Translate -TRANSLATE -

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΕΙΜΕΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΕΙΜΕΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 6 Μαΐου 2025

Το Σεντούκι της Πλεονεξίας


 

Το Σεντούκι της Πλεονεξίας

Σε ένα προάστιο τόσο πλούσιο που ακόμη και τα περιστέρια φορούσαν γραβάτες, ζούσε ο κύριος Επαμεινώνδας. Γνωστός και μη εξαιρετέος, όχι γιατί έκανε κάτι σπουδαίο, αλλά γιατί κανείς δεν μπορούσε να ξεχάσει το πόσο δεν του άρεσε να προσφέρει. Ήταν ο άνθρωπος που αν του ζητούσες ζάχαρη, σου έδινε καλαμποκάλευρο και σου χρέωνε και τη συσκευασία.

Είχε ένα σπίτι τεράστιο – δανεικό μεν, καθώς το είχε “κληρονομήσει” με τρόπους που δεν περιγράφονται χωρίς νομικές συνέπειες – και μια σύζυγο σχεδόν καθρέφτη του: η κυρία Επαμεινώνδαινα, όπως την αποκαλούσε ο ίδιος με στόμφο και υποταγή στις διαταγές της, είχε την ίδια αχόρταγη ικανότητα με τον σύζυγό της.

Ο Επαμεινώνδας δεν ήταν απλώς πλεονέκτης. Ήταν το απόλυτο δείγμα του ανθρώπου που, αν μπορούσε, θα έθαβε τον θησαυρό του κάτω από το στρώμα του και θα κοιμόταν επάνω του για να τον προστατεύσει. Πλούτος, δώρα, αντικείμενα – τίποτα δεν έβγαινε από το σπίτι του, εκτός ίσως από τον ήχο των μαχαιροπήρουνων όταν ερχόταν η ώρα του φαγητού.

Το σπίτι τους θύμιζε παλιατζίδικο πολυτελείας: πορσελάνες που ούτε η γιαγιά του Λουδοβίκου δεν θα χρησιμοποιούσε, σκεύη που ποτέ δεν μαγείρεψαν και καναπέδες καλυμμένοι «για να μη φθαρούν». Στο ψυγείο όμως γινόταν πάρτι – κρυφό, φυσικά. Εδέσματα διάφορα, τυριά με ονομασία προέλευσης και σοκολατάκια «μόνο για καλεσμένους».

Οι γείτονες στην αρχή τον πλησίαζαν με περιέργεια. Στο τέλος, άλλαζαν πεζοδρόμιο. Όχι γιατί τους είχε προσβάλει – αυτό γινόταν όποτε τους έβρισκε να μην αποδέχονται τις απόψεις του – αλλά γιατί η συναναστροφή με κάποιον που μετρούσε ακόμα και τα παξιμάδια που πρόσφερε ήταν ψυχοφθόρα. Και ακριβή.

Όταν πέθανε – ήρεμα, όπως όλοι οι ατάραχοι συλλέκτες χρυσού – η μόνη που τον συνόδευσε ήταν η γυναίκα του, φορώντας μαύρα και κουβαλώντας ένα τάπερ «για μετά την τελετή». Οι κληρονόμοι, με γυαλιστερά μάτια και όρεξη για ανακάλυψη, έψαξαν το σπίτι σπιθαμή προς σπιθαμή. Βρήκαν το περίφημο σεντούκι του θανόντος. Το άνοιξαν με αγωνία. Άδειο.

«Μας πρόλαβαν», ψιθύρισε ο πιο καχύποπτος. «Το έθαψε αλλού», είπε ο πιο ρομαντικός. Η αλήθεια όμως ήταν απλή: το σεντούκι είχε πάντα μείνει κενό. Όπως και η ζωή του. Γιατί ό,τι δεν μοιράζεται, σαπίζει· και ό,τι συσσωρεύεται μόνο για τον εαυτό μας, γίνεται τελικά βάρος – και κάποτε, ένα τίποτα.

κγ

 

Δευτέρα 6 Μαρτίου 2023

Το ανθοχαμόγελο της μυγδαλιάς

 


Το ανθοχαμόγελο της μυγδαλιάς

 

Γράφει ο Κων. Γραικιώτης

Στον κήπο απόψε μου μιλεί μια νέα μελαγχολία.

Βυθίζει κάποια μυγδαλιά τον ανθοχαμόγελό της

στου βάλτου το θολό νερό. Και η θύμηση της νιότης

παλεύει τόσο θλιβερά ......…

Κι είναι ο κήπος μας κήπος μελαγχολίας.

Μ’ αυτά τα λόγια τραγουδά τη δική του «Άνοιξη» και την πρώτη ανθισμένη αμυγδαλιά ο Κώστας Καρυωτάκης (1896-1928) στον κύκλο των ποιημάτων του «Ο πόνος του ανθρώπου και των πραγμάτων, 1919».

Κι όμως, η μεταμόρφωση του ως χθες ξερού κλαδιού σε ένα έργο τέχνης, με άνθη, μπουμπούκια και τρυφερά βλαστάρια είναι μια σύνθεση, που και ο μεγαλύτερος δημιουργός ωχριά και δεν μπορεί να την συναγωνιστεί. Η ανθισμένη φύση, αρκεί για να μας χαρίσει μια κάποια αισιοδοξία, μια αιτία για ανάταση, μιαν αφορμή για ένα κάποιο χαμόγελο.

Και την πρώτη θέση σε αυτή την ώθηση ζωής και ανάτασης, από την ανοιξιάτικη πανδαισία, κατέχει επάξια η ανθισμένη αμυγδαλιά που –ίσως να μην το γνωρίζετε-  είναι “δεμένη” εδώ και αιώνες με τον μύθο της αιώνιας αγάπης και του δυνατού έρωτα.

Η ελληνική μυθολογία μας μιλά για μια όμορφη πριγκίπισσα που ονομαζόταν Φυλλίς, και που ήταν θυγατέρα ενός βασιλιά της Θράκης. Αυτή ερωτεύτηκε τον γιο του Θησέα τον Δημοφώντα. Ο νέος αυτός βρέθηκε στα μέρη της καθώς επέστρεφε με το καράβι του από την Τροία και ο βασιλιάς του έδωσε ένα μέρος του βασιλείου του και την θυγατέρα του για γυναίκα.

Μετά από κάποιο διάστημα ο Δημοφών νοστάλγησε την πατρίδα του την Αθήνα τόσο πολύ που ζήτησε να πάει εκεί για λίγο διάστημα. Η Φυλλίς συμφώνησε αφού της υποσχέθηκε ότι θα γύριζε πίσω σύντομα και έτσι εκείνος μπήκε στο καράβι του και απέπλευσε. Η Φυλλίς έμεινε εγκαταλειμμένη περιμένοντας τον εκλεκτό της καρδιάς της, στον τόπο της τελετής του γάμου της. Η Φυλλίς περίμενε για χρόνια την επιστροφή του, αλλά τελικά πέθανε από μαρασμό. Οι θεοί, από οίκτο, μεταμόρφωσαν την Φυλλίδα σε δέντρο, σε αμυγδαλιά, η οποία έγινε σύμβολο της ελπίδας. Όταν ο περιπλανώμενος, γεμάτος τύψεις, Δημοφών επέστρεψε, βρήκε τη Φυλλίδα σαν ένα γυμνό δέντρο χωρίς φύλλα και άνθη. Απελπισμένος αγκάλιασε το δέντρο, το οποίο ξαφνικά πλημμύρισε από λουλούδια, δείχνοντας ότι η αγάπη δεν μπορεί να νικηθεί από το θάνατο.

Η συνύπαρξη του εφήμερου ανθού με την αιωνιότητα, όπως εκφράζεται μέσα από τον μύθο, είναι ένα από τα ωραιότερα πράγματα που μπορούν να μας συμβούν και να μας αλλάξουν τη διάθεση... Επιτέλους να ξεχαστούν –όσο μας είναι δυνατό - οι ανθρώπινες τραγωδίες, οι τουρκικές προκλήσεις, οι ασκήσεις, τα γυμνάσια, οι κίνδυνοι στο Αιγαίο, το Κυπριακό, τα τρένα που σκορπούν θάνατο, η ανεργία, οι κινητοποιήσεις,... Γιατί με αυτά ζούμε καθημερινά, «κι είναι ο κήπος μας, κήπος μελαγχολίας».

Ευχαριστώ την κα. Καίτη Κουναλάκη που έγινε η αφορμή σύνθεσης αυτού του κειμένου.

 

Δευτέρα 8 Μαρτίου 2021

Μια επιστολή στην Άγνωστη Αγαπημένη

 


Μια επιστολή στην Άγνωστη Αγαπημένη

 

Γράφει ο Γιάννης Τσιτσιμής

 

Αγάπη μου,

Σου γράφω τα λόγια αυτά δίχως να σε ξέρω και δίχως να με ξέρεις. Γράφω στον εαυτό μου και σε αποκαλώ «αγάπη μου», γιατί έτσι θέλω να σε ονειρεύομαι και έτσι πιστεύω ότι με φαντάζεσαι. Μπορεί και να σε προσβάλω με τα λόγια αυτά. Όμως, αν προσβάλω εσένα, προσβάλω και τον εαυτό μου. Προσβάλω τον Θεό Απόλλωνα και τη Θεά Αφροδίτη. Προσβάλω την αρχέγονη ερωτική έλξη που θέλει τον Άνδρα με τη Γυναίκα να ζευγαρώνει.

Αυτά που γράφω είναι άνομα. Λόγια φτερωτά που έχουν ειπωθεί, τα ίδια ή παρόμοια, σε άλλους καιρούς και σε άλλα πρόσωπα. Και δόθηκαν όρκοι αιώνιας πίστης. Και οι όρκοι αυτοί τηρήθηκαν στο ακέραιο. Όμως τώρα να! Ο νόμος καταλύεται. Σχίζονται τα ουράνια και το μυαλό αναποδογυρίζει. Γιγάντια κύματα ορθώνονται και καταλύουν το πνεύμα. Πελώρια σύννεφα τυλίγουν το σώμα. Το σώμα ! Αυτό εξουσιάζει. Τώρα μιλάει ο θείος Παν. Αυτός ορίζει δαιμονικά αυτά που θέλω να γράψω, να μιλήσω, να ξαναγράψω. Να σε ταρακουνήσω, να σε αποπλανήσω, γλυκά να σε θωπεύσω, τρυφερά να σε αγκαλιάσω, μυστικά να σου ψιθυρίσω για να σε παρασύρω και να παρασυρθώ σ’ ένα δρόμο αχαρτογράφητο, γλυκό, αδιέξοδο μα τόσο ατελείωτα μακρύ.

Θέλω με χίλιους δύο τρόπους να βρω λέξεις να μιλήσω, να σου πω το πόσο σε ποθώ και δια των λόγων μου να σε μεθύσω. Να διασπάσω και την τελευταία σου γραμμή αντίστασης. Να μπορούσα να διεισδύσω στα μύχια του νου και της καρδιάς σου και να διαβάσω τα μυστικά τους και απλόχερα να σου τα δώσω. Να καταστείλω κάθε αμυντικό μηχανισμό του νου σου και να σε φέρω στα δικά μου μαγνητικά πεδία που στροβιλίζονται γύρω από σένα και γύρω από μένα και σ’ ένα φρενήρη χορό μας ελκύουν με δύναμη να μας συντρίψουν. Έχω ανάγκη να με ποθήσεις, να με αποζητήσεις, να λαχταρήσεις ό, τι κι εγώ λαχταρώ, ό, τι κι εγώ λαχταρώ το ίδιο έντονα να λαχταρήσεις, το ίδιο απελπισμένα, το ίδιο ακαταμάχητα με θεϊκή μανία να θελήσεις για να με πάρεις και να σε πάρω μέσα σε μια κραυγή, σε μια βουή, σε ένα αναφιλητό, σε ένα ψίθυρο, σε ένα κλάμα. Και να μ’ ακούσεις. Λόγια που δεν ειπώθηκαν ποτέ, ν’ αναστενάξεις καημούς που δε σβηστήκανε ποτέ, να δρέψεις καρπούς που δε δοκιμαστήκανε ποτέ και να δώσεις το σώμα σου και την ψυχή σου όπως κι εγώ θα σου τα δώσω γιατί θα είμαι εντός σου και θα είσαι εντός μου, γιατί θα είσαι το νερό και θα είμαι η πηγή, θα είσαι το είναι και θα είμαι το μηδέν, θα είσαι η Νύχτα η Ιερή και θα είμαι το Όνειρο που τη νοηματοδοτεί.

Είμαι ο Άντρας και είσαι η Γυναίκα. Είμαι ο Τοξότης και είσαι το θήραμα. Θέλω να σε κυνηγήσω, να σε κατασπαράξω, θέλεις να σωθείς, να ξεφύγεις. Αλλά είμαι εγώ αυτός που θα θυσιαστεί κι εσύ ο θύτης που με το χέρι στου μαχαιριού τη λαβή θα εξουσιάζεις. Είσαι η Γυναίκα και είμαι ο Άντρας. Είσαι η μήτρα και είμαι το σπέρμα και θέλεις τόσο απελπισμένα να με πάρεις και θέλω τόσο υπέροχα να μπω, να σε γεμίσω να σε εξουσιάσω και να εξουσιαστώ και ύστερα πάλι αχόρταγα, χωρίς, αιδώ, να σκύψω στον κρουνό της ηδονής σου και κάθε μια απ’ τις σταγόνες του να πιω.

Αυτός ο Έρωτας δεν έχει λόγια. Πώς θα μπορούσε άλλωστε το μένος των θεών το ιερό κάποιος στο χαρτί ν’ αποτυπώσει; Πώς θα μπορούσε η έκρηξη που μέσα σε μια στιγμή κλείνει χιλιάδες άλλες, η έκρηξη που καρτερεί στους χιλιόβαθους αιώνες να ξεσπάσει, όταν η στέρηση πια και η πενία του «Άλλου» κι όταν η αίσθηση του τέλους αγγίξουν τις εσχατιές της παραφροσύνης. Τότε, που πλησιάζει, το βλέπεις εμπρός σου, το μοιραίο, το αναπότρεπτο, το τελεσίδικο, το ηδύ και αλγεινό μαρτύριο της προσμονής του χρόνου, που περνάει, λιγοστεύει ενώ ταυτόχρονα μένει ασάλευτος και λες: “Να! Κάτι ακόμη μένει!”. Και πριν προλάβεις καν να το σκεφτείς περνά και πάει και πάει μαζί του κι η Ζωή.

Γι’ αυτό σε αποκαλώ “Αγάπη”. Πώς θα μπορούσα αλλιώς; Είσαι η αγάπη και θα είσαι γιατί δε σε ξέρω και γιατί δε με ξέρεις και – αυτό είναι το πιο σπουδαίο- ίσως, στη ζωή μας αυτή να μην αγαπηθούμε ποτέ.

 

Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2020

Ο βαρκάρης της Σπιναλόγκας


 
Ο Νικόλας Σφυράκης (Καπετάν Φουρτούνας)

Στη δική του αφήγηση βασίζεται το διήγημα “Σπιναλογκίτικο περιστατικό” μεταπλασμένο σε διήγημα.

 

Ο βαρκάρης της Σπιναλόγκας

 

Γράφει ο Νίκος Ψιλάκης

Τον Καπετάν Φουρτούνα τον γνώρισα τον Γενάρη του 1981 και τον συνάντησα ξανά το καλοκαίρι του ίδιου χρόνου. Τη δεύτερη φορά κρατούσα κάτι γράμματα λεπρών που είχαν πέσει τότε στα χέρια μου.

Τους ήξερε, όλους τους ήξερε με τα μικρά τους ονόματα και με τις μικρές ιστορίες τους· αληθινό αρχείο μνήμης ο μπάρμπα Νικόλας, ολόκληρη η ανθρώπινη περιπέτεια ξεδιπλωνόταν μπροστά μου σαν άνοιγε το στόμα του.

Ήταν τότε 84 χρονών, κωπηλάτης της ζωής κι ας ήξερε πως έκανε πια τα τελευταία του δρομολόγια.

Δεν πίστευα στα μάτια μου όταν τους είδα να μαζεύουν τα πράματά τους και να ετοιμάζονται για το μεγάλο φευγιό.

Δεν είχαν και πολλά να πάρουν μαζί τους, λίγα ρούχα μόνο και τις φωτογραφίες που τους είχαν στείλει από τον έξω κόσμο. Τι άλλο να πάρουν; Τα δάκτυλα που λείπανε από τα χέρια τους ή τα χείλια που λείπανε από τα πρόσωπά τους;

Σε λιγότερο από μια βδομάδα θα άδειαζε το νησί κι αυτές τις τελευταίες ημέρες πηγαινοέρχονταν στους δρόμους συλλογισμένοι κι ανυπόμονοι.

Κάθε πρωί, την ώρα που σίμωνε η βάρκα, έβλεπα μιαν εικοσαριά να κατηφορίζουν στην αποβάθρα, άλλος με μια βαλίτσα στο χέρι, άλλος μ’ έναν μπόγο.

Δεν ήξερα γιατί, δεν τόλμησα να τους ρωτήσω, ίσως να φοβούνταν μην τυχόν και φύγει το καΐκι χωρίς αυτούς. Δάκρυζαν τα μάτια μου κι έστρεφα προς τα πίσω το πρόσωπό μου, δεν ήθελα να με δουν δακρυσμένο κι εμένα.

Τους ήξερα. Όλους τους ήξερα, τετρακόσιους εξήντα νοματαίους, άντρες και γυναίκες, νέους και γέρους.

 


 

Εγώ ήμουν τ’ αυτιά και τα μάτια τους, εγώ τους έφερνα τα μαντάτα από τον έξω κόσμο· όλα τα γράμματα που στέλνανε, όλα τα γράμματα που λάμβαναν από τα δικά μου χέρια περνούσαν.

Κι αυτές τις τελευταίες ημέρες ο χαιρετισμός τους ήταν πιο γκαρδιακός, σίμωναν στη βάρκα, τραβούσαν τα σκοινιά για να τη δέσουν, φώναζαν όλοι μαζί δυνατά «καλωσόρισες, Καπετάν Φουρτούνα» κι οι φωνές τους αντηχούσανε στα μπεντένια.

Έτσι με ξέρανε: Καπετάν Φουρτούνα. Δεν ήταν αυτό τ’ όνομά μου, Νικόλαο Σφυρή με λένε, έτσι με γράφουνε τα χαρτιά. Το Φουρτούνας είναι παρατσούκλι, μου το κόλλησαν από παιδί γιατί αγαπούσα τη θάλασσα.

Το 1923, όταν πήρα το απολυτήριο του στρατού και μπήκα βαρκάρης στη δούλεψη του λεπροκομείου, προσθέσανε κι αυτό το μεγαλόπρεπο “Καπετάν” μπροστά στο παρατσούκλι, με ψηλώσανε τάχατες οι χωριανοί μου, κι έτσι έγινα ο Καπετάν Φουρτούνας με τ’ όνομα.

Κοντά τριανταπέντε χρόνους έζησα με το πηγαινέλα, κάθε μέρα δρομολόγια, Ελούντα-Σπιναλόγκα, Πλάκα-Σπιναλόγκα, Άη Νικόλας- Σπιναλόγκα, κι ανάποδα.

Σταμάτησα το ’57. Κι αν δεν παίρνανε την απόφαση ν’ αδειάσουν το νησί, θα πηγαινοερχόμουν ακόμη, όταν μάθει να ζει κανείς με τη αλμύρα δεν την αφήνει, δεν δίνει διαζύγια η θάλασσα.

Ξέρεις τι είναι ν’ αδειάζει ένα νησί; Ξέρεις τι είναι να περπατάς στους έρημους δρόμους και να συναντάς μονάχα φαντάσματα; Ε, και δεν έχει περάσει βάσανα τούτος ο τόπος!

Κάστρα βενέτικα, σπίτια με χρυσά κλειδιά – τέτοιο πλούτος είχαν οι Τούρκοι της Σπιναλόγκας – οι πιο παραλήδες καραβοκύρηδες μέναν εδώ.

Μην τα κοιτάς τώρα, δεν τ’ αγάπησαν οι απόκληροι που τους ξορίσανε στο νησί, στα πρώτα χρόνια ξηλώνανε πόρτες και παράθυρα για ν’ ανάβουνε τις παραστιές, κατεβάζανε τα δοκάρια, κρύωναν οι κακομοίρηδες, τι να κάμουν; Και δίπλα στ’ αρχοντικά τα ρημαγμένα, χαμόσπιτα και χαλάσματα, όλ’ ανακατωμένα.

Τη μέρα που θα έπαιρνα το τελευταίο ταχυδρομείο, Ιούλιος μήνας, παραμονές της Αγίας Μαρίνας, κίνησα πάλι για το καθημερινό δρομολόγιο. Από μακριά έβλεπα ανθρώπους στην προκυμαία, στέκονταν σαν στρατός παραταγμένος, όλοι σε μια γραμμή, όλοι στραμμένοι στη θάλασσα.

 


 

Δεν με παραξένεψε· ήξερα πως βιάζονταν να φύγουν. Με παραξένεψε, όμως, που είδα λίγο πέρα, προς τ’ ανατολικά μετά την προκυμαία, τον Γιάννη τον Αμίλητο. Είχε μπει μέχρι τα γόνατα στο νερό και κοίταζε, δεν ξέρω τι κοίταζε.

Τον ουρανό; Τον ήλιο; Δεν ξέρω. Σήκωσα το χέρι ψηλά, το σήκωσε κι εκείνος· αυτός ήταν ο δικός μας χαιρετισμός, μόλις έβλεπε τη βάρκα σήκωνε το χέρι λες και μου έκανε σινιάλο. Δεν τον συναντούσα συχνά, τις πιο πολλές ώρες τις περνούσε κλεισμένος στη μοναξιά του.

Κοντά είκοσι χρόνους βρισκόταν στο νησί και είκοσι κουβέντες δεν είχε πει όλες κι όλες, με το σταγονόμετρο βγαίνανε τα λόγια από το στόμα του.

Αν συναντούσε κανέναν στο δρόμο τον καλημέριζε με τον τρόπο του, κουνούσε το κεφάλι, έσκυβε λίγο, κάποιος ψίθυρος στριμωχνόταν ανάμεσα στα δόντια του, μα λόγος δεν έβγαινε.

Έδεσα τη βάρκα, σίμωσαν κάμποσοι άντρες κοντά, μ’ έβαλαν στη μέση κι άρχισαν να με ρωτούν για τον έξω κόσμο.

Μέχρι και για τα πολιτικά με ρωτούσαν.

Δεν περίμεναν, βέβαια, ν’ ακούσουν σπουδαία πράματα από έναν βαρκάρη, αυτοί τα είχαν όλα στο νησί, ραδιόφωνο, κινηματογράφο, γεννήτρια για το ηλεκτρικό που εμείς δεν είχαμε στα χωριά μας.

Φαίνεται, όμως, πως είχαν ανάγκη να μιλούν και με άλλους ανθρώπους, όχι μόνο με αρρώστους, έτσι το ξηγώ με το δικό μου μυαλό.

Ο Γιάννης ο Αμίλητος δεν σίμωσε. Μόλις κατέβασε το χέρι, μετά τον χαιρετισμό, πέρασε τη βενετσιάνικη πόρτα και χάθηκε από τα μάτια μου. Έτσι έκανε πάντα.

Κλεινόταν με τις ώρες σε μια κάμερα κι αν πήγαινε στο καφενείο καθόταν σε μια γωνιά μοναχός του, κοίταζε από το παράθυρο προς τη θάλασσα, έμενε για λίγο κι έφευγε.

Το σπίτι του βρισκόταν πίσω από την εκκλησία, κοντά στο νοσοκομείο, να εκεί, εκεί που σου δείχνω, χαλάσματα είναι τώρα.

Κάμποσες φορές είχα περάσει απ’ αυτή τη μικρή γειτονιά και πάντα σταματούσα, πότε για να μιλήσω στον Δημητράκη, πότε για να χαζέψω τη νοικοκεροσύνη μιας μεσόκοπης γυναίκας από τα χωριά της Σητείας.

Τον Γιάννη τον Αμίλητο έκανα πως δεν τον έβλεπα, τις πιο πολλές φορές καθόταν δίπλα στο παράθυρο, κλειστό το παράθυρο, και κοίταζε, δεν ξέρω τι κοίταζε, μάλλον κι εκείνος δεν ήξερε. Αχ, τώρα που τα θυμάμαι, είναι σα να τους βλέπω πάλι όλους μπροστά μου.

Ο Δημητράκης ήταν παιδί λεπρών, άλλοι λέγανε πως ήταν άρρωστο κι άλλοι πως όχι. Οι γονείς του είχαν πεθάνει, μα οι γείτονες δεν το άφησαν να νιώσει ορφάνια.

Η μεσόκοπη έμενε στο διπλανό σπιτάκι, δυο κάμερες όλες κι όλες. Η πόρτα της ήταν πάντοτε ανοιχτή, χειμώνα – καλοκαίρι ανοιχτή, κι εκείνη καθόταν στο πλάι με το εργόχειρο στο χέρι. Πότε έπλεκε πότε κεντούσε, όλο κεντήματα και δαντέλες ήταν το χαμόσπιτό της.

Στον βορεινό τοίχο είχε κρεμασμένη τη φωτογραφία μιας οικογένειας, μάλλον της δικής της πριν τη σκορπίσει η αρρώστια· ο άντρας καθισμένος σε καρέκλα, η γυναίκα όρθια δίπλα του με το ζερβί της χέρι ακουμπισμένο στον ώμο του άντρα. Τρία ή τέσσερα κοπέλια στέκονταν πλάι στη μάνα πιασμένα χέρι με χέρι.

Πρόσχαρη γυναίκα μα κακότυχη, δυο-τρεις μήνες πριν την εκκένωση τη βρήκανε πεσμένη στο πάτωμα κάτω από τη φωτογραφία, κι ο παπά Χρύσανθος, ένας λιπόσαρκος καλόγερος – άγιος άνθρωπος- την έθαψε στην ανατολική μεριά του κοιμητηρίου, καταντικρύ στη Σητεία· ίσως για να κοιτάζει διαρκώς τον τόπο της, ίσως και για να κάνει κάθε νύχτα σινιάλα στα παιδιά της.

Στην ίδια γειτονιά έμενε μια κοπελιά από τη Σαλονίκη κι ένας γέρος από τα χωριά της Πάτρας· είχε χάσει τα μισά δάκτυλά του ο κακομοίρης, είχανε πέσει από την αρρώστια, κι οι δυο γυναίκες, η Στειακιά κι η Σαλονικιά, δεν τον άφησαν να νιώσει τη μοναξιά, τον τάιζαν λες κι ήταν παιδί τους.

Ξέρεις, οι λεπροί βοηθούσαν ο ένας τον άλλον. Έτσι, γιατί ελπίζανε πως θα βρισκόταν κάποιος άλλος να τους βοηθήσει κι αυτούς όταν θα τους μάραινε η αρρώστια.

Μόνο μια φορά στα τόσα χρόνια, λίγο μετά την Κατοχή, είχε τύχει ν’ ακούσω τη φωνή του Γιάννη του Αμίλητου, ένα μεσημέρι, την ώρα που ετοιμαζόμουν να λύσω τη βάρκα για να φύγω.

Η αποβάθρα του νησιού βρισκόταν απέναντι από τη βενετσιάνικη πόρτα και παραδίπλα κάποιοι μαστόροι, χτίστες, είχαν παρατήσει πέτρες και χώματα.

Ο Δημητράκης ανακάτευε τις πέτρες, τις ανασήκωνε, κάτι φαινόταν πως έψαχνε. Έτρεξα κοντά του.

– Τι έχασες;

– Τίποτα.

– Και τι ψάχνεις;

– Τίποτα.

– Και τότε γιατί σκαλίζεις με τέτοιο ζόρι;

– Κολισαύρες γυρεύω. Να, μια μεγάλη χώθηκε μέσα σε τούτες τις πέτρες, έλα να με βοηθήσεις να την πιάσω.

Κολισαύρα λέμε στον τόπο μας τα ερπετά, τις σαύρες. Τις έπιαναν, τις έκοβαν κομματάκια, έβαζαν τα κομματάκια μέσα στα σύκα και τα τρώγανε. Πίστευαν πως αυτό ήταν το φάρμακο της λέπρας.

 


Άλλοι τα κατάπιναν αμάσητα, άλλοι έκαναν εμετό, δεν άντεχαν, σιχαίνονταν τις σαύρες, αλλά δοκίμαζαν. Η δίψα για ζωή νικούσε τη σιχαμάρα, λένε πως ο πνιγμένος πιάνεται από τα μαλλιά του κι έχουν δίκιο να το λένε.

Τι να κάμω, κοντοσίμωσα κι εγώ κι έψαχνα τις πέτρες, ήξερα πως ήταν παραμύθι, μα δεν ήθελα να του το πω, ποιος έχει δικαίωμα να στερήσει την ελπίδα από ένα παιδί;

Καθώς έσκυβα ένιωσα στην πλάτη μου ένα σκούντημα, γυρίζω, κοιτάζω και βλέπω τον Γιάννη τον Αμίλητο να κρατεί από την ουρά μια κολισαύρα.

Σπαρταρούσε ακόμη το ζωντανό, το κοίταζε αυτός και τα μάτια του λαμπύριζαν, πρώτη φορά που δεν ήταν απλανές το βλέμμα του. Με κοίταξε κατάματα, μάλλον ήθελε να συμμεριστώ τη χαρά του, «το φάρμακο βρέθηκε» φώναξε δυνατά, πήρε τον Δημητράκη από το χέρι κι έφυγαν τρεχάτοι.

Το 1957, δεκαεφτά του Ιούλη, ανήμερα της Αγιάς Μαρίνας, άδειασε το νησί.

Ανακατωμένες η χαρά με τη λύπη, αγωνία μεγάλη· μερικοί δεν ήθελαν να φύγουν, λέγανε πως εκεί ήταν το σπίτι τους, άλλο σπίτι δεν είχαν, άλλον τόπο δεν αναγνώριζαν για δικό τους. Λίγες ημέρες πριν φόρτωσα το τελευταίο ταχυδρομείο και ξανοίχτηκα στη θάλασσα.

Ξέρεις, όλα τα γράμματα των αρρώστων περνούσαν από κλίβανο κι έμπαινε η σφραγίδα ΑΠΕΛΥΜΑΝΘΗ με λιλά μελάνι, όλα τα πράματα που έπιαναν στα χέρια τους οι λεπροί απολυμαίνονταν, ακόμη και τα λεφτά.

Δεν ξέρω κι εγώ τι μ’ έκαμε να πάρω την τελευταία αλληλογραφία στα χέρια μου, με το ένα χέρι κρατούσα το τιμόνι της βάρκας και με το άλλο σκάλιζα τους φακέλους με τις τελευταίες επιστολές.

Παρατηρούσα τη σφραγίδα, παράξενο μου φαινόταν που θα την πετούσαν τώρα πια στα σκουπίδια, διάβαζα διευθύνσεις και ονόματα, κανένα δεν ήθελα να ξεχάσω.

Ανάμεσα στα γράμματα ήταν και κάμποσες κάρτες χωρίς φακέλους, απ’ αυτές που τις στέλνουν ανοιχτές τις μεγάλες γιορτές· άλλες είχαν χρωματιστές ζωγραφιές με ρόδα κι άλλες φωτογραφίες με ανθρώπους που χαμογελούσαν.

Μια μόνο, η τελευταία στη σειρά, μια μαυρόασπρη, είχε ζωγραφισμένο τον αναστημένο Χριστό μ’ ένα λάβαρο στο χέρι. Παράξενο μου φάνηκε· κάρτα λαμπριάτικη μέσα στο κατακαλόκαιρο; Θες από περιέργεια θες από απορία τη γύρισα για να δω ποιος την έστελνε.

Θα το πιστέψεις; Ο Γιάννης ο Αμίλητος!

Πρώτη φορά διάβαζα τ’ όνομά του, είκοσι χρόνια στη Σπιναλόγκα και δεν είχε απασχολήσει ούτε μια φορά το ταχυδρομείο.

Κανένα γράμμα δεν είχε λάβει και κανένα δεν είχε στείλει.

Κρατούσα την κάρτα, την κοίταζα κι έτριβα τα μάτια μου, δεν μπορούσα να το πιστέψω. Βλέπεις, ήμουν ο μόνος που ήξερα το μυστικό του Γιάννη του Αμίλητου. Τυχαία το είχα μάθει από έναν χωροφύλακα που είχε υπηρετήσει πριν από χρόνια στα μέρη του.

Τρεις αδερφές είχε, ανύπαντρες κι οι τρεις, πώς να τολμήσουν να πουν πως ο αδερφός τους ήταν κλεισμένος στη Σπιναλόγκα; Περνούσαν τα χρόνια, ο Γιάννης δεν φαινόταν, δύσκολο να κρατηθούν μυστικά τέτοια πράματα, βούιζε ο τόπος κι αυτές σιωπούσαν.

Τρεις λέξεις έγραφε η κάρτα, τρεις λέξεις όλες κι όλες, με γράμματα μεγάλα, κεφαλαία: ΤΟ ΦΑΡΜΑΚΟ ΒΡΕΘΗΚΕ.

 

Φωτογραφίες & Κείμενο: Νίκος Ψιλάκης

https://www.perfectreader.net/ο-βαρκάρης-της-σπιναλόγκας/