Translate -TRANSLATE -

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΛΒΕΤΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΛΒΕΤΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2026

Erika Hess: Το “χρυσό” κορίτσι του ελβετικού σλάλομ που σημάδεψε μια εποχή

 


Erika Hess: Το “χρυσό” κορίτσι του ελβετικού σλάλομ που σημάδεψε μια εποχή

Με αφορμή την σημερινή λήξη των Χειμερινών Ολυμπιακών Αγώνων (6 Φεβρουαρίου 2026 – 22 Φεβρουαρίου 2026) θα κάνω μια ιστορική αναδρομή στο παρελθόν και θα αναφερθώ στo «χρυσό» κορίτσι του ελβετικού σλάλομ την Έρικα Χέςς.

Η Erika Hess αποτελεί μία από τις πιο εμβληματικές μορφές στην ιστορία του αλπικού σκι. Με απαράμιλλη τεχνική, ψυχραιμία και συνέπεια, κυριάρχησε στα τεχνικά αγωνίσματα στις αρχές της δεκαετίας του 1980, αφήνοντας πίσω της μια κληρονομιά που ακόμη και σήμερα θεωρείται σημείο αναφοράς.

«Απίστευτο! Φανταστικό! Ανυπέρβλητο!» ήταν οι τίτλοι που κυριαρχούσαν στις ελβετικές εφημερίδες της 3ης Φεβρουαρίου 1982. Για ποιο λόγο; Γιατί ένα εικοσάχρονο κορίτσι από την κεντρική Ελβετία είχε κερδίσει δύο χρυσά μετάλλια στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Σκι του Σλάντμινγκ της Αυστρίας - το ένα στην κατάβαση και το σλάλομ, και το άλλο στο γιγαντιαίο σλάλομ. Κι όλα αυτά, χωρίς ακόμη να έχει διεξαχθεί το ειδικό σλάλομ, που ήταν το αγαπημένο της αγώνισμα. Άραγε, θα κατάφερνε να κερδίσει κι ένα τρίτο χρυσό;

Συγγενείς, φίλοι κι εκατομμύρια φιλάθλων - τρεις μέρες αργότερα -κάθονταν καρφωμένοι μπροστά στις τηλεοπτικές οθόνες τους, με την αγωνία να τους φλογίζει, καθώς το κορίτσι από το καντόνι, του Νιντβάλντεν ζύγιαζε το κορμί του, ψηλά, στην κορφή της βουνοπλαγιάς, πριν ριχτεί στον αγώνα. Η μόνη που έδειχνε ήρεμη ήταν η ίδια η Έρικα.

Ένα οξύ και διαπεραστικό σήμα σήμανε τα τρία τελευταία δευτερόλεπτα πριν απ' την εκκίνηση. Η Έρικα κουλουριάστηκε σαν γάτα και. όρμησε μπροστά. Πρώτη πόρτα, δεύτερη πόρτα - κι ο ρυθμός της όλο επιταχυνόταν  παράτολμα.   Έκτη,   έβδομη πόρτα και, ξαφνικά, ένα ουρλιαχτό από τους θεατές: Μια μικρή ανωμαλία του  εδάφους είχε  βγάλει την αθλήτρια έξω απ' τη διαδρομή. Τελειωααν όλα, σκέφτηκε η Έρικα. Ωστόσο, σαν από θαύμα, κατάφερε να σταθεί στα πόδια της και να μην κυλιστεί στο χιόνι.

«Μόνο η Έρικα ήταν άξια να κάνει κάτι τέτοιο,» είπε γεμάτος θαυμασμό ο προπονητής της εθνικής ελβετικής ομάδας Ζαν-Πιέρ Φουρνιέ. «Η ευστάθεια της είναι κάτι πρωτοφανές!» Μπαίνοντας ξανά στην κούρσα, η Έρικα τα ήθελε όλα ή τίποτα: Άρχισε να παίρνει τις στροφές μερικά εκατοστά πιο κλειστές και, με μια τελευταία προσπάθεια, κατάφερε να περάσει τη γραμμή του τερματισμού επιτυγχάνοντας τον δεύτερο καλύτερο χρόνο, παρά την αναποδιά που της είχε τύχει. Η μόνη που είχε κάνει καλύτερο χρόνο - μόλις κατά 27 εκατοστά του δευτερολέπτου - ήταν η Ιταλίδα Μαρία Ρόζα Κουάριο.

Στη δεύτερη κούρσα, ψύχραιμα, η Έρικα επιτάχυνε το ρυθμό της, όποτε αυτό ήταν δυνατό, κι άλλοτε πάλι, όποτε οι πόρτες παρουσίαζαν δυσκολίες, ανέκοπτε την ταχύτητα της όσο χρειαζόταν. Απ' όσες είχαν ήδη τερματίσει, είχε πετύχει τον ταχύτερο χρόνο. Τώρα πια, η μόνη που είχε τη δυνατότητα να ξεπεράσει την Έρικα, ήταν η κοπέλα απ' την Ιταλία. Η Μαρία Ρόζα, όμως, σκόνταψε δυο φορές και χρειάστηκε να τα δώσει όλα για να καταφέρει να τερματίσει πέμπτη. Έτσι, λοιπόν, άλλο ένα χρυσό για την Έρικα!

 

 

Όταν η «βασίλισσα» του Παγκοσμίου Πρωταθλήματος Αλπικού Σκι του 1982 γύρισε στον τόπο της, οι συμπατριώτες της της επιφύλαξαν θριαμβευτική υποδοχή. Πάνω από 10.000 άνθρωποι είχαν κατακλύσει τους δρόμους του Σταν, πρωτεύουσας του Νιντβάλντεν, για να καμαρώσουν την πανευτυχή πρωταθλήτρια να οδηγείται πάνω σε μια άμαξα στο Δημαρχείο. Φτάνοντας στην ιδιαίτερη πατρίδα της, το Βολφενσίσσεν, ένα άλλο πλήθος 10.000 ανθρώπων την έπνιξε στα λουλούδια και στα δώρα - που ανάμεσα τους υπήρχε κι ένα ζωντανό... γουρουνάκι, σαν σύμβολο καλής τύχης. Όταν οι γιορταστικές εκδηλώσεις έφτασαν στο αποκορύφωμα τους και η νεαρή πρωταθλήτρια πήρε στα χέρια της το μικρόφωνο, για να ευχαριστήσει τον κόσμο που πανηγύριζε, πολλοί από τους σκληροτράχηλους αρσενικούς βουνίσιους είχαν δάκρυα στα μάτια τους. «Θά 'ρθουν και χειρότερες μέρες,» είπε η Έρικα. «Ελπίζω πως και τότε, θα είσαστε στο πλευρό μου, όπως σήμερα.»

Στο σπίτι της, η νεαρή βασίλισσα των βουνοπλαγιών, με τα πλούσια καστανά μαλλιά, τα γκριζοκάστανα μάτια και το γοητευτικό χαμόγελο, εξακολουθεί να παραμένει η χωριατοπούλα που ήταν πάντοτε. Μαζί με τέσσερα από τα πέντε αδέλφια της μένει στο ορεινό αγροτόσπιτο των γονιών της, όπου ο πατέρας της ο Καρλ κι ο αδελφός της ο Τέο καλλιεργούν δώδεκα εκτάρια γης. Το καλοκαίρι, η Έρικα βοηθάει να ξεραίνουν τα σανά και ταΐζει τις δεκαπέντε αγελάδες και τα δέκα μικρότερα ζωντανά του κτήματος.

Η Έρικα γεννήθηκε στις 6 Μαρτίου του 1962, καθώς έξω μαινόταν μια φοβερή χιονοθύελλα. «Μείναμε κατάπληκτοι όταν είδαμε τη μαμή να φτάνει στο σπίτι, με τέτοιο καιρό,.. θυμάται η μητέρα της, η Λίνα.

Η Έρικα φόρεσε για πρώτη φορά σκι σε ηλικία τεσσάρων χρονών. Από τότε, έθεσε στον εαυτό της σαν ζήτημα τιμής το να μην μένει πίσω από τα μεγαλύτερα αδέλφια της, και ιδιαίτερα από τη μικρότερη ξαδέλφη της, την Φρέντσι. «Ό,τι μπορεί να κάνει η Φρέντσι, μπορώ να το κάνω κι εγώ!» αποφάσισε, και η πεποίθηση αυτή, για σχεδόν μια δεκαετία, έγινε η κινητήρια δύναμη της αθλητικής της προόδου.

Μόλις πέντε ετών, έλαβε μέρος στην πρώτη κούρσα της ζωής της ήταν μια κούρσα μεταξύ παιδιών του σχολείου, η οποία έγινε σε μια πλαγιά, δίπλα στο πατρικό της σπίτι. Ήταν κατά πολύ μικρότερη από τ' άλλα παιδιά και δεν τα πήγε και τόσο καλά. Ωστόσο, θυμάται ακόμη εκείνο το πρώτο της έπαθλο: «Πήρα μία πλάκα σοκολάτα, που μ' έκανε να νιώσω μεγάλη περηφάνια.» Έσπασε δυο φορές το πόδι της, σε ηλικία πέντε και έξι χρονών, αλλά αυτό δεν επηρέασε την αγάπη της για το σκι.

Πριν η Έρικα μπει στο σχολείο, ο θείος της - ο πατέρας της Φρέντσι αγόρασε ένα μεταχειρισμένο σκι-λιφτ με τέσσερις θέσεις και το έστήσε δίπλα στο σπίτι της. «Σ' όλα τα σχολικά της χρόνια, σπάνιες ήταν οι φορές που η Έρικα δεν αφιέρωνε τη μεσημεριανή διακοπή για ν' ανεβαίνει, μια και δυο φορές, στο σκι-λιφτ,» αναπολεί ο πατέρας της. Κι όλα αυτά, για να κατεβεί σε δυο λεπτά, σαν βολίδα, μια βουνοπλαγιά και να καταλήξει μπροστά στο σχολείο της.

Η πρώτη της δασκάλα ήταν η μητέρα της Φρέντσι, η Ανν Μαρί Εςς-Βάζερ, που το 1958, στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Σκι του Μπάντγκαστάιν, είχε κερδίσει χάλκινο μετάλλιο. Έξι ή εφτά φορές το χρόνο, η Ανν Μαρί πήγαινε τις δυο κόρες της, την Φρέντσι και την Μόνικα, καθώς και την ανεψιά της, να λάβουν μέρος σε διάφορους τοπικούς χιονοδρομικούς αγώνες. Παρατήρησε ότι η Έρικα, σε αντίθεση με τις κόρες της, άκουγε τις συμβουλές της με προσοχή. «Η Έρικα ήταν πολύ πράο παιδί,» θυμάται. «Πολύ σπάνια-κι αυτό ισχύει και σήμερα- υπήρχε κάτι που μπορούσε να την κάνει να χάσει τον έλεγχο των νεύρων της.»

Συνήθως, τα παιδιά της οικογένειας Εςς κυριαρχούσαν στις τοπικές κούρσες. Ωστόσο, στους αγώνες που έπαιρναν μέρος σκιέρ και άλλων περιοχών, καθώς και στους διεθνείς αγώνες, δεν είχαν ανάλογες επιτυχίες. Ένα πρόβλημα ήταν ο εξοπλισμός τους. Αρχικά, η Έρικα αγωνιζόταν χρησιμοποιώντας κοινά στρατιωτικά σκι, νοικιασμένα προς πέντε φράγκα για κάθε κούρσα, διότι οι γονείς της δεν μπορούσαν να αντιμετωπίσουν τη δαπάνη της αγοράς ειδικών σκι κούρσας. Ένα άλλο πρόβλημα ήταν το σχολείο: Όποτε τα κορίτσια ζητούσαν άδεια να λείψουν καμιά-δυο μέρες, για να πάρουν μέρος σε κάποιους αγώνες, παρά τους καλούς βαθμούς τους, το συμβούλιο των καθηγητών τους το αρνιόταν... Αυτό όμως δεν αποτελούσε ανασχετικό παράγοντα για τους γονείς τους, οι οποίοι πήγαιναν τα παιδιά τους στους αγώνες, με αποτέλεσμα να τα κατσαδιάζει ο διευθυντής του σχολείου. Χρειάστηκε να φτάσει στο Πρακτικό Λύκειο, για να βρει η Έρικα έναν καθηγητή με κατανόηση, ο οποίος της έδινε τον απαιτούμενο χρόνο για να παίρνει μέρος στους αγώνες χιονοδρομίας.



Όταν έκλεινε τα δώδεκα, η «χωριατοπούλα» ήταν η ταχύτερη δρομέας του Νιντβάλντεν: Έτρεχε τα 80 μέτρα σε 10.6 δευτερόλεπτα. Ωστόσο, αρνήθηκε μια πρόταση να λάβει μέρος στο ελβετικό πρωτάθλημα στίβου , γιατί οι αγώνες αυτοί τύχαινε να συμπίπτουν με τις ημέρες λειτουργίας ενός κέντρου προπονήσεως για σκιέρ. Δεν άργησε να αποδειχτεί σωστή η απόφαση της. Φτάνοντας με μεγάλη καθυστέρηση στο Σέρενμπεργκ, για να πάρει μέρος σε μια κούρσα που γινόταν εκεί, της έδωσαν αριθμό εκκινήσεως πολύ πάνω από 100, γεγονός που αποτελεί τρομερό μειονέκτημα, γιατί εκείνοι που αγωνίζονται πρώτοι καταστρέφουν το χιόνι της πίστας. Όταν όμως η Έρικα τερμάτισε, οι κριτές άρχισαν να αναρωτιούνται μήπως είχαν πάθει κάτι τα χρονόμετρα: Η άγνωστη αργοπορημένη είχε ανατρέψει κάθε λογική πρόγνωση κι είχε νικήσει.

Στα δεκατρία της, μετά από μια «τριτιά» που είχε κερδίσει σε μια κούρσα νεανίδων απ' όλη την Ελβετία, η Έρικα έγινε δεκτή σαν μέλος της Ελβετικής Χιονοδρομικής Ομοσπονδίας. Τώρα πια, οι σκοτούρες της σε σχέση με τον αγωνιστικό εξοπλισμό της,   είχαν  τελειώσει:  Σκι, μπότες, προστατευτικά γυαλιά, μπαστούνια και κράνος, της τα παρείχε πλέον το Swiss Ski Pool, από τις προσφορές αθλητικού υλικού εκ μέρους των κατασκευαστών. Μέσα σε δυο χρόνια μεταπήδησε από την ομάδα νεανίδων κι έγινε βασικό στέλεχος της εθνικής ομάδας της χώρας της.

Στο Ελβετικό Πρωτάθλημα του 1977, στο Ντιαμπλερέ, προς γενική κατάπληξη το νέο αστεράκι του σκι τερμάτισε δεύτερο στο γιγαντιαίο σλάλομ, ακριβώς πίσω από τη θρυλική Λιζ Μαρί Μόρεροντ. Ήταν η αρχή μιας πολύ στενής φιλίας. «Όταν το 1978, στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα του Γκάρμις-Παρτενκίρχεν, έδωσα την πρώτη μου τηλεοπτική συνέντευξη,» θυμάται τώρα η Έρικα, «δεν είπα σχεδόν ούτε μια φράση, χωρίς να τα μπερδέψω. Αλλά κάθε φορά που έχανα τα λόγια μου, η Λιζ Μαρί έσωζε την κατάσταση.»

Παρά το γεγονός ότι είχε πάει πολύ καλά σε αρκετούς διεθνείς αγώνες κι ότι, το 1980, κέρδισε ένα χάλκινο μετάλλιο στους Ολυμπιακούς του Λαίηκ Πλάσιντ, η Έρικα χρειάστηκε να περιμένει αρκετά μέχρι να κερδίσει τη διεθνή αναγνώριση. Μετά όμως τον πρώτο της θρίαμβο στο Σρουνς, το 1981, κέρδισε στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα έξι σλάλομ σερί -κάτι που για πρώτη φορά πετύχαινε μια γυναίκα - και πήρε τη Μικρή Κρυστάλλινη Σφαίρα της σαιζόν, ως η καλύτερη χιονοδρόμος στο σλάλομ.

Στην αλησμόνητη σαιζόν του 1982, οπότε κέρδισε τρεις παγκόσμιους τίτλους καθώς και το Παγκόσμιο Κύπελλο Σλάλομ, η Έρικα όχι μόνο άρχισε να αμείβεται με 32.800 ελβετικά φράγκα το χρόνο, αλλά εισέπραξε κι άλλα 100.000 φράγκα ως πριμ. «Ακόμη κι αν δεν επρόκειτο να πάρω πεντάρα, πάλι με την ίδια ζέση θα επιδιδόμουνα στο σκι,» λέει η νεαρή αθλήτρια. «Διότι, απλούστατα, λατρεύω αυτό το άθλημα.»

Ένα ταλέντο σαν της Έρικας δεν αναπτύσσεται από μόνο του. «Υπάρχουν αδυναμίες και ατέλειες που δεν τις συνειδητοποιεί ο ίδιος ο αθλητής,» λέει. «Στην αρχή, εγώ έκανα σκι γέρνοντας εμφανώς προς τα πίσω, με στρεβλωμένο το πάνω μέρος του κορμιού μου, και δεν τέντωνα όσο έπρεπε τα χέρια μου προς τα εμπρός.» Οι πρώτοι της προπονητές της Ομοσπονδίας Σκι, ο Πέτερ Βέσλερ κι ο Ουέλι Γκρούντις, την βοήθησαν να διορθώσει αυτά τα ψεγάδια. Αργότερα, όταν κατάφερε να συμπεριληφθεί στην εθνική ομάδα, ο πολύπειρος προπονητής του σλάλομ Ζαν-Πιέρ Φουρνιέ τελειοποίησε κι έκανε πιο φινετσάτο το στυλ της. Τα τελευταία χρόνια της καριέρας της, «κόουτς» της ήταν ο Φιλίπ Σεβαλιέ.

 

 

«Η Έρικα προπονείται απίστευτα σκληρά,» έλεγε η θεία της Ανν Μαρί Εςς-Βάζερ. Πράγματι, έξι φορές τη βδομάδα γυμναζόταν κάνοντας διάφορες ασκήσεις για να διατηρήσει τη φόρμα της, ενώ δυο φορές τη βδομάδα ασκείτο σκληρά στο σπίτι της με αλτήρες. Βελτίωνε επίσης την ευστάθεια της χρησιμοποιώντας ένα ποδήλατο με μια ρόδα και, για να ενισχύσει την αντοχή της, έκανε τζόγκινγκ, ποδήλατο και έπαζε τένις.

«Πάντα, πρέπει να κάνεις λίγο παραπάνω απ' όσο νομίζεις ότι μπορείς - ακριβώς εκεί βρίσκεται η διαφορά,» λέει η Έρικα. Από τα μέσα Ιουνίου, μέχρι την αρχή της χιονοδρομικής σαιζόν, περνάει 14 έως 16 βδομάδες σε διάφορα κέντρα προπονήσεως μαζί με τις άλλες συναδέλφους της της εθνικής ελβετικής ομάδας. Στο πρόγραμμα της, πέρα από το πατινάζ ή τη σκοποβολή, υπάρχουν και το τραμπολίνο και το σκουώς. «Τα σπορ αυτά μας διδάσκουν καινούρια είδη κινήσεων και βελτιώνουν τα ρεφλέξ μας,» εξηγεί η Έρικα. Μερικές βδομάδες πριν από την πρώτη κούρσα, οι κοπέλες περνάνε - κάθε μέρα - καμιά εξακοσαριά πόρτες του σλάλομ.

Το άστρο της Έρικα φάνηκε πως άρχισε να δύει το χειμώνα του 1982, όταν οι γιατροί του Νοσοκομείου Ινσελ της Βέρνης χρειάστηκε να την εγχειρίσουν, για να της αφαιρέσουν από το δεξί γόνατο ένα κομμάτι χόνδρου που είχε πάθει ζημιά. Ωστόσο, δυο μονάχα βδομάδες μετά την εγχείρηση, η Έρικα φορούσε και πάλι τα σκι της κι έπαιρνε μέρος στο Παγκόσμιο Κύπελλο σλάλομ του Νταβός, όπου  τερμάτισε  δεύτερη.   Έπειτα, για δυο μήνες, δεν πήρε καμιά νίκη. Άρχισε ν' αμφιβάλλει ότι θα μπορούσε να ξαναβρεί την παλιά της φόρμα, μέχρι τις 9 Φεβρουαρίου του '83, που ανέβηκε και πάλι στο βάθρο των   νικητών,   στο   Μάριμπορ   της Γιουγκοσλαβίας. Δυο μέρες μετά τα εικοστά πρώτα γενέθλια της,  είχε κερδίσει   το   Παγκόσμιο   Κύπελλο σλάλομ για τρίτη συνεχή φορά.

Στα 1983 η χωριατοπούλα από την Ελβετία έχει πλέον ωριμάσει κι αποκτήσει αυτοπεποίθηση, χωρίς να έχει χάσει τίποτα από τη φυσική της γοητεία. «Δεν γνωρίζω καμιά άλλη χιονοδρόμο, που να κουμαντάρει την προσωπική της επιτυχία τόσο καλά όσο η Έρικα,» έλεγε ο Ρενέ Βωντρόζ, πρώην αρχιπροπονητής της γυναικείας εθνικής ομάδας της Ελβετίας.

Τις ελεύθερες ώρες της πλέκει, ακούει μουσική, χορεύει και κάνει γουίντ-σέρφινγκ. Δεν ονειρεύεται ακριβά αυτοκίνητα, εντυπωσιακά ρούχα ή άλλες πολυτέλειες. Κάποια μέρα, θέλει να παντρευτεί και ν' αποκτήσει οικογένεια. Προς το παρόν, όμως, το πρώτο πράγμα που την ενδιαφέρει είναι το σκι. Σ' αυτό βοηθάει και η «πρόκληση» που υπάρχει μέσα στην ίδια της την οικογένεια: Η ξαδέλφη της, η Φρέντσι, έχει εγκαταλείψει το σκι για ν' ασχοληθεί με μία επιχείρηση ρεστωράν, αλλά η μικρότερη αδελφή της, η Μόνικα Εςς, είναι κι αυτή μέλος της εθνικής ομάδας. «Κάποια μέρα, η Μόνικα θα μπορούσε κάλλιστα να γίνει η πιο επικίνδυνη αντίπαλος της Έρικας,» έλεγε ο Ρενέ Βωντρόζ.


Η Έρικα μέχρι το 1983 δεν είχε κερδίσει ακόμη χρυσό Ολυμπιακό μετάλλιο. Θα της δινόταν όμως η ευκαιρία, τον Φεβρουάριο του 1983, στο Σεράγεβο. «Θα με ενθουσίαζε μια Ολυμπιακή νίκη,» έλεγε «Αλλά κι αν δεν την κερδίσω, δεν πρόκειται -να τα βάψω και μαύρα!»

Τελικά και παρά το γεγονός ότι ήταν φαβορί, η Hess δεν κατάφερε να ανέβει στο βάθρο στο Σεράγεβο. Στο giant slalom κατέλαβε την 7η θέση, ενώ στο slalom έμεινε εκτός μεταλλίων. Παρ’ όλα αυτά, η συνολική της παρουσία εκείνη τη χρονιά στο Παγκόσμιο Κύπελλο παρέμεινε εξαιρετική.

Η δεκαετία του ’80 ήταν για την Έρικα «χρυσή». Η δεκαετία του 1980 της ανήκε δικαιωματικά . Στο Παγκόσμιο Κύπελλο κατέγραψε:

          31 νίκες, εκ των οποίων οι 21 στο slalom

          76 βάθρα συνολικά

          2 συνολικούς τίτλους Παγκοσμίου Κυπέλλου (1982, 1984)

          4 τίτλους slalom (1981, 1982, 1983, 1985)

Στα Παγκόσμια Πρωταθλήματα η κυριαρχία της ήταν ακόμη πιο εντυπωσιακή: 6 χρυσά μετάλλια μεταξύ 1982 και 1987, επιβεβαιώνοντας τη φήμη της ως της πιο σταθερής και τεχνικά άρτιας σκιέρ της εποχής της.

Η Hess δεν ήταν απλώς γρήγορη. Ήταν ακριβής, ευφυής και ικανή να προσαρμόζεται σε κάθε είδους χιόνι και χάραξη. Η τεχνική της θεωρείται μέχρι σήμερα υπόδειγμα για τις νεότερες γενιές.

Το 1987, σε ηλικία μόλις 25 ετών, η Erika Hess ανακοίνωσε την αποχώρησή της από την ενεργό δράση. Η απόφαση ξάφνιασε πολλούς, αλλά η ίδια εξήγησε ότι ήθελε να συνεχίσει τη ζωή της χωρίς την πίεση του πρωταθλητισμού και με μεγαλύτερη ελευθερία.

Η αποχώρησή της στο απόγειο της καριέρας της ενίσχυσε ακόμη περισσότερο τον μύθο της.

Η ζωή μετά τους αγώνες

 

 

Παρότι σταμάτησε να αγωνίζεται, η Hess δεν απομακρύνθηκε ποτέ από το σκι.

Μαζί με τον σύζυγό της, τον πρώην Γάλλο σκιέρ Jacques Reymond, δημιούργησαν μια ακαδημία σκι στην Ελβετία. Εκεί η Hess εργάστηκε ως προπονήτρια και μέντορας, μεταφέροντας την τεχνική της γνώση σε νεότερους αθλητές.

Στη δεκαετία του 2000 καθιέρωσε τον διεθνή αγώνα Erika Hess Open, έναν από τους σημαντικότερους youth αγώνες στην Ελβετία. Ο θεσμός αυτός βοήθησε δεκάδες ανερχόμενους σκιέρ να κάνουν τα πρώτα τους βήματα σε υψηλό επίπεδο.

Σήμερα η Erika Hess ζει στην Ελβετία, σε πιο ήρεμο ρυθμό, αλλά παραμένει ενεργή σε εκδηλώσεις και προγράμματα που προωθούν το αλπικό σκι. Η παρουσία της εξακολουθεί να εμπνέει, ενώ η συμβολή της στην ανάπτυξη νέων ταλέντων θεωρείται ανεκτίμητη.

Η Hess δεν ήταν απλώς μια μεγάλη αθλήτρια. Ήταν μια προσωπικότητα που συνδύασε τεχνική τελειότητα, ψυχραιμία και επαγγελματισμό. Σήμερα θεωρείται μία από τις κορυφαίες slalom skiers όλων των εποχών — μια αθλήτρια που άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα στο άθλημα και συνεχίζει να το υπηρετεί με σεμνότητα και πάθος

Πηγές :

https://grokipedia.com/page/erika_hess

https://www.skiparadise.ski/post/alpine-ski-world-champions-erika-hess

https://en.wikipedia.org/wiki/Erika_Hess

https://stampdata.com/

https://www.lastdodo.com

Δημοσιεύσεις :

ΕΡΙΚΑ ΕΣΣ by R. Hegglin, Barbara Vonarburg (Επιλογές)


Τρίτη 26 Μαρτίου 2024

Ο Κάλβος, οι Καρμπονάροι και η Γενεύη

 

 

Ο Κάλβος, οι Καρμπονάροι και η Γενεύη

 

Γράφει ο Τάκης Ψαράκης

Ασφαλώς πολλά χρωστά η ιστορική και φιλολογική έρευνα στους ελληνιστές. Με τον ακάματο μόχθο τους σε ξένα αρχεία και συλλογές καταφέρνουν κάθε τόσο να συνεισφέρουν νέα στοιχεία και πτυχές για πρόσωπα και πράγματα του Ελληνισμού μέσα και έξω από τα ελληνικά όρια.

Είναι, μάλιστα, συγκινητικό ότι αυτή η έφεση και αγάπη για τα ελληνικά θέματα, ορισμένες φορές περνά από τον δάσκαλο στον μαθητή.

Περίπτωση πού άφορα τον τακτικό καθηγητή της Φιλολογίας και της ελληνικής γλώσσας στο Πανεπιστήμιο της Γενεύης Ολιβιέ Ρεβεντέν και τον μαθητή για Μπερτράν Μπουβιέ.

Ο τελευταίος σε πολύ ωραία ελληνικά είχε εδώ και 11 χρόνια κάνει μια έντυπη ανακοίνωση για την «πολιτική παρουσία» του Ανδρέα Κάλβου στη Γενεύη. Το ξεχωριστό ενδιαφέρον αυτής της ανακοίνωσης ήταν, ότι τα της παραμονής του Κάλβου στη Γενεύη, τα είχε ο Μπερτράν Μπουβιέ «εξακριβώσει αυτοπροσώπως από τα Κρατικά Αρχεία αυτής της πόλεως».

Ο Κάλβος έζησε στη Γενεύη τρία χρόνια και οκτώ μήνες. Δήλωνε ως επάγγελμα «καθηγητής γλωσσών». Στην έρευνα του ο Μπουβιέ εντοπίζει και ένα στοιχείο τοπογραφικό από τη διαμονή του Κάλβου, πού μαρτυρεί την αγωνιστική διάθεση του ποιητή.

Ξεκινώντας από το γεγονός ότι ο Κάλβος έμενε στην Πλατεία Σαίν Ζερβαί, ο ξένος μελετητής-έλληνιστής προσθέτει, «ο Κάλβος διάλεξε για να ζήσει τη δεξιά όχθη του Ροδανού, πέρα από την γωνιά του σπιτιού όπου είχε περάσει τα νεανικά για χρόνια ο Ζάν Ζάκ Ρουσώ, ακριβώς δηλαδή στο πολυάσχολο προάστιο της Γενεύης όπου ζούσαν οι ρολογάδες και βαφείς υφασμάτων και όπου οι παραδόσεις του δημοκρατικού πνεύματος και της ανευλάβειας είναι ακόμη και σήμερα ζωντανές». Την ίδια εποχή (1822-1826), παρατηρεί ο Μπουβιέ, έτυχε να βρίσκεται στη Γενεύη και ο κόμης Καποδίστριας, πού «ζούσε σ' ένα μέτριο διαμέρισμα στην αριστοκρατική συνοικία της άνω πόλεως", στην απέναντι όχθη, κάτω από την αυστηρή σκιά της μητροπόλεως του   Αγίου Πέτρου».

Για ποιο λόγο διάλεξε για διαμονή του τη Γενεύη ό Κάλβος;

Ο Μπουβιέ αφού μιλά για το φιλελληνικό κίνημα, πού σαν «παλιρροϊκό κύμα» ξεκίνησε από Βορρά προς Νότο, τονίζει ότι κατά τη δική του άποψη ο Κάλβος «δεν ήλθε στη Γενεύη τόσο σαν Έλληνας, σαν τέκνο δηλαδή μιας φυλής, πού μόλις είχε αρχίσει τον αγώνα της εναντίον του από αιώνων δυνάστη της, άλλα μάλλον σαν Ιταλός εξόριστος, μέλος δηλαδή μιας οργανώσεως πού ετοίμαζε την εξέγερση της Χερσονήσου εναντίον του Αυστριακού κατακτητή της».

 


 

Και ό Μπουβιέ προχωρεί στα επιχειρήματα του:

«Ο Κάλβος ήξερε ότι στη Γενεύη, όπως και στο Λονδίνο, θα έβρισκε Ιταλούς πατριώτες, πού τους εμψύχωνε το ίδιο ιδανικό και πού θα τον βοηθούσαν να ζήσει. Εξαιτίας της γεωγραφικής της θέσης στα σύνορα του βασιλείου της Σαρδηνίας, η Γενεύη είχε γίνει στην πραγματικότητα το σημείο συγκεντρώσεως των Καρμπονάρων, πού συσπειρώνονταν γύρω από τον περίφημο Μπουοναρότι. Αυτός είναι ο κυριότερος λόγος πού έφερε τον εξόριστο Κάλβο σε τούτη τήν πόλη».

Ο Μπουβιέ προσθέτει ότι τόπος συναντήσεως των Ιταλών προσφύγων ήταν και οι αίθουσες υποδοχής και ή Βιβλιοθήκη της Αναγνωστικής Εταιρείας της Γενεύης.

Από μια μικρή έρευνα πού έκανε  ο  Μπουβιέ  στα αρχεία της Αναγνωστικής Εταιρείας, ανακάλυψε ότι ο Κάλβος απέκτησε ταυτότητα μέλους της πιθανώς τό 1822. Τότε πού πρόεδρος της Εταιρείας ήταν ο επιφανής νομικός και δημοσιολόγος Ετιέν Ντυμόν — πρώην γραμματέας του Μιραμπώ.

Στο σημείο αυτό και αναφορικά με τα πρόσωπα πού γνώρισε και συνδέθηκε μαζί τους ο Κάλβος, ο Μπουβιέ έχει τη γνώμη ότι θα πρέπει να ήταν και ο Ζάν Εμπέρ. Ο Εμπέρ — σπουδαίος ελληνιστής και φιλέλληνας τον είχε προτείνει στην Αναγνωστική Εταιρεία — όπως και αρκετούς άλλους συμπατριώτες μας. «Ο Εμπέρ — συνεχίζει ο Μπουβιέ — είναι πιθανό ότι συνέστησε στους σπουδαστές του, των αρχαίων ελληνικών, τον Κάλβο και ιδιαίτερα τον πιο προικισμένο ανάμεσα τους, τον Ελί-Αμί Μπετόν (1803-1871)». Και προσθέτει: «Ο Μπετόν είχε από το 1826 ως το 1828 μια εμπειρία πού επρόκειτο να σφραγίσει όλη του τη ζωή: Προσελήφθη από τον Ιωάννη Καποδίστρια ως γραμματέας για και έζησε μήνες γεμάτους έξαψη και μόχθο δίπλα στον πρώτο Κυβερνήτη του νεαρού Ελληνικού Κράτους. Από τα πανεπιστημιακά του χρόνια ακόμη ο Μπετόν είχε δείξει ενδιαφέρον για τη σύγχρονη Ελλάδα και του τη γλώσσα της. Και είναι πολύ πιθανόν ότι πήρε μαθήματα από τον Κάλβο». Μια ακόμη εκδοχή για τη συγκινητική διαδρομή των ελληνιστών και φιλελλήλων της Ελβετίας και της Ευρώπης γενικότερα πού κράτα ως τις μέρες μας. Οι έρευνες για τον Ελληνισμό θερμαίνουν τις ώρες και τα ενδιαφέροντα ξένων επιφανών πανεπιστημιακών δασκάλων. Όπως ο Ολιβιέ Ρεβεντέν, πού έχει κάνει ειδικές έρευνες για την σπουδαιότητα των ελληνικών εκδόσεων πού είδαν το φώς στη Γενεύη στα τέλη του 16ου και στις αρχές του 17ου αιώνα.

Ο καθηγητής Ρεβεντέν, πού τον Ιούνιο του 1982 μίλησε στην Ακαδημία     Αθηνών     με     θέμα «Απόψεις του Ελληνισμού στη Γενεύη κατά τον 16ο αιώνα», είναι ένθερμος φίλος του τόπου μας. Χωρίς να ξεχνάμε και τις έρευνες πού έχει κάνει στο κεφάλαιο του φιλελληνισμού στην Ελβετία ο συμπατριώτης μας δημοσιογράφος Παύλος Τζερμιάς, πού ζει μόνιμα στη Ζυρίχη.

Στη Γενεύη — ωστόσο — υπάρχει πάντα και μια άλλη Ελληνορθόδοξη αυτή τη φορά παρουσία: Το Ορθόδοξο Κέντρο του Οικουμενικού Πατριαρχείου στο Σαμπεζύ. Εκεί κοντά στις όχθες της λίμνης Λεμάν, λίγα χιλιόμετρα έξω από τη Γενεύη, γινόταν αθόρυβα   «Η σπουδή της Ανατολικής Θεολογίας και η μελέτη της Δυτικής Χριστιανοσύνης, μέσα σε πλαίσια βιβλιογραφικής ενημέρωσης επιστημονικής έρευνας, συνεδρίων, ακαδημαϊκής διδασκαλίας και δημοσιεύσεων». Μάλιστα οι καμπάνες του Αποστόλου Παύλου (του ναού του Κέντρου) είναι οι μόνες πού επιτρέπεται να κτυπούν σαν απάντηση στον Άγιο Πέτρο, της έδρας του Καλβίνου στην Παλιά Γενεύη. Στη Γενεύη του Κάλβου, του Καποδίστρια, των Καρμπονάρων, των ελληνιστών φιλελλήνων και των εκπροσώπων της Ορθοδοξίας.

ΤΑΚΗΣ ΨΑΡΑΚΗΣ

Ο Τακης Δ. Ψαράκης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1938. Από το 1958 ως το 1970 εργάστηκε στην εφημερίδα Έθνος. Έκτοτε συνεργάστηκε με πλειάδα εβδομαδιαίων και μηνιαίων περιοδικών ως επιτελικό στέλεχος και υπεύθυνος στηλών (Ένα, Επίκαιρα, Ραδιοτηλεόραση, Τηλέραμα, Φαντάζιο, Νέα Δημοσιότης, Επιλογές από το Reader`s Digest, Εργόχειρο, Μόδα, Σπίτι, Επιλογή, Παρατηρητης, Οικολογία και Περιβάλλον, Βιβλιοφιλία κ.ά). Με υλικό από το αρχείο του έχουν πραγματοποιηθεί δώδεκα εκθέσεις. Την περίοδο 1978-1988 συνεργάστηκε ως σύμβουλος τύπου με εκδοτικούς οίκους της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης καθώς και οργανώσεις Εκδοτών-Βιβλιοπωλών. Την περίοδο 1984-1985 υπήρξε σύμβουλος σε θέματα επικοινωνίας του Γενικού Διευθυντή της ΕΡΤ-1 Βάσου Π. Μαθιόπουλου. Συγγραφική δραστηριότητα: Αλκυονίδες Μέρες (ποίηση, 1958), Αγρύπνιες (ποίηση, 1963), Nτοκουμέντα Κατοχής της Γερμανικής Προπαγάνδας (λεύκωμα, εκδ. Καστανιώτη, 1981), Κούμαρα και Χαρταετοί (αριθμημένη έκδοση, «Βιβλιοφιλία», 1987), Γονυκλισίες (αριθμημένη έκδοση, «Βιβλιοφιλία», 1989), Ανθολόγιο της Αθήνας (έξι βιβλία ξεχωριστά, εκδ. «Νέα Σύνορα» - Α. Α. Λιβάνη, 1990), Ανθολόγιο της Κωνσταντινούπολης (εκδ. «Νέα Σύνορα» - Α. Α. Λιβάνη, 1991, Β` έκδοση 1993), Ανθολόγιο της Αλεξάνδρειας (εκδ. «Νέα Σύνορα» - Α. Α. Λιβάνη, 1993), Εφημερίδες και Δημοσιογράφοι (εκδ. «Νέα Σύνορα» - Α. Α. Λιβάνη, 1993), Κάθε Χρόνο το Δεκέμβρη (εκδ. «Νέα Σύνορα» - Α. Α. Λιβάνη, 1994, Β` έκδοση 1995), Ο Λόφος με τους Υπνοβάτες (εκδ. «Νέα Σύνορα» - Α. Α. Λιβάνη, 1996).

ΙΣΤΟΡΙΑ