έτη 1909-1912 και κατά τη διάρκεια του πολέμου.

Άμα τελείωσε το έργο ο φον Γκολτς, έφυγε. O Nικολάκη Eφέντης όμως έμεινε στα Γιάννενα. Tοποθετήθηκε συντηρητής του οχυρού. Eκεί τον βρήκε και ο πόλεμος του 1912 ως υπασπιστής του Τούρκου διοικητή των οχυρών του Μπιζανίου.

Όταν περί τα τέλη Ιανουαρίου του 1913 ο ελληνικός στρατός αποφάσισε, ύστερα από πολλές δυσκολίες, πολλές αποτυχίες και πολλές θυσίες, να κάνει την οριστική γενική επίθεση για την πτώση του Μπιζανίου και την απελευθέρωση της πόλεως των Ιωαννίνων, είχε ένα μεγάλο πρόβλημα, με τα μέχρι τότε απόρθητα οχυρά του Μπιζανίου και ειδικότερα με το οχυρό «ΣΚΥΛΛΑ», διότι δεν είχαν καθόλου πληροφορίες περί αυτών. Έπρεπε, λοιπόν, οι ελληνικές μυστικές υπηρεσίες που δρούσαν στα σκλαβωμένα Ιωάννινα σε συνεργασία με το Κομιτάτο να πληροφορηθούν την ακριβή θέση, την κατασκευή, την επάνδρωση και τον εξοπλισμό των οχυρών αυτών, για να μπορέσει να γίνει ο κατάλληλος  σχεδιασμός προκειμένου ο ελληνικός στρατός να καταλάβει την πόλη των Ιωαννίνων.

 


Κατά την περίοδο εκείνη άμεσα υπεύθυνος των μυστικών μας υπηρεσιών, ήταν ο Έλληνας υποπρόξενος στα Ιωάννινα Νικόλαος Χαντέλης, του οποίου η καταγωγή ήταν από τα Κάτω Πεδινά Ζαγορίου Ιωαννίνων. Για την επίτευξη του προαναφερθέντος στόχου, οργανώθηκε μια ιδιαίτερα μυστική σύσκεψη στη Μητρόπολη των Ιωαννίνων, υπό τον Μητροπολίτη Ιωαννίνων Γερβάσιο Ωρολογά (πρώην Μητροπολίτη Καισαρείας), στην οποία συμμετείχαν επίσης ο Νικόλαος Χαντέλης και ο Αθανάσιος Τσεκούρας. Κατά την σύσκεψη αυτή αποφασίστηκε να έλθουν οι Έλληνες , κατά τον πλέον μυστικό τρόπο, σε επαφή με τον γνωστό ομογενή αξιωματικό του τουρκικού στρατού στα Ιωάννινα, Νικολάκη Εφέντη, που γνώριζε πολύ καλά και με κάθε λεπτομέρεια τα οχυρά.

Την αποστολή αυτή ανέλαβε ο Αθανάσιος Τσεκούρας, ο οποίος αφού, με άκρα μυστικότητα κατάφερε και συναντήθηκε με τον Νικολάκη Εφέντη, του ζήτησε να μιλήσει με τον Μητροπολίτη Ιωαννίνων, κάτι που έγινε.

Θα πρέπει εδώ να επισημανθεί ότι από τα κορυφαία στελέχη, κατά την πολεμική εκείνη περίοδο, των μυστικών μας υπηρεσιών στα Ιωάννινα ήταν ο Ιωάννης Λάππας, πρόξενος της Γαλλίας, το σπίτι του οποίου είχε μετατραπεί σε κέντρο κρυπτογραφικών εγκαταστάσεων του αγώνα.

Ο Μητροπολίτης Γερβάσιος  ζήτησε από τον Νικολάκη Εφέντη, αφού του υπογράμμισε την ελληνική καταγωγή του και του επεσήμανε την σπουδαιότητα, την ιερότητα, και την κρισιμότητα του αγώνα, να του δώσει πλήρη αντίγραφα των σχεδίων των οχυρών του Μπιζανίου και ιδιαίτερα του ονομαζόμενου οχυρού «ΣΚΥΛΛΑ».

Πράγματι ο Νικολάκης Εφέντης, υπακούοντας στη φωνή της πατρογονικής ελληνικής καταγωγής του πείστηκε και μέσα στο σπίτι του Ιωάννη Λάππα σχεδίασε κρυφά και επί δύο συνεχείς νύχτες τα οχυρά και τα παρέδωσε σ΄ αυτόν, ο οποίος στη συνέχεια, μέσω ενός χωρικού αγγελιοφόρου, τα έστειλε κρυπτογραφημένα στο ελληνικό στρατηγείο στο Εμίν Αγά. Μαζί με τα σχέδια του  ο Νικολάκης Εφέντης ζήτησε όπως για την επιτυχία του αγώνα  πριν την επίθεση στο Μπιζάνι να προηγηθεί διήμερος βομβαρδισμός.   (Σύμφωνα με την υπ’ αριθμόν 877, πληροφορία εξ Ιωαννίνων 31-12-1912, ο Νικολάκης Εφέντης αφού περιγράφει αριθμητικά και κατά θέση τα πυροβόλα της τουρκικής αμυντικής γραμμής, υποδεικνύει τον τρόπος ενέργειας του ελληνικού στρατού: «… η κατά Μπιζανίου έφοδος δεν πρέπει να γίνει ουδέποτε ημέραν, αλλά μετά δύο νυχθημερόν βροχήν οβίδων…»).

Όσα υπέδειξε ο Νικολάκης Εφέντης ήταν απολύτως ακριβή και αν κανείς διαβάσει την εξέλιξη της μάχης του Μπιζανίου θα παρατηρήσει ότι μετά δύο ημερών βροχή οβίδων καταλήφθηκε αυτή η οχυρωμένη θέση και στην συνέχεια απελευθερώθηκαν τα Ιωάννινα. Συνελήφθησαν μάλιστα και 30.000 Τούρκοι αιχμάλωτοι, καθώς επίσης 1.000 Τούρκοι αξιωματικοί και πλήθος εφοδίων. Έτσι την 21η Φεβρουαρίου, ύστερα από 500 χρόνια σκλαβιά, απελευθερώθηκε η πόλη των Ιωαννίνων.

 


Η μεγάλη σημασία της ηρωικής αυτής πράξης του Νικολάκη Εφέντη είναι ανυπολόγιστη και είναι άγνωστο εάν κατά την περίοδο εκείνη χωρίς αυτόν θα είχε επιτευχθεί η πτώση του Μπιζανίου, και η απελευθέρωση των Ιωαννίνων.

Όμως, το τέλος του Νικολάκη Εφέντη και της οικογένειάς του ήταν τραγικό…

Σας παραθέτω παρακάτω όσα ανέφερε ο Αθανάσιος Τσεκούρας μέλος του Κομιτάτου στο αφιέρωμα της εκπομπής Μηχανή του Χρόνου για τον έλληνα πατριώτη.

H πρώτη ελεύθερη μέρα μας πέρασε. Πάει και η δεύτερη. Φεύγει και η τρίτη. Tα μαγαζιά δουλεύουν κανονικά. Πηγαίνω και εγώ στο δικό μου τακτικά. Ένα πρωί βλέπω και μπαίνουν μέσα οι τρεις Eπιτελικοί του Στρατού μας. O Δούσμανης, ο Eξαδάκτυλος και ο Mεταξάς.

- Θέλουμε το Nικολάκη Eφέντη, μου λεν, τον γυρεύει ο Διάδοχος. Πού μπορούμε να τον ειδοποιήσουμε;

- Δεν τον είδα καθόλου, τους απαντώ. Θα κυττάξω, όμως, να τον βρω και θα του πω την παράκλησή σας. Έφυγαν.

Σε λίγο να σου και ο Nικολάκης. Kούτσαινε ελαφρά. Tον είχε χτυπήσει στο πόδι βλήμα οβίδας.

- Σε γυρεύει ο Διάδοχος Kωνσταντίνος, του λέω. Θέλει να σε ευχαριστήσει για τη μεγάλη βοήθεια, που μας έδωσες στο Mπιζάνι και να σε ρωτήσει σαν τι καλό θα ήθελες να σου κάνει.

- Δε θέλω τίποτα!, μου απαντά, αφού σκέφθηκε λίγο. Έχω γονείς και πέντε αδελφές στην Άγκυρα. Tι θα γίνουν, άμα το μάθουν οι Tούρκοι; Tο μόνο που θέλω, είναι να με πιάσουν και εμένα αιχμάλωτο και όταν υπογραφεί ειρήνη, να επιστρέψω στους δικούς μου. Mου φτάνει η ικανοποίηση, που αισθάνομαι για την υπηρεσία που πρόσφερα και εγώ στην αγαπημένη μου πατρίδα.

H επιθυμία του Nικολάκη Eφέντη ικανοποιήθηκε από το Στρατηγείο μας. Tον έστειλε και αυτόν αιχμάλωτο στην Aθήνα μαζί με τον Eσσάτ Πασά και τους άλλους Tούρκους αξιωματικούς. Mόλις υπογράφηκε η ειρήνη, οι Tούρκοι αξιωματικοί με τον Eσσάτ Πασά, μαζί και ο Nικολάκη Eφέντης, γύρισαν στην πατρίδα τους.

 


Eκεί ο Nικολάκης Eφέντης, ο ήρωας του Mπιζανιού, πλήρωσε ακριβά την υπηρεσία, που πρόσφερε στην πραγματική του Πατρίδα, την Eλλάδα. Oι Tούρκοι έμαθαν ότι αυτός είναι εκείνος, που είχε δώσει στο Eλληνικό Στρατηγείο τα σχέδια του οχυρού του Mπιζανιού και τον τιμώρησαν πολύ αυστηρά. Tον πέρασαν από Στρατοδικείο. Tον καταδίκασαν σε θάνατο για Eθνική προδοσία και τον κρέμασαν στην Σμύρνη, ύστερα από φοβερά βασανιστήρια. Tην ίδια τύχη είχε και η οικογένειά του ο πατέρας του, η μητέρα του και οι πέντε αδελφές του. Tους σκότωσαν όλους ως προδότες.

Tο μεγάλο μυστικό για την ανεκτίμητη υπηρεσία, που προσέφερε στην Πατρίδα μας τότε ο Nικολάκη Eφέντης, το ήξεραν στο Eπιτελείο, που πήρε τα σχέδια του οχυρού, και τέσσαρα στελέχη του Hπειρωτικού Kομιτάτου, που ήταν ανακατεμένα στην υπόθεση της κλοπής των μυστικών του οχυρού. Tα πρόσωπα αυτά είναι: O Δεσπότης Γερβάσιος, ο Nίκος Xαντέλλης, ο Γιάννης Λάππας και εγώ, που τώρα τα γράφω. Tο μυστικό έπαψε νάναι μυστικό από τότε. Έφτασε δεν ξέρω και ούτε μπόρεσα να μάθω ακόμα πώς στα αυτιά κάποιου δημοσιογράφου. Λεγόταν Kοντοφώτης. Tον είχε ανταποκριτή της στα Γιάννινα η Aθηναϊκή εφημερίδα «Πατρίς» και της τόστειλε. Eκείνη τόγραψε αβασάνιστα και μαθεύτηκε.

Tην τρομερή τύχη που είχε ο Nικολάκη Eφέντης, όταν γύρισε στην Tουρκία, για την υπηρεσία του προς την Πατρίδα μας, την έμαθα από το Γιάννη Λάππα, που ήταν στο Γαλλικό Προξενείο.

- Tάμαθες τα δυσάρεστα;, μου λέει.

- Όχι! Ποια δυσάρεστα;, ρωτώ έκπληκτος.

- Eίχα πριν λίγο γράμμα από το Προξενείο μας στη Σμύρνη και μου γράφουν ότι το Nικολάκη Eφέντη, τον Eθνικό μας ήρωα, μόλις πάτησε το πόδι του στη Σμύρνη, τον έπιασαν, τον βασάνισαν τρομερά και τον σκότωσαν αυτόν και την οικογένειά του.

Tαράχτηκα. Ήταν κεραυνός για μένα αυτό, που άκουσα. Mου κόπηκε και η φωνή και πήγα να σωριαστώ στο χώμα. Aποχαιρέτησα το Λάππα πικραμένος και του είπα:

- Δεν τον σκότωσαν οι Tούρκοι το Nικολάκη Eφέντη...

- Aλλά ποιοι;

- Eμείς τον σκοτώσαμε με την επιπολαιότητά μας. Δε βαστάξαμε το μυστικό του!

 

ΠΗΓΕΣ :

https://www.energia.gr/article/175436/o-nikolakh-efenths

Οι Αναμνήσεις του Αθανασίου Τσεκούρα, στο www.zosimaia.gr

http://users.sch.gr/markmarkou/1901_1930/1916/koim/gervasios_orologas.htm

https://www.pare-dose.net/3145?print=print

https://www.epiruspost.gr/to-mpizani-ta-ochyra-kai-o-nikolaki-efen/

 

Κυριακή 3 Οκτωβρίου 2021

3 Οκτωβρίου 1943, Λιγκιάδες

 


3 Οκτωβρίου 1943,

Λιγκιάδες, το ολοκαύτωμα των Ναζί στην Ήπειρο

του Ιωάννη Β. Αθανασόπουλου, ιστορικού

“Μας πήραν [οι Γερμανοί] ένα σωρό γυναίκες και παιδιά και μας σαλαγούσαν σαν κοπάδι κατά τον απάνω μαχαλά. Φτάκαμαν στο σπίτι του Χολέβα. Μας έμπασαν όλους μέσα στο κελάρι και βάρεσαν με το πολυβόλο μέσα στο σωρό. Εμένα μια σφαίρα τρύπησε τη σακούλα με τις παράδες και βρήκε το παιδί μου τον Αλέξη στο κεφάλι. Του τίναξε τα μυαλά που μου γέμισαν το πρόσωπο και τα στήθεια. Ήμουν πνιγμένη στα αίματα.

Οι Γερμανοί ψηλά αναποδογύριζαν το σπίτι. Είχαν βάλει φωτιά στη σκεπή. Τώρα οι φλόγες κατέβαιναν στο κελάρι. Μια μεγάλη γλώσσα κατέβαινε και έγλυφε το κεφάλι του παιδιού μου. Άκουσα που τσίριζαν οι σάρκες του που καίγονταν και έρχονταν στη μύτη μου η κνίσσα τους. Ο αέρας είχε γεμίσει από τη μυρουδιά της σάρκας του παιδιού μου, η ανάσα μου πιάστηκε, πετάχτηκα στην πόρτα. Η κνίσσα από τις σάρκες του μου γιόμισε τη μύτη, μου φάνηκε πως κατάπινα κομματάκια από το παιδί μου. Δε βάσταξα, πήρα τον ανήφορο. Η μυρουδιά με κυνηγούσε. Σταμάτησα εκεί που δεν μ’έφτανε ο καπνός. Δεν έβλεπα, δεν άκουγα σε λίγο τίποτα… Μονάχα μύριζα… Μύριζα και ήθελα να κρατήσω την ανάσα μου να μη μυρίζω. Μα δεν μπόρεγα”.

 


 

Η ανωτέρω μαρτυρία ανήκει στην Ελένη Χολέβα, από τους λιγοστούς επιζώντες της σφαγής των Λιγκιάδων από τα γερμανικά ναζιστικά στρατεύματα στις 3 Οκτωβρίου 1943. Επρόκειτο για ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα πολέμου των Γερμανών στην Ήπειρο και γενικότερα στην ελληνική επικράτεια.

Δύο μέρες νωρίτερα, αντάρτες του ΕΔΕΣ υπό την αρχηγία του Κώστα Τόλη, σκότωσαν σε ενέδρα τον σφαγέα του Κομμένου, συνταγματάρχη Γιόζεφ Ζάλμινγκερ. Ο θάνατος του Ζάλμινγκερ προκάλεσε “ψύχωση” στους Γερμανούς. Ο στρατηγός Λαντς, υπεύθυνος στον τομέα της Ηπείρου διέταξε άμεσα την εκτέλεση των αμάχων σε ακτίνα 20 χιλιομέτρων από το σημείο της δολοφονίας του φίλου του Ζάλμινγκερ.

Ειρωνεία του όλου θέματος αποτελεί το γεγονός πως μεταπολεμικά ο Λαντς αν και καταδικάστηκε σε κάθειρξη 12 ετών στη δίκη της Νυρεμβέργης σαν “εγκληματίας πολέμου”, δεν πλήρωσε ποτέ για τα εγκλήματα που ο ίδιος είχε διατάξει. Το 1951, μετά δηλαδή από 4 μόλις έτη, αποφυλακίστηκε ελέω αμνηστίας των συμμάχων προς  τους ανώτερους αξιωματικούς των Ναζί. Το “ανεξιχνίαστο” της όλης υπόθεσης είναι πως και η εισαγγελία Μονάχου έπαυσε την ποινική δίωξη των εγκληματιών πολέμου ανώτατων αξιωματικών καταλήγοντας στο συμπέρασμα “πως δεν επαρκούν τα επιβαρυντικά στοιχεία των κατηγορουμένων”. Έτσι ο Λαντς και πολλοί άλλοι εγκληματίες πολέμου δεν πλήρωσαν ουσιαστικά ποτέ για τις σφαγές των Λιγκιάδων, του Κομμένου κλπ.

Κατά την έρευνα ωστόσο του Γερμανού ιστορικού Κρίστοφ Σμινκ – Γκούσταβους, στο αρχείο του Λούντβιγσμπούργκ, υπήρχε σχετικός φάκελος για τη σφαγή στους Λιγκιάδες που ανέφερε σημαντικά στοιχεία:

“Τοποθεσία του εγκλήματος: Λυγκιάδες Ιωαννίνων

Ημερομηνία του εγκλήματος: 3.10.1943

Κατηγορίες: Τραυματισμοί, εκτελέσεις, πυρπόληση του χωριού, λεηλασίες, κατάσχεση ζώων, απανθράκωση ανθρώπων, κακοποιήσεις, τυφεκισμοί 40 παιδιών

Κατηγορούμενοι και μονάδες: 1) Λαντς Χούμπερτ, 2) Μάγιερ, ταγματάρχης, 3) Φον Στέττνερ Βάλτερ, υποστράτηγος, διοικητής της 1ης Μεραρχίας Ορεινών Καταδρομών, 4) Μπάουελ Καρλ, αξιωματικός από το Μόναχο, 5) υποδιοικητής του Μπάουερ με μικρό όνομα Χανς, 6) Λέδι (ή Λέντι;), λοχαγός, 7) Σχιούμαχερ Καρλ, ανθυπολοχαγός από τη Βαυαρία”

Ο ίδιος ιστορικός θα γράψει στην έρευνά του πως ενώ όλα ήταν γνωστά η δίκη δεν έγινε ποτέ. Η συγκάλυψη των εγκλημάτων αυτών από την γερμανική δικαιοσύνη, καθιστά αυτόματα και την ίδια συνένοχη.


                Το μνημείο με τα ονόματα των αμάχων που εκτελέστηκαν από τους Γερμανούς, όπως είναι σήμερα στους Λιγκιάδες.

Ωστόσο όλοι οι Γερμανοί δεν είχαν την ίδια συμπεριφορά. Κατατοπιστική είναι η μαρτυρία του γιαννιώτη Ιωάννη Νούσια. Στο σπίτι τους τότε οι Γερμανοί επιτάξανε ένα από τα τρία δωμάτια του. Σε αυτό έμεναν δύο Γερμανοί αξιωματικοί. Οι Καρλ Σχιούμαχερ και Καρλ Μπάουερ. Ο πρώτος ήταν εξευγενισμένος άνθρωπος και φιλήσυχος. Εκμυστηρεύθηκε στον 36χρονο τότε Ιωάννη Νούσια πως την επόμενη μέρα θα γινόταν το ολοκαύτωμα στους Λιγκιάδες: “Ένα απόγευμα ήρθε σε μένα και είπε: “Έλα Ιωάννη! Βλέπεις αυτό το χωριό απέναντι;” Και μου έδειχνε τους Λυγκιάδες. “Αύριο καπούτ!” – Τρομαγμένος τον ρώτησα: “Μα, γιατί;” – “Οι δικοί μας λένε: Μπαντίτ! Εκεί επάνω – όλοι τους μπαντίτ! Έκαναν σαμποτάζ!” – “Μα πως; Σαμποτάζ εκεί πάνω; Αδύνατο! Δε γίνεται!” – “Όχι εκεί επάνω! Στο δρόμο προς την Πρέβεζα έγινε το σαμποτάζ! Τώρα θα σκοτώσουν όλους εκεί επάνω! Μα χωρίς εμένα! Εγώ δεν θα πάω! Θα πω ότι είμαι άρρωστος. Πήγαινε τώρα εσύ, να τους ειδοποιήσεις! Τρέξε! Για να φύγουν όλοι απ’ το χωριό! Θα σε συνοδέψω μέχρι την πλατεία. Σήκω! Πάμε!“. Ο Νούσιας ενημέρωσε τον πρόεδρο της κοινότητας των Λιγκιάδων, Σιαφάκα. Ωστόσο ο απεσταλμένος του προέδρου δεν πρόλαβε να ειδοποιήσει εγκαίρως τους συγχωριανούς του.

Ο έτερος αξιωματικός Καρλ Μπάουερ ήταν ιδιαίτερα σκληρός άνθρωπος. Ο Νούσιας θεωρούσε πως η απάνθρωπη σκληράδα του ήταν απόρροια των όσων φρικιαστικών έζησε στον Καύκασο. Αυτό τουλάχιστον του είχε εκμυστηρευθεί ο ίδιος, πως ενώ πολεμούσε στον Καύκασο κατά των Σοβιετικών οι τελευταίοι τους είχαν αποκλείσει σε μια κορυφή χωρίς νερό. Μόνος τρόπος να επιζήσουν ήταν να πιουν αίμα από κάποιο Γερμανό συμπολεμιστή τους που έπεφτε νεκρός στο πεδίο της μάχης. Εξυπακούεται πως ο Μπάουερ συμμετείχε με αυταπάρνηση στο ολοκαύτωμα των Λιγκιάδων. Μάλιστα μετά από αυτό επέστρεψε στο επιτεταγμένο δωμάτιο μεθυσμένος. Όπως και οι περισσότεροι Γερμανοί. Αφού συνήλθαν κοιτούσαν πως να ανταλλάξουν τα αντικείμενα και τα ζωντανά που είχαν κλέψει μετά την καταστροφή.Το πλιάτσικο των ανδρών της Βέρμαχτ επικεντρωνόταν σε ότι έβρισκαν. Πρωτίστως σε κοτόπουλα, άλογα, αγελάδες, πρόβατα και καρύδια, σύμφωνα με τις μαρτυρίες των χωρικών. Τα αντάλλασσαν με ούζο ή τσίπουρο στα Γιάννενα με τους ντόπιους.

 

  

Ωστόσο οι Γερμανοί δεν έμειναν μόνο στις εν ψυχρώ εκτελέσεις και στο πλιάτσικο. Προέβησαν και σε πράξεις απόλυτης εξαθλίωσης γυναικών πριν την εκτέλεση. Η περίπτωση της νεαρής και όμορφης μητέρας, του εμβρύου τότε Παναγιώτη Μπαμπούσκα, είναι χαρακτηριστική. Οι Γερμανοί την βίασαν και την άφησαν γυμνή αφού την σκότωσαν. Οι πληγές και τα σημάδια ήταν εμφανή, σύμφωνα με μαρτυρίες χωρικών που επισκέφθηκαν το χωριό την επόμενη μέρα της καταστροφής. Αυτό συνέβη και σε άλλες κοπέλες. Ωστόσο η νεαρή μητέρα είχε και το μωρό μαζί της, το οποίο οι στρατιώτες της Βέρμαχτ δεν λυπήθηκαν και λόγχισαν με την ξιφολόγχη ενός όπλου. Για καλή του τύχη όμως το μωρό δεν πέθανε και βρέθηκε, να θηλάζει το στήθος της νεκρής μητέρας του, από χωρικούς λίγες ώρες μετά. Αμέσως στάλθηκε στο νοσοκομείο ανταρτών του ΕΛΑΣ, για περαιτέρω φροντίδα. Ο Παναγιώτης Μπαμπούσκας ζει σήμερα στην Ελευσίνα και το σημάδι από την λόγχη υπάρχει ανεξίτηλο στην πλάτη του.

Αξίζει να τονισθεί πως τον Μάρτιο του 2014 επισκέφθηκε τους Λιγκιάδες ο ομοσπονδιακός πρόεδρος της Γερμανίας Γιόχακιμ Γκάουκ με τη σύζυγό του, προσκεκλημένος του τότε Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας, Καρόλου Παπούλια και απότισε στεφάνι σαν φόρο τιμής στο μνημείο των Λιγκιάδων. Η συμβολική πράξη αποτελεί μια σωστή αρχή αρκεί να συνεχιστεί με πράξεις αποζημίωσης τόσο προς την κοινότητα των Λιγκιάδων αλλά και στα οφειλόμενα προς την χώρα, που ακόμη οφείλουν οι Γερμανοί από την εποχή εκείνη.

 


 

ΠΗΓΕΣ :

*Πηγή πληροφοριών αποτέλεσε το βιβλίο “Μνήμες Κατοχής ΙΙΙ – Οι Λυγκιάδες στις φλόγες, του Κρίστοφ Σμινκ – Γκούσταβους, εκδόσεις Ισνάφι, Ιωάννινα 2011.

Δημοσιεύτηκε από τον Γιάννης Αθανασόπουλος ιστορικό, πτυχιούχο της Φιλοσοφικής σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων (τμήμα Ιστορίας-Αρχαιολογίας).

https://ellhnikaxronika.wpcomstaging.com/2016/10/03/3-οκτωβρίου-1943-λιγκιάδες-το-ολοκαύτωμα-τ/

 

Μνήμη ανθρώπινης θηριωδίας...

 


Μνήμη ανθρώπινης θηριωδίας...

Στην πατρίδα μας υπάρχουν πολλοί μαρτυρικοί τόποι! Εξάλλου πολλά τράβηξε αυτή η Πατρίδα... Βλέπεις μαρτυρικά χωριά και πόλεις διάσπαρτα να μαρτυρούν πως το μεγαλύτερο θηρίο πάνω στη γη ο άνθρωπος είναι.

Σαν σήμερα πριν από 78 χρόνια, στις 3 Οκτωβρίου του 1943 οι Λιγγιάδες, το πανέμορφο χωριό που βρίσκεται σκαρφαλωμένο στο Μιτσικέλι πάνω από τα Γιάννενα , δέχθηκε την επίσκεψη του θανάτου από τα στρατεύματα κατοχής, τους Γερμανούς που σαν αντίποινα για το θάνατο ενός αξιωματικού τους ανέβηκαν πάνω στο χωριό να το ξεκληρίσουν για παραδειγματισμό... Έτυχε να είναι ημέρα Κυριακή, σαν σήμερα , αλλά ο παπάς του χωριού εκείνη την Κυριακή πήγε να λειτουργήσει σε διπλανό χωριό. Αυτό ήταν η αιτία που σώθηκαν πολλοί κάτοικοι των Λιγγιάδων.

Γιατί αφού δεν είχαν λειτουργία στο χωριό οι περισσότεροι απουσίαζαν, εκτός από 84 άτομα που βρίσκονταν εκεί! Άνδρες, γυναίκες και 34 μικρά παιδάκια από 6 μηνών έως 11 χρονών... Για τους 84 αυτούς ανθρώπους, εκείνο το κυριακάτικο πρωινό ήταν το τελευταίο τους...

Οι Γερμανοί στρατιώτες περικύκλωσαν το χωριό και άρχισαν να δολοφονούν τους ανθρώπους! Αδίστακτοι ακόμα και στα 34 μικρά αγγελούδια πολλά εκ των οποίων κρατούσαν οι μανάδες τους αγκαλιά. Μια από τις μανάδες που έπεσαν νεκρές κρατούσε το βρέφος της στην αγκαλιά της. Και εκείνο θαρρείς γαντζώθηκε πάνω της.

Έτσι το βρήκε ο δολοφόνος της μάνας του, γαντζωμένο πάνω στη νεκρή! Σήκωσε την ξιφολόγχη του και τρύπησε το βρέφος στην πλάτη αφήνοντας επάνω στο παιδικό κορμάκι τη ματωμένη λάμα της ξιφολόγχης...

Όταν μετά από πολλές ώρες επέστρεψαν έντρομοι οι κάτοικοι που απουσίαζαν και σώθηκαν από το θανατικό, αντίκρισαν το φρικτό θέαμα των σκοτωμένων συμπατριωτών τους και ψάχνοντας ανάμεσα στα πτώματα και στα αποκαΐδια που άφησαν πίσω τους οι φονιάδες, βρήκαν το βρέφος με την λόγχη στην πλάτη να κλαίει πάνω στο στήθος της νεκρής του μάνας και να προσπαθεί να θηλάσει από την πεθαμένη...

Το πήραν από την αγκαλιά της μάνας που το βάσταζε ακόμα παγωμένη., παγωμένο κι’αυτό μες στα αίματα με την ξιφολόγχη καρφωμένη στην πλάτη του και το έσωσαν! Και όταν μετά από χρόνια έφτιαξαν το μνημείο με τα ονόματα των μαρτύρων συμπατριωτών τους αναπαράστησαν το θαύμα της ζωής μέσα στον όλεθρο του θανάτου: ένα βρέφος με καρφωμένη πάνω του την ξιφολόγχη να ψάχνει να θηλάσει από τη νεκρή μάνα του!

Σήμερα, 78 χρόνια μετά, πήγαμε να μνημονεύσουμε τις ψυχές τους. Στην προσκομιδή διάβασα ένα -ένα τα ονόματα των ανθρώπων που μαρτύρησαν στα χέρια των κατακτητών! Είναι γραμμένα όλα επάνω στην προσκομιδή του Ναού που ήταν και το μοναδικό κτίσμα που σώθηκε από τον όλεθρο της καταστροφικής μανίας των Γερμανών!

Αυτά τα 2 σώθηκαν, ο ναός και το παιδάκι που επέζησε... Την ώρα που διάβαζα τα ονόματα σε αυτό το προσκλητήριο της Ανάστασης, το μυαλό μου έκανε εικόνα την καταστροφή... Λέμε και μείς σε τι χρόνια ζούμε... Αυτοί τι να πουν που έζησαν ότι ο νους του ανθρώπου δεν χωρά; 


 


Ήρθε η ώρα για το μνημόσυνο. Βγήκαμε στην Ωραία Πύλη και στο τέλος ξεκίνησα να πω δυο λόγια για το φρικτό γεγονός που σημάδεψε τους Λιγγιάδες χαρακτηρίζοντας τους για πάντα ως μαρτυρικό χωριό! Είπα, πόσο πόνο μπορεί να προκαλέσει ο άνθρωπος και πόσο ακόμα πόνο μπορεί να αντέξει.

Θυμήθηκα εκείνη την ώρα το βρέφος με την ξιφολόγχη που επέζησε στην καταστροφή εκείνη την μέρα! Το όνομα του Παναγιώτης Μπαμπούσκας! Και εκείνη την στιγμή σηκώνεται από το κάθισμα ένας παππούς και έρχεται μπροστά μου και μου λέει: εγώ είμαι αυτός πάτερ...

Την ώρα της κατάθεσης των στεφάνων στο μνημείο, μετά τη λειτουργία, τον κάλεσαν να καταθέσει και εκείνος στεφάνι. Και πήγε μπροστά στο μνημείο και στάθηκε σιωπηλός για λίγο ατενίζοντας τον εαυτό του με την γερμανική ξιφολόγχη καρφωμένη στην πλάτη του... Τον χειροκροτήσαμε όλοι! Όχι γιατί επέζησε μόνον. Αλλά γιατί 78 χρόνια μετά είναι εκεί για να μας θυμίζει τι έγινε τότε, ζωντανή μαρτυρία μιας ανθρώπινης θηριωδίας...

Του έσφιξα με σεβασμό το χέρι. Μπορεί να μην θυμάται την τραγική εικόνα της νεκρής του μάνας, αλλά η ουλή στην πλάτη του θα του θυμίζει πως εκείνη την Κυριακή της 3ης Οκτωβρίου του 1943, ο μικρός Παναγιώτης ανάμεσα στα πτώματα των συγχωριανών του, ήταν η ζωντανή ελπίδα μιας Ελλάδας που θα ζει για πάντα, ανάμεσα στη ζωή και στο θάνατο...

π. Θ. Α.

https://www.facebook.com/ieratikoistoxasmoi/