Translate -TRANSLATE -

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΝΔΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΝΔΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 19 Μαρτίου 2024

TO ΑΘΑΝΑΤΟ ΤΕΜΕΝΟΣ ΣΤΟΝ ΕΡΩΤΑ (TAJ MAHAL)

 


TAJ MAHAL

TO ΑΘΑΝΑΤΟ ΤΕΜΕΝΟΣ ΣΤΟΝ ΕΡΩΤΑ

 

«Αν ο Χρόνος ήταν έξυπνος, θα 'πρεπε, στην καταστροφική του πορεία, ν' αφήσει το Τατζ Μαχάλ τελευταίο - ώστε αυτή η απόδειξη της τόσο υποτιμημένης ανθρώπινης ευγένειας να είναι η παρηγοριά του τελευταίου ανθρώπου πάνω στη γη.»

Will Durant

 Η Ανατολίτικη Κληρονομιά μας

 

Το Τατζ  Μαχάλ είναι ένα από τα πιο συγκλονιστικά θεάματα του κόσμου. Για να χτιστεί, 22.000 άντρες και γυναίκες δούλευαν 24 ώρες τη μέρα, επί 22 χρόνια. Κι όμως, η συγκινητική ιστορία πίσω από αυτή τη θαυμαστή δημιουργία, που υψώνεται επιβλητικά στις σκονισμένες πεδιάδες της Άγκρα, 200 χιλιόμετρα νοτιοανατολικά του Νέου Δελχί, είναι ελάχιστα γνωστή έξω από τις Ινδίες. 

 


 

Το Τατζ Μαχάλ είναι το αθάνατο μνημείο της μεγάλης αγάπης που ο Αυτοκράτορας Σα Τζαχάν έτρεφε για τη γυναίκα του, την Μουμτάζ Μαχάλ («Διαλεχτή του Παλατιού»), που πέθανε, μετά από 19 χρόνια γάμου, ενώ έφερνε στον κόσμο το δέκατο τέταρτο παιδί τους. Ο Σα Τζαχάν, που όπως πιστεύεται ήταν απόγονος του Ταμερλάνου, του κατακτητή, και του Τζένγκις Χαν, του φημισμένου Μογγόλου πολεμιστή, βασίλεψε από το 1628 μέχρι το 1658 και ήταν ο πέμπτος αυτοκράτορας των Ινδιών από τη δυναστεία των Μουγκάλ. Το 1631, σε μια εκστρατεία του στα νότια εναντίον επαναστατικών ομάδων, η ωραία, μαυρομάτα βασίλισσα του ήταν, όπως συνήθως, στο πλευρό του, παρ' ότι ήταν έγκυος.

Ήταν στη διάρκεια αυτής της εκστρατείας που τους χτύπησε η αναπάντεχη τραγωδία: Η Μουμτάζ Μαχάλ πέθανε στη διάρκεια του τοκετού, στην Μπουρχανπούρ, όπου είχαν στρατοπεδεύσει.

 

Συντετριμμένος, ο Σα Τζαχάν άφησε το νεκροκρέβατο της γυναίκας του και πήγε κατευθείαν στα ιδιαίτερα δωμάτια του, κλειδώνοντας στο πέρασμα του όλες τις πόρτες πίσω του. Για οχτώ ολόκληρες μέρες έμεινε κλεισμένος μέσα, δίχως να φάει ή να πιει. Το μόνο σημείο ζωής που ακουγόταν ήταν ένα σιγανό, ασταμάτητο βογγητό. Την ένατη μέρα, όταν τελικά ο Σα Τζαχάν ξαναεμφανίστηκε, τα άλλοτε κατάμαυρα, σαν το φτερό του κόρακα, μαλλιά του είχαν γίνει κάτασπρα.

Επιστρέφοντας στην πρωτεύουσα του, την Άγκρα, ο αυτοκράτορας διάλεξε ως πιο κατάλληλο μέρος για τον τάφο της γυναίκας του μια τοποθεσία στις όχθες του ποταμού Τζούμνα, ακριβώς απέναντι απ' τα παράθυρα του παλατιού του. Το λευκό μαρμάρινο κτίσμα στολίστηκε, από τη μιαν άκρη μέχρι την άλλη, με ένθετες διακοσμήσεις από 28 διαφορετικά είδη πολύτιμων και ημιπολύτιμων πετραδιών - αχάτες, νεφρίτες, γρανάτες. Όταν τελείωσε το μαυσωλείο, η σαρκοφάγος σκεπάστηκε μ' ένα πέπλο κεντημένο με μαργαριτάρια. Οι πύλες του τάφου δουλεύτηκαν σε ατόφιο ασήμι και γύρω από τη σαρκοφάγο τοποθετήθηκε ένα κιγκλίδωμα φτιαγμένο από ατόφιο χρυσάφι. Όλο αυτά δεν υπάρχουν πια. Πολλά λεηλατήθηκαν στη διάρκεια επιδρομών κατά της δυναστείας του Μουγκάλ, τον 18ο αιώνα. Αλλά η ουσία και η αθάνατη ομορφιά του μαυσωλείου παραμένει.

 

Ο Σα Τζαχάν σχεδίαζε να χτίσει ένα πανομοιότυπο του Τατζ Μαχάλ από μαύρο μάρμαρο   που θα ήταν ο δικός του τάφος. Δεν ήταν όμως γραφτό.   Αιχμάλωτος του  ίδιου του του γιου, ο οποίος σφετερίστηκε το θρόνο το 1658, ο Σα Τζαχάν φυλακίστηκε στο ίδιο του το παλάτι και έζησε οχτώ ακόμα χρόνια σ' αυτό το χρυσό κλουβί, μη μπορώντας να κάνει τίποτα άλλο παρά ν' αγναντεύει, πέρα από τον ποταμό Τζούμνα, την τελευταία κατοικία της πολυαγαπημένης του γυναίκας.

Όταν οι φρουροί του τον βρήκαν νεκρό στα εβδομήντα τέσσερα του χρόνια, τα μάτια του ήταν ακόμα ανοιχτά, καρφωμένα πάνω στο αστραφτερό αυτό κόσμημα, το Τατζ Μαχάλ.

Από απόσπασμα κειμένου κινηματογραφικής ταινίας για το Taj Mahal

 

ΠΗΓΉ

ΕΠΙΛΟΓΕΣ

 

 

Το Ταζ Μαχάλ (Taj Mahal) είναι κτιριακό συγκρότημα που βρίσκεται στην Ινδία, κτισμένο στη νότια όχθη του ποταμού Γιαμούνα κοντά στη πόλη Άγκρα. Το συγκρότημα αναπτύσσεται γύρω από το μαυσωλείο που ανήγειρε ο Σαχ Τζαχάν Μογγόλος αυτοκράτορας (Σάχης) προκειμένου να τιμήσει τη πολυαγαπημένη του σύζυγο Μουμτάζ Μαχάλ που πέθανε το 1631 κατά τη διάρκεια τοκετού.

 

Για την ανέγερσή του, που έγινε σε σχέδια ομάδας αρχιτεκτόνων από την Ινδία, το σημερινό Πακιστάν και άλλα μέρη της Ασίας, απασχολήθηκαν 20.000 εργάτες που ξεκίνησαν το 1632 δουλεύοντας καθημερινά, για να το ολοκληρώσουν το 1649.

 


Η έκταση που καταλαμβάνει το κυρίως μαυσωλείο και όλο το συγκρότημα είναι ένα ορθογώνιο με διαστάσεις 580×350 μέτρα, με τετράγωνο κήπο στο κέντρο που πλαισιώνεται από δύο άλλα μικρότερα επιμήκη κτίρια προσανατολισμένα κατά διεύθυνση Βορρά - Νότου. Επί της νότιας πλευράς του όλου συγκροτήματος βρίσκεται η κύρια πύλη του συγκροτήματος που είναι από ψαμμίτη. Η βόρεια πλευρά του συγκροτήματος περιλαμβάνει το Μαυσωλείο και καταλήγει στην όχθη του ποταμού Γιαμούνα. Δεξιά του Μαυσωλείου έχει ανεγερθεί τζαμί και αριστερά κτίριο ομοιόμορφο με το τζαμί, λεγόμενο τζαβάμπ, που διατηρεί την αισθητική αρχιτεκτονική ισορροπία. Το όλο συγκρότημα περικλείεται από ψηλό τειχικό περίβολο που φέρει ανά διαστήματα οκταγωνικούς πυργίσκους. Έξω δε από τον περίβολο αυτό και προς νότο βρίσκονται τα βοηθητικά κτίσματα της φρουράς καθώς και σταύλοι.

 


Χρωματικά το Μαυσωλείο είναι κτισμένο από λευκό μάρμαρο που έρχεται σε αντίθεση με τα δύο παραπλήσια κτίρια, το τέμενος και το τζαβάμπ, που είναι κτισμένα από κόκκινο ψαμμίτη. Το κυρίως κτίσμα του Μαυσωλείου βρίσκεται σε μαρμάρινο βάθρο ύψους 7 μέτρων ενώ σε κάθε πλευρά φέρει λοξές γωνιώδεις κατασκευές στις οποίες υπερέχει ανά μια τεράστια τοξοειδής πύλη ύψους 35 μέτρων. Εσωτερικά ο κυρίως χώρος του αποτελεί οκταγωνικό θάλαμο με ανάγλυφες διακοσμήσεις, στο κέντρο του οποίου βρίσκονται τα δύο κενοτάφια του Σάχη και της αγαπημένης του Μαχάλ που περιβάλλονται από διάτρητο μαρμάρινο κιγκλίδωμα. Αμέσως μετά αυτών και στο επίπεδο του κήπου βρίσκονται οι πραγματικοί τάφοι τους. Το Ταζ Μαχάλ επιστέφεται [ασαφές] από ένα διπλό θόλο (τρούλο) βολβοειδούς μορφής από ίδιο λευκό υλικό.

 

Το Ταζ Μαχάλ σήμερα θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα αρχιτεκτονικά δημιουργήματα παγκοσμίως, δείγμα της ινδομογγολικής αρχιτεκτονικής, που περιλαμβάνεται στα Μνημεία της Παγκόσμιας Κληρονομιάς.

 

https://el.wikipedia.org/wiki/Τατζ_Μαχάλ

 

Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2020

«Μαντουβάλα» ένα τραγούδι με θλιβερή ιστορία

 


 «Μαντουβάλα» ένα τραγούδι με θλιβερή ιστορία

 

«Μαντουμπάλα» λεγόταν μια  θρυλική Ινδή πρωταγωνίστρια που πέθανε νέα και έγινε τραγούδι από τον Καζαντζίδη.

 

Η ινδική ταινία «Ο αλήτης της Βομβάης» ήταν η αφορμή να γραφτεί το τραγούδι «Μαντουμπάλα» του Στέλιου Καζαντζίδη το οποίο όταν κυκλοφόρησε ως Μαντουβάλα έγινε τεράστια λαϊκή επιτυχία.

Η ιστορία της δημιουργίας του ξεκίνησε από τον Καζαντζίδη, αλλά συνέβαλαν σ’ αυτήν και άλλοι δύο καλλιτέχνες προκειμένου να  ολοκληρωθεί.

Η έμπνευση ήρθε καθώς ο Καζαντζίδης παρακολουθούσε την συγκεκριμένη ταινία και ενθουσιάστηκε με τις μουσικές συνθέσεις του θρυλικού Ραβί Σανκάρ αλλά και με το τραγούδι «Aajao tarapt hai arman» που ακουγόταν σ’αυτή και θέλησε να το διασκευάσει και να το παρουσιάσει στα ελληνικά.

Τότε ζήτησε από την Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου να τον βοηθήσει για να γράψουν ελληνικούς στίχους πάνω στο ινδικό ρυθμό.

Η Παπαγιαννοπούλου, που ήταν λάτρης του ινδικού κινηματογράφου, ακούγοντάς το  βρήκε αμέσως τον τίτλο πριν ξεκινήσει να γράφει τους στίχους.

Ο τίτλος θα ήταν Μαντουμπάλα, που σήμαινε «γλυκό κορίτσι» και ήταν το όνομα της μεγάλης Ινδής πρωταγωνίστριας (μιας από τις τρεις ιέρειες του Ινδικού σινεμά της δεκαετίας του ’50), της Mumtaz Jehan Begum Dehlavi που ήταν γνωστή με το όνομα Μαντουμπάλα  (Madhubala).

Η Παπαγιαννοπούλου έγραψε:

 

Με μάτια κλαμένα στους δρόμους γυρνώ,

μια χαμένη αγάπη ζητάω να βρω,

μια χαμένη αγάπη ζητάω να βρω.

 

Να σε δω κι ας πεθάνω, καλή μου.

Αυτό μόνο ζητάει η ψυχή μου.

 

Από τότε που σ’ έχασα λιώνω,

τ’ όνομά σου φωνάζω με πόνο,

Μαντουμπάλα, Μαντουμπάλα.

 

Στο τραγούδι λοιπόν η Μαντουμπάλα ήταν η χαμένη αγάπη του τραγουδιστή, την οποία αναζητούσε και την καλούσε σπαρακτικά να γυρίσει κοντά του. Όμως στην πραγματικότητα η  Παπαγιαννοπούλου, έγραψε τους στίχους για την κόρη της, που είχε πεθάνει εκείνη τη χρονιά και επειδή η Μαντουμπάλα θα είχε και αυτή την ίδια τύχη καθώς ήταν βαριά άρρωστη από την καρδιά της.

 

Η κόντρα για τους στίχους και τη μουσική

 


Η περιπέτεια του κομματιού δεν έληξε εκεί. Ο Καζαντζίδης αντιμετώπισε δυσκολίες στην προσαρμογή της μουσικής με τους στίχους και μαζί με την Μαρινέλλα απευθύνθηκαν στον συνθέτη Θόδωρο Δερβενιώτη.

Ο συνθέτης δέχτηκε να τους βοηθήσει και αφού έκανε τις κατάλληλες προσθαφαιρέσεις, παρέδωσε το κομμάτι έτοιμο στον Καζαντζίδη.

Το τραγούδι πλέον δεν έμοιαζε με το ινδικό «Aajao tarapt hai arman» του βιρτουόζου του σιτάρ Ραβί Σανκάρ που είχε ακούσει στην ινδική ταινία ο Καζαντζίδης αλλά είχε αποκτήσει δικό του χαρακτήρα.

Στο άκουσμά του ο Καζαντζίδης ενθουσιάστηκε και η Μαντουβάλα όπως μετονομάστηκε κυκλοφόρησε το 1959 και πούλησε συνολικά 96 χιλιάδες δίσκους. Μάλιστα παρέμεινε πρώτο σε πωλήσεις για μια δεκαετία.

Η τεράστια επιτυχία του τραγουδιού ήταν η αιτία που ο Καζαντζίδης πήγε στα δικαστήρια την εταιρεία του, Κολούμπια και διεκδίκησε ποσοστά επί των πωλήσεων.

Οι στίχοι ήταν της Παπαγιαννοπούλου και η μουσική του Δερβενιώτη, ωστόσο στον δίσκο στιχουργός και συνθέτης αναφερόταν ο Καζαντζίδης.

Αυτό προκάλεσε εντάσεις μεταξύ των δημιουργών και του τραγουδιστή.

Σύμφωνα με το βιβλίο του Νέαρχου Γεωργιάδη και της Τάνια Ραχματούλινα «Ο Θόδωρος Δερβενιώτης και το μεταμφυλιακό τραγούδι» η ένταση οφειλόταν στη συμφωνία που είχε γίνει μεταξύ του τραγουδιστή και της εταιρίας του.

Την περίοδο εκείνη, ο Καζαντζίδης βρισκόταν στο απόγειο της καριέρας του και πίεζε την  «Κολούμπια» να του κάνει αύξηση. Ο ιδιοκτήτης της εταιρείας Τάκης Λαμπρόπουλος δέχτηκε να το κάνει αλλά με έμμεσο τρόπο ώστε να μην δημιουργηθούν προβλήματα με τους υπόλοιπους καλλιτέχνες. Θα δήλωνε λοιπόν τη σύνθεση και τον στίχο στο όνομα του Καζαντζίδη ώστε να εισπράξει αυξημένη αμοιβή. Η συμφωνία τηρήθηκε αφού τελικά κάμφθηκαν οι αρχικές αντιρρήσεις του τραγουδιστή.

 

Η Μαντουμπάλα ήταν λαϊκό ίνδαλμα στην Ινδία.

 


Η Μαντουμπάλα γεννήθηκε το 1933 στο Δελχί ήταν το πέμπτο παιδί από τα συνολικά έντεκα μιας φτωχής μουσουλμάνικης οικογένειας. Εξαιτίας της άσχημης οικονομικής κατάστασης και του πρόωρου θανάτου των έξι αδερφών της, ξεκίνησε να δουλεύει από μικρή ηλικία. Η πρώτη της εμφάνιση στον κινηματογράφο έγινε σε ηλικία εννέα ετών.

Το εντυπωσιακό παρουσιαστικό της, τη βοήθησε να αναλάβει πετυχημένους ρόλους που την καθιέρωσαν στο κινηματογραφικό στερέωμα.

Στην Ινδία την αντιμετώπιζαν ως μεγάλη σταρ και την σύγκριναν με την Μέριλιν Μονρόε εξαιτίας της δημοτικότητας της. Έτσι η Μαντουμπάλα έγινε θρύλος στα λαϊκά στρώματα και ο πρόωρος θάνατός της, που ήλθε σε μικρή ηλικία, συγκλόνισε ολόκληρη την ινδική κοινωνία και την έκανε ακόμα πιο προσφιλή.

Η όμορφη ηθοποιός έπασχε από μια καρδιακή πάθηση σε όλη τη διάρκεια της ζωής της όμως η διάγνωση έγινε το 1950 και η κατάστασή της επιδεινώθηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’60.

Την εποχή εκείνη οι επεμβάσεις στην καρδιά δεν ήταν ακόμα διαδεδομένες και έτσι δεν κατάφερε να αντιμετωπίσει την ασθένεια.

Πέθανε το 1969 σε ηλικία μόλις 36 ετών.

 


http://kirakatina.gr

https://en.wikipedia.org/wiki/Madhubala

https://www.perfectreader.net/μαντουμπάλα-η-θρυλική-ινδή-πρωταγω/

https://www.britannica.com/biography/Madhubala

Κυριακή 19 Ιουλίου 2020

Ο σινοϊνδικός πόλεμος του 1962

Ινδοί στρατιώτες στα σινοϊνδικά σύνορα την περίοδο των συγκρούσεων με την Κίνα. Οι ινδικές απώλειες ήταν σχεδόν 1.400 νεκροί και πάνω από 6.500 τραυματίες, αγνοούμενοι και αιχμάλωτοι. Η κινεζική πλευρά είχε περίπου 730 νεκρούς και 1.700 λοιπές απώλειες.


Με αφορμή τα πρόσφατα γεγονότα στα Ινδοκινεζικά σύνορα ας ανατρέξουμε λίγο πίσω στην ιστορία πενηνταοκτώ περίπου χρόνια.  Εκεί λοιπόν ψηλά στα παγωμένα Ιμαλάια υπάρχει ένα χαραγμένο από την εποχή της Βρετανικής Αποικιοκρατίας σύνορο που έφερε στα πρόθυρα του πολέμου δύο πυρηνικές σήμερα ασιατικές υπερδυνάμεις την Λαϊκή Κίνα και την Ινδία. Γεωπολιτικοί αντίζηλοι εδώ και δεκαετίες, πολέμησαν μεταξύ τους το 1962. Η σημερινή όμως κρίση, με άλλη αφορμή, κρύβει κινδύνους γιατί τόσο η Κίνα όσο και  η Ινδία που ζουν ακόμη κάτω από τη βαριά σκιά του σύντομου πολέμου του ‘62. Τότε που στους πρόποδες των Ιμαλαΐων τα ινδικά στρατεύματα υπέστησαν την πιο ταπεινωτική ήττα στην ιστορία της σύγχρονης Ινδίας από τον Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό της Κίνας με συνέπεια εκείνος ο συνοριακός πόλεμος να γκρεμίσει τον μύθο περί σινο-ινδικής αδελφότητας, και να εδραιώσει στη συνείδηση των Ινδών τον βόρειο γείτονα τους ως την κύρια απειλή για τη μακροπρόθεσμη ασφάλεια της χώρας. Έκτοτε και μέχρι σήμερα είναι αρκετές οι φορές που σημειώθηκαν συνοριακά επεισόδια μεταξύ των δύο χωρών .

Ο σινοϊνδικός πόλεμος του 1962


 Το φθινόπωρο του 1962 έλαβε χώρα ένας σύντομος πόλεμος μεταξύ Κίνας και Ινδίας, που παραλίγο να προκαλέσει στρατιωτική εμπλοκή των ΗΠΑ. Τελικά η ευρύτερη αποσταθεροποίηση αποφεύχθηκε, η συνοριακή διαφορά μεταξύ Κίνας και Ινδίας όμως παραμένει από τότε σε εκκρεμότητα.
Κατά τη δεκαετία του 1950 οι σχέσεις μεταξύ των δύο μεγάλων ασιατικών δυνάμεων ήταν καλές. Η Κίνα είχε συμπράξει με την Ινδία το 1955 στη διοργάνωση της διάσκεψης της Μπαντούνγκ στην Ινδονησία, με την οποία ξεκίνησε το Κίνημα των Αδεσμεύτων. Μόλις είχε επινοηθεί ο όρος «Τρίτος Κόσμος», που αρχικά δεν είχε τη σημερινή αρνητική χροιά του και σήμαινε χώρες που δεν ανήκαν ούτε στο αμερικανικό ούτε στο σοβιετικό στρατόπεδο. Οι σχέσεις της Ινδίας με την Κίνα επιδεινώθηκαν όμως λόγω μιας σημαντικής συνοριακής διαφοράς.
Στις αρχές του 20ού αιώνα οι Βρετανοί οριοθέτησαν τα σύνορα της Ινδίας, που τότε ήλεγχαν στο πλαίσιο της βρετανικής αυτοκρατορίας, με το Θιβέτ κατά μήκος της λεγόμενης γραμμής Μακμάχον. Η οριοθέτηση έγινε ερήμην της Κίνας. Οταν η Ινδία απέκτησε την ανεξαρτησία της το 1947, θεώρησε ότι τα παραδοσιακά σύνορά της με το Θιβέτ ήταν βορειότερα από τη γραμμή Μακμάχον κατά μήκος των υψηλότερων κορυφών των Ιμαλαΐων.

Πώς δημιουργήθηκε η συνοριακή διαφορά μεταξύ των δύο χωρών

Η γραμμή McMahon είναι η κόκκινη γραμμή που χαρακτηρίζει το βόρειο όριο της αμφισβητούμενης περιοχής

Το 1950 ο κινεζικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός κατέλαβε το Θιβέτ, που είχε κατακτηθεί από την κινεζική αυτοκρατορία κατά τον 18ο αιώνα και είχε αυτονομηθεί κατά τη φάση της βαθιάς παρακμής της αυτοκρατορικής Κίνας. Στη συνέχεια το Πεκίνο απέρριψε την «παράνομη γραμμή Μακμάχον», όπως τη χαρακτήρισε, και θεώρησε ότι τα σύνορα της Κίνας/Θιβέτ με την Ινδία ήταν αρκετά νοτιότερά της.
Σε σχέση με τη γραμμή Μακμάχον οι κινεζικές διεκδικήσεις αφορούν μια περιοχή με εμβαδόν 120.000 τετραγωνικών χιλιομέτρων, σχεδόν όσο είναι ολόκληρη η Ελλάδα. Επειδή όμως βρίσκεται σε υψόμετρα από λίγο έως πολύ πιο πάνω από τις τέσσερις χιλιάδες μέτρα, η περιοχή αυτή είναι εξαιρετικά αραιοκατοικημένη.
Κατά τη δεκαετία του 1950 οι Κινέζοι κατασκεύασαν δρόμο που έφτανε πολύ νοτιότερα από τη γραμμή Μακμάχον, σύμφωνα με τις διεκδικήσεις τους. Οταν οι Ινδοί ανακάλυψαν τον δρόμο, ο Ινδός πρωθυπουργός Τζαβαχαριάλ Νεχρού αντέδρασε υιοθετώντας τη γραμμή Μακμάχον ως ινδικό σύνορο με την Κίνα. Κάθε τόσο η Ινδία έστελνε μικρές στρατιωτικές περιπόλους στην επίμαχη περιοχή, για να στηρίξει τη θέση της.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1960 οι σχέσεις της Ινδίας με την Κίνα επιδεινώθηκαν λόγω ευρύτερων διεθνών εξελίξεων. Πρώτον, ο Νεχρού ανταγωνιζόταν τον Κινέζο ηγέτη Μάο Τσετούνγκ για την πρωτοκαθεδρία στο Κίνημα των Αδεσμεύτων. Δεύτερον, η Ινδία με το φιλελεύθερο σύστημα κοινοβουλευτικής διακυβέρνησης απέκτησε παραδόξως πολύ καλύτερες σχέσεις με τη Σοβιετική Ενωση από ό,τι η Κίνα με το ακραίο κομουνιστικό καθεστώς της. Όταν ξέσπασαν όμως οι σινοϊνδικές εχθροπραξίες, ο Νεχρού ανακάλυψε ότι ο σοβιετικός ηγέτης Νικίτα Χρουστσόφ είχε άλλες προτεραιότητες.

Εχθροπραξίες σε ύψος πέντε χιλιομέτρων


Ήδη, από το 1956, η Κίνα, επιδιώκοντας τη συνένωση των νοτιοανατολικών της περιοχών με το Θιβέτ, καταλαμβάνει τμήμα εδάφους στη βορειοδυτική Ινδία. Το Πεκίνο δεν παραιτήθηκε από το στόχο του να ολοκληρώσει την κατάκτηση του Θιβέτ. Το 1962, ήταν πιθανόν η καταλληλότερη χρονιά
Το καλοκαίρι του 1962 έλαβαν χώρα στην επίμαχη περιοχή επεισόδια μεταξύ μικρών στρατιωτικών δυνάμεων των δύο πλευρών. Ο Μάο αποφάσισε να κλιμακώσει τις εντάσεις με ισχυρή επίθεση ενάντια στις ινδικές δυνάμεις. Ο Χρουστσόφ του έδωσε την άδεια μυστικά, προδίδοντας την Ινδία. Ο λόγος ήταν ότι υλοποιούσε τότε τη μυστική εγκατάσταση σοβιετικών πυρηνικών πυραύλων στην Κούβα, ένα εγχείρημα υψηλότατου ρίσκου, και ήθελε σε περίπτωση αναμέτρησης με τις ΗΠΑ να μην έχει και τον Μάο αντίπαλο.
Στις 13 Σεπτέμβρη 1962, τα πρώτα κινεζικά στρατιωτικά αποσπάσματα εισβάλλουν στο ινδικό έδαφος και περικυκλώνουν ινδικό φυλάκιο στην περιοχή Ταβάνγκ στα Ιμαλάια. Αρχίζουν οι μάχες. Μετά τον πρώτο αιφνιδιασμό, ο στρατός της Ινδίας καταφέρνει να ελέγξει την κατάσταση και να σταθεροποιήσει τις θέσεις του, κρατώντας τους Κινέζους στη μεθοριακή γραμμή.
Στις 10 Οκτωβρίου 1962 μια ινδική περίπολος 50 οπλιτών συγκρούσθηκε με κινεζική δύναμη 1.000 ανδρών σε ύψος 4.900 μέτρων ενώ στις 11 Οκτώβρη, οι κινεζικές δυνάμεις ενισχύονται σημαντικά και επιχειρούν νέα επίθεση, για να προωθηθούν στο ινδικό έδαφος. Μόνον για εκείνη τη μέρα, οι απώλειες και από τις δύο πλευρές ξεπερνούν τους πενήντα νεκρούς.
Ακολούθησε, εννιά ημέρες αργότερα, κινεζική προέλαση σε δύο μέτωπα, που απείχαν χίλια χιλιόμετρα το ένα από το άλλο.
Εν τω μεταξύ, στις 16 Οκτωβρίου οι ΗΠΑ αποκάλυψαν ότι η φωτογραφική κατασκοπεία τους είχε αποδείξεις για τους υπό εγκατάσταση σοβιετικούς πυρηνικούς πυραύλους στην Κούβα. Η αναμέτρηση μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων κράτησε για δεκατρείς ημέρες, επιτρέποντας στον Μάο να συνεχίσει ανενόχλητα τις επιθέσεις του στα Ιμαλάια.

 Ο πρόεδρος της Ινδίας στο Σινο-ινδικό μέτωπο (1962)

Οι σινοϊνδικές εχθροπραξίες είχαν περιορισμένη ένταση, καθώς οι δύο πλευρές δεν χρησιμοποίησαν τις αεροπορικές δυνάμεις τους, ούτε ήταν εύκολο να ανεβάσουν μεγάλα πυροβόλα στα υψηλά υψόμετρα των επιχειρήσεων. Οι Κινέζοι κατόρθωσαν να διεισδύσουν βαθιά στις περιοχές νότια από τη γραμμή Μακμάχον κερδίζοντας τους επιχειρησιακούς στόχους τους.
Στις 26 Οκτώβρη, η κυβέρνηση της Ινδίας κηρύσσει τη χώρα σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, λόγω της συνεχιζόμενης επέλασης των κινεζικών στρατευμάτων στο ινδικό έδαφος. Στο μεταξύ, η σινο-ινδική σύγκρουση παίρνει διαστάσεις διεθνούς, αλλά και εσωτερικής, κρίσης στην Ινδία. Έτσι ευρισκόμενος σε απόγνωση ενώπιον της τοπικής κινεζικής υπεροχής στα Ιμαλάια και της σοβιετικής αδράνειας, ο Νεχρού απευθύνθηκε για βοήθεια στον πρόεδρο των ΗΠΑ Τζον Κένεντι και στον Βρετανό πρωθυπουργό Χάρολντ Μακμίλαν. Το Λονδίνο δεν είχε τη διάθεση να αναμειχθεί. Το ίδιο ίσχυε αρχικά και για τους Αμερικανούς αξιωματούχους στο υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ στην Ουάσιγκτον.
Στην εύθραυστη Ινδία του 1962, το δεξιό κόμμα των ινδουιστών, αλλά και φοιτητές, πραγματοποιούν μεγάλες και μαχητικές πορείες κατά της κυβέρνησης. Το Νέο Δελχί μετατρέπεται καθημερινά σε πεδίο μάχης μεταξύ των αστυνομικών δυνάμεων και των διαδηλωτών. Καθώς οι κινεζικές δυνάμεις προελαύνουν, οι διαδηλώσεις από αντικυβερνητικές μετατρέπονται σε συλλαλητήρια υπέρ του πολέμου, ζητώντας από την κυβέρνηση να τηρήσει αδιάλλακτη στάση.

Στο παρά 5΄ απεφεύχθη αμερικανική επέμβαση

Ο χάρτης δείχνει τις ινδικές και κινεζικές αξιώσεις στα σύνορα στην περιοχή Aksai Chin, τη γραμμή Macartney-MacDonald, τη γραμμή του Φόρεϊν Όφις, καθώς επίσης και την προώθηση των κινεζικών δυνάμεων μετά την κατάληψη περιοχών κατά τη διάρκεια του σινο-ινδικού πολέμου.

Τελικά την πλάστιγγα υπέρ μιας αμερικανικής στρατιωτικής επέμβασης έγειρε ο πρέσβης των ΗΠΑ στο Νέο Δελχί, που τότε ήταν ο διάσημος οικονομολόγος Τζον Κένεθ Γκάλμπρεϊθ. Στα τέλη Οκτωβρίου οι Σοβιετικοί συμφώνησαν να αποσύρουν τους πυραύλους τους από την Κούβα, επιτρέποντας στις ΗΠΑ να ασχοληθούν πιο πολύ με τη σινοϊνδική σύρραξη. Οταν οι Κινέζοι εξαπέλυσαν νέα επίθεση ενάντια στις ινδικές θέσεις στα μέσα Νοεμβρίου, ο Γκάλμπρεϊθ έπεισε τον πρόεδρο Κένεντι να υποστηρίξει τους Ινδούς με αεροπορικές επιθέσεις.
Στις 20 Νοέμβρη του 1962, η Κίνα διατάσσει κατάπαυση του πυρός και ζητεί διαπραγματεύσεις με την Ινδία, αφού προηγουμένως προελαύνει στο ινδικό έδαφος, με κατεύθυνση το κρατίδιο του Ασάμ. Στις 21 Νοεμβρίου η Κίνα ανακοίνωσε μονομερώς τον τερματισμό των εχθροπραξιών και την αποχώρηση των δυνάμεών της από τις περισσότερες επίμαχες περιοχές. Χρειάσθηκε ωστόσο 24 ώρες για να ανακοινώσει η ινδική πρεσβεία στο Πεκίνο την κινεζική απόφαση στο Νέο Δελχί. Εν τω μεταξύ, ένα αμερικανικό αεροπλανοφόρο προσέγγιζε την Ινδία, για να εξαπολύσουν τα αεροπλάνα του επίθεση στις κινεζικές δυνάμεις. Η διεύρυνση του πολέμου μέσω της σχεδιαζόμενης αμερικανικής επέμβασης αποφεύχθηκε την τελευταία στιγμή καθώς αρχικά, η ινδική κυβέρνηση απέρριψε την πρόταση κατάπαυσης του πυρός αλλά στη συνέχεια όμως, και υπό το βάρος των εξελίξεων, την αποδέχεται. Έτσι  η κρίση έληξε με κατάπαυση του πυρός το Δεκέμβρη,
Συνολικά οι ινδικές απώλειες ήταν σχεδόν 1.400 νεκροί και πάνω από 6.500 λοιπές απώλειες (τραυματίες, αγνοούμενοι και αιχμάλωτοι). Η κινεζική πλευρά είχε περίπου 730 νεκρούς και 1.700 λοιπές απώλειες. Με την περιορισμένη αυτή αναμέτρηση, η Κίνα έθεσε σε αμφισβήτηση τη γραμμή Μακμάχον, χωρίς ωστόσο να είναι διατεθειμένη να υποστεί σοβαρό κόστος για να ελέγξει όλη την περιοχή που διεκδικεί.
Απότοκος αυτού του σύντομου πολέμου είναι η στενή σχέση της Κίνας με το Πακιστάν. Κατά τον πόλεμο Ινδίας - Πακιστάν το 1965, για παράδειγμα, η Κίνα συγκέντρωσε πάλι δυνάμεις στο Νότιο Θιβέτ, για να εμποδίσει την Ινδία από το να συγκεντρώσει όλες τις δυνάμεις της ενάντια στο Πακιστάν.

Σχετικά με την τωρινή κρίση θα επανέλθουμε σε επόμενη ανάρτησή μας

(Από άρθρο του  διευθυντή του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων καθηγητή κ. Χαράλαμπου Παπασωτηρίου στην Καθημερινη και της Δάνης Παπαβασιλείου στην εφημερίδα  Ριζοσπάστης)