Translate -TRANSLATE -

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 1821. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 1821. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 25 Μαρτίου 2026

Φιλική Εταιρεία: Πώς η απελπισία των σκλαβωμένων έγινε ελπίδα...

 


Φιλική Εταιρεία: Πώς η απελπισία των σκλαβωμένων έγινε ελπίδα...

Η ίδρυση, η μύηση των μελών και οι κωδικοί τους

Δεκέμβρης του 1813 στην Οδησσό. Οι παγωμένες νύχτες στο λιμάνι της Μαύρης θάλασσας, που μ' εντολή της   Μεγάλης   Αικατερίνης είχε γίνει πια πολιτεία μετά τον ρωσο-τουρκικό πόλεμο του 1787-1792, διαδέχονται μονότονα η μια την άλλη. Τη μέρα, η κίνηση και το βουητό απ' το πέρασμα των κάθε λογής εμπόρων και της πραμάτειας τους. Τη νύχτα, η σιωπή. Στην πόλη, απ' τους 3.150 κατοίκους, οι 2.500 είναι Έλληνες. Οι πιο πολλοί από τον Πόντο. Κι άλλοι από τη Ρούμελη, το Μωριά, τα νησιά που φθάνουν για μερικές μόνο νύχτες, Ίσα για να τακτοποιήσουν τις υποθέσεις τους και να μάθουν νέα στη γη του Μόσκοβου, το μοναδικό καταφύγιο για τους σκλαβωμένους, τότε, Έλληνες.

«Οι άνθρωποι του Βορέως μετεχειρίσθησαν τον Έλληνα εξεναντίας ως ένα αδελφό», γράφει στο «Δοκίμιον» του ο Φιλήμων, διότι «ο Έλλην όχι μόνο δεν έχαιρε καμιάν τιμήν πολιτικήν πλησίον του άλλου κόσμου, αλλά και εμισείτο καταφρονούμενος και μη κρινόμενος ουδέ άξιος ταφής εις τον θάνατον του». Και συμπληρώνει: «Πλησίον των Ρώσων εύρεν ο Ελλην καταφύγιον εις τας αμηχανίας του, περίθαλψιν εις τα δυστυχίας του, ευκολίας εμπορικός, τιμάς στρατιωτικός και πολιτικός, και ελπίδας σοβαράς περί της μελλούσης τύχης του».

 

 Η ίδρυση

Σ' ένα τόσο φιλόξενο τόπο, μια παγωμένη γεναριάτικη νύχτα, έξω απ' το χαμηλό σπίτι του Σκουφά, ενός Έλληνα εμπόρου από την Άρτα, τρεις φιγούρες κινούνται μες την ομίχλη που ενώνει σε μια βουερή σιωπή τη θάλασσα με τον ουρανό και τη νοτισμένη γη. Είναι ο νοικοκύρης του, έμπορος, κάτοικος πια της Οδησσού έπειτα από πολλές περιπλανήσεις, ο Τσακάλωφ απ' τα Γιάννενα και ο Ξάνθος από την Πάτμο. Λίγη ώρα πριν οι τρεις τους ορκίζονταν «να συντρέξουν με το νου την καρδιά και το σώμα εις την ελευθερίαν της πατρίδος», ει δε άλλως «το αίμα τους να χυθεί ως οίνος και το σώμα τους, η μη αξιούμενον ταφής, να γίνει βορά των θηρίων και των ορνέων». Η Φιλική Εταιρία είχε μόλις ιδρυθεί.

Απ' τους τρεις ιδρυτές της, ο Ξάνθος είχε τη μόρφωση, ο Τσακάλωφ την ευγενική καταγωγή κι ο Σκουφάς, ο λιγότερο γραμματισμένος, την αισιοδοξία, το θάρρος, το οργανωτικό μυαλό και την πίστη να φτάσει την υπόθεση ως το τέλος της. Μολοντούτο πέθανε νέος από καρδιά, μόλις στα 39 του χρόνια, χωρίς να προλάβει κι αυτός, όπως ο Ρήγας (πολλοί τον αποκάλεσαν συνεχιστή του ονείρου του), να χαρεί τις νίκες απ' τους αγώνες που εκείνος προετοίμασε.

 


Η «Ανωτάτη Αρχή»

Εξαρχής, εκείνο που φρόντισαν να περιφρουρήσουν οι ιδρυτές της Εταιρείας ήταν το μεγάλο μυστικό, ποιος δηλαδή βρισκόταν πίσω από τόσα μέτρα προφύλαξης και συνωμοτικότητας, αρχηγός της οργάνωσης. Άλλοι έλεγαν πως αρχηγός ήταν ο Καποδίστριας κι άλλοι ο ίδιος ο Τσάρος Αλέξανδρος. Η διάδοση του νέου αυτού που σκόπιμα καλλιέργησαν στόμα με στόμα οι τρεις αυτοί άσημοι έμποροι που ο Καποδίστριας είχε ονομάσει «ελεεινούς εμποροϋπαλλήλους» είχε σαν αποτέλεσμα να τονώσει το ηθικό των σκλαβωμένων και να ενώσει σ' ένα πανεθνικό μέτωπο τους Ρωμιούς κάθε ηλικίας και τάξης ενάντια στον οθωμανικό ζυγό. «Εμέστωσε και η Εταιρεία», έγραφε ο Κολοκοτρώνης («Διήγησις συμβάντων της ελληνικής φυλής», Άπαντα Τερτσέτη) και «χρησίμευσε ως μια σύνοδος οικουμενική της Ελλάδος· πλησίον εις τον ιερέα ήταν ο λαϊκός, καθήμενοι εις ένα σκαμνί πατριάρχης και τζομπάνης, ναύτης και γραμματισμένος, ιατροί και άρρωστοι, κλεφτοκαπεταναίοι προεστοί και έμποροι».


Οι εταίροι

Ωστόσο, ο προσηλυτισμός των μελών της γινόταν με πολλές δυσκολίες και μεγάλη μυστικότητα. Οι ιδρυτές της Εταιρείας, επηρεασμένοι από τους «ελεύθερους τέκτονες», είχαν υιοθετήσει αρκετά στοιχεία από αυτούς, τόσο ως προς τη δοκιμασία της μύησης, όσο και ως προς τα μυστικά σημεία για την αναγνώριση των εταίρων της. Αρχικά εξαιρούντο από αυτήν όσοι είχαν μεγάλα συμφέροντα κοντά τους Τούρκους (κοτζαμπάσηδες, προεστοί κ.ά.). Οι κοτζαμπάσηδες κι οι αγρότες δεν μπορούσαν, για διαφορετικούς λόγους η κάθε τάξη, να σηκώσουν το  βάρος ενός εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα, όπως ήταν ο Αγώνας του 1821.

Η προοδευτική τάξη ήταν τότε η αστική: έμποροι, υπάλληλοι, διανοούμενοι και καραβοκυραίοι. Ανάμεσα λοιπόν στα μέλη αυτής της τάξης που ήλθε στο προσκήνιο της ιστορίας με τη Γαλλική Επανάσταση και διακατεχόταν από φιλελεύθερα ιδανικά, αναζητήθηκαν οι πρώτοι υποψήφιοι για μύηση στην Εταιρεία: ο νεαρός φοιτητής Γεώργιος Σέκερης που σπούδαζε στο Παρίσι και έφτασε στην Οδησσό το Δεκέμβρη του 1814 για να επισκεφθεί τον αδελφό του Αθανάσιο Σέκερη, έμπορο, ο ίδιος ο Αθανάσιος Σέκερης, ο υπάλληλος του Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, ο Αρχιμανδρίτης και Δάσκαλος του Γένους Ανθιμος Γαζής κ.ά.

Η Εταιρεία είχε εξαρχής Οργανισμό, κρυπτογραφικό κώδικα (κυριλλικοί χαρακτήρες και μονάδες αρίθμησης που αντιστοιχούσαν σε γράμματα του αλφαβήτου) και συνθηματικά στοιχεία (γράμματα ή σύμβολα) που έγιναν ψευδώνυμα των μελών της. Στην αρχή, οι ιδρυτές της Εταιρείας θέσπισαν τέσσερις βαθμούς μύησης που ανταποκρίνονταν τόσο στη μάθηση όσο και στην κοινωνική τάξη των εταίρων: του αδελφοποιτού ή βλάμμη (βλάμμηδες γίνονταν οι αγράμματοι) του συστημένου (οι κάπως γραμματισμένοι), του ιερέα (τα κύρια στελέχη της Εταιρείας ήσαν οι ιερείς) και του ποιμένα (το βαθμό αυτό είχε δικαίωμα να τον παραχωρήσει η «Αρχή» και μόνο σε μεγάλες προσωπικότητες του Έθνους. Αργότερα, όταν η έδρα της Εταιρείας μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη (1818), προστέθηκαν δύο ακόμη βαθμοί: των αφιερωμένων και των αρχηγών των αφιερωμένων, που δίνονταν σε στρατιωτικούς. Απόστολοι ονομάστηκαν, την ίδια εποχή, μέλη της Εταιρείας που αναλάμβαναν επικίνδυνες αποστολές (μεταφορά μηνυμάτων, ξεσήκωμα κατά του τουρκικών αρχών κ.λπ.). Η αναφορά, τέλος, στα Ελευσίνια μυστήρια που υπάρχει στο «γράμμα υπεροχής» του Φιλικού Ιωάννη Στεφάνου (φωτογραφία) φανερώνει μία ακόμα επίδραση του μασονισμού στους ιδρυτές της Εταιρείας που, όπως εκείνος αναζήτησε την κοιτίδα του στα μυστήρια αυτά της αρχαιότητας, έτσι κι εκείνη θέλησε να μεγεθύνει τη δική της αίγλη με τη δική της αναφορά σε' αυτά.

Έπειτα από κατήχηση αρκετών ημερών, σε κλίμα άκρας συνωμοτικότητας, ο μυούμενος έδινε τον όρκο του Φιλικού. Τρεις μέρες, μετά, συναντιόταν με εκείνον που τον όρκισε για να προσφέρει τη δική του χρηματική συνδρομή στην Εταιρεία. Τότε, ο κατηχητής του έδινε δίπλωμα, το γράμμα υπεροχής, όπως ονομαζόταν συνθηματικά. Το νούμερο έξι των Φιλικών, που αναφέρεται στο έγγραφο (φωτογραφία) αντιστοιχεί με το 1820 (1814+6). Οι Φιλικοί, μιμούμενοι τη Γαλλική Επανάσταση είχαν τη δική τους χρονολογία.                                    

 

                                            ΜΟΥΣΕΙΟ ΦΙΛΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΟΔΗΣΣΟΣ

Και θέατρο

Προκειμένου να δημιουργήσει πρόσφορο έδαφος για τη διάδοση των ιδεών της, αλλά και τονώσει τα πατριωτικά αισθήματα στους Έλληνες της διασποράς, η Φιλική Εταιρεία ίδρυσε θέατρα τόσο στην Οδησσό, όσο και στο Βουκουρέστι όπου μάλιστα έτυχε, να έχει και την υποστήριξη της Ραλλούς, Καρατζά, κόρης του ηγεμόνα της Βλαχίας. Από τα πρώτα έργα που παίχτηκαν,. προκαλώντας τον ενθουσιασμό του κοινού ήταν, στην Οδησσό, ο «Θεμιστοκλής» το Μεταστάσιου και ο «Φιλοκτήτης» του Σοφοκλή, «Η Ελλάς και ο ξένος» καθώς και ο «Αρμόδιος και Αριστογείτων» του Λασσάνη, ο «Θάνατος του Καίσαρα» του Βολταίρου και, στο Βουκουρέστι η «Ασπασία» του Ιάκωβου - Ρίζου Νερουλού, ο «Πάτροκλος» του Χριστόπουλου, ο «Τιμολέων» του Ζαμπέλιου κ.α. Στο θέατρο του Βουκουρεστίου αξίζει μάλιστα να σημειωθεί ότι διέπρεψε ο πρώτος νεοέλληνας επαγγελματίας ηθοποιός, ο Κωνσταντίνος Αριστίας, ιερολοχίτης αργότερα και ιδρυτής του ρουμανικού εθνικού θεάτρου.

Από άρθρο της ΦΩΤΕΙΝΗΣ ΤΟΜΑΗ - ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ 

στην εφημερίδα «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» της 25.3.1994

 


Μουσείο Φιλικής Εταιρείας

Το Μουσείο Φιλικής Εταιρείας βρίσκεται στην οδό Κρέσνι Περεούλοκ (Krasnij Pereulok) αριθ. 18. Στεγάζεται στο σπίτι του Έλληνα επιχειρηματία και εθνικού ευεργέτη Γρηγορίου Γρ. Μαρασλή (1831 – 1907), δημάρχου της πόλης της Οδησσού για δεκαέξι χρόνια, από το 1878 ως το 1895. Εκεί είχαν βρει το πρώτο τους καταφύγιο και συνεδρίαζαν οι Φιλικοί της Οδησσού.

Το σπίτι αυτό, που ανήκε στον πατέρα του, ανακαινίστηκε με πρωτοβουλία του Ιδρύματος Ελληνικού Πολιτισμού – Παράρτημα Οδησσού και μετατράπηκε από το 1994, μαζί με τα γειτονικά του οικήματα, σε Μουσείο της Φιλικής Εταιρείας. Το Μουσείο είχε ιδρυθεί το 1979 από το Ιστορικό-Λαογραφικό Μουσείο της Οδησσού, αλλά αναζητούσε στέγη.

 

Στο Μουσείο στεγάζεται επιστημονική βιβλιοθήκη με 6.000 τίτλους. Πριν την έναρξη του πολέμου της Ουκρανίας με την Ρωσία εγκαινιάστηκε νέο λαογραφικό τμήμα, με αυθεντικά αντικείμενα που αποδίδουν την εικόνα της οικίας του Γρηγορίου Ιωάννη Μαρασλή. Ανάμεσα στα εκθέματα περιλαμβάνονται πρωτότυπα έργα σχετικά με τη δράση των Φιλικών, χάρτες, γκραβούρες και φωτογραφίες, έγγραφα στον κρυπτογραφικό κώδικα των Φιλικών, χειρόγραφα σχετικά με την ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας, και κατάλογοι των μελών της. Επίσης, επιστολές και χειρόγραφες προκηρύξεις του Αλέξανδρου Υψηλάντη, αρχηγού της Φιλικής Εταιρείας, προσωπογραφίες και σφραγίδες του Αλέξανδρου Υψηλάντη, του Εμμανουήλ Παππά, του Εμμανουήλ Ξάνθου και άλλων.

 

 

Στο Μουσείο εκτίθεται αντίγραφο της περίφημης ελαιογραφίας του Δ. Τσόκου «Ο Όρκος των Φιλικών» (1849), φιλοτεχνημένο το 1994 από τον Γ. Σιδηρόπουλο, ενώ γλυπτική σύνθεση με τον «Όρκο των Φιλικών» κοσμεί την εξωτερική όψη του Παραρτήματος του Ιδρύματος Ελληνικού Πολιτισμού στην Οδησσό. Σε μια ξεχωριστή αίθουσα αναπαριστάνεται, με καθισμένους γύρω από ένα τραπέζι τους τρεις εμπόρους – ιδρυτές της Φιλικής Εταιρείας, η σκηνή της ίδρυσης της πατριωτικής μυστικής οργάνωσής τους. Εννοούμε τον Νικόλαο Σκουφά, τον Αθανάσιο Τσακάλωφ και τον Εμμανουήλ Ξάνθο.

Από άρθρο της Liberal.gr (https://www.liberal.gr/epikairotita/i-agnosti-istoria-toy-moyseioy-filikis-etaireias-stin-odisso)

 

Παρασκευή 25 Απριλίου 2025

Ιστορίες της Βρύνας

 


Η Βρύνα, το κεφαλοχώρι της πεδινής Ολυμπίας, είχε κι αυτή στα δύσκολα χρόνια της σκλαβιάς, τα δικά της βάσανα, τα δικά της παθήματα και τις δικές της ιστορίες.

Καθώς είναι γνωστό κάθε χωριό της Πατρίδας μας στα χρόνια της Τουρκοκρατίας είχε τους αφεντάδες του είτε Τούρκοι ήσαν είτε Χριστιανοί, οι λεγόμενοι και κοτσαμπάσηδες.

Η Βρύνα είχε τους δικούς της. Κι αυτοί ήσαν τα τρία αδέλφια, οι Χοτομαναίοι, Τούρκοι τρανοί και επίσημοι που κατάγονταν και έμεναν στη Γαστούνη της Ηλείας. Είναι γνωστό πως στα χρόνια της Τουρκοκρατίας η Γαστούνη ήταν η πρωτεύουσα του Καζά της Ηλείας.


 Οι Χοτομαναίοι και η επιστροφή των Τούρκων στον Μοριά

Οι Χοτομαναίοι, όπως μας διεσώθηκε απ’ την παράδοση κι από παλιά κιτάπια, ήσαν Τούρκοι από τους πιο σκληρούς και ατίθασους, παλληκαράδες γεροί, με δικά τους πολεμικά σήματα που βοήθησαν πάρα πολύ στο να νικήσουν και να επικρατήσουν οι Τούρκοι στα 1715 τότε που Τουρκία και Βενετία πολεμούσαν για την κατοχή του Μοριά.

Όπως ξέρουμε από την ιστορία, οι Τούρκοι ύστερα από το πάρσιμο της Πόλης που έγινε το 1453, κατάφεραν σε λίγα χρόνια στα 1460, ύστερα από αρκετή αντίσταση να υποτάξουν το Μοριά και να τον κάνουν Βιλαέτι της Οθωμανικής αυτοκρατορίας με πρωτεύουσα το Ναύπλιο. Άβασταχτη ήταν η σκλαβιά των ραγιάδων στα χρόνια κείνα. Το φοβερό παιδομάζωμα, οι αρπαγές των περιουσιών, η τυραννία η σκληρή, έκαμαν τους ραγιάδες να βοηθήσουν τους Βενετούς που παρουσιάζονταν ως ελευθερωτές και με τη βοήθεια αυτή, στα 1680 ο Μοριάς περνάει στην κατοχή της Βενετίας. Μα και η δεύτερη αυτή σκλαβιά του άτυχου και πολυβασανισμένου αυτού έθνους ήταν πολύ χειρότερη απ’ την πρώτη. Όχι μονάχα στράγγιξαν ολόκληρο το Μοριά οι Ενετοί, τόσο που ολόκληρους πληθυσμούς τους ανάγκαζαν να δουλεύουν νυχθημερόν για τα φτιάξουν τα περίφημα κάστρα της Μεθώνης και της Κορώνης και να στρογγυλοκάτσουν έτσι ακόμα καλύτερα και να μην τους κουνάει κανείς, μα και την ψυχή τους, την πίστη τους και την θρησκεία τους προσπάθησαν να την αλλάξουν. Ζητούσαν να τους οδηγήσουν στον καθολικισμό. Γι’ αυτό μετανιωμένοι πικρά οι Μοραΐτες, με πολλή προθυμία βοήθησαν πάλι τους Τούρκους για να ξαναπάρουν το Μοριά από τους Ενετούς. Και στα 1715 ύστερα από Βενετσιάνικη κατοχή 35 χρόνων ο Μοριάς ξαναπερνάει στην κατοχή των Τούρκων μέχρι το 1821 που γίνεται η Επανάσταση και λευτερώθηκε οριστικά.

Στον πόλεμο λοιπόν του 1715 που έγινε μεταξύ Τούρκων και Ενετών πήραν μέρος και οι τρεις αδελφοί Χοτομαναίοι που  στο τέλος σε αμοιβή για τις πολύτιμες υπηρεσίες τους πήραν πολλά και απέραντα χτήματα και τσιφλίκια ακόμα και χωριά ολόκληρα και μεταξύ των χωριών αυτών και την Βρύνα.

Και για να συμπληρώσουμε την ιστορία των Χοτομαναίων αναφέρουμε ότι οι τρεις αυτοί αδελφοί μετοίκησαν σε λίγα χρόνια στην Κωνσταντινούπολη. Ένας απ’ αυτούς πήρε, καθώς διαδώθηκε, στενή συγγενή του Σουλτάνου. Περηφανεύτηκαν πάρα πολύ, σήκωσε ο νους τους αέρα, και άσωτοι, σπάταλοι και δοξομανείς κατασπατάλησαν την κολοσσιαία τους περιουσία και κατάντησαν φτωχοί καθώς η μεγάλη αυτή περιουσία έπεσε στα χέρια δανειστών.

 


 

Η Βρύνα υπό την κυριαρχία των Λαλαίων

Η Βρύνα, για να επανέλθουμε στο θέμα μας, ήταν μερίδιο ενός απ’ τους αδελφούς Χοτομαναίους και δόθηκε προίκα στο δυνατό αγά του Λάλα Σεϊνταγά κι απ’ την εποχή εκείνη οι Βρυναίοι είχαν να κάνουν με αφεντικά τους σκληρούς Λαλαίους.

Πολλά επεισόδια αναφέρονται στην προεπαναστατική εποχή που γίνηκαν στην περιοχή της Βρύνας μεταξύ των Λαλαίων αγάδων που παρουσιάζονται για ιδιοκτήτες του τόπου και των Βρυναίων, που στερούμενοι καλής και γόνιμης γης, γιατί τα καλά-καλά τα είχαν οι αφεντάδες, για να ζήσουν αναγκάζονταν να καλλιεργούν τα χωράφια των αφεντάδων και να τους δίνουν το τρίτο δηλαδή το 33 τοις εκατό της παραγωγής. Φαίνεται όμως πολλοί Βρυναίοι δεν ήταν και τόσο πειθήνιοι και δεν υπέκυπταν τόσο εύκολα στις απαιτήσεις των Λαλαίων όσον αφορά την καταβολή του τρίτου και των άλλων δοσιμάτων. Γιατί αν προσθέσουμε στο τρίτο που δίναν στους Λαλαίους και τα άλλα δοσίματα δηλαδή άλλες φορολογίες, τι έμενε πια στους ραγιάδες που δούλευαν την γη;

Και για το λόγο αυτό πολλά επεισόδια γίνονταν μεταξύ Λαλαίων και Βρυνάιων, επεισόδια με αιματηρά αποτελέσματα και θύματα που τις περισσότερες φορές τα πλήρωναν οι Βρυναίοι.

 


Η ιστορία του Λιάρου

Ατυχώς δεν καταβλήθηκε καμιά προσπάθεια να διασωθούν πολλά τέτοια επεισόδια που θα αποτελούσαν ένα ενδιαφέρον και ξεχωριστό κεφάλαιο της ιστορίας της Βρύνας και γενικότερα της επαρχίας μας. Ένα τέτοιο επεισόδιο που μαρτυρά τη σκληρότητα των Λαλαίων οι οποίοι προκειμένου να υπερασπίσουν τις ιδιοκτησίες (;) σκότωναν αδιακρίτως κάθε άνθρωπο που τους έφερνε εμπόδιο, μου διηγήθηκε κάποια φορά ο δάσκαλος του χωριού Βρύνας Λαμπρόπουλος και το μεταφέρω εδώ. Μέσα στους Βρυναίους που καλλιεργούσαν τα χωράφια του Σεϊταγά ήταν κι ένας ονομαζόμενος Λιάρος που, όπως φαίνεται από εκείνους  που δεν έδινε με ευχαρίστηση το 33 τοις εκατό και τα άλλα δοσίματα στούς Λαλαίους. Γι’ αυτό το τρανό αφεντικό τον έδιωξε απ’ τα χωράφια που του είχε δώσει και τα καλλιεργούσε. Αυτός όμως δεν το κούναγε από το χωράφι και συνέχισε την καλλιέργεια μέσα σ’ αυτό. Μαζί με αυτά ο Λιάρος είχε και το ατύχημα να είναι κουφός. Εκεί λοιπόν που με ζευγάρι δύο βοϊδογέλαδα όργωνε το χωράφι (ο συνομιλητής μου μου προσδιόριζε και το σημείο που ήταν το χωράφι) και φώναζε δυνατά παροτρύνοντας με τα ονόματα τους τα δύο βόδια (Ντε Μπάλιο κλπ) για να συντομεύουν το όργωμα, νάσου και φθάνουν οι Λαλαίοι του Σεϊταγά. Τους είδε ένας άλλος Βρυναίος που βρισκόταν στο ξάγναντο ψηλά και ξέροντας πώς οι Λαλαίοι θα τον σκότωναν του φώναξε δυνατά να φύγει γιατί πλάκωσαν οι Λαλαίοι. Αυτός όμως με τη κουφαμάρα που είχε ούτε που άκουσε καθόλου και συνέχισε τη δουλειά του. Και οι Λαλαίοι τον κύκλωσαν μη τους φύγη, τον έπιασαν, τον βρήκαν άοπλο και τον έσφαξαν χάμω, εκεί στο χωράφι σαν πρόβατο. Πήραν λάφυρα τα βόδια του Λιάρου και νικητές και τροπαιούχοι γύρισαν στο Λάλα να αναφέρουν στον αφέντη τους τα κατορθώματά τους.

 


 

Η εκδίκηση για την ατιμασμένη Βρυνοπούλα

Και ένα άλλο επεισόδιο αναφέρεται στα προεπαναστατικά χρόνια στην Βρύνα. Στο επεισόδιο αυτό φανερώνεται πόσο ψηλά έβαζαν την τιμή τους οι ραγιάδες της επαρχίας μας, αφού αδίστακτοι οι Βρυναίοι σκότωσαν ένα από τα τρανά αφεντικά τους γιατί ατίμασε μία κοπέλλα από την Βρύνα. Το επεισόδιο αυτό μου το ανέφερε ο Βρυναίος την καταγωγή κάτοικος σήμερα του Κάτω Σαμικού Πάνος Γκότσης που το είχε ακούσει από ένα Βρυνάιο γέρο κάτοχο πολλών τέτοιων ιστοριών. Σύμφωνα με τις διηγήσεις αυτές ο Κουρτάλαγας, συγγενής του Σεϊταγά, Λαλαίος κι αυτός που τού είχε κολλήσει και παρατσούκλι Χαλούκος, έκανε ταχτικές επιδρομές στην Βρύνα, για να προστατέψει τάχα τα τσιφλίκια του Σεϊταγά στην πραγματικότητα όμως για εκβιασμούς και για πλιάτσικο. Στην επιδρομή του αυτή ο Κουρτάλαγας ή Χαλούλος συνάντησε στον δρόμο κοντά στο χωριό μίαν όμορφη Βρυνοπούλα, και χωρίς καμιά άλλη συζήτηση την άρπαξε την οδήγησε στο Λάλα και την έκλεισε στο χαρέμι του. Δυστυχώς δε διασώθηκε ούτε το όνομα της κοπέλας ούτε ποιας οικογενείας ήταν, ακόμη και το τι απέγινε από την στιγμή που την πήραν. Αλλά οι Βρυναίοι δεν βάσταξαν την ατιμία του Κουρτάλαγα και του το φύλαξαν.

Και σαν κάποτε πάλι ύστερα από κάμποσο καιρό ο Κουρτάλαγας έκανε τη συνηθισμένη επιδρομή του στη Βρύνα, μερικοί παλληκαράδες συγγενείς και αδέρφια της νύφης, ιδεασμένοι από πρωτύτερα για τις κινήσεις του Κουρτάλαγα, φύλαξαν στο δρόμο που πήγαινε στο χωριό, ντουφέκισαν και σκόρπισαν τους δύο σπαχήδες που τον συνόδευαν και κείνον, ύστερα από επίμονο κυνηγητό, τον έπιασαν. Δεν τον πείραξαν όμως αμέσως, παρά τον τράβηξαν ψηλά στον Λαπίθα, στην κορυφή που βρίσκεται ίσα ψηλά και πάνω από τη Βρύνα και κει τον σκότωσαν. Τη θέση ακόμα, καθώς μου έλεγε ο συνομιλητής μου, τη λένε και σήμερα στου «Χαλούλου».

Ύστερα από τον φόνο αυτό οι Βρυναίοι αυτοί έφυγαν και σκορπίστηκαν και δεν ξαναφάνηκαν πια στη Βρύνα. Το πτώμα του Χαλούλου ή Κουρτάλαγα ανακαλύφθηκε από τους Τούρκους ύστερα από κάμποσες μέρες, που το πήραν και το κατέβασαν από το Ξεροχώρι και το έθαψαν μέσα στο δάσος της Στροφυλλιάς, περί το ενάμιση έως δύο χιλιόμετρα πάνω από τον Σιδηροδρομικό Σταθμό του Καϊάφα, στη θέση που τη λένε και σήμερα «Τάφος του Κουρτάλαγα». Το σημείο αυτό, υποστηρίζουν και σήμερα οι Βρυναίοι και οι τσιφλικούχοι Ζαρείφουλοι, είναι το άκρο προς τα Ανατολικό-Μεσημβρινό όρια της Κοινότητας Βρύνας. Μέσα στα όρια της Βρύνας συμπεριλαμβάνονται και οι Λουτροπηγές του Καϊάφα.

Ο ισχυρισμός αυτός των Βρυνάιων έχει ιστορική βάση, γιατί οι Λαλαίοι ποτέ δεν θα έφτιαχναν τάφο για να ενταφιάσουν μέσα επίσημο Λαλαίο αν ο τόπος δεν ήταν δικός τους. Και είχαν δίκιο όταν οι Βρυναίοι και οι Ζαρείφοπουλοι αργότερα διεκδικούσαν τα όρια μέχρι της τοποθεσίας αυτής, αδιάφορο αν δεν πέτυχαν στη διεκδίκησή τους αυτή, που ήταν νόμιμη.

 


Η πώληση της Βρύνας στον Ζαρείφόπουλο

Ας επανέλθουμε πάλι στη Βρύνα. Ύστερα από τον θάνατο του Σεϊταγά, η Βρύνα περιήλθε στην κατοχή της κόρης του, που αυτή μένοντας μόνιμα στο Λάλα είχε επιστάτη και επιμελητή του τσιφλικιού τον Ανδριτσάνο Ζαρείφόπουλο. Ο Ζαρείφόπουλος, πανέξυπνος Ρωμηός και πολύ προκομμένος, απέκτησε με την εργασία του σαν επιστάτης μεγάλη περιουσία και λογιζόταν στα προεπαναστατικά χρόνια σαν ένας από τους πλούσιους Ανδριτσαναίους. Και όταν ξέσπασε η επανάσταση και οι Λαλαίοι άρχισαν να φοβούνται, η κόρη του Σεϊταγά πώλησε με επίσημο κιτάπι, που αναγνωρίστηκε αργότερα από την Ελληνική Επαναστατική Κυβέρνηση σαν επίσημος τίτλος ιδιοκτησίας, όλη την περιοχή των χωριών Βρύνας και Ρισόβου (σήμερα Κρουνών) στον Ζαρείφόπουλο αντί ευτελέστατου τιμήματος.

Πολλοί ισχυρίζονται ότι η πώληση του τσιφλικιού στον Ζαρειφόπουλο ήταν εικονική, γιατί οι Λαλαίοι, πιστεύοντας ότι σύντομα θα γύριζαν στις περιουσίες τους άμα έσβηνε η επανάσταση, και προκειμένου οι περιουσίες αυτές στο διάστημα αυτό να μην ήταν εγκαταλελειμμένες, τις πώλησαν εικονικά σε έμπιστους τους ανθρώπους και θα τις έπαιρναν πίσω όταν ξαναγύριζαν. Η επανάσταση όμως επικράτησε, οι Λαλαίοι δεν ξαναγύρισαν και εκείνοι που είχαν αγοράσει εικονικά τα τσιφλίκια αυτά βρέθηκαν στο τέλος με τίτλους ιδιοκτησίας μεγάλων εκτάσεων.

Ιδιαίτερα ο Ζαρείφόπουλος βρέθηκε με τίτλους τεράστιας ιδιοκτησίας, αφού έπιανε από το Μουνδριζάνικο όριο ακολουθώντας την κορυφογραμμή του Λαπιθά και συμπεριλάμβανε μέσα τα δύο χωριά Βρύνα και Ρισόβο, το αρχαίο Κάστρο της Αρχαίας Σαμίας, όλο τον κάμπο του Σαμικού και ακόμα και το δάσος της Στροφυλλιάς μέχρι και της ακτής του Κυπαρισσιακού κόλπου, ανατολικά δε μέχρι του τάφου του Κουρτάλαγα που ήταν και το τελευταίο προς το Ανατολικομεσημβρινό όριο.

Αργότερα η μεγάλη αυτή ιδιοκτησία περιήλθε στους απογόνους του Ζαφειρόπουλου. Μέρος αυτής επωλήθη, άλλο μέρος απηλλοτριώθη, έμεινε όμως ικανό μέρος αυτής στην περιφέρεια Κάτω Σαμικού καθώς και ολόκληρο το δάσος της Στροφυλλιάς στους Ζαφειραίους.

 


Η συμμετοχή στην Επανάσταση και η καταστροφή

Η Βρύνα ήταν απ’ τα χωριά που από τα πρώτα πήραν μέρος στην επανάσταση και από τα πρώτα που λευτερώθηκαν. Πήρε μέρος σ’ αυτή με ενθουσιασμό. Αναφέρεται δε πως αρκετοί Βρυναίοι έλαβαν μέρος στη μάχη του Κλειδιού που έγινε τον Απρίλιο του 1821, όταν οι Λαλαίοι προσπαθούσαν να περάσουν το «Κλειδί» για να πέσουν στη Μεσσηνία και να σπάσουν τις πολιορκίες των Μεσσηνιακών κάστρων που πολιορκούσαν οι επαναστατημένοι Έλληνες.

Η Βρύνα αργότερα έπαθε ολοκληρωτική καταστροφή και κάηκε ολόκληρη σε μία από τις επιδρομές του Μπραΐμη.

 

 

Εξέλιξη και απαλλοτρίωση

Ύστερα από την επανάσταση ξαναχτίστηκε στο σημείο που βρίσκεται και σήμερα, μεγάλωσε, πρόκοψε και απ’ τα 1920 απαλλοτρίωσε από τον Ζαφειρόπουλο και τους άλλους τσιφλικούχους μεγάλες εκτάσεις χωραφιών, κτημάτων, δασών κλπ. Την ίδια περίπου εποχή συνοικείται και το Κάτω Σαμικό, το οποίο, μικρότατος συνοικισμός στην αρχή με λίγα σπιτάκια, μεγαλώνει, αναπτύσσεται με κατοίκους Βρυναίους επί το πολύ. Γι’ αυτό και ο συνοικισμός αυτός αρχικά υπήγετο στην κοινότητα Βρύνας. Αργότερα αποσπάστηκε από την Βρύνα και έγινε ξεχωριστή κοινότητα.

Η παλαιά Βρύνα, παρ’ όλες τις αφαιμάξεις που υπέστη στα κατοπινά χρόνια, αφού πολλοί κάτοικοί της και ιδίως νέοι έφυγαν και μετανάστευσαν σ’ όλες τις ηπείρους της γης, εξακολουθεί να είναι ένα πλούσιο κεφαλοχώρι με ωραία θέα προς το Ιόνιο και τον Λαπίθα, με ωραίες οικοδομές και με εξαιρετικούς και θαυμαστούς ανθρώπους. Προοδευτικοί άνθρωποι οι Βρυναίοι, εκόσμησαν το χωριό τους με ωραίο κτίριο Δημοτικού Σχολείου σε περίοπτη θέση και με μεγαλοπρεπή νεόκτιστο Ναό, πραγματικό καύχημα και εγκαλώπισμα όλης της πεδινής Ολυμπίας.

Διασκευή/εικονογράφηση Κων. Αντ. Γραικιώτη/chatgpt από άρθρο του ιατρού Γ.Ν. Δημητρακόπουλου που δημοσιεύτηκε σε δύο συνέχειες στην καθαρεύουσα στα φύλα 289 και 290 της τοπικής εφημερίδας «Νέος Ορίζων» στα 1968


Δευτέρα 14 Απριλίου 2025

Μια λησμονημένη φωνή της Επανάστασης του 1821 από την Σμύρνη

 

 

Ο Πέτρος Μέγκους: Μια λησμονημένη φωνή της Επανάστασης του 1821 από την Σμύρνη

Μια μοναδική μαρτυρία από έναν απλό πολεμιστή – γραμμένη στην Αμερική, ξεχασμένη για σχεδόν δύο αιώνες, που τώρα ξαναβρίσκει τη θέση της στην ιστορική μνήμη.

 

Η φωνή που δεν ήταν από προεστό ή στρατηγό

Ο Πέτρος Μέγκους, γεννημένος το 1785 στο Κουκλουτζά της Σμύρνης, υπήρξε μια σπάνια περίπτωση ανθρώπου της εποχής του: μορφωμένος, οξυδερκής και παρατηρητικός, συμμετείχε στην Επανάσταση του 1821 όχι από τη θέση ενός ηγέτη ή λογίου, αλλά ως απλός μαχητής. Και όμως, χάρη στη μαρτυρία του –που εκδόθηκε το 1830 στις Ηνωμένες Πολιτείες– η φωνή του ξεχωρίζει σήμερα για τη διαύγεια και τη φρεσκάδα της, προσφέροντας μια εναλλακτική αφήγηση στα κυρίαρχα εθνικά αφηγήματα.

Η μαρτυρία του εκδόθηκε στα αγγλικά και, μέχρι πρόσφατα, παρέμενε σχεδόν άγνωστη στο ελληνικό κοινό. Ένα αντίτυπο του βιβλίου εντοπίστηκε από τον εκδοτικό οίκο «Ισνάφι» στα Γιάννενα και μεταφράστηκε από τον Βαγγέλη Κούταλη, φέρνοντάς το ξανά το 2009 στο φως.

Ο Μέγκους έλαβε παιδεία στην Ακαδημία των Κυδωνιών και επηρεάστηκε έντονα από τον Διαφωτισμό, παρακολουθώντας τα κηρύγματα του Κωνσταντίνου Οικονόμου στη Σμύρνη. Η οικογένειά του είχε εμπορικούς δεσμούς με τη Δύση και διατηρούσε επαφές με Αμερικανούς ιεραποστόλους. Το 1828, μεταφέρεται στις Ηνωμένες Πολιτείες με πρωτοβουλία του Josiah Brewer, μαζί με άλλα δύο ελληνόπουλα, προκειμένου να σπουδάσει.

Στην Αμερική, διδάσκει ελληνικά στο Mount Pleasant Institute και στο Trinity College. Λίγο αργότερα όμως χάνονται τα ίχνη του. Ο τελευταίος που τον αναφέρει είναι ο φιλέλληνας Jonas King, που θεωρεί πως ίσως κατατάχθηκε στον μεξικανικό στρατό.

 

Η μαρτυρία του Μέγκους καταγράφεται σε μορφή ερωταποκρίσεων από έναν Αμερικανό εκδότη (πιθανόν έναν από τους Elliott ή Palmer, που αναφέρονται στο βιβλίο). Ο ίδιος ο Πέτρος δεν γνώριζε ακόμα αγγλικά, και το βιβλίο βασίστηκε στις συζητήσεις του με τον εκδότη, πιθανότατα στα ιταλικά ή γαλλικά. Το κείμενο συνοδεύεται από υποσημειώσεις και γλωσσάρι τουρκικών και αλβανικών λέξεων – δείγμα του ενδιαφέροντος του εκδότη να προσφέρει ένα πλήρες πολιτισμικό πορτρέτο της εποχής στους Αμερικανούς αναγνώστες.

Ο Πέτρος ταξιδεύει στο Μεσολόγγι, όπου γνωρίζεται με τον φιλέλληνα Johanan Jacob Meyer και έρχεται σε επαφή με το πολυσύνθετο μωσαϊκό ανθρώπων και ιδεών που συνθέτουν την Ελληνική Επανάσταση. Από τον αρβανίτικο χαρακτήρα των Υδραίων μέχρι την εντυπωσιακή ρώμη του Χατζή-Χρήστου με βουλγαρική καταγωγή, ο Μέγκου αποτυπώνει μια Επανάσταση όχι μονοσήμαντη, αλλά ποικιλόμορφη – εθνικά, γλωσσικά και θρησκευτικά.

 

 

Η μαρτυρία του φωτίζει και τη ρευστότητα της εθνικής ταυτότητας εκείνης της εποχής. Στο πλευρό των Ελλήνων πολεμούν Αλβανοί, Βούλγαροι και Σέρβοι. Ο ίδιος καταγράφει με απορία τις μονομαχίες των Φιλελλήνων Γάλλων και Γερμανών –ένα έθιμο ξένο προς τον οθωμανικό κόσμο– και σαρκάζει για τη γλώσσα των αλβανόφωνων ναυτών του Μιαούλη.

Ο ιστορικός Δημήτρης Σταματόπουλος υπενθυμίζει πως το 1809 είχε υπάρξει κοινή απόφαση Ελλήνων και Τούρκων προεστών για εξέγερση κατά του Βελή Πασά, με σύσταση μικτής κυβέρνησης και σημαία που συνδύαζε τον Σταυρό με την Ημισέληνο. Επίσης, η πρόταση του Κοραή να μην αποκλείονται οι Εβραίοι από το νέο ελληνικό κράτος, έρχεται σε αντίστιξη με τη συνταγματική πρόβλεψη που το καθόρισε ως «κράτος των Ορθοδόξων Χριστιανών».

Η μαρτυρία του Πέτρου Μέγκους προσφέρει μια άλλη εικόνα της Επανάστασης: όχι εξιδανικευμένη, αλλά ρεαλιστική, με χιούμορ, παρατηρητικότητα και σεβασμό προς την πολυπλοκότητα της εποχής. Δεν πρόκειται για μια «εθνικά καθαρή» ιστορία, αλλά για ένα ταξίδι μέσα σε ένα πολιτισμικό σταυροδρόμι, όπου η γλώσσα, η θρησκεία και η καταγωγή δεν καθόριζαν απόλυτα την ταυτότητα ή τη στάση ενός ανθρώπου.

Το βιβλίο του, που είχε γραφτεί για να «προσφέρει ευχαρίστηση και γνώση στο αμερικανικό κοινό», σήμερα προσφέρει κάτι εξίσου πολύτιμο: έναν εναλλακτικό τρόπο να θυμόμαστε και να κατανοούμε το 1821. Όχι μόνο ως εθνική εξέγερση, αλλά και ως κοινωνικό, πολιτισμικό και υπαρξιακό ρήγμα.


 


Αναφορά στο βιβλίο και το περιεχόμενό του

Η αφήγηση του Πέτρου Μέγκου ξεκινά με μια ζωντανή και λεπτομερή περιγραφή της γενέτειράς του, του Κουκλουτζά, που βρίσκεται κοντά στη Σμύρνη. Περιγράφει το φυσικό περιβάλλον και τον οικισμό με την καθημερινότητα των ανθρώπων. Στην παιδική του ηλικία, αναφέρεται σε πρόσωπα που σημάδεψαν τη ζωή του, όπως η παραμάνα του, η οποία καταγόταν από την Τριπολιτσά και είχε φτάσει αιχμάλωτη στη Σμύρνη, καθώς και σε άλλες μορφές της οικογένειάς του. Επίσης, μιλά για τη βιβλιοθήκη του πατέρα του, για τα πρώτα του σχολεία, όπως το Φιλολογικό Γυμνάσιο και τη Σχολή των Κυδωνιών, καθώς και για το σύστημα διδασκαλίας της εποχής, δίνοντας λεπτομέρειες για τις μεθόδους διδασκαλίας και τις αμοιβές των δασκάλων.

Με την έκρηξη της ελληνικής Επανάστασης το 1821, η ζωή του Μέγκου αναστατώνεται. Στη Σμύρνη, όπου η κατάσταση γίνεται ολοένα πιο επικίνδυνη, αναγκάζεται να εγκαταλείψει την πόλη. Κατόπιν, με ένα αυστριακό πλοίο και με την υποστήριξη του Γάλλου προξένου, φτάνει στη Τεργέστη και από εκεί μεταβαίνει στο Μεσολόγγι, γεμάτος ενθουσιασμό και έτοιμος να συμμετάσχει στον Αγώνα για την ανεξαρτησία.

Το 1821, ο Μέγκους μαζί με Ρουμελιώτες πολεμιστές συμμετέχει σε επιθέσεις εναντίον των Τούρκων στην Πάτρα, και στη συνέχεια στο Μεσολόγγι και την Άρτα. Η συμμετοχή του στον Αγώνα ενδυναμώνεται όταν προσλαμβάνεται ως γραμματικός από τον καπετάνιο του Υδραίου στόλου, Ανδρέα Μιαούλη. Στη ναυμαχία της Πάτρας (Φεβρουάριος 1822), ο Μέγκους παίρνει μέρος στην πρώτη σημαντική πολεμική εμπειρία του στη θάλασσα. Στη συνέχεια, γνωρίζεται με τον Σαχτούρη στην Ύδρα, εντάσσεται στο πλήρωμά του και συμμετέχει σε επιχειρήσεις εναντίον των Τούρκων, όπως στη Χίο το 1822, που μόλις είχε καταστραφεί από την τουρκική επέλαση. Η επιχείρηση αυτή είχε στόχο τη διάσωση των Χιωτών αιχμαλώτων και την προστασία των υπόλοιπων κατοίκων του νησιού.

 

 

Ο Μέγκους συμμετέχει σε αρκετές άλλες στρατιωτικές επιχειρήσεις και στο τέλος του 1822, εντάσσεται στο φιλελληνικό σώμα υπό τη διοίκηση του Γάλλου αξιωματικού L. J. Blondel μέχρι και την αποτυχία της μάχης του Πέτα. Στη μάχη του Πέτα (Ιούλιος 1822), το φιλελληνικό τάγμα αποδεκατίζεται και ο Μέγκους, παρά τις απώλειες, καταφέρνει να διαφύγει και να φτάσει στο Μεσολόγγι. Η υγεία του, όμως, έχει κλονιστεί σοβαρά, και αναγκάζεται να επιστρέψει μέσω Ύδρας και Τήνου στη Σμύρνη, όπου θα περάσει αρκετό χρόνο. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, ταξιδεύει σε διάφορα μέρη του Αιγαίου και συμμετέχει σε μικρές συγκρούσεις στην Κρήτη το 1823.

Το 1826, ο Μέγκους βρίσκεται στην Σύρο και στη Μυτιλήνη, όπου παίρνει μέρος σε επιχειρήσεις αναζήτησης αιχμαλώτων, και στη συνέχεια, επιστρέφει οριστικά στη Σμύρνη. Εκεί γνωρίζει Αμερικανούς ιεραπόστολους, και ιδιαίτερα τον Ιωνά Κινγκ, του οποίου η θεολογική κατάρτιση και τα κηρύγματα τον εντυπωσιάζουν. Με την υποστήριξη του Josiah Brewer το  1828 θα βρεθεί με δύο άλλα Ελληνόπουλα στην Αμερική.

 

 

Η αφήγηση του Μέγκου είναι γεμάτη με προσωπικές εμπειρίες από την καθημερινή ζωή κατά την Επανάσταση του 1821. Περιγράφει όχι μόνο πολεμικές συγκρούσεις, αλλά και τη ζωή των ανθρώπων της εποχής, τον τρόπο που οι κοινότητες συνυπήρχαν, τις αντιπαραθέσεις μεταξύ των Ελλήνων και Τούρκων και τις διαφορετικές νοοτροπίες που επικρατούσαν σε διάφορες περιοχές. Μέσω της αφήγησής του, αναδεικνύει τις αντιφάσεις της κοινωνίας, τις δυσκολίες που υπήρχαν στο στρατό, τις λιποταξίες, τις οικονομικές πιέσεις και την προσπάθεια επιβίωσης των στρατιωτών. Αντιλαμβάνεται την ένταση μεταξύ των πολιτικών και στρατιωτικών παρατάξεων, καθώς και τη σχέση μεταξύ των ελληνικών και τουρκικών κοινοτήτων, που ήταν πάντα τεταμένη, αν και υπήρχαν στιγμές συνεργασίας.

Το βιβλίο του Μέγκου δεν είναι απλώς μια πολεμική εξιστόρηση, αλλά μια διείσδυση στην καθημερινή ζωή των Ελλήνων κατά την περίοδο της Επανάστασης. Κινητοποιεί τη μνήμη του για να αναδείξει ιστορίες που αφορούν την κοινή ζωή στη Σμύρνη και την ευρύτερη περιοχή, την κοινωνική και ιδεολογική αντιπαράθεση, τη συμβίωση των Ελλήνων και των Τούρκων, και τις αναμνήσεις του από την παιδική του ηλικία. Αναφέρει τις προσπάθειες των Ελλήνων να ενσωματώσουν δυτικά στοιχεία στον τρόπο ζωής τους, όπως η εισαγωγή πυροσβεστικών αντλιών και η ίδρυση Τράπεζας, και παραθέτει προσωπικά περιστατικά, όπως η εκτέλεση του διοικητή Κιατίπογλου το 1816, οι ταραχές του 1797 στη Σμύρνη και οι μνήμες από την εξέγερση του Αλέξανδρου Υψηλάντη.

Ο Μέγκους επίσης καταγράφει στοιχεία της καθημερινής ζωής των Τούρκων, τις γιορτές και τα σχολεία τους, τις διαφορές στην κοινωνική και πολιτισμική ζωή τους σε σχέση με τους Έλληνες. Παρόλο που πολλές φορές τονίζει την αντιπάθειά του προς τους Τούρκους και τονίζει τη βαναυσότητα και την αμάθεια τους, παρουσιάζει και θετικά περιστατικά, όπως την υποστήριξη που έλαβε η οικογένειά του από κάποιους Τούρκους. Η αντιπαράθεση αυτή ενισχύεται από τις εμπειρίες του στις μάχες και τις συγκρούσεις του 1821, αλλά και από τις γενικότερες πολιτισμικές αντιπαλότητες που προϋπήρχαν της Επανάστασης.

 


 

Με την αφήγηση του, ο Μέγκους θέλει να μιλήσει για τα πάντα: για τις μάχες που έλαβε μέρος, τις ιστορίες που άκουσε και τις προσωπικές του εμπειρίες, καθώς και για τα γεγονότα που επηρεάζουν τις κοινότητες της εποχής. Έτσι, η αφήγηση δεν περιορίζεται μόνο στην πολεμική ιστορία, αλλά επεκτείνεται και σε κοινωνικά, πολιτισμικά και ιδεολογικά θέματα που αφορούν τη ζωή των Ελλήνων και των Τούρκων στην περιοχή κατά την Επανάσταση του 1821.

Σε γενικές γραμμές, το βιβλίο του Μέγκου είναι μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και ζωντανή αφήγηση που συνδυάζει τις προσωπικές του εμπειρίες και παρατηρήσεις με ιστορικά γεγονότα, δίνοντας στον αναγνώστη μια ευρύτερη εικόνα των κοινωνικών και πολιτικών συνθηκών της εποχής της Επανάστασης.

Το βιβλίο η "Αφήγηση ενός Έλληνα στρατιώτη" (Narrative of a Greek soldier) του Πέτρου Μενγκούς  τυπώθηκε και εκδόθηκε από τους Elliott και Palmer, 20 William-street, στη Νέα Υόρκη στα 1830. (Η αφήγηση του Πέτρου Μέγγου. Από τη Σμύρνη στην Ελλάδα του 1821, μετάφραση : Βαγγέλης Κούταλης, Ιωάννινα, εκδόσεις Ισνάφι, 2009, 320 σ.)

Το βιβλίο δεν είναι άγνωστο στην ελληνική βιβλιογραφία. Έχει καταγραφεί από τη Λουκία Δρούλια στη φιλελληνική βιβλιογραφία της και έχει χρησιμοποιηθεί κυρίως από τον Κυριάκο Σιμόπουλο στο βιβλίο του «πως είδαν οι ξένοι την Ελλάδα του 21 ως πηγή για ορισμένα γεγονότα της Επανάστασης». Η μετάφρασή του στα ελληνικά και η κυκλοφορία του από τον εκδοτικό οίκο Ισνάφι των Ιωαννίνων μας δίνει τη δυνατότητα να το ξαναδούμε στο σύνολό του και να επανεκτιμήσουμε τη σημασία του.

 Πηγές :

https://mikrasiatis.gr/i-afigisi-tou-petrou-mengou-apo-ti-smyrni-stin-ellada-tou-1821/

https://www.kathimerini.gr/opinion/713745/fones-kai-fones-apo-to-1821/

Διαδίκτυο