Translate -TRANSLATE -

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΘΗΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΘΗΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 23 Ιανουαρίου 2025

Το μνημείο του Λυσικράτους στην Πλάκα

 


Το μνημείο του Λυσικράτους στην Πλάκα

Η πλατεία Λυσικράτους είναι μια μικρή γραφική πλατεία της ανατολικής γωνιάς της Πλάκας. Στο κέντρο της υψώνεται το χορηγικό μνημείο του Λυσικράτους (335-334 π.Χ), γνωστό στους νεότερους χρόνους και ως Φανάρι του Διογένη. Στη ζωφόρο του εικονίζεται ο θεός Διόνυσος που μάχεται πειρατές, θέμα το οποίο ίσως ήταν εμπνευσμένο από το θεατρικό έργο που χάρισε τιμητική διάκριση στο χορηγό του, τον Λυσικράτη.

Γύρω στα μέσα του 17ου αι. μ.Χ. το μνημείο του Λυσικράτους, ενσωματώθηκε στο γειτονικό μοναστήρι των Καπουτσίνων και μετατράπηκε σε καθολικό παρεκκλήσι. Για πολλά χρόνια η μιονή φιλοξένησε διάσημους επισκέπτες, όπως το Βρετανό φιλέλληνα ποιητή Byron. Στη διάρκεια της Επανάστασης του 1821 το μοναστήρι των Καπουτσίνων καταστράφηκε. Το μνημείο του Λυσικράτους, όμως, το μόνο ακέραιο χορηγικό μνημείο της Αθήνας, επιβίωσε μέχρι σήμερα.

Το μνημείο είναι ιδιαίτερα σημαντικό για την αρχιτεκτονική του, καθώς ανήκει στον τύπο των "χορηγικών μνημείων", που τοποθετούνταν στην αρχαία οδό των Τριπόδων για να αναγγείλλουν νίκη σε θεατρικούς αγώνες. Διατηρείται σε πολύ καλή κατάσταση και είναι γνωστό για την εντυπωσιακή κυλινδρική του μορφή και τα ανάγλυφα του.

Αποτελεί επίσης το μοναδικό παράδειγμα αυτού του τύπου μνημείου που έχει διασωθεί πλήρως. Στο επάνω μέρος του μνημείου, η άνω του επιστυλίου ζωφόρος φέρει ανάγλυφη παράσταση από το μύθο της αιχμαλωσίας του Διονύσου από Τυρρηνούς πειρατές, ενώ τα ανάγλυφα γύρω από το μνημείο αναπαριστούν σκηνές από τον θίασο και τους θεατρικούς αγώνες. Στη σκέπη του είναι τοποθετημένη άκανθος, στην οποία στηριζόταν ο χορηγικός τρίποδας....

Το Μνημείο του Λυσικράτη είναι ένα από τα πιο γνωστά μνημεία της κλασικής Αθήνας και διατηρεί τη σημασία του ως πολιτιστικό και ιστορικό σύμβολο της πόλης.

 


 

1. Η ανέγερση του μνημείου

Το Μνημείο του Λυσικράτη κατασκευάστηκε γύρω στο 335 π.Χ. και πρόκειται για ένα κυλινδρικό κτίσμα με έξι κίονες εξωτερικά κορινθιακού ρυθμού, ύψους 6,50 μέτρων που δημιουργήθηκε κατά την 111η Ολυμπιάδα (335-334π.Χ.). από τον Λυσικράτη και προσφέρθηκε από αυτόν στην πόλη των Αθηνών,

Το μνημείο κατασκευάστηκε για να τιμήσει τον άθλο της νίκης του χορού των παίδων της Ακαμαντίδας φυλής και το ανήγειρε ο Λυσικράτης του Λυσιθείδη που χρηματοδότησε ο ίδιος την παρουσία του χορού στους θεατρικούς αγώνες του 335 π.Χ., που ήταν μια από τις πιο σημαντικές πολιτιστικές εκδηλώσεις στην αρχαία Αθήνα. Το κέρδος του από τον διαγωνισμό ήταν εξαιρετικά σημαντικό, καθώς αυτή η νίκη προσδιόριζε την κοινωνική του θέση και τη φήμη του.

2. Η αρχιτεκτονική του μνημείου

Το μνημείο αποτελείται από ψηλό τετράγωνο κρηπίδωμα από πωρόλιθο, από ένα κατασκευασμένο από πεντελικό μάρμαρο πεντελίκό κυκλοτερές οικοδόμημα, σε σχήμα κυκλικού ναΐσκου, περιβαλλόμενο από έξι ημικίονες αττικοκορινθιακού ρυθμού και με θολωτή στέγη. Τα ενδιάμεσα των κιονόκρανων κοσμούνται με ανάγλυφους τρίποδες. Στο μπροστινό δε μέρος του επιστυλίου υπάρχει η επιγραφή:

«Λυσικράτης Λυσιθείδου Κικυνεύς εχορήγει

Ακαμαντίς παίδων ενίκα θέων ηύλει

Λυσιάδας Αθηναίος εδίδασκε Ευαίνετος ήρχε»

Ο σχεδιασμός του μνημείου είναι εντυπωσιακός και αναδεικνύει τη χαρακτηριστική κλασική αρχιτεκτονική, με πανέμορφα ανάγλυφα γύρω από τη βάση του που απεικονίζουν σκηνές από τη θεατρική παράσταση, συμπεριλαμβανομένων θεμάτων που σχετίζονται με τον Διόνυσο και άλλους μυθικούς ήρωες.

Η άνω του επιστυλίου ζωφόρος φέρει ανάγλυφη παράσταση από το μύθο της αιχμαλωσίας του Διονύσου από Τυρρηνούς πειρατές. Η στέγη αποτελείται από μονολιθικό θόλο (φτιαγμένο από κυανωπό μάρμαρο από τον Υμηττό) διακοσμημένο στην κάτω περιφέρεια με έκτυπα κυμάτια, στη δε θολωτή επιφάνεια με φολιδωτά ή λεπιδωτά κοσμήματα. Την επιφάνεια αυτή διατρέχει από δύο πλευρές, από μια σειρά ανθεμίων που καταλήγουν στο ανωφερές κέντρο της στέγης όπου μετασχηματίζονται σε ακανθωτό επίθημα πάνω στο οποίο στηριζόταν ο χάλκινος τρίποδας, το έπαθλο του Λυσικράτη που το υποστήριζαν δύο αγαλματίδια Σάτυρου και Δελφίνου.

 


 

3. Η σημασία του μνημείου

Το Μνημείο του Λυσικράτη δεν είναι μόνο σημαντικό λόγω της σύνδεσης του με τον πολιτισμό της Αθήνας και το θέατρο, αλλά και λόγω της ιστορικής και πολιτικής σημασίας του. Η κατασκευή του αποτελεί απόδειξη της ισχυρής επιρροής που είχαν οι ιδιώτες ευεργέτες (γνωστοί ως "χορηγοί) στην κοινωνική και πολιτική ζωή της Αθήνας. Αυτοί οι ευεργέτες χρηματοδοτούσαν θεατρικές παραγωγές, γεγονός που συνέβαλλε στη διάδοση του πολιτισμού και της τέχνης της πόλης.

Το μνημείο είναι επίσης σημαντικό γιατί είναι το μοναδικό διατηρημένο παράδειγμα "χορηγικού μνημείου" από την κλασική εποχή και παρέχει πολύτιμες πληροφορίες για τις τεχνικές και την αισθητική της αρχαίας ελληνικής αρχιτεκτονικής.

4. Η διατήρηση του μνημείου

Σήμερα, το Μνημείο του Λυσικράτη είναι ένα από τα πιο γνωστά μνημεία της Αθήνας και αποτελεί σημείο τουριστικού ενδιαφέροντος. Βρίσκεται στην περιοχή της Πλάκας, κοντά στην πλατεία Συντάγματος. Αν και ο τρίποδας και πολλές διακοσμητικές λεπτομέρειες έχουν χαθεί, το μνημείο παραμένει μια σημαντική μαρτυρία του πολιτιστικού και θεατρικού πλούτου της αρχαίας Αθήνας.

Η ιστορία του Μνημείου του Λυσικράτη αποδεικνύει τη σημασία που είχαν οι θεατρικοί αγώνες στην κοινωνική ζωή της Αθήνας και την έντονη σχέση που υπήρχε μεταξύ πολιτικής, τέχνης και κοινωνικής αναγνώρισης στην αρχαιότητα.

 


 

5. Το μνημείο ως Μονή

Η σύνδεση του Μνημείου του Λυσικράτη με τους Καπουτσίνους είναι ιστορική και αφορά την χρησιμοποίησή του ως μέρος του μοναστηριού τους κατά τη διάρκεια του 17ου αιώνα.

Το 1685, στο χώρο γύρω του ιδρύθηκε μια γαλλική μονή καπουτσίνων. Η μονή αγόρασε το μνημείο, το οποίο αποκαλούνταν πλέον «Φανός του Δημοσθένη». Η ονομασία του αυτή οφειλόταν στο ότι κατά τα μεσαιωνικά χρόνια θεωρούσαν ότι η άκανθος ήταν η βάση κάποιου φαναριού και έτσι έλαβε το όνομα «λύχνος» ή  φανάρι του Διογένους....

Το μνημείο σήμερα βρίσκεται σε καλή κατάσταση και οφείλει τη διάσωσή του ακριβώς στην εγκατάσταση των Καπουτσίνων μοναχών στην Αθήνα, την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Οι Καπουτσίνοι, έφτασαν στην Αθήνα για να προσηλυτίσουν τους Αθηναίους και να ενισχύσουν τη Ρωμαιοκαθολική παρουσία στην Ελλάδα. Οι Καπουτσίνοι ανήκαν σε ένα τάγμα της Καθολικής εκκλησίας και πήραν το όνομά τους από την κουκούλα που φορούσαν στο κεφάλι τους. Είχαν μακριά γένια και φορούσαν καφέ ράσα. Το τάγμα ιδρύθηκε από τον Φραγκισκανό μοναχό Ματθαίο ντε Μπάσι και ταξίδευαν σε όλη την Ευρώπη για να μεταδώσουν τις ιδέες τους. Το 1669 έφτασαν και στην Αθήνα και αγόρασαν για 150 σκούδα (νομίσματα της εποχής), ένα σπίτι κάτω από την Ακρόπολη, όπου έστησαν το Μοναστήρι τους.

Εγκαταστάθηκαν λοιπόν στην περιοχή γύρω από το Μνημείο του Λυσικράτη και χρησιμοποίησαν το μνημείο ως μέρος του μοναστηριού τους και τον χώρο γύρω από αυτό ως τόπο για τη διαμονή τους.

Η μετατροπή αυτή του μνημείου σε μέρος του μοναστηριού περιλάμβανε την κατασκευή μικρών κελιών και άλλων υποδομών γύρω από το μνημείο, δημιουργώντας έτσι ένα μοναστικό συγκρότημα. Οι Καπουτσίνιοι δεν προχώρησαν σε σημαντική αλλοίωση της αρχιτεκτονικής του Μνημείου του Λυσικράτη, αλλά το χρησιμοποίησαν για τις δικές τους ανάγκες και πρακτικές.

Το μνημείο έγινε γνωστό σε Γαλλία και Αγγλία μέσω των γκραβούρων του και «βελτιωμένες» εκδοχές του δημιουργήθηκαν σε αρκετούς κήπους στην Αγγλία. Μάλιστα οι νεαροί Βρετανοί αρχιτέκτονες Τζέιμς Στιούαρτ (James Stewart) και Νίκολας Ρεβέττ (Nicholas Revett) δημοσίευσαν τα πρώτα μετρημένα σχέδια του μνημείου στο βιβλίο τους Antiquities of Athens (Λονδίνο: 1762).

Ο λόρδος Βύρων έμεινε στη μονή κατά τη διάρκεια της δεύτερης επίσκεψης του στην Ελλάδα. Το 1818 ο μοναχός Φραγκίσκος φύτεψε στους κήπους της μονής τα πρώτα φυτά τομάτας στην Ελλάδα. Το 1821 η μονή κάηκε και εν συνεχεία κατεδαφίστηκε, ενώ το μνημείο παρέμεινε «ακέραιο» και εκτεθειμένο στις καιρικές συνθήκες. Το 1829, οι μοναχοί προσέφεραν το κτίσμα σε έναν Άγγλο περιηγητή, αλλά αποδείχθηκε πως ήταν πολύ δύσκολο για να αποσυναρμολογηθεί και να τοποθετηθεί σε πλοίο.

Αργότερα Γάλλοι αρχαιολόγοι καθάρισαν τα συντρίμμια από το μισοθαμμένο μνημείο και ερεύνησαν την περιοχή για χαμένα τμήματα του. Τη περίοδο 1876-1887, οι αρχιτέκτονες Φρανσουά Μπουλανζέ (François Boulanger) και Ε. Λεβιότ (E. Leviot) διήθυναν την αναστήλωση του, υπό την καθοδήγηση της γαλλικής κυβέρνησης.

Αν και υπήρξε πρόβλημα με το ιδιοκτησιακό καθεστώς του μνημείου, που ξεκίνησε από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας, τελικά αυτό κατέληξε ως ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου με παραχωρήσεις που έγιναν προς την Γαλλία (παραχώρηση οικοπέδου για την εγκατάσταση της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής) και προς την Καθολική Εκκλησία με την παραχώρηση οικοπέδου για την ανέγερση της Καθολικής Εκκλησίας των Αθηνών.

 


 

6. Επιρροή του μνημείου

Διάσημες βρετανικές εκδοχές του μνημείου περιλαμβάνουν το Μνημείο Ντάγκαλντ Στιούαρτ και το Μνημείο Μπερνς, αμφότερα στο Κάλτον Χιλ του Εδιμβούργου, το καμπαναριό της εκκλησίας του Αγίου Γκιλ στο Έλγιν, και τους κήπους του Σάγκμπορο του Σταφορντσάιρ. Ο ναός του Αγίου Ιωάννη του Ευαγγελιστή στο Τσίτσεστερ, έχει στην κορυφή του, μια «παράλογη μικρογραφία» του μνημείου. Ο ελληνορθόδοξος καθεδρικός ναός των Αγίων Πάντων στο Λονδίνο έχει επίσης αντίγραφο του μνημείου στο άνω μέρος της εισόδου του.

Στις ΗΠΑ, το μνημείο του Λυσικράτη ήταν το μοντέλο του Γουίλιαμ Στρίκλαντ (William Strickland) για τον θόλο του Merchants' Exchange στην Φιλαδέλφεια και επίσης αντιγράφηκε από τον ίδιο για τον θόλο στην κορυφή του Καπιτωλίου της Πολιτείας του Τενεσί στο Νάσβιλ. Ο σχεδιασμός του Portland Breakwater Light στο Μέιν ήταν προϊόν έμπνευσης από το μνημείο. Υιοθετήθηκε στην κατασκευή πολλών μνημείων του Αμερικανικού Εμφυλίου Πολέμου και επιστέγασε πολλούς πύργους του αρχιτεκτονικού ρεύματος Beaux-Arts, όπως οι πύργοι Σαν Ρέμο στη Νέα Υόρκη. Το πιο επιφανές παράδειγμα είναι το Μνημείο Στρατιωτικών και Ναυτικών που σχεδιάστηκε από τους αρχιτέκτονες Σαρλ και Άρθουρ Στόουτον (Charles and Arthur Stoughton) στη περιοχή Ρίβερσαϊντ Ντράιβ της Νέας Υόρκης το 1902. Μια μπρούτζινη μικρογραφία του μνημείου παραδίδεται στα βραβεία Ρίτσαρντ Ντρίχαους (Richard H. Driehaus) σε έναν εν ζωή αρχιτέκτονα του οποίου η δουλειά αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα των αξιών της παραδοσιακής και κλασικής αρχιτεκτονικής σε ένα σύγχρονα δομημένο περιβάλλον.

Στην Αυστραλία, υπάρχει μια εκδοχή του μνημείου στον Βασιλικό Βοτανικό Κήπο του Σίδνεϊ στη Νέα Νότια Ουαλία. Επίσης αναπαρίσταται στο Βωμό της Μνήμης (Shrine of Remembrance) στη Μελβούρνη, όπου σχηματίζει ένα κορονοειδές στοιχείο στην πυραμιδοειδή οροφή του μνημείου.

Πηγές:

Διαδίκτυο

Μηχανη του Χρόνου

Βίκιπαιδεία

 

Πέμπτη 28 Μαρτίου 2024

ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΕΦΕΡΗ : ΜΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 28 ΜΑΡΤΗ 1926

 

 

ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΕΦΕΡΗ : ΜΙΑ  ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ  28 ΜΑΡΤΗ 1926

Εκδρομή στην Πεντέλη με τους φίλους μου Α. και Σ. Το «Θεριό» ως το Μαρούσι. Ό σταθμός του Μαρουσιού γεμάτος γαϊδούρια: 15 δραχμές ως το Μοναστήρι. Ευχάριστη ζέστη της άνοιξης. Ένα κομμάτι γης με χαμομήλια μου θύμισε τα χρόνια ‘16-18. Οι καλόγεροι βρώμικοι, αηδέστατοι, αμαθείς. Νέοι του σεμιναρίου· ένας, πολύ ωραίος, μας κουβέντιασε για τη ζωή τους, τα μαθήματά τους. Γοτθικά ερείπια της Πλακεντίας σκεπασμένα με ονόματα· κάποτε πολύ παχιά γράμματα. Οι άνθρωποι πού τα γράψαν πρέπει να κουβάλησαν ιδιαίτερα σύνεργα. Τριγύρω ξύλινες παράγκες· μπροστά στις πόρτες αδύνατα κορμιά φθισικών ξαπλωμένα σε πολυθρόνες, σκεπασμένα ως τα άσπρα διάφανα πρόσωπα τους.  Άθλιες γυναίκες· όλες χωρίς εξαίρεση.

Αρκετό κέφι στο γυρισμό. Κοντά στο Χαλάντρι ανεβήκαμε σ' ένα από αυτά τα μικρά φορτηγά FORD πού τα 'χουν κάνει λεωφορεία. Δυο ζευγαράκια· Ένας νέος ολότελα μεθυσμένος, φοιτητής της Ιατρικής, Κεφαλλονίτης, γυρεύοντας να πιάσει κουβέντα με όλους τους επιβάτες, ενώ η αδερφή του, ή η φιλενάδα του, προσπαθούσε να τόνε συμμαζέψει. Οι σύντροφοι του: ο νέος λιγομίλητος και κλειστός και το κορίτσι όμορφο και ψηλό περιφέροντας παντού  το αριστερό χέρι με ανοιγμένα τα δάχτυλα για να φάνουν τα βαμμένα της νύχια. Μια γριά δεν έπαυε να εξωτερικεύει τη συμπόνια της για τω μεθυσμένο αγόρι. Χοροπηδήματα στο αλαφρύ όχημα. Κάτω από τα δυο νυσταγμένα ηλεχτρικά, οι ταξιδιώτες, ριγμένοι ανάκακα σαν πολτός πού τον αναταράζουν μέσα σε γυάλινο δοχείο· στην επιφάνεια του πολτού ένα μικροσκοπικό μωρό πού το περνούσαν από χέρι σε χέρι, έπλεε σαν φελλός. Από την πόρτα το φεγγάρι κίτρινο, ολοστρόγγυλο, αψεγάδιαστο. Κατεβήκαμε Πλατεία Κάνιγγος. Καθώς περπατούσαμε για τα σπίτια μας, μπροστά στα μπορντέλα, σε μεγάλες ουρές, πρόσωπα χωρίς έκφραση, περίμεναν υπομονετικά τη σειρά τους.

 

Γ. ΣΕΦΕΡΗΣ: ΜΕΡΕΣ Α’ /28 Μαρτίου 1926

 

Κυριακή 25 Φεβρουαρίου 2024

Η «Γαλαρία» και τα θέατρα της Παλιάς Αθήνας

 

 

Η «Γαλαρία» και τα θέατρα της Παλιάς Αθήνας

Όταν το «Υπερώον» εν μέσω απίθανων σκηνών ανέβαζε και κατέβαζε παραστάσεις.

 «Πού έχετε τα βλέμματά σας την ώρα της παραστάσεως; Στην σκηνήν; Μεταβολή! Το θέαμα των θεατών είνε το διασκεδαστικώτερον και το πλέον ενδιαφέρον από όλα τα δημόσια θεάματα.

Οι ηθοποιοί ασφαλώς απολαμβάνουν πολύ καλύτερον θέατρον από τους θεατάς των. Αν στρέψετε τα νώτα προς την σκηνήν θα το αντιληφθήτε.

Η πλατεία, τα θεωρεία, το υπερώον. Αυτά τα πρόσωπα, αυτά τα ατελείωτα μούτρα, τοποθετημένα εις σειράς, φωτισμένα τα πρώτα από το φώς της σκηνής και βυθισμένα τα τελευταία εις το ημίφως, είνε τόσον διασκεδαστικά την ώρα που είνε σηκωμένη η αυλαία. Είνε ευχαριστημένα και δυσαρεστημένα, ενθουσιασμένα και αδιάφορα, κατά τας ιδίας στιγμάς, γελούν όλα μαζί, σωπαίνουν όλα μαζί και εις πάσαν από της σκηνής εκπεμπομένην ευφυϊαν συμφωνούν στρεφόμενα μεταξύ τους:

-Ωραίο ήταν!…

-Καλό ήταν!…

Έχετε προσέξει την ώραν, που η γυμνότης της σκηνής γίνεται περισσότερον έκδηλος από ένα απότομον τίναγμα της γάμπας της μπαλλαρίνας ή της πρωταγωνίστριας προς τα επάνω, τίναγμα το οποίον αποκαλύπτει εκείνα που προ ετών έβλεπε κανείς μόνον με το συζυγικόν εισιτήριον;

Τα ανδρικά πρόσωπα λιγώνονται. Ένας φαλακρός κύριος της πρώτης σειράς γεμίζει ενδιαφέρον, ένας νεαρός ξεροκαταπίνει, ένας μεσόκοπος ανοίγει ελαφρώς το στόμα και ένας ύπανδρος δέχεται τας χαμηλοφώνους παρατηρήσεις της συνεύνου:

-Αντωνάκη… Κύτταξε από δώ!

Υπάρχει ο πλέον ανομοιογενής κόσμος μέσα στο θέατρον. Το δημόσιον θέαμα είνε το γενικόν ραντεβού όλων των τάξεων. Από τον Αρεοπαγίτην που εκστρατεύει οικογενειακώς εις την πλατείαν έως το δουλικό της γειτονιάς που συνοδεύεται υπό του σωφέρ και από τον συνοικιακό μπακάλη έως την αυτού εξοχώτητα τον κ. Υπουργόν.

Πώς είνε δυνατόν όλος αυτός ο κόσμος της διαφόρου ψυχολογίας και μανταλιτέ να ευχαριστήται από το ίδιον θέαμα; Εις τας γενικάς γραμμάς συμφωνεί. Αλλά διαφωνεί εις τας λεπτομερείας και τον τρόπον της εκδηλώσεως. Με κάτι το πραγματικώς έξυπνον γελά όλον το θέατρον. Αλλά με το συζητησίμως έξυπνον -εδώ είνε που εκσπά θορυβώδης η διαφωνία μεταξύ των διαφόρων τμημάτων του κοινού.

Η οξυτέρα διαφωνία μάλιστα συνήθως παρουσιάζεται μεταξύ πλατείας και υπερώου. Η κυρία της πλατείας ημπορεί να γίνεται έξω φρενών και να αποτίνεται στον συνοδό της:

-Τι ανοησίες!

Ο λουστράκος του υπερώου όμως, έχει εντελώς διαφορετικές αντιλήψεις επί του προκειμένου και χαλά τον κόσμον.

-Όλοο!…

Και τότε αρχίζει ο αγών μεταξύ πλατείας και υπερώου, που χαρακτηρίζει την διαφοράν των γούστων.

-Σσσσσς!…

-Μπίιιιζ!

Αλλά συνήθως η πλατεία δεν είνε εκδηλωτική. Και όταν ενθουσιάζεται, ενθουσιάζεται με διάκρισιν. Βλέπετε το πολύ-πολύ τας σειράς των προσώπων να γελούν, να επιδοκιμάζουν ή να αποδοκιμάζουν διά φυσιογνωμικών εκδηλώσεων και μόνον. Υπάρχουν οι άνθρωποι της πλατείας που εκφράζουν με τον ειρηνικότερον μέσον της οικουμένης την αποδοκιμασίαν των δια το έργον: Τον ύπνον.

Πόσοι και πόσοι εις δόξαν των θεατρικών συγγραφέων κοιμούνται αναπαυτικώτατα κατά την διάρκειαν της παραστάσεως.

-Αριστοτέλη πώ,πώ!… ξύπνα!

Και ο δύσμοιρος Αριστοτέλης ανοίγει αιφνιδίως τα μάτια έντρομος:

-Τι συμβαίνει, τι συμβαίνει;

-Κοιμήθηκες! Θα γίνουμε ρεζίλι!

Τι κακή αντίληψις. Υπάρχει ωραιότερον πράγμα από τον ύπνον σε παρομοίας στιγμάς; Ύπνος μετά νανουραστικής υποκρούσεως είνε αγαθόν που δεν ευρίσκει κανείς στο σπίτι του.

Αλλά ωραιότερον είνε το θέαμα της συγκεκινημένης πλατείας. Η ηθοποιός τραγουδεί επί σκηνής μίαν παθητικήν ρωμάντζαν και το βιολοντσέλλο αφίνει λυγμούς. Εκείνοι που δεν κοιμούνται είνε έτοιμοι να κλάψουν! Κυρίως δε τα ζεύγη των αισθηματικών θεατών που αφίνουν τα κεφάλια των να πλησιάζουν σιγά-σιγά έως ότου εγγίσουν και μείνουν εις αυτήν την θέσιν καθ’ όλην την διάρκειαν της ρωμάντζας.

Προσέξατε την πλατείαν του θεάτρου σε παρομοίας στιγμάς. Το βιολοντσέλλον έχει αυτήν την μαγικήν ικανότητα να ενώνη τας κεφαλάς. Αν μάλιστα κάθεστε κοντά θα ακούσετε και σπαρακτικούς διαλόγους:

-Για σένα τα λέει κακέ…

-Αχ, για σένα τα λέει…

Στο υπερώον όμως παρόμοιες σκηνές νύστας, αισθημάτων και διακριτικής κριτικής είνε άγνωστες. Εκεί επάνω έχει σχηματισθή ο μέγας κριτικός του θεάτρου, ο οποίος εννοεί να πή την γνώμην του κατά την διάρκειαν της παραστάσεως. Να επιδοκιμάση ή να αποδοκιμάση. Να χειροκροτήση μέχρι σπασίματος των χεριών ή να βάλη τη φωνή:

-Έμπα μέσα κρύε!…

Είνε η μάστιξ του θεάτρου. Αν διαφωνή μαζί σας θα σας επιβάλη την γνώμην του. Αν συμφωνή θα διαδηλώση την συμφωνίαν του με πρωτοφανή φασαρίαν. Εκ των κοινών του θεάτρου όλων των ειδών είνε το μάλλον φιλοθέαμον.

Στο θέατρο της πρόζας εγκαθίσταται πρώτον και παρακολουθεί την παράστασιν με αδιάπτωτον ενδιαφέρον. Στο σοβαρόν μουσικόν θέατρον είνε γλέντι. Μαζεύεται από της 6 το απόγευμα για να πιάση θέσιν. Η πλατεία και τα θεωρεία-όπως συχνά συμβαίνει- ήμπορεί να είνε άδεια. Η παράστασις ημπορεί να είνε αίσχος. Το υπερώον όμως συγκεντρώνει τον κόσμον του από τας 7 το βράδυ. Και … πώ! πώ! … Ύψιστε πόσον φανατισμένον είνε. Κατά την διάρκειαν της παραστάσεως πάσχει, παθαίνεται.

-Άχ αυτός ο τενεκές! Μου τσαλάκωσε το «ντό» νατουράλε!

Εκεί όμως που γίνεται πανηγύρι είνε το ελαφρόν μουσικόν θέατρον. Η επιθεώρησις. Η οπερέττα. Η μουσική κωμωδία. Το έργο άρεσε στο υπερώον, ενεκρίθη, εχειροκροτήθη, εμπιζαρίσθη, επροκάλεσε διάφορα «όλοοο!»; Εξησφάλισε την επιτυχίαν του. Το υπερώον θα επιβάλη την γνώμην του. Θα συμμετάσχη πολλές φορές εις την παράστασιν. Θα συμπληρώση το έργον! Κρατεί τους ηθοποιούς, τους αποθεώνει, τους χαντακώνει, τους λανσάρει, τους αναδεικνύει.

Όταν με την εμφάνισιν ένός ή μιάς ηθοποιού δονήται το θέατρον από τα χειροκροτήματα του υπερώου, ο ηθοποιός επεβλήθη… Μόνον να μη πρόκειται περί κλάκας, ως συμβαίνει εις πολλά θέατρα. Τότε εξοργίζει. Και προκαλεί την επανάστασιν της συντηρητικής πλατείας.

-Σσσσσς … σκασμός!

Οι θεατρώναι φυσικά αυτού του είδους το υπερώον το εγκαθιστούν και το πληρώνουν ως ζώσαν διαφήμισιν. Διαφήμισις ομιλούσα, ηχητική και άδουσα …».

(Αθηναϊκά Νέα 1931 «Σονόρ»)

Θωμάς Σιταράς (Αθηναιογράφος)

https://www.periodiko.net/ η-γαλαρία-και-τα-θέατρα-της-παλιάς-αθ/

 


Θωμάς Σιταράς (Αθηναιογράφος)

Ο καταξιωμένος αθηναιογράφος Θωμάς Σιταράς μάς προσφέρει ένα νοσταλγικό ταξίδι στην εικοσαετία 1920-1940, αποτυπώνοντας την ατμόσφαιρα που επικρατούσε τότε στα θέατρα.

Ο Θωµάς Σιταράς γεννήθηκε το 1943 στην Αθήνα από γονείς Κωνσταντινουπολίτες. Αριστούχος απόφοιτος της Λεοντείου Σχολής, σπούδασε, ως υπότροφος του Βαυαρικού Υπουργείου Παιδείας, οικονοµικά και δηµοσιογραφία στο Πανεπιστήµιο του Μονάχου. Ολοκλήρωσε την πανεπιστηµιακή του εκπαίδευση µε µεταπτυχιακές σπουδές στο μάρκετινγκ στο ίδιο Πανεπιστήµιο.

Εργάστηκε στη Γερµανία, στην εταιρεία Ηλεκτρονικών Υπολογιστών «Honeywell». Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα, απασχολήθηκε επί σειρά ετών ως ∆ιευθυντής Μάρκετινγκ στον βιοµηχανικό όµιλο «Α. Πετζετάκις» και σε άλλες µικρότερες επιχειρήσεις.

Παράλληλα, από το 1970 ασχολήθηκε µε την επαγγελµατική εκπαίδευση, ως συνιδρυτής του κολεγίου BCA και ως ιδρυτής του Κέντρου ∆ιοικητικών Επιστηµών. Στον ρόλο του εκπαιδευτή ενηλίκων έχει οργανώσει και συµµετάσχει σε πολυάριθµα σεµινάρια ∆ιοίκησης και Οργάνωσης, Μάρκετινγκ και Πωλήσεων.

Πέραν της συγγραφής επιστημονικών βιβλίων της ειδικότητάς του, ασχολήθηκε συστηματικά με την αθηναιογραφία. Έχει συγγράψει τρία βιβλία για την Παλιά Αθήνα, ενώ διαχειρίζεται συστηματικά από το 2012 τον ιστότοπο www.paliaathina.com – ένα διαδικτυακό μουσείο για την Αθήνα της περιόδου 1834-1940.

Είναι συνεργάτης της διαδικτυακής έκδοσης της εφημερίδας Πρώτο Θέμα, με δημοσιεύσεις γύρω από την Παλιά Αθήνα, και τακτικό µέλος της Παγκόσµιας Οµοσπονδίας ∆ηµοσιογράφων και Συγγραφέων Τουρισµού.

Πηγές :

https://minoas.gr/syggrafeas/sitaras-thomas/