Translate -TRANSLATE -

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΜΥΡΝΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΜΥΡΝΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2020

Όταν η τουρκική σημαία «υποκλίθηκε» στην ελληνική

 


Όταν η τουρκική σημαία «υποκλίθηκε» στην ελληνική

Μια άγνωστη στους πιο πολλούς σελίδα των ελληνο-τουρκικών σχέσεων, την οποία όμως οφείλουμε να γνωρίζουμε.

Το πογκρόμ του 1955 δεν περιορίστηκε στην Κωνσταντινούπολη. Στις 7 Σεπτεμβρίου είχαμε και τα δραματικά γεγονότα της Σμύρνης, όταν ο όχλος έκαψε το ελληνικό περίπτερο στη Διεθνή Έκθεση της Σμύρνης, κατέστρεψε το νεόκτιστο εκκλησάκι της Αγίας Φωτεινής και το ελληνικό Γενικό Προξενείο Σμύρνης, λεηλάτησε σπίτια Ελλήνων στρατιωτικών που υπηρετούσαν στο Στρατηγείο του ΝΑΤΟ.

Την επομένη των Σεπτεμβριανών, ο πρωθυπουργός Αλέξανδρος Παπάγος προσπάθησε να διεθνοποιήσει το θέμα. Αλλά ήταν ήδη βαριά άρρωστος (από εκείνη την περίεργη και ανεξήγητη ασθένεια που τελικά τον έστειλε στον τάφο τη νύχτα της 4ης Οκτωβρίου 1955).

Την επομένη, 5 Οκτωβρίου 1955, ο βασιλιάς ανέθεσε την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στον Κωνσταντίνο Καραμανλή, με τη νέα κυβέρνηση να ορκίζεται στις 6 Οκτωβρίου και με τον Καραμανλή να κρατά και το υπουργείο της Εθνικής Άμυνας.

Πέντε μόλις μέρες μετά την ορκωμοσία της κυβέρνησης Κωνσταντίνου Καραμανλή, στις 11 Οκτωβρίου, το ΝΑΤΟ ενημερώνεται πως δεν θα λάβουν μέρος ελληνικές δυνάμεις στην άσκηση «Ρεντ Τράιντεντ ΙΙΙ» και στα αεροναυτικά ταξίδια του Οκτωβρίου, «έως ότου διακανονιστούν τα εκκρεμή θέματα από τα γεγονότα της Κωνσταντινούπολης και της Σμύρνης». Την ίδια μέρα διατάσσεται η ανάκληση του συμβολικού εκστρατευτικού σώματος της Κορέας.

Στις 13 Οκτωβρίου ζητείται από τις ΗΠΑ η κατάργηση της ετεροδικίας και από την Αγγλία η άμεση ανάκληση της βρετανικής ναυτικής αποστολής. Στις 18 Οκτωβρίου διαμηνύεται στο αρχηγείο του ΝΑΤΟ ότι δεν θα γίνονταν δεκτοί οι Τούρκοι αξιωματικοί που επρόκειτο να συμμετάσχουν σε ομάδα της Ατλαντικής Συμμαχίας που θα πραγματοποιούσε επίσκεψη στην Ελλάδα και ότι το ελληνικό κλιμάκιο της Συμμαχίας θα αποσυρόταν από τη Σμύρνη μόλις έληγε ο χρόνος της εκεί υπηρεσίας των υπηρετούντων Ελλήνων αξιωματικών.


 Για τα γεγονότα αυτά ο Σόλωνας Γρηγοριάδης, δημοσιογράφος και Ιστορικός γράφει στην «Ιστορία της Σύγχρονης Ελλάδας»:

«Το αποτέλεσμα υπήρξε κεραυνοβόλο. Έντρομο το ΝΑΤΟ από τις προειδοποιητικές εκείνες εκδηλώσεις της Ελλάδας, πίεσε την Τουρκία να της προσφέρει κάθε ικανοποίηση για τα γεγονότα του Σεπτεμβρίου. Και η Τουρκία υποχώρησε για να γίνει θεαματική απονομή τιμών στα ελληνικά σύμβολα».

Στον απόηχο των δραματικών γεγονότων και της διεθνούς κατακραυγής εναντίον της Τουρκίας, ο Νομάρχης Σμύρνης προέβη σε μια χειρονομία καλής θέλησης: Διέκοψε τη δικαστική διαδικασία για τη διεκδίκηση της κυριότητας του ακινήτου Καπετανάκη (πρόκειται για το γνωστό “κτήριο με την ελληνική σημαία” στην προκυμαία της Σμύρνης) και παρέδωσε τα κλειδιά του στις ελληνικές προξενικές αρχές για να στεγάσουν τις υπηρεσίες τους. Το κτήριο αυτό, ένα χαρακτηριστικό δείγμα αρχιτεκτονικής σμυρναίικης κατοικίας, ανήκε στον έμπορο Εμμανουήλ Απέργη ή Καπετανάκη και το 1948 κληροδοτήθηκε στο ελληνικό κράτος.

Πράξη συγγνώμης, “για τα μάτια του κόσμου”, και προσπάθεια κατευνασμού της διεθνούς κοινής γνώμης ήταν και η αποζημίωση 12.000 λιρών για τις καταστροφές που προκάλεσε ο όχλος στις περιουσίες των Ελλήνων στρατιωτικών που υπηρετούσαν στο ΝΑΤΟϊκό στρατηγείο. Η τουρκική κίνηση ηθικής ικανοποίησης της Ελλάδας οφείλεται πιθανότατα και σε πιέσεις της αμερικανικής πλευράς, που δεν επιθυμούσε σκηνικό έντασης μεταξύ των δύο πιστών εταίρων του ΝΑΤΟ.

Έτσι στις 22 Οκτωβρίου 1955 η Τουρκία εξέδωσε την εξής ανακοίνωση: «Προς ηθικήν αποκατάστασιν και έκφρασιν αποτροπιασμού διά την επίθεσιν προς την ελληνικήν σημαίαν και την καταστροφήν του ελληνικού προξενείου κατά τα γεγονότα της 6-7 Σεπτεμβρίου, η ελληνική σημαία θα υψωθεί εις το νέον κτίριον του προξενείου της Σμύρνης και θα απονεμηθούν εις αυτήν τιμαί υπό τουρκικών και ελληνικών τμημάτων, θα ανακρουσθούν δε οι εθνικοί ύμνοι των δύο χωρών».

 


Στις 24 Οκτωβρίου 1955, στη Σμύρνη, εγκαινιάζεται το νέο κτίριο του ελληνικού Γενικού Προξενείου Σμύρνης, σε αντικατάσταση του παλιού που είχε καταστραφεί στα Σεπτεμβριανά. Βρίσκεται στην παραλία, κοντά στο Θέατρο Σμύρνης που είχε πυρποληθεί το 1922.

Από την Ελλάδα έχει φθάσει στρατιωτικό απόσπασμα και στον τόπο της τελετής έχουν συγκεντρωθεί όλοι οι αξιωματικοί του κλιμακίου του ΝΑΤΟ, καθώς και οι στρατιωτικές και πολιτικές αρχές της πόλης. Σε μια εξέδρα στέκονται πέντε Έλληνες αξιωματικοί των οποίων τα σπίτια είχαν λεηλατηθεί κατά τις πρόσφατες βιαιοπραγίες.

Δυο μέρες μετά, το πρωί της 24ης Οκτωβρίου 1955, ενάμισι μήνα μετά τα “Σεπτεμβριανά”, εγκαινιάστηκε το κτήριο του Προξενείου με ασυνήθιστη επισημότητα, με παρόντες όλους τους αξιωματικούς των ΗΠΑ και με πρωτοφανή απόδοση τιμών εκ μέρους της τουρκικής κυβέρνησης. Σύμφωνα με τις περιγραφές των εφημερίδων της εποχής, στις 10.30 π.μ. φθάνει ο Τούρκος υπουργός Συγκοινωνιών Μουαμέρ Τσαούσογλου που παίρνει στα χέρια του την ελληνική σημαία του προξενείου και δένει την άκρη της και την ανυψώνει στον ιστό της ενώ η τουρκική φρουρά επαιάνιζε τον ελληνικό εθνικό ύμνο ενώπιον των παραταγμένων δύο αγημάτων από Έλληνες και Τούρκους στρατιώτες.

Η θεαματική τελετή, έμπρακτης συγγνώμης στην οποία υποχρεώθηκε η Τουρκία χάρη στη στάση του Κωνσταντίνου Καραμανλή, συμπληρώθηκε με μια εξαιρετικά συμβολική εικόνα: Την ώρα που η ελληνική σημαία υψωνόταν, η τουρκική του στρατιωτικού αποσπάσματος χαμήλωνε στο έδαφος σα να προσκυνούσε…

 


 

Να επισημάνουμε ότι ήταν η πρώτη φορά μετά το 1922 που ελληνικό άγημα, αποτελούμενο από σαράντα στρατιώτες, παρήλασε στην ιστορική προκυμαία της Σμύρνης με την γαλανόλευκη. Στο σύντομο λόγο του ο Τούρκος υπουργός μεταξύ άλλων εξέφρασε την «βαθύτατη λύπη της τουρκικής κυβερνήσεως και του τουρκικού έθνους για τα βάρβαρα γεγονότα της Κωνσταντινουπόλεως και της Σμύρνης…» και τόνισε την ανάγκη να αποκατασταθεί το κλίμα εμπιστοσύνης στις σχέσεις Τουρκίας – Ελλάδας. Με θερμά λόγια για την «ελληνοτουρκική φιλία» μίλησε και ο πρεσβευτής της Ελλάδας στην Άγκυρα Δ. Καλλέργης.

Την επομένη η «Ακρόπολις» έγραφε για την ανύψωση της ελληνικής σημαίας στο Προξενείο:

«Αίφνης, εν μέσω βαθείας σιγής, ο Τούρκος σαλπιγκτής εσήμανε προσοχήν και ενώ εδόνει την ατμόσφαιραν ο εθνικός μας ύμνος η γαλανόλευκος ήρχισεν υψουμένη…».

Με αυτόν τον τρόπο η Τουρκία υποχρεώθηκε να ζητήσει συγγνώμη για το πογκρόμ των Ελλήνων στα Σεπτεμβριανά.

Το κείμενο αυτό βασίζεται σε δύο σημειώματα του Κυριάκου Λυκουρίνου στη “Μνήμη” του Συλλόγου Μικρασιατών Καβάλας: “Το κτήριο με την ελληνική σημαία” (φ. 18, Μάιος 2015) και  “Σεπτεμβριανά στη Σμύρνη” (φ. 19, Σεπτ. 2015) και σε πληροφορίες από τα ιστολόγια :

https://www.kavalapost.gr/186049/ta-septemvriana-sti-smyrni-6-7-septemvriou-1955-ke-mia-tourkiki-syngnomi/

https://www.liberal.gr/apopsi/otan-i-ellada-anagkase-to-nato-na-tapeinosei-tin-tourkia/323003

Πέμπτη 20 Ιουνίου 2019

Δημήτρης Σιατόπουλος : Το Έπος της θάλασσας



Το Έπος της θάλασσας

Γράφει ο Δημήτρης Σιατόπουλος

Μια ναυτική εποποιία σε παγκόσμια κλίμακα παρουσίασε ο 20ος αιώνας. Με καράβια εμπορικά και πολεμικά μεγαθήρια. Ο μοιραίος «Τιτανικός», η «Νορμανδία», το «Κούην Μαίρη», με τις επιβατικές ανέσεις τους «συναγωνίστηκαν» τη «Συρακούσια» του 3ου αιώνα π.Χ. με τις οκτώ χιλιάδες χωρητικότητα σε πλήρωμα κι επιβάτες, επάξια. Με ζηλευτή πλοϊμότητα σε ασφάλεια και ταχύτητες θαυμαστές. Ώσπου στις 4 στερνές 10ετίες του 20ου αιώνα τα αντικατέστησε το ταχύ άνετο αεροπλάνο των τετρακοσίων, πεντακοσίων θέσεων, με σαλόνια, μπαρ και δείπνα, σε διπλόροφα  σκάφη και με σουΐτες ύπνου για πολύωρα ταξίδια.
Στην πολεμική ναυτοδύναμη τα συμβατικά θωρηκτά των άρχων της εκατονταετίας, πλουτίστηκαν από το μεγίστου οπλισμού «ντρέντνωτ» μάχης, τα ταχύτατα μικρότερου εκτοπίσματος γερμανικά «θωρηκτά της τσέπης» και τα τεράστια αεροπλανοφόρα, με τα καταστρώματα- αεροδρόμια, τις απρόσβλητες οπλικές συστοιχίες. Και το εκπληκτικό γενικότερα εφεύρημα, τόσο στα πλόϊμα του γιαλού και του αέρα, αλλά και της στεριάς ραντάρ, της ηλεκτρομαγνητικής συστοιχείας με την οποία προσδιορίζεται η ακριβής θέση κι απόσταση ενός αντικειμένου, με την εκπεμπόμενη δέσμη ραδιοκυμάτων κι ανάκαμψη από το αντικείμενο. Έτσι που να γίνεται ευχερής για πολεμικές προστατευτικές χρήσεις. Και για πλήθος ειρηνικές χρήσεις, εντοπισμοί όγκων σε ξηρά, θάλασσα, αέρα, καθώς κι αστρονομικών ανακλώσεων, αποστάσεων, τροχιών και άλλων.

Τα Ελληνικά Ναυτιλιακά και Πολεμικά



Το Ελληνικό Ναυτικό μεγαλούργησε στον 20ον αιώνα. Καταξιώνοντας τη χώρα με τον πρώτο εμπορικό ναυτιλιακό στόλο του κόσμου. Ωνάσης, Λάτσης, Νιάρχος, Λαιμοί, Χατζηπατέρες, Πατέρες, Φαφαλιοί. Και αρκετές νεότερες ναυτοεπιχειρήσεις με τεράστιους ναυτεμπορικούς στόλους. Διαμαντής Πατέρας, Λουκάς Χατζηϊωάννου, Νίκος Φράγκος, Σταύρος Νταϊφάς, Βαρδής Βαρδινογιαννης, Νίκος Μουνδρέας, Βασ. Κωνσταντακόπουλος, και τόσοι άλλοι καραβοκύρηδες έσυραν στις θάλασσες ναυτικά μεγαθήρια εκατομμυρίων τόνων, που λαμπρύνουν τη ναυτική δραστηριότητα του λαού μας.
Φωτεινά παραδοσιακή και η πανάξια δράση του Πολεμικού Ναυτικού μας, στις βαλκανικές και νεότερες αναμετρήσεις απ’ άκρη σ' άκρη στις ελληνίδες θάλασσες. Απ’ τις πρώτες (1912-13) ο ναύαρχος Κουντουριώτης, με αψωμένο το σήμα της αρχηγίας του Στόλου, έπλευσε ατή Λήμνο, κατέλαβε με αγήματα το νησί και το έκανε ορμητήριο των ναυτικών επιχειρήσεων. Ο ελληνικός στόλος εξασφάλισε με τον μαχητικό του δυναμισμό την απόλυτη κυριαρχία του Αιγαίου. Τα αντιτορπιλικά του Αιγαίου με αγήματα κι άγρυπνες περιπολίες διαδοχικά ελευθέρωσαν τα νησιά Θάσο, Τένεδο, Ίμβρο, Σαμοθράκη και Μυτιλήνη.
Παράλληλα άλλη μοίρα του ελληνικού στόλου, υπό τον πλοίαρχο Δαμιανό, έσπευσε στα Ιονικά παράλια κι απόκλεισε τον Αμβρακικό. Στις αρχές Δεκεμβρίου του 1912 ο τουρκικός στόλος βγήκε από τα Δαρδανέλλια με τα θωρηκτά «Βαρβαρόσα», «Ρεΐς», «Μετζιδιέ», «Τεφίκ» κ.ά. υπό το ναύαρχο Ραμίζ. Ο  Ελληνικός στόλος με τα «Λέων», «Ασπίς», σ' επαφή με τον εχθρό, τα θωρηκτά «Ύδρα», «Σπέτσαι», «Ψαρά» και τη ναυρχίδα «Αβέρωφ» υπό τον ναύαρχο Κουντουριώτη. Ακολούθησε η ξακουστή «Ναυμαχία της Έλλης», στην οποία τα τουρκικά με ζημιές τράπηκαν σε φυγή και κλείστηκαν στα Στενά. Στις 4 'Ιανουαρίου 1913 το ίδιο τουρκικό καραβοσύνολο με το ίδιο περίπου σύνολο του ελληνικού, συγκρούσθηκε στην επίσης περίφημη «Ναυμαχία της Λήμνου», που τα τουρκικά σκάφη «Βαρβαρόσα», «Μεσουδιέ» και «Τουργούτ» με σοβαρές ζημιές και θύματα, μπήκαν πάλι στα Στενά.

Η στοιχειωμένη Κοιτίδα Ιωνία. Η τραγική εποποιία

 Έλληνες της Σμύρνης παρακολουθούν την είσοδο του ελληνικού στόλου στο λιμένα της πόλης 
(2/15 Μαΐου 1919)

Με τα έμπειρα κοσμογυρισμένα μάτια και το θαυμασμό στη Μικρασία, του πατέρα Γιαννη Σιατόπουλου - του Τζόν Σιάτου της Νέας 'Υόρκης - γνώρισα κι εγώ με τη μητέρα μου Στέλλα και τ' αδέρφια Ντίνα, Χριστίνα, Γιώργο, Κώστα, Θανάση την πανέμορφη γη Ιωνία. Τη στοιχειωμένη πατρίδα του φωτεινού - πανάρχαιου ελληνικού πνευματικού και προοδευτικού πολιτισμού των πέντε χιλιετιών της ανατολικής Ρωμιοσύνης. Εκεί στο αγαπημένο πατρικό σπίτι της Ομόνοιας, στην οδό Νικηφόρου 5, αντίκρυ στον Άγιο Κων/νο. Που ζήσαμε τα παιδικά, φοιτητικά κι ανδρικά (1924-1966) έτη. Όταν ο καλός γονιός, μετά τον εργασιακό μόχθο και το λιτό δείπνο, μας αφηγιόταν τις στρατιωτικές του περιπέτειες στο Μικρασιατικό Πόλεμο. Νεοφερμένος από τις ΗΠΑ τριαντάχρονος κατατάχτηκε εθελοντικά. Και ως άπταιστος αγγλομαθής σε γλώσσα και γραφή, εντάχθηκε σύνδεσμος του 'Ελληνικού Στρατηγείου Σμύρνης με τό αμερικανικό Προξενείο. Κι όταν άρχισαν οι προελάσεις τού στρατού μας, στάλθηκε κι αυτός στο μέτωπο κι έφτασε πολεμώντας ως το Σαγγάριο. Από όπου ξανά, δυό μήνες πριν την κατάρρευση, τον έφεραν πάλι σύνδεσμο με το αμερικανικό Προξενείο στη Σμύρνη.
Ήταν από τους πρώτους, στις 2 Μαΐου 1919 που πάτησε στην 'Ιωνία, όταν ο ελληνικός στρατός, έπειτα από εντολή των νικητριών δυνάμεων τού 1918, πέρασε στη Μικρασία για να επιβάλει το σεβασμό των συνθηκών στην Τουρκία, που ενώ τις είχε υπογράψει τις αρνιόταν και απιστούσε. Ο γονιός μας Γιάννης ήταν στο πρώτο μετάγωγικό καράβι «Πατρίς». Την υποδοχή περιγράφει ο έξοχος λόγιος και συγγραφέας, αργότερα εδώ βουλευτής, υπουργός Χρήστος Σολομωνίδης, φίλος του από τότε - μετά το 1945 και δικός μου φίλος και συνάδελφος στις διοικήσεις πνευματικών σωματείων - με το θαυμάσιο αυτό χρονικό:
«2 Μαΐου 1919, ό πανέμορφος κόλπος της Σμύρνης, ολάνοιχτη αγκαλιά, δέχεται τα ελληνικά πλοία. Σε λίγο, μυριάδες ραγιάδες θάναι λεύτεροι και λυτρωμένοι οι αλύτρωτοι. Γλυκοχαράζει. Γαλήνη απόλυτη. Λες κι ή θάλασσα κοιμάται στης γης την αγκαλιά. Τα νερά θωπεύουν τα λευκά καράβια. Η μεγάλη ώρα του Λυτρωμού έφτασε. Στην προκυμαία ατέλειωτες σειρές από αψίδες μυραινοστόλιστες. Μια γαλανή θάλασσα από σημαίες παντού. Απ' τα μπαλκόνια, τα παράθυρα, τους τοίχους ξεχύνεται το άσπρο-γάλαζο κύμα. Ό κόσμος εορτινά ντυμένος περιμένει. -«Έρχονται, έρχονται!...» Δοξασμένο τ' όνομα του Θεού! Όλες οι αισθήσεις των Σμυρναίων περιορίζονται σε μια: στην όραση. Στα μάτια, που μέσα στη διάφανη υγράδα τους, από τις δροσοσταλίδες της χαράς, δεν χορταίνουν να κοιτούν τα πλοία. Νάτα, πλησιάζουν, ζυγώνουν. Τα καράβια φτάνουν κι αγκυροβολούν. Ένας φαντάρος από την κορφή του πρωραίου ιστού της «Πατρίδος» σαλπίζει το σάλπισμα της εφόδου. Πλήρωμα και στρατός ξεσπά σε ζητωκραυγές: -Ζήτω ή Σμύρνη. Η μεγάλη στιγμή φτάνει. Από το πλοίο κατεβαίνει ηλιοκαμένος στρατιώτης κρατώντας τη σημαία του συντάγματος. Ο Χρυσόστομος, με δάκρυα στα μάτια, γονατίζει, την ευλογεί, τη φιλά. Γονατίζουν κι οι μυριάδες των Σμυρναίων ψάλλοντας το «Τή Ύπερμάχω Στρατηγώ τά νικητήρια...». Χέρια τρεμάμενα από συγκίνηση υψώνονται προς τον Πανάγαθο κι οι ψυχές των Σμυρναίων ευλογούν το άχραντο όνομα Του. Από τα οπλιταγωγά χείμαρρος ξεχύνονται οι στρατιώτες στο πλακόστρωτο της προκυμαίας τραγουδώντας και χορεύοντας. Και σε λίγο αρχίζει η παρέλαση, μέσα σε μια γαλανόλευκη αποθέωση. Περνούν τα λιγερά ευζωνικά και κυματίζει στα θαμπωμένα μάτια η σημαία του Καβαλλάρη Αγίου. Και παρελαύνει η σιδηρά μεραρχία, με τα παράσημα της δόξας στα στήθη των πολεμιστών. Και οι ελευθερωτές προχωρούν. Οι Σμυρνιωτοπούλες τους ραίνουν με ροδοπέταλα, τους ραντίζουν με ανθόνερο. Γενιές, τους πρόσμεναν, γενιές τους ονειρεύτηκαν. Κόσμοι παραμερίζουν τώρα για  να περάσουν. Και κείνοι περνούν ωραίοι και δυνατοί στην ψυχή και ατό κορμί...».
Εντυπώσεις του πατέρα, για τον πολιτισμό του λαού μας στην Ανατολή, δημοσίευμένες στη «Νέα Εστία» και στη «Φιλολογική Πρωτοχρονιά».

Φιλολογική Πρωτοχρονιά 2000

Τετάρτη 22 Μαΐου 2019

Ελένη Χατζούδη-Τούντα : Γιατροσόφια στην Σμύρνη



ΓΙΑΤΡΟΣΟΦΙΑ ΣΤΗ ΣΜΥΡΝΗ

Επιμέλεια Κειμένου: Ελένη Χατζούδη-Τούντα

Οι δεισιδαιμονίες, οι προκαταλήψεις, οι μαγείες για την καταπολέμηση των ασθενειών, ήταν αυτά που επικρατούσαν σε πολλούς λαούς μέχρι τις αρχές του εικοστού αιώνα.
Ο πρώτος που διαχώρισε την ιατρική από τη μαγεία ήταν ο Ιπποκράτης. Όμως ακόμη και σήμερα οι παλιότεροι θα θυμούνται πως αντιμετωπίζετο π.χ. η παρωτίτις, ο ίκτερος και ένα σωρό άλλα νοσήματα.
Στην Ανατολή, στη Σμύρνη, στη   Μικρασία,   όπου   ο άγραφος και απαράβατος νόμος «το κισμέτ», ακόμη και σήμερα ρυθμίζει τις πράξεις, τις σχέσεις και τα έργα των ανθρώπων, δεν ήταν δυνατόν παρά να   υποστούν την επίδραση της δεισιδαιμονίας    και    να αναζητήσουν «θεραπευτικά μέσα» για την  καταπολέμηση των ασθενειών.
Στον αγράμματο ελληνικό πληθυσμό ήταν πολύ διαδεδομένη η μαγγανεία. Πολλές Μικρασιάτισες και μάλιστα Σμυρνιές, έκαναν τις γητεύτρες και τις γιάτραινες, που ήξεραν την μαγγανεία από τις γιαγιάδες τους και οι άντρες από τους παππούδες τους.
Αναφέρω μερικά παραδείγματα σχετικά με τις γιάτρισες της εποχής στη Σμύρνη:
1. Για το σαρλίκι (ίκτερος ή χρυσή).
Ήταν στη Σμύρνη δυο αδελφές, Μιρζάν ήταν τ' όνομα τους και η κατοικία τους στου Αβραάμ το σοκάκι. Αυτές λοιπόν οι αδελφές έδωσαν στον άρρωστο να πιει ούρα μικρού παιδιού ανάμεικτα με ροδόσταμο και με αφρό αυγού. Άλλοι έδωσαν στον άρρωστο υγρό πικραγγουριάς να ρουφήξει από τη μύτη.
Άλλη θεραπεία από άλλους γητευτές ή γητεύτρες ήταν η μεταξωτή κίτρινη κλωστή. Μετρούσαν το μπόι του αρρώστου και μετά έκοβαν σε μικρά κομματάκια   την   κλωστή   και   τηνέριχναν σ' ένα φλιτζάνι με μέλι φτιάχνοντας ένα μαντζούνι. Αυτό το μαντζούνι το έδιναν στον άρρωστο να το φάει. Αλλά την ώρα που έκοβε η γητεύτρα την κλωστή έλεγε: «Όπως κόβω το μετάξι να κοπεί το σαρλίκι σου». Πάνω δε στο χείλος ή μεταξύ των φρυδιών χάραζε ένα σταυρό. Η κυρά Παρασκευούλα, από το Κερατοχώρι, ήταν ξακουστή γητεύτρα.
2. Για το άνοιγμα της μύτης.
Αυτή τη γητειά την εφάρμοζε η κόνα Ολυμπία, του φούρναρη του Χιώτη, στου νταή Χρήστου το σοκάκι κι ένα σωρό άλλοι. Η κόνα Ολυμπία λοιπόν, πίεζε τη μύτη του αρρώστου κι έλεγε:
«Ζαχαρίας εσφάγη εν οίκω Κυρίου και το αίμα αυτού πέτρα». Μετά κρεμούσε ένα δαχτυλίδι με «ματοστάθη» πάνω στον άρρωστο.
3.Για τον κούκλου (κοκκύτης).
Πήγαιναν το άρρωστο παιδί στη θάλασσα με μια κλωστή. Μετρούσαν σαράντα κύματα κι έκαναν σαράντα κόμπους. Μετά έριχναν την κλωστή στη θάλασσα κι έλεγαν: «Όπως περνούν τα κύματα να περάσει κι ο κούκλου».
Άλλη θεραπεία ήταν να κάνει ο ασθενής εισπνοές στο γκάζι (φωταέριο)!
Μια από τις καλύτερες γιάτραινες στη Σμύρνη ήταν η «εφφέδενα» (λεβέντισσα), στη συνοικία του Σαν Ρόκκου. Αυτή έδινε αφέψημα από τις μύτες των βούρλων με πολύ ζάχαρη και σιρόπι.
4. Για τις μαγουλάδες.
Ένας από τους «ειδικούς» της γιατρειάς αυτής ήταν ο Γιωργάκης ο αχτάρης (μικροπραματευτής) στου Χαλεπλά το σοκάκι. Αυτός έπαιρνε μια ξύλινη κουτάλα τη βουτούσε στο μελάνι ή στη μουτζούρα του τηγανιού και ζωγράφιζε «τσι μαγουλάδες» με μια πεντάλφα κι έλεγε: «ο Ιησούς νικά και πάντα βοηθά κι η κερά μας Παναγιά ούλα τα κακά σκορπά».
5. Για τις αμυγδαλές
Μια ασθένεια που παίδευε κυρίως τα μικρά παιδιά ήταν  οι «γαργαλώνες» δηλαδή οι αμυγδαλές. ΄Οταν πρήζονταν οι αμυγδαλές του παιδιού το κάθιζαν με γυρισμένη την πλάτη προς τη δύση και κοντά του έβαζαν αναμμένο καντήλι. Η γιάτρισσα λοιπόν που φώναζαν να  γιατρέψει το παιδί, βουτούσε τα δάχτυλά της μέσα στο καντήλι και έτριβε το λαιμό του ασθενούς από μπρος προς τα πίσω και έλεγε: «Εννιά αδελφάδες ήμαστε κι απ’ τσ’ εννιά μείναν οχτώ, κι απ’ τσι οχτώ μείναν εφτά, κι απ’ τσι εφτά μείναν έξι, κι απ’ τσι έξι μείναν πέντε, κι απ’ τσι πέντε μείναν τέσσερις, κι απ’ τσι τέσσερις μείναν τρεις, κι απ’ τσι τρεις μείναν δύο, κι απ’ τσι δύο απόμεινε μία, κι απ’ τσι μία καμιά.»
6. Για το μάτιασμα
Για το μάτιασμα, δηλαδή τη βασκανία, κάτι  που δέχεται και η ορθόδοξη Χριστιανική θρησκεία  γητεύανε τον άρρωστο «με αναμμένα κάρβουνα σβησμένα στο νερό», δίνοντας σε κάθε κάρβουνο ένα όνομα ατόμου που υποψιαζόντουσαν ότι τον «μάτιασε». Ένας άλλος τρόπος ήταν να βάλεις φωτιά στο θυμιατό και να πάρεις 9 καρεφύλια. Να σταυρώνεις τον άρρωστο κάθε φορά με ένα καρεφύλι και να λές: «Αγιοι μου Ανάργυροι και θαυματουργοί, γιατρέψτε το κακό μάτι». Τα καρεφύλια να τα ρίχνεις στο θυμιατό να καούν. Όσο πιο κρότο έκαναν στη φωτιά τόσο περισσότερο ο άρρωστος ήταν ματιασμένος. Μετά τα   έριχναν    μέσα σε ένα ποτήρι νερό, ράντιζαν τον ματιασμένο και του έδινα  να πιεί τρεις γουλιές με τα λόγια: «Τση γεια σου να΄ναι». Τώρα πως ο ματιασμένος  δεν πάθαινε στομάχι ή δηλητηρίαση αυτό  είναι μία άλλη ιστορία.
6. Για το κριθαράκι στο μάτι
Στη περίπτωση αυτή  έπρεπε να βρουν ένα πρωτότοκο παιδί να μουτζώσει τον ασθενή. Και όχι με όποιοδήποτε χέρι, αλλά με το αριστερό. Όταν ωρίμαζε το κριθαράκι  έπαιρνε η γιάτρισσα ένα κουκί κριθάρι και ακουμπούσε το κουκί επάνω στο μάτι για να το «ανοίξει» και παρακαλούσε την Αγία Μαρίνα: «Η Αγία Μαρίνα που μαραίνει τα κακά να σε μαράνει σαν το κριθάρι».
Για να προλάβουν ορισμένες ασθένειες χρησιμοποιούσαν διάφορα μέσα της Λαϊκής Ιατρικής ή  παρακαλούσαν διάφορους άγιους για «θεραπείες» συγκεκριμένων ασθενειών.
Επειδή την εποχή εκείνη ωραία γυναίκα ή κορίτσι,  ήταν αυτή που ήταν «μπουζάτη» για να μην μαυρίσει λοιπόν μόλις έμπαινε ο Μάρτης και μάλιστα την πρώτη του μήνα αυτού, πριν ακόμη βγει ο ήλιος, έδεναν στο χέρι των κοριτσιών και των αγοριών το «Μάρτη», που είχε φτιαχτεί από τρία νήματα, χρυσό, άσπρο και κόκκινο. Την ώρα που το έδεναν στο χέρι έλεγαν: «¨Οπ’ έχει κόρη ακριβή τον Μάρτη ο ήλιος μην τη δει». Το νήμα αυτό έπρεπε να το αφήσουν αποβραδίς επάνω σ’ αγιόκλημα. Με το «Μάρτη» προφυλάγονταν το παιδί από τη μαυρίλα και τον πονοκέφαλο.
Την πρωτοχρονιά οι χριστιανοί έπαιρναν στην εκκλησία ένα ρόδι  και το λειτουργούσαν, μετά γύριζαν στο σπίτι και έμπαιναν με το δεξί πόδι στο κατώφλι, έσπαγαν το ρόδι κατάχαμα και έλεγαν: «Ρόδι μου, καντινάρι μου, με χίλιες μύριες ρώγες. Όσες ρώγες τόσες λίρες κι άλλες τόσες ευτυχίες».
Για να έχει άφθονο γάλα η λεχώνα την προστάτευε η Παναγία η Γαλατούσα στον Απάνω Μαχαλά. Οι Τούρκοι το έλεγαν σούτκουγιουσί και πήγαιναν κι αυτοί, γιατί η πίστη στη Θεία Δύναμη δεν γνωρίζει θρησκείες.
Όλα όσα αναφέρθηκαν ήταν μέρος της Λαϊκής Ιατρικής που εφαρμοζόταν από τον Χριστιανικό Ελληνισμό της Μικρασίας. Και που ίσως ακόμη την παράδοση αυτή να θυμούνται οι πρόσφυγες της δεύτερης γενιάς.
Πληροφορίες:
«Μικρασιατικά Χρονικά» Τόμος Εικοστός, Αθήνα, 1998

Τετάρτη 23 Ιανουαρίου 2019

Επιστροφή στη Σμύρνη


 Η φημισμένη «Quai», η μήκους δύο χιλιομέτρων προκυμαία της Σμύρνης 
(© Manuscripts Division, Princeton University Library)
Επιστροφή στη Σμύρνη

Σχεδόν ενενήντα  χρόνια μετά μια νοερή επιστροφή σε έναν χαμένο κοσμοπολίτικο παράδεισο μέσα από φωτογραφίες και ένα ντοκιμαντέρ που σας παρουσιάζουμε εδώ.

ΤΗΣ ΤΑΣΟΥΛΑΣ ΕΠΤΑΚΟΙΛΗ

«Η Σμύρνη υπάρχει παντού στην Ελλάδα σήμερα: στη γλώσσα, στη μουσική, στο φαγητό μας. Καταστράφηκε, αλλά δεν νικήθηκε...»λέει η σκηνοθέτης   Μαρία Ηλιού.
Η κάμερα ταξιδεύει πάνω από τη θάλασσα. Γαλάζιο παντού, με υπόκρουση ένα υπέροχο μουσικό θέμα του Νίκου Πλατύραρχου. Κι έπειτα οι εικόνες γίνονται ασπρόμαυρες και η αφήγηση ξεκινά: «Ήταν μια φορά κι έναν καιρό μια πόλη, η πιο όμορφη της Μεσογείου. Εκεί, ακόμα και οι φτωχοί ζούσαν καλά...». 


Είμαστε στη Σμύρνη των αρχών του περασμένου αιώνα. Βλέπουμε το λιμάνι γεμάτο πλοία και τους ανθρώπους να περπατούν στο πλακόστρωτο της παραλίας δίπλα στις γραμμές του ιππήλατου τροχιόδρομου, του τραμ της εποχής. Ευρωπαίοι με κομψά κοστούμια, Τούρκοι με φέσια, Αρμένιοι με τις μακριές λευκές φορεσιές τους, κυρίες με περίτεχνα καπέλα και ομπρελίνα. Διακρίνουμε το ξενοδοχείο «Η Ελπινίκη» και το Grand Hotel, το αρτοποιείο του Γ. Ζάκκα και τα γραφεία της Εθνικής Ατμοπλοΐας. Το νέο ντοκιμαντέρ της Μαρίας Ηλιού, «Σμύρνη: η καταστροφή μιας κοσμοπολίτικης πόλης, 1900-1922», έχει μόλις ξεκινήσει.
Ο πατέρας της, ο Ανδρέας, είχε γεννηθεί σ' αυτόν τον «τόπο των πολλών ευκαιριών», κόμβο των οθωμανικών συναλλαγών με την Ευρώπη και την Αμερική, όπου η Δύση και η Ανατολή διασταυρώνονταν με κάθε τρόπο - κοινωνικό, θρησκευτικό, πολιτιστικό, εμπορικό. «Από τα πρώτα χρόνια της ζωής μου», λέει η σκηνοθέτης, «η Σμύρνη με στοίχειωνε. Υπήρχε παντού στη ζωή μας, στο διαμέρισμα της οδού Σόλωνος όπου μεγάλωνα - στις κουβέντες, στα όνειρα και στους εφιάλτες μας». Από τότε προσπαθούσε να φανταστεί τη ζωή εκεί πριν από την καταστροφή. Η ιδέα να κάνει μια ταινία γι' αυτό της έγινε εμμονή. 

 Ανοιξη του 1919 Τούρκος πωλητής ξιδιού δίπλα σε ζευγάρι Ελλήνων. 
(© Imperial War Museum)

Το 2007 το «ταξίδι» της άρχισε, με συνοδοιπόρο τον Αλέξανδρο Κιτροέφ, καθηγητή στο αμερικανικό Haverford College. Ήταν σαν να έσκαβαν το ίδιο τούνελ από διαφορετικές πλευρές: εκείνη από την πλευρά του κινηματογραφιστή, που χρησιμοποιεί τις εικόνες ως αφηγηματικό υλικό, κι εκείνος από την πλευρά του ιστορικού. Ο στόχος τους όμως ήταν ίδιος: να κρατήσουν αποστάσεις από μια εθνικιστική αφήγηση και να δώσουν στο κοινό μια νέα οπτική, που συμπεριλαμβάνει όλες τις κοινότητες στη ζωή της πόλης, αλλά και τα δραματικά γεγονότα του 1922.
Δεν ήταν εύκολο. Έπρεπε να συγκεντρώσουν φωτογραφίες και φιλμ, να αναζητήσουν μαρτυρίες, να μελετήσουν πηγές. Ήταν μια επίπονη και χρονοβόρος διαδικασία, αλλά το αποτέλεσμα τους δικαιώνει απόλυτα. Εικόνες και κινηματογραφικό υλικό -ξεχασμένα σε ντουλάπια ευρωπαϊκών και αμερικανικών αρχείων- σταχυολογήθηκαν με ευλάβεια. Και για πρώτη φορά στο ντοκιμαντέρ δημοσιεύονται άγνωστες εικόνες της Σμύρνης από ιδιωτικές συλλογές, όπως αυτή του Γάλλου συλλέκτη Pierre De Gigord, αλλά και από τις βιβλιοθήκες του αμερικανικού Κογκρέσου, των πανεπιστημίων Πρίνστον και Χάρβαρντ, ελληνικών και ξένων ιδρυμάτων, καθώδ και από το αρχείο του βρετανικού Imperial War Museum. Στο τελευταίο, οι υπεύθυνοι εξέφρασαν την έκπληξη τους όταν η Μαρία Ηλιού ζήτησε τη βοήθεια τους. «Ποτέ κανείς από την Ελλάδα δεν μας έχει ζητήσει υλικό, εδώ και δεκαετίες», της είπαν. «Μάθαμε να ταξιδεύουμε στο Λονδίνο για να αγοράζουμε επώνυμα συνολάκια, αλλά όχι για να βρούμε κομμάτια του παρελθόντος μας...» λέει η σκηνοθέτης.

Η Σμύρνη της ευζωίας και των τεχνών


Στις αρχές του 19ου αιώνα, η Σμύρνη είχε περίπου 750.000 κατοίκους: Ευρωπαίους σχεδόν από κάθε χώρα, Τούρκους, Αρμένιους, Εβραίους, Λεβαντίνους, Αμερικανούς και, φυσικά, Έλληνες - σχεδόν 300.000, πιο πολλούς δηλαδή από τους κατοίκους της Αθήνας εκείνη την εποχή. Ήταν επιχειρηματίες και έμποροι, υψηλόβαθμοι υπάλληλοι σε μεγάλες εταιρείες και ιδιοκτήτες καταστημάτων, πολύγλωσσοι, μορφωμένοι και καλλιεργημένοι. Οι μουσουλμάνοι αποτελούσαν τότε μειονότητα στην πόλη, την οποία, για το λόγο αυτόν, οι υπόλοιποι Τούρκοι αποκαλούσαν «Η άπιστη Σμύρνη».
Η προκυμαία της, μήκους δύο χιλιομέτρων, το περίφημο «Quai», αντιπροσώπευε τον εμπορικό χαρακτήρα της, τον κοσμοπολιτισμό της και τη μοναδική της joie de vivre. Πλούτο, πολυτέλεια, ευζωία και άνθηση των τεχνών φανερώνουν οι φωτογραφίες και τα αποσπάσματα από φιλμ που περιλαμβάνονται στο ντοκιμαντέρ και που με εκπληκτικό τρόπο «έδεσε» μεταξύ τους η μοντέρ Αλίκη Παναγή: βλέπουμε επαύλεις με εντυπωσιακούς κήπους, καταστήματα όπου έβρισκε κανείς αγαθά από όλο τον κόσμο, ενσταντανέ από βραδιές όπερας, χοροεσπερίδες και συναυλίες κλασικής μουσικής. Πιο... Ευρώπη και από την Ευρώπη! «Ήμασταν πολύ ευτυχισμένοι στη Σμύρνη», θυμάται μπροστά στην κάμερα ο Ζακ Ναλμπαντιάν. «Θα ήμουν διαφορετικός άνθρωπος εάν δεν είχα ζήσει εκεί». Αρμενικής καταγωγής και κάτοικος Νιου Τζέρσι, ο 97χρονοδ σήμερα Ναλμπαντιάν είναι ένας από τους βασικούς αφηγητές. Μαζί με την Ελένη Μπαστέα, καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο του  New Mexico, Σμυρνιά τρίτης γενιάς, και την Τουρκάλα ακαδημαϊκό Λεϊλά Νεϊζί μιλούν για τον πολυεθνικό χαρακτήρα της πόλης και για τους ισχυρούς δεσμούς φιλίας που ένωναν τους κατοίκους της.

Τα σύννεφα του πολέμου

Με τους Βαλκανικούς Πόλεμους του 1912-1913 και τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, οι γεωπολιτικές ισορροπίες στην ευρύτερη περιοχή άρχισαν να αλλάζουν, αναγγέλλοντας ουσιαστικά το τέλος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η εγκατάσταση μουσουλμάνων προσφύγων και ένοπλων άτακτων από τα Βαλκάνια στη δυτική Μικρά Ασία οδήγησε σε περιστατικά βίας, θανάτους και εκδιώξεις Ελλήνων. Ήταν προφανές πως μια νέα πολιτική είχε αρχίσει να επικρατεί: αυτή της «Τουρκίας για τους Τούρκους». Παρ' όλα αυτά, στη Σμύρνη, όπως καταδεικνύει το ντοκιμαντέρ, η καθημερινή ζωή συνεχιζόταν κανονικά, σαν να ήθελαν οι κάτοικοι της να ξεχάσουν πως στην υπόλοιπη επικράτεια μαίνονταν οι διώξεις των χριστιανών...
Και φτάνουμε στο Σεπτέμβριο του 1922. Το μέτωπο του Σαγγάριου έχει καταρρεύσει και χιλιάδες άνθρωποι -πρόσφυγες και Έλληνες στρατιώτες- φτάνουν στην πόλη από το εσωτερικό της Μικράς Ασίας. Μια από εκείνες τις δραματικές μέρες, την πόρτα του σπιτιού των παππούδων της Ελένης Μπαστέα χτυπάει ο Τούρκος γείτονας τους. «Έρχονται οι δικοί μας», τους προειδοποιεί. «Πρέπει να φύγετε για να σωθείτε». Εκείνοι αδυνατούν να πειστούν. «Δεν ήθελαν να πιστέψουν ότι ο κόσμος τους κατέρρεε», λέει η κ. Μπαστέα. «Πώς θα μπορούσαν, άλλωστε, όταν από το παράθυρο έβλεπαν στο λιμάνι είκοσι ένα συμμαχικά πλοία - αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά και αμερικανικά; Ήταν οι εγγυητές, τάχα, της ασφάλειας τους...» Η οικογένεια μαζεύεται στην τραπεζαρία, για το απογευματινό τσάι, όπως κάθε μέρα, λες και τίποτα δεν έχει συμβεί... Όταν αυτή η «ιεροτελεστία» τελειώνει, η νοικοκυρά πλένει το πορσελάνινο σερβίτσιο και το βάζει ξανά στον μπουφέ. Στη συνέχεια, μαζεύει δύο-τρία πράγματα και μαζί με τον άντρα και τα παιδιά τους κατεβαίνουν στην προκυμαία. Κατάφεραν, τελικά, με πολλές δυσκολίες, να περάσουν στην Ελλάδα. Αυτή είναι μόνο μία από τις συγκλονιστικές ιστορίες που θα ακούσουμε παρακολουθώντας το ντοκιμαντέρ...


Κι έπειτα, έρχονται οι εικόνες της τραγωδίας: Οι φλόγες που ξεπήδησαν από την αρμενική συνοικία και με τη βοήθεια του αέρα, που δυνάμωσε ξαφνικά, κατάπιαν όλη την πόλη. Ο αφανισμός της Σμύρνης σήμανε όχι μόνο την οριστική εγκατάλειψη της Μεγάλης Ιδέας, αλλά, ταυτόχρονα, το τέλος του κοσμοπολιτισμού και την κυριαρχία του εθνικισμού. Αλλά η σκηνοθέτης δεν θέλει ο θεατής να φύγει από την αίθουσα, όπου προβάλλεται το ντοκιμαντέρ, με απαισιόδοξες σκέψεις και κακή διάθεση. «Όσοι έζησαν εκεί και κατάφεραν να έρθουν στην Ελλάδα και να συνεχίσουν τη ζωή τους, με έναν μαγικό τρόπο έφεραν μαζί τους τον τόπο τους· τη νοοτροπία, τις συνήθειες, την "αύρα" της πόλης. Έτσι, η Σμύρνη υπάρχει παντού στην Ελλάδα σήμερα: στη γλώσσα, στη μουσική, στο φαγητό μας. Καταστράφηκε, αλλά δεν νικήθηκε...»
«Αυτό το ντοκιμαντέρ ξεπερνάει πολλά από τα κλισέ που ξέρουμε και γι' αυτό το θεωρώ πραγματικά εξαιρετικό», λέει από την πλευρά του ο Θάνος Βερέμης, ομότιμος καθηγητής Πολιτικής Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, που περιλαμβάνεται στους ομιλητές του φιλμ. «Πέρα από την τραγωδία της καταστροφής, δείχνει μια διευρυμένη εικόνα της πόλης. Οι Έλληνες που περιμένουν να δουν μια Σμύρνη 100% ελληνική, ίσως απογοητευτούν. Ο χαρακτήρας της ήταν πολυεθνοτικός και πολυπολιτισμικός, με το ελληνικό στοιχείο βέβαια να κυριαρχεί. Κι αυτό την έκανε τόσο συναρπαστική...».


«Κ» της Καθημερινής 22.1.2012