Translate -TRANSLATE -

Κυριακή, 31 Μαΐου 2020

ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ ΤΟΥ ΙΔΕΑ



ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ ΤΟΥ ΙΔΕΑ

Πέρα από τις γνωστές ελληνικές πολιτικές δυνάμεις πού δρούσαν εκείνη την μετεμφυλιακή εποχή στην Ελλάδα, - δηλαδή τα πολιτικά κόμματα της δεξιάς και του κέντρου, τις πολιτικές προσωπικότητες μέ ενδιάμεσες αποχρώσεις, την καταρρακωμένη αριστερά (παράνομη, καταδιωγμένη και αποκλεισμένη από κάθε δραστηριότητα, όχι μόνο στο χώρο των κοινών, αλλά και στη μεμονωμένη, καθημερινή βιοπάλη του καθενός απ' τους οπαδούς της), τα ανάκτορα και τους αυλικούς — ρίχνουν το βάρος τους στην πολιτική ζωή του τόπου και δύο ακόμα παράγοντες, ο ένας φανερός μάλλον, ο άλλος κρυφός, αλλά πασίγνωστος : Πρόκειται για τον Αλέξανδρο Παπάγο και τον ΙΔΕΑ. Και τους δύο αυτούς παράγοντες θα χρησιμοποιήσουν αλληλοδιαδόχως ή και συγχρόνως οι Αμερικανοί για να παίξουν το παιχνίδι τους στην Ελλάδα.
Ο Ιερός Δεσμός Ελλήνων Αξιωματικών, γνωστότερος από το ακρωνύμιο ΙΔΕΑ, ήταν μία μυστική οργάνωση αξιωματικών του Ελληνικού Στρατού, η οποία αναμίχθηκε στα πολιτικά πράγματα της χώρας, ειδικότερα μετά την απελευθέρωση και τον εμφύλιο πόλεμο που ακολούθησε, με σκοπό την αντιμετώπιση "τυχόν επαπειλούμενου κομμουνιστικού κινδύνου" και δημιουργήθηκε από αξιωματικούς με συντηρητικό και φιλοβασιλικό προσανατολισμό και οι θέσεις τους δεν απείχαν πολύ από αυτές του Μεταξικού καθεστώτος.
O ΙΔΕΑ έπαψε να υφίσταται το 1951, όμως αξιωματικοί που ανήκαν σε αυτόν παλαιότερα συνέχισαν τη συνωμοτική παρακρατική τους δράση και μετά, μέχρι το Πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967.

Ίδρυση του ΙΔΕΑ (Ιερός Δεσμός Ελλήνων Αξιωματικών)



Το σπέρμα της οργάνωσης του ΙΔΕΑ ως αντίληψη εντοπίζεται κατά τον Β' Π.Π., στη Μέση Ανατολή και ειδικότερα λίγο μετά την ίδρυση του στρατιωτικού συνδέσμου ΕΝΑ (Ένωση Νέων Αξιωματικών) που συγκροτήθηκε από μια ομάδα κατωτέρων στελεχών του ελληνικού στρατού, στη Διοίκηση των εκεί Σχολών ΓΚΕΣ (Γενικό Κέντρο Εκπαίδευσης Στρατιωτικών) τον Αύγουστο του 1943. Παράλληλα, δημιουργήθηκαν τότε κι άλλες παρόμοιες αντικομμουνιστικές οργανώσεις όπως ο ΣΑΝ (Σύνδεσμος Αξιωματικών Νέων), ο ΔΕΑ κ.ά που όμως δεν ευδοκίμησαν. Οι μικρότερες ομάδες δημιουργήθηκαν με βάση το έτος αποφοίτησης από τη Σχολή Ευελπίδων. Παρά ταύτα όλες μαζί αυτές οι ομάδες έπαιξαν ένα έντονο διχαστικό και διαλυτικό ρόλο φθάνοντας στο σημείο ν΄ απαιτούν και την αλλαγή της κυβέρνησης επιδεικνύοντας μια ανεπίτρεπτη απείθεια. Συνέπεια αυτών ήταν να συλληφθούν οι πρωταίτιοι να καταδικαστούν κάποιοι εις θάνατο πλην όμως ακολούθησε η αμνηστία τους.
Οι εν λόγω κατώτεροι αξιωματικοί είχαν "γαλουχηθεί" σ΄ ένα ακραίο εθνικό μεταξικό περιβάλλον όπου αυτό στη Μέση Ανατολή είχε πλέον αλλάξει με συνέπεια ν΄ αντιδράσουν ευαγγελιζόμενοι την επαναφορά του. Από την άλλη πλευρά οι ανώτεροι αξιωματικοί είχαν μεταφέρει τα πολιτικά τους πάθη διακρινόμενοι σε "μεταξικοί" - "Βενιζελικοί" (δημοκρατικοί) προσπαθώντας με αυτά να επιβληθούν των άλλων. Η αμνηστία που δόθηκε στο τέλος για την εγκατάλειψη αυτών των φαιδρών ιδεολογημάτων εν καιρώ πολέμου αποδείχθηκε όχι και τόσο αποτελεσματική.
Μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας επανερχόμενοι όλοι οι παραπάνω αξιωματικοί στην Ελλάδα και το στράτευμα και διαβλέποντας από τις συνθήκες που επικρατούσαν τα σύννεφα του εμφυλίου να πλησιάζουν αποφάσισαν να κινηθούν περισσότερο αποτελεσματικά. 

Σκοπός και οργάνωση



Σκοπός του ΙΔΕΑ ήταν η πλήρης διάλυση του κομμουνιστικού κινήματος και η εγκαθίδρυση και αναπαραγωγή του στρατιωτικού μηχανισμού στην οργάνωση του αστικού μεταπολεμικού κράτους στην Ελλάδα ή, σύμφωνα με την ορολογία απόρρητου εσωτερικού εγγράφου του ίδιου του ΙΔΕΑ, η «δικτατορία του ΙΔΕΑ». Η αντίληψη και ουσιαστική θέση του ΙΔΕΑ ήταν η ταύτιση του στρατού με το έθνος και η πλήρης ανεξαρτησία του από την πολιτική εξουσία. Ουσιαστικός θεσμός έκφρασης των εθνικών συμφερόντων θα ήταν ο ίδιος ο ΙΔΕΑ, ενώ πουθενά στις θέσεις του ΙΔΕΑ δεν αναφέρεται η μοναρχία.
Ήταν οργανωμένος κατά το τριαδικό σύστημα που περιλάμβανε την α)μύηση, β)το Ιδρυτικό, γ) και το δογματικό μέρος που περιλάμβανε τον σκοπό της οργάνωσης. Ο ΙΔΕΑ ήταν οργανωμένος κατά το φασιστικό πρότυπο και τα όργανά του ονομάζονταν «δέσμες». Η οργάνωση δεν είχε αρχηγό και την διοίκηση ασκούσε μια επταμελής Δέσμη. Αργότερα όμως η διοίκηση πέρασε στα χέρια του Σόλωνος Γκίκα, για να αντικατασταθεί και πάλι στην συνέχεια από την Δέσμη.
Το 1948 στην οργάνωση είχαν ενταχθεί πάνω από 2500 αξιωματικοί και υπαξιωματικοί. Η εξάπλωση του ΙΔΕΑ υπήρξε ταχύτατη σε μάχιμους στρατιωτικούς σχηματισμούς όπως την Ταξιαρχία Ρίμινι και τις δυνάμεις καταδρομών. Το 1951 ήρθε στην δημοσιότητα ένα έγγραφο το οποίο φέρεται να κατέθεσε στην Διοικούσα Επιτροπή ο Συνταγματάρχης Νικόλαος Γωγούσης, βάση του οποίου θα συγκροτούνταν μια ειδική υπηρεσία η οποία θα δολοφονούσε οποιοδήποτε θα έβλαπτε τον αγώνα και πρόδιδε την πατρίδα.  Από το 1947 είχαν ήδη αρχίσει απροκάλυπτες παρεμβάσεις του ΙΔΕΑ στην πολιτική ζωή με επισκέψεις σε πολιτικούς και υπαγόρευση των θέσεών της οργάνωσης.
O στρατηγός Καραγιάννης, ένας από τους ηγέτες του ΙΔΕΑ και o βασικός ιστορικός του, γράφει στο βιβλίο του «Τό Δράμα της Ελλάδος»:
«Κατά Ίανουάριον του 1950, εικοσιπέντε περίπου εκ των ευρισκομένων εις Αθήνας δρώντων μελών του ΙΔΕΑ συνεκεντρώθησαν ίνα αποφασίσώσι περί της περαιτέρω πορείας τούτου, μετά την συντριβήν των κομμουνιστών.. . Κατόπιν μακράς και διεξοδικωτάτης συζητήσεως, ομοφώνως εγένετο δεκτόν ότι ό ΙΔΕΑ όχι μόνον δεν έπρεπε να διαλυθή άλλ' αντιθέτως θα έπρεπε νά καταβληθή κάθε προσπάθεια διά την άναδιοργάνωσίν του και την άποκατάστασιν της κανονικής λειτουργίας του μηχανισμού του, όστις είχεν διαταραχθή επαισθητώς κατά την διάρκειαν του πολέμου κατά των κομμουνιστοσυμμοριτώνν.. . Ούτος θά έπρεπε νά άναλάβη δρασιν».

Ο Αρχιστράτηγος Παπάγος


Ο Αλέξανδρος Παπάγος ήταν ο άλλος παράγοντας, ο φανερός ή σχεδόν φανερός, γιατί ακόμα δεν είχε αναμιχθεί ανοιχτά στην πολιτική.
Το κράτος τον τιμάει με τις ανώτερες διακρίσεις: Στις 17 Οκτωβρίου 1949, του απονέμεται ο τίτλος του στρατάρχη και μετά δέκα μέρες ο Βασιλιάς Παύλος προσωπικά του παραδίνει τη στραταρχική ράβδο στη μεγάλη αίθουσα των Παλιών Ανακτόρων.
Με απόφαση της κυβέρνησης ο στρατάρχης Παπάγος θα είναι διά βίου αξιωματικός εν ενεργεία, θα έχει το προβάδισμα στις τελετές, θα διατηρεί προσωπικό στρατιωτικό οίκο.
Γιατί όμως αυτή η σχεδόν θεοποίηση; Απλούστατα, για να τον καλοπιάσουν, για να τον γλυκάνουν με τις δόξες και τις τιμές, ώστε να μην αποφασίσει να πολιτευτεί. Ο Παύλος και η Φρειδερίκη ήταν απόλυτα σύμφωνοι σε όλα αυτά. Το βασιλικό ζεύγος ανησυχούσε βαθύτατα. Ήδη είχαν δημιουργηθεί προστριβές του αρχιστρατήγου — όταν ακόμα μαίνονταν ο εμφύλιος πόλεμος — με το θρόνο (την Φρειδερίκη κυρίως) και τη βασιλική αυλή.
Ο Παπάγος κατηγορούσε τα ανάκτορα ότι, μέσω του «Μπούλη» Αριστείδη Μεταξά, διευθυντή του πολιτικού γραφείου του βασιλιά και προσωπικού φίλου του Παύλου και της Φρειδερίκης, αποσπούσαν από τα εκτελεστικά αποσπάσματα πολλούς καταδικασμένους σε θάνατο από τα έκτακτα στρατοδικεία, με αποτέλεσμα να χαλαρώνει το ηθικό του στρατού. Θα πρέπει να θυμόμαστε ανάλογες παρεμβάσεις των Βρετανών εναντίον της απονομής χάριτος από το Γεώργιο, όταν είχε πρωτογυρίσει στην Ελλάδα. Την ίδια ακριβώς νοοτροπία είχαν και οι Αμερικανοί, και την ενεργοποιούσαν μέσω του Παπάγου.
Πέρα όμως από τις τέτοιου είδους προστριβές, ο Παύλος και η Φρειδερίκη — κυρίως η τελευταία επαναλαμβάνουμε — διαισθάνονταν ότι ο Παπάγος, με το κύρος του «σωτήρα» της Ελλάδας και με την θερμή υποστήριξη των Αμερικανών, άλλα και με τον αυταρχικό του χαρακτήρα, θα τους έβαζε τα δύο πόδια σ' ένα παπούτσι, αν έπαιρνε στα χέρια του την πολιτική εξουσία της χώρας.
Ο Παπάγος από την άλλη ήταν ενοχλημένος από τις επιθέσεις που δεχόταν από συμβούλους και μέλη της βασιλικής οικογένειας, που ήταν ενάντια στην κάθοδό του στη πολιτική. Σε αποκλειστική συνέντευξη στην εφημερίδα «Ελευθερία», στις 25 Μαρτίου 1951, ο Βασιλιάς Παύλος διακήρυξε την προσήλωσή του στους δημοκρατικούς θεσμούς και επετέθη κατά της λύσης Παπάγου, επικρίνοντας έμμεσα αλλά φανερά τον στρατάρχη για την απόφασή του ν' αναμιχθεί με την πολιτική. Εκμεταλλευόμενη η κυβέρνηση την ανοιχτή πια διαμάχη μεταξύ βασιλιά και Παπάγου, ανακοίνωσε στις 2 Μαΐου 1951 την απόφασή της να προκηρύξει εκλογές
Ο Παπάγος υπέβαλε την παραίτησή του στον πρωθυπουργό Σοφοκλή Βενιζέλο το πρωί της 30 Μαΐου, εκφράζοντας την πρόθεσή του να πολιτευτεί. Στην ανακοίνωσή του ο Βενιζέλος υπαινίχθηκε πως η παραίτηση του Παπάγου ήταν αντίθετη με τις επιθυμίες του βασιλιά και της κυβέρνησης, επιβεβαιώνοντας έτσι ό,τι ήταν πάγκοινα γνωστό. Ο βασιλιάς Παύλος, επικαλούμενος εξαπάτηση του Θρόνου με τη διαβεβαίωση του στρατάρχη να μην πολιτευτεί, διέταξε τον αρχηγό Γ.Ε.Σ., στρατηγό Θρασύβουλο Τσακαλώτο να συλλάβει τον Παπάγο, αλλά η εντολή δεν εκτελέστηκε.

Το κίνημα του ΙΔΕΑ



Και τότε εμπλέκεται ο ΙΔΕΑ και η εμπλοκή του αυτή ήταν το αποκορύφωμα της παρέμβασής του στα πολιτικά δρώμενα της Ελλάδος..
Το βράδυ της 30ης προς 31η Μαΐου 1951, μόλις έγινε γνωστή η απόφαση του Αλέξανδρου Παπάγου να παραιτηθεί από την Αρχιστρατηγία των Ενόπλων Δυνάμεων, ηγετικά στελέχη του ΙΔΕΑ κατέλαβαν τα γραφεία του ΓΕΕΘΑ και του ΓΕΣ στα Παλαιά Ανάκτορα. Ταυτόχρονα έμπιστοι συνεργάτες τους κατέλαβαν κρίσιμες εγκαταστάσεις στο κέντρο της Αθήνας. Ο Αλέξανδρος Παπάγος πληροφορήθηκε έκπληκτος το κίνημα και νωρίς το πρωί της 31 Μαΐου που κατέβηκε από το σπίτι του στην Εκάλη στα Παλαιά Ανάκτορα, διέταξε κάποιες μονάδες να επιστρέψουν στα στρατόπεδά τους και όχι μόνο επέπληξε του κινηματίες που είχαν προχωρήσει στο κίνημα χωρίς την άδειά του, αλλά κάλεσε τους αξιωματικούς που συμμετείχαν να αποσυρθούν στις μονάδες τους και στα κυρίως καθήκοντά τους, οδηγώντας έτσι το κίνημα σε καταστολή.
Αργότερα μετά τη σύλληψη και καταδίκη των κινηματιών από την κυβέρνηση Πλαστήρα υπερασπίστηκε την αμνηστία τους την οποία και πέτυχε και όταν ο ίδιος ανέλαβε αργότερα την πρωθυπουργία, τους επανέφερε στην ενεργό υπηρεσία.
Έτσι η οργάνωση, σε αντίθεση με την "ελαφρά" αντίληψη των τότε πολιτικών, δεν εξαρθρώθηκε, αλλά παρέμεινε να υφίσταται με εναλλασσόμενους ως αρχηγούς της τον Σόλωνα Γκίκα, τον Πατίλη κ.ά. συνδεόμενη πλέον άμεσα με το παρακράτος που άρχισε να αναπτύσσεται και να γιγαντώνεται ειδικότερα μετά τις εκλογές του 1958.
Αλλά ας επανέλθουμε στα όσα συνέβησαν το 1951.


Η κυβέρνηση Βενιζέλου προσπάθησε να συγκαλύψει το επεισόδιο. Το επίσημο ανακοινωθέν απλώς ανέφερε πως «λόγω πληροφοριών περί ενδεχομένης απόπειρας διασαλεύσεως της τάξεως υπό αναρχικών στοιχείων, ελήφθησαν την πρωίαν σήμερον ορισμένα στρατιωτικά μέτρα, τα οποία ήρθησαν ευθύς ως εξέλιπον οι λόγοι». Αργότερα, από τη προανάκριση προέκυψε πως η έκταση του κινήματος ήταν αρκετά σοβαρή, και πως το κίνημα είχε επιχειρηθεί στο όνομα του Παπάγου. Το κίνημα απέτυχε χάρη κυρίως στην άρνηση της Μεραρχίας Τεθωρακισμένων να προσχωρήσει στη συνωμοσία
Η αποτυχία του κινήματος είχε σαν αποτέλεσμα μια ομάδα σκληρών ακραίων αξιωματικών της οργάνωσης ΙΔΕΑ να χάσουν την εμπιστοσύνη τους προς τους ανωτέρους τους, επειδή δεν τόλμησαν να φέρουν σε πέρας το κίνημα και υπέκυψαν στις πιέσεις των ανακτόρων και του Παπάγου.
Ο Βασιλιάς Παύλος και ο πρωθυπουργός Σοφοκλής Βενιζέλος πίστευαν ότι οι εμπλεκόμενοι έπρεπε να τιμωρηθούν.
Οι αξιωματικοί που είχαν ηγηθεί της απόπειρας απομακρύνθηκαν από το στρατό αλλά τους δόθηκε αμνηστία. Το ΑΣΣ (Ανώτατο Στρατιωτικό Συμβούλιο) αποφάσισε και πήρε σκληρά μέτρα εναντίον του ΙΔΕΑ, όπως προκύπτει από τα πρακτικά που δημοσιεύτηκαν. Η πλευρά των υπερασπιστών του ΙΔΕΑ επικεντρωνόταν στο γεγονός ότι ο εμπνευστής του κινήματος της 30 Μαΐου, ο ταξίαρχος Χρηστέας, ήταν σε πολεμική διαθεσίμοτητα ως ανάπηρος πολέμου. Το ίδιο και ο συνταγματάρχης Καραμπότσος, ενώ ο έτερος των πρωταιτίων είχε χάσει τον αδελφό του στον πόλεμο (Κουρούκλης). Αυτό τεκμηριώνεται από τις ανακρίσεις και τα στρατιωτικά μητρώα των πρωταιτίων.
Στη συνεδρίασή του, το ΑΣΣ (Ανώτατο Στρατιωτικό Συμβούλιο) με συντριπτική πλειοψηφία (16 θετικές, 1 λευκή και 1 αρνητική ψήφο), ζήτησε να μην ψηφίσει ο στρατός στις επόμενες εκλογές, διότι, κατά τον Αρχηγό του Γενικού Επιτελείου Στρατού, Θρασύβουλο Τσακαλώτο, υπήρχε κίνδυνος να επηρεαστεί το ελεύθερο πολιτικό φρόνημα των στρατιωτών από τους αξιωματικούς. Τα πρακτικά αυτών των σημαντικών αποφάσεων του ΑΣΣ διέρρευσαν στον τύπο από κύκλους εναντιούμενους στον Παπάγο. Οι εφημερίδες «Τα Νέα» και «Το Βήμα», με συνεχή δημοσιεύματα τα έτη 1951 και 1952, καλούσαν το ΑΣΣ να δείξει ανεκτικότητα έναντι του ΙΔΕΑ.
Τελικά ο ΙΔΕΑ έπαψε να υφίσταται το 1951, όμως αξιωματικοί που ανήκαν σε αυτόν παλαιότερα συνέχισαν τη συνωμοτική παρακρατική τους δράση και στα επόμενα χρόνια, μέχρι το Πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967.

Πηγές:
Σπύρου Κ. Θεοδωρόπουλου : Από το δόγμα Τρούμαν στο δόγμα Χούντα
Εφημερίδα Ελευθερία


Σάββατο, 30 Μαΐου 2020

Ο επίλογος της Μάχης της Κρήτης




Ο επίλογος της Μάχης της Κρήτης
 
Η Εκκένωση

Στις 26  Μαΐου   συγχαρητήριο  τηλεγράφημα  του   Υπουργού Στρατιωτικών της Μ. Βρεταννίας υπόσχεται κάθε δυνατή στρατιωτική βοήθεια.  Ο αντιστράτηγος Μπέρναρντ Σύριλ Φράιμπεργκ (Bernard Cyril Freyberg, 1889–1963),  προσγειωμένος,  είχε ήδη αποφασίσει αποχώρηση για να περισώσει ό,τι μπορούσε από τα στρατεύματά του.  Κατά το διάστημα αυτό οι διοικηταί των ελληνικών δυνάμεων ζητούσαν επιμόνως βοήθεια και περιέγραφαν την απελπιστική κατάσταση στην οποία ευρίσκοντο.
Το πρωί της 26 Μαΐου ο Φράιμπεργκ με σήμα του προς το Στρατηγείο της Μέσης Ανατολής πληροφόρησε τον Ουέιβελ ότι τα στρατεύματα είχαν υπερβεί το ανώτατο όριο αντοχής και ότι οι δυσκολίες απαγκίστρωσης ήταν ανυπέρβλητες. Έπρεπε να ληφθεί αμέσως απόφαση για την εκκένωση, ώστε να διασωθεί το μεγαλύτερο μέρος των δυνάμεων του επιβιβαζόμενο σε πλοία στα Σφακιά.


«Κατά τη γνώμη μου, τα στρατεύματα μας έχουν φθάσει εδώ στη Σούδα στα όρια της αντοχής [...]. Η θέση μας είναι απελπιστική».
Ο Αρχιστράτηγος της Μέσης Ανατολής διεμήνυσε στον Φράιμπεργκ ότι έπρεπε να συγκρατηθεί η κατάσταση. Ταυτοχρόνως ανέφερε στο Λονδίνο ότι το μέτωπο Χανίων κατέρρευσε και ο όρμος της Σούδας ήταν αδύνατο να κρατηθεί περισσότερο από είκοσι τέσσερις ώρες και εζήτησε την έγκριση προκειμένου να διατάξει την εκκένωση. Ο Τσώρτσιλ ανακοίνωσε στο Υπουργικό Συμβούλιο ότι η μάχη της Κρήτης είχε χαθεί. Η εκκένωση άρχισε στις 27 Μαΐου.
Στις 3 το πρωί της 29ης Μαΐου 1941 η πρώτη νηοπομπή, με την οποία αποχωρούσαν τα βρετανικά τμήματα τού τομέα Ηρακλείου, απέπλευσε για την Αφρική. Οι Έλληνες δεν έλαβαν γνώση της επιβιβάσεως και της αποχωρήσεως. Η δράση των Γερμανών στην περιοχή δεν επέτρεπε την ασφαλή μετάδοση των διαταγών και τα πλοία δεν ήταν δυνατόν να μεταφέρουν περισσότερους άνδρες.
Η υποχώρηση πάντως άρχισε με κάποια αταξία. Οι επικοινωνίες ήταν πολύ δύσκολες και οι συγκοινωνίες είχαν αποκοπεί. Τη νύκτα της 28ης Μαΐου επρόκειτο να επιβιβασθούν στον λιμένα της νοτίου παραλίας της Κρήτης. Η υποχώρηση της στρατιωτικής δυνάμεως διεξαγόταν υπό πολύ δυσχερείς συνθήκες. Τη νύκτα της 29ης επιβιβάσθηκαν 7.000 άνδρες. Η τελευταία νηοπομπή απέπλευσε στις 31 Μαΐου. Παρέμειναν 9.000 περίπου άνδρες τού Εκστρατευτικού Σώματος, οι τραυματίες οι οποίοι δεν ήταν δυνατόν να μεταφερθούν και τα ελληνικά τάγματα. Ο Φράιμπεργκ αναχώρησε τελευταίος για την Αίγυπτο με υδροπλάνο.
Στις 30 Μαΐου ο υποστράτηγος Λιναρδάτος μετέβη στα γραφεία τού 43ου  Συντάγματος  Πεζικού  για  να  συναντήσει τον  διοικητή  των Γερμανικών δυνάμεων και να υπογράψει την ανακωχή.
Στις 31 Μαΐου ολόκληρη η Ελλάς, ηπειρωτική και νησιωτική, κατεχόταν από τον εχθρό.


Οι   γερμανικές απώλειες έφθασαν τους 6.500 νεκρούς, τραυματίες και αγνοουμένους. Κατερρίφθησαν διακόσια αεροπλάνα και συνετρίβησαν ή πυρπολήθηκαν επί του εδάφους άλλα εκατόν πενήντα, μεταξύ των οποίων πολλά ανεμόπτερα. Οι απώλειες του Εκστρατευτικού Σώματος ανήλθαν σε 2.500 νεκρούς και τραυματίες και 11.500 αιχμαλώτους. Οι ελληνικές δυνάμεις της νήσου είχαν 1.250 νεκρούς και τραυματίες και 5.000 αιχμαλώτους, στους οποίους πρέπει να προστεθούν και 3.000 νεκροί από τον άμαχο πληθυσμό.
Η απώλεια της Κρήτης θα επηρεάσει τόσον τον Τσώρτσιλ, ώστε να μη σκέπτεται πλέον οποιαδήποτε προσπάθεια να κρατηθεί η Κύπρος, αν αυτή επρόκειτο να είναι ο επόμενος στόχος της γερμανικής επιθέσεως. Έκρινε ότι δεν έπρεπε να επαναληφθεί στην Κύπρο η δραματική πολεμική κατάσταση, την οποία η Μ. Βρετανία αντιμετώπισε στη Κρήτη, όπως βεβαιώνει ο προσωπικός γραμματεύς τού Βρετανού πρωθυπουργού Τζων Κόλβιλ, που παρατηρεί ότι ο κύριος λόγος για την ήττα ήταν η έλλειψη αεροπορικής βοηθείας.
Τη Μάχη της Κρήτης έδωσαν γενναίοι αλλά πολύ καταπονημένοι άνδρες, κυρίως Νεοζηλανδοί και Αυστραλοί, οι οποίοι αποβιβάσθηκαν στο νησί, μετά από μία δραματική υποχώρηση. Αν, αντί της Μακεδονίας και της Θεσσαλίας, όπου παρά πάσα λογική είχαν αποσταλεί αποβιβάζονταν κατευθείαν στην Κρήτη, η Μάχη της Κρήτης θα είχε κερδηθεί. Με την εξαίρετη βοήθεια των εθελοντών κατοίκων, χωρίς αεροπορική και θαλάσσια προστασία, οι καταπονημένοι αυτοί άνδρες επέτυχαν να κρατήσουν μέχρι της ύστατης ώρας. Ένα ακόμη εικοσιτετράωρο ήταν αρκετό, όπως αποκαλύφθηκε εκ των υστέρων, για να εγκαταλείψουν οι Γερμανοί τον αγώνα.
Είναι αυτονόητο ότι, αν η Μάχη της Κρήτης είχε κερδηθεί, άλλη θα ήταν η εξέλιξη, όχι μόνον στο μέτωπο της Συρίας, αλλά και στην Αίγυπτο, την οποία απειλούσε ο Ρόμμελ και η τελική συμμαχική νίκη είναι πολύ πιθανόν ότι θα είχε συντομευθεί κατά ένα χρόνο τουλάχιστον.
Πάντως και απολεσθείσα η Κρήτη προσέφερε ανεκτίμητη υπηρεσία στον Συμμαχικό αγώνα. Ουδείς πλέον αρνείται ότι ο χρόνος για τη Μάχη της Κρήτης, της οποίας η αντίσταση δεν αναμενόταν από τους Γερμανούς, υπήρξε αιτία να καθυστερήσει η εναντίον της Ρωσίας γερμανική επίθεση, σε συνδυασμό ασφαλώς με τις εξελίξεις στη Γιουγκοσλαβία, όπου η ανατροπή του Αντιβασιλιά Παύλου δεν είχε βεβαίως ουσιαστικό αποτέλεσμα, υποχρέωσε όμως τη Γερμανία να καθυστερήσει την επίθεση της κατά της Ελλάδος επί δύο εβδομάδες. Η καθυστέρηση αυτή υπήρξε η αιτία να αντιμετωπίσει και ο Χίτλερ, όπως άλλοτε ο Ναπολέων, τον «στρατηγό Χειμώνα».


Η εντύπωση που προκάλεσε η Μάχη της Κρήτης υπήρξε ανάλογη προς εκείνη τού «Όχι» της 28 Οκτωβρίου και της Μάχης της Πίνδου. Η βρετανική κοινή γνώμη εξεγέρθηκε για την απώλεια και ο Τσώρτσιλ κινδύνευσε να πέσει. Διεσώθη, διότι την εποχή εκείνη καταβυθίσθηκε η -θεωρούμενη αβύθιστη γερμανική ναυαρχίδα «Bismark» που συγκέντρωσε την προσοχή των Βρετανών.
Ένα από τα λαμπρότερα κεφάλαια της ελληνικής ιστορίας που είχε αρχίσει στις 28 Οκτωβρίου 1940 έκλεισε εν μέσω παγκοσμίου θαυμασμού. Κανείς, την ώρα εκείνη, δεν φανταζόταν ότι επρόκειτο να επαναληφθούν οι προγονικές αμαρτίες που ενδημούν στη μακραίωνα ελληνική Ιστορία: Οι αθλιότητες που ακολουθούν την έξαρση και το μεγαλείο.

Απόσπασμα από την Σύγχρονη Πολιτική Ιστορία της Ελλάδος του Σπ. Β. Μαρκεζίνη.

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΑΘΗΝΑ




ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ  ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΛΙΑ  ΑΘΗΝΑ

Η ιστορίες του Μερακλή (Δημήτρη Στεργιόπουλου) 

και του Σπύρου Λούη

Ο Μερακλής, υπήρξε ο φρουρός των κυριών, των νταντάδων και των παιδιών. Γεννήθηκε σε κάποιο χωριό κοντά στο Καρπενήσι. Κατετάγη στο ευζωνικό απ' όπου απελύθη με τον βαθμό του Δεκανέα. Το ήθος, η διαγωγή και η εντιμότητα πού επέδειξε κατά το διάστημα της θητείας του καθώς και οι συστάσεις ενός σημαίνοντος προσώπου της τότε εποχής έγιναν αφορμή να τον προσέξει η Ζάππειος Επιτροπή Ολυμπίων και κληροδοτημάτων και να τον προσλάβει ως φύλακα και φρουρό της τάξεως και της καθαριότητας στον χώρο του Ζαππείου.
Ό Μερακλής ήταν πάντοτε πεντακάθαρος, φρεσκοξυρισμένος και καλοκτενισμένος ενώ έτρεφε και αρειμάνιο μύστακα.
Κάθε πρωί ανελάμβανε υπηρεσία. Κυριακές γιορτές δεν είχε ό Μερακλής. Ούτε άδεια αναπαύσεως έπαιρνε, διότι τότε ακόμη η Κυριακή αργία δεν είχε θεσπιστεί.
Ο Μερακλής ήταν τόσον αυστηρός, ώστε είχε καταντήσει ο φόβος και ο τρόμος των κουτσαβάκηδων και των μόρτηδων αλλά μόνον εάν τολμούσε κάποιος εξ αυτών να πειράξει, έστω διά λόγων και χειρονομιών, καμιά από τις κυρίες, τις νταντάδες και τις δασκάλες των παιδιών πού συνόδευαν. Ό Μερακλής, τιμωρός, κανόνιζε το θέμα διά της εφαρμογής τού ρητού «όπου δεν πιάνει λόγος πίπτει ράβδος».
Υπήρχε βεβαίως και άλλος πνεύμονας στην περιοχή του Ζαππείου, ο Βασιλικός (Εθνικός σήμερα) Κήπος, αλλά ήταν ανοικτός διά το κοινό δύο φορές την εβδομάδα. Εις την πλευρά του Ζαππείου που ήταν προς την οδό Ηρώδου του Αττικού υπήρχαν οι περίφημες Αγελάδες τού Σκιαδά. Εκεί πήγαιναν οι μαμάδες, οι νταντάδες και οι δασκάλες για να δώσουν ένα φλιτζάνι φρέσκο γάλα στα παιδιά. Σ' αυτό το κέντρο σύχναζαν και τα γυμνασιόπαιδα για να πάρουν το γλυκό τους ή τον ερατεινόν (καφέ) και να καπνίσουν το τσιγαράκι τους μακριά από τα βλέμματα των συγγενών ή καθηγητών των, όχι όμως και από το βλέμμα  του Μερακλή, ο όποιος τούς μάλωνε. Όλη αυτή η εκτεταμένη περιοχή ήταν υπό την επίβλεψη τού Μερακλή, ο οποίος εκτελούσε τα καθήκοντά του με ευγένεια, ευσυνειδησία και αυστηρότητα.
Ο Μερακλής πέθανε πλήρης ημερών. Στη κηδεία του δε παρέστη πολύς και εκλεκτός κόσμος.

Σπύρος Λούης, ο Ολυμπιονίκης και νερουλάς


Η Αθήνα είχε μεγάλη έλλειψη από νερό πόσιμο. Το Αδριάνειο υδραγωγείο δεν επαρκούσε να εκπληρώσει ούτε τις στοιχειώδεις ανάγκες τού πληθυσμού. Η ποσότητα του νερού που συγκεντρωνόταν στην δεξαμενή των Αθηνών, λόγω των πλημμελών συστημάτων απολύμανσης δεν εξασφάλιζε το πλήρως υγιεινό νερό για όσους το είχαν ανάγκη. Για τον λόγο αυτό οι εύποροι Αθηναίοι προτιμούσαν να αγοράζουν το υγιεινό νερό της Πεντέλης, το οποίο συγκεντρωνόταν και μεταφερόταν  από το όπισθεν της σημερινής Δημαρχίας Αμαρουσίου χώρο, όπου υπήρχε ειδικό ντεπόζιτο.
Οι μεταφορείς (νερουλάδες) από τα ξημερώματα τρέχοντας με τις σούστες τους έφθαναν στο ντεπόζιτο για να γεμίσουν τις στάμνες και στη συνεχεία ερχόντουσαν στην Αθήνα για να κάμουν διανομή επί πληρωμή στα σπίτια. Το γεγονός αυτό απαιτούσε τρέξιμο για να προλάβουν έγκαιρα να κάνουν την διανομή.
Οι οικογένειες των Λούη, Πετρούτσου, Μόαχα, Γκότση, ήταν οι κυρίως ασχολούμενες με την  εργασία αυτή. Η δουλειά αυτή τούς άφηνε σημαντικό κέρδος ώστε να κτίσουν καινούργια σπίτια στο χωριό τους το Μαρούσι και να το μετατρέψουν σε ένα ωραίο προάστιο των Αθηνών.
Μετά την μικρή αυτή παρεμβολή ας ξαναγυρίσουμε στο έτος 1896, την εποχή πού επρόκειτο να γίνουν στο  Αβερώφειο Ολυμπιακό Στάδιο, τιμής ένεκεν και με υπόδειξη του βαρόνου ντε Κουμπερτέν οι πρώτοι Ολυμπιακοί αγώνες.
Όλα τα κράτη ετοίμαζαν τις ομάδες τους πού θα συμμετείχαν στους αγώνες και τις προπονούσαν ξοδεύοντας αφειδώς χρήματα. Η μικρή και πτωχή Ελλάδα —ούτε αιώνας δεν είχε συμπληρωθεί από την απελευθέρωση της —έκαμε το παν για να εμφάνιση μίαν καλή ομάδα. Ευτυχώς βρέθηκαν Έλληνες πατριώτες πλούσιοι εγκατεστημένοι τόσο στο εξωτερικό όσο και στο εσωτερικό πού με δωρεές βοήθησαν την προσπάθεια αυτή. Κατόπιν αυτού έγινε δυνατή η κατάρτιση μία ομάδας αποτελουμένης από τούς καλύτερους τότε αθλητές Παρασκευόπουλον, Πέππαν, Φέτση και για τον Μαραθώνιο δρόμο τούς Λούη, Βασιλάκον, Μπελόκαν κ.ά. Επίσης διέθετε και οπλομαχητική ομάδα υπό τον καθηγητή του Πανεπιστημίου Γεωργιάδη.


Στο εθνικό αγώνισμα τού Μαραθωνίου από τον Τύμβο του Μαραθώνα στο  Ολυμπιακό Σταδίο, μια  απόσταση 42.179 μ. ελάμβαναν μέρος και αρκετοί ξένοι δρομείς. Επειδή η διαδρομή ήταν σε ανώμαλο δρόμο, οι μέλλοντες να μετάσχουν δρομείς κάθε μέρα προπονούνταν επιτοπίως ώστε να είναι προετοιμασμένοι.
Έφτασε λοιπόν η κρίσιμη μέρα διεξαγωγής του Μαραθωνίου. Οι δρομείς, ξεκίνησαν από τον Τύμβο τού Μαραθώνα για το Στάδιο.
Όταν έφτασαν στο Πικέρμι, αρκετοί είχαν ήδη αποχωρήσει. Έμειναν βασικά δύο από τους ξένους δρομείς και από τούς Έλληνες οι: Λούης, Βασιλάκος και Μπελόκας. Οι δύο ξένοι, άρχισαν να παρουσιάζουν σημεία κόπωσης. Οι Λούης και Μπελόκας, πού τούς στενοχωρούσαν τα παπούτσια τους, τα πέταξαν και συνέχισαν το τρέξιμο ξυπόλητοι.
Στα πρώτα 10 χιλιόμετρα προηγούνταν σαφώς οι ξένοι δρομείς Λερμουσό (Lermusiau), Φλακ (Flack) και Μπλαίηκ (Blake), μετά όμως από τα 20 χλμ. που αποτελούσε το μέσο της διαδρομής άρχισαν οι Έλληνες δρομείς Βασιλάκος, Λούης και Μπελόκας να αναπτύσσουν την ταχύτητά τους. Στο 23ο χλμ. ο Μπλαίηκ δεν αντέχει άλλο και εγκαταλείπει τον αγώνα. Στο 32ο χλμ ο Λερμουζό παράπεσε χάνοντας πολύτιμο χρόνο, ενώ λίγο μετά εγκαταλείπει και ο Φλακ, οπότε και τέθηκαν στην αρχή του αγώνα ο Λούης ακολουθούμενος από τον Βασιλάκο.
Σύμφωνα με αφήγηση του Βασιλάκου, ως το Σταυρό της Αγ. Παρασκευής έτρεχαν μαζί με το Λούη, αλλά εκεί τους εγκατέλειψαν οι συνοδοί αξιωματικοί και έσπευσαν στον Στάδιο. Τότε πολλοί χωρικοί, συντοπίτες του Λούη, οι οποίοι παρακολουθούσαν άρχισαν να τον επευφημούν και στη συνέχεια τον ακολούθησαν με άλογα, κάρα και ποδήλατα εμποδίζοντας τον Βασιλάκο να προσπεράσει: "οι παριστάμενοι χωρικοί ηκολούθησαν τον Λούη ενθαρρύνοντες αυτόν. Κατόπιν τον ηκολούθησαν άμαξαι, κάρρα, ποδήλατα, ίπποι κτλ. Εγώ δεν έσπευσα να διασχίσω το πλήθος δια να τον νικήσω ή να τον συναγωνισθώ και κατ' ανάγκην παρέμεινα όπισθεν του πλήθους."


Όταν ιππέας αγγελιαφόρος φτάνει στο Στάδιο και αναγγέλλει «προηγείται Έλλην» ακολούθησε παραλήρημα. Ο τότε διάδοχος Κωνσταντίνος σπεύδει και αναμένει τον πρώτο δρομέα στη συμβολή των οδών Λ. Κηφισίας (όπως λέγονταν τότε τη Βασιλίσσης Σοφίας) και Ηρώδου Αττικού όπου καταφθάνει ο Σπύρος Λούης τον οποίο και συνοδεύει τιμητικά μέχρι το τέρμα εντός του Σταδίου.
Η είσοδος του Λούη στο Στάδιο ξεσήκωσε όλους τους θεατές που όρθιοι παραληρούσαν και ζητωκραύγαζαν ρυθμικά το επίθετό του όπου και τερματίζει με χρόνο 2 ώρες, 58΄ και 50΄΄, ενώ δεύτερος εισήλθε στο Στάδιο, μόλις μετά επτά λεπτά, ο Χαρίλαος Βασιλάκος τερματίζοντας σε χρόνο 3 ώρες, 06΄ και 30΄΄.
Οι Ολυμπιακοί Αγώνες του 1896 έζησαν εκείνη την ημέρα την σπουδαιότερη στιγμή. Απευθυνόμενος ο Πιέρ ντε Κουμπερτέν στο Σπύρο Λούη του είπε «Σήμερα έγραψες ιστορία».
Λέγεται ότι όταν ο  Βασιλιάς ρώτησε τον Λούη τι χάρη θα ήθελε να τού κάμει, εκείνος απάντησε ότι επιθυμεί να αποκτήσει ένα άλογο και μια σούστα για να κουβαλάει τις στάμνες με το νερό από το Μαρούσι.

Πηγές :
Άγγελος Δ. Γέροντας : Αναμνήσεις από την παλιά Αθήνα (Αστυνομικά Χρονικά Αύγουστος 1973)
https://el.wikipedia.org/wiki/Μαραθώνιος