Translate -TRANSLATE -

Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2020

Η συγκλονιστική ιστορία των πρωτοετών Ευέλπιδων του 1940

 


Η συγκλονιστική ιστορία των πρωτοετών Ευέλπιδων του 1940

Η συγκλονιστική ιστορία των πρωτοετών Ευέλπιδων του 1940 που έγιναν πολεμιστές μέσα σε λίγους μήνες. Μία αληθινή ιστορία την οποία δεν την γνωρίζουν οι περισσότεροι Έλληνες. Την διηγείται ο γιός ενός απ΄ αυτούς, ο Γιώργος Τσιτσιλιάνος, απόστρατος της ΠΑ.

Γράφει ο Γιώργος Τσιτσιλιάνος

Στις  2/10/1940 εισήχθησαν στην σχολή Ευελπίδων οι πρωτοετής ευέλπιδες.  Στις 28/10/1940 που κηρύχτηκε ο πόλεμος , οι Ευέλπιδες της 2ης και 3ης τάξης , ονομάστηκαν ανθυπασπιστές και ανθυπολοχαγοί αντίστοιχα και αναχώρησαν στο μέτωπο. Στη σχολή παρέμειναν οι 300 της 1ης τάξης  για την εκπαίδευσή τους . Η εισβολή των Γερμανών στις 6 Απριλίου 1941 , βρίσκει τους Ευέλπιδες της 1ης τάξης να εκπαιδεύονται εντατικά. Μέσα στην σύγχυση που επικρατούσε από την κατάρρευση του μετώπου και την προέλαση των Γερμανών , η σχολή Ευελπίδων έχει ξεχαστεί και στερείται διαταγών. Οι ευέλπιδες ζητούν να συγκροτήσουν ένα λόχο και να μεταβούν στις Θερμοπύλες  να αντισταθούν κατά των Γερμανών αλλά το αίτημά τους δεν εγκρίνεται από την ηγεσία.

Στις 23/4/1941 ο διοικητής της σχολής τους ενημερώνει για την τροπή του πολέμου, καθώς και για την επικείμενη είσοδο των Γερμανών στην Αθήνα. Τους ανακοινώνει επίσης ότι η πρόθεση της Ανωτέρας Διοίκησης Αθηνών ( ΑΣΔΑ) είναι να χρησιμοποιηθούν για την τήρηση της τάξης στην Αθήνα και τους θέτει το ερώτημα :

«Εάν σας διατάξω να εξέλθετε στην πόλη και να επιβάλετε την τάξη σε περίπτωση που αυτή διασαλευθεί θα το πράξετε;»

Η απάντηση ήταν ένα βροντερό ‘ΟΧΙ’ και  κατόπιν αυτού ο διοικητής διέταξε την προφυλάκιση μερικών εξ αυτών που τους θεώρησε υπαίτιους. Η διαταγή του διοικητή όχι μόνο δεν εκτελείται αλλά αποφασίζουν μόνοι τους την διαφυγή τους στην Κρήτη όπου θα συνεχιζόταν ο πόλεμος.. Ο Διοικητής της ΑΣΔΑ , που πληροφορείται την στάση των 300 ευέλπιδων της 1ης τάξης στέλνει τον επιτελάρχη του να ματαιώσει την απόφαση τους για την διαφυγή τους στη Κρήτη.

Ο επιτελάρχης, συνταγματάρχης Πετζόπουλος, συγκεντρώνει τους Ευέλπιδες και προσπαθεί να τους μεταπείσει.

«Τι σκοπεύετε να κάνετε ;» ρωτά ο επιτελάρχης

«Να πάμε στην Κρήτη»

«Τρελοί Είστε; Πως θα πάτε; Με τι μέσα ;»

«Με ότι βρούμε»

Ο επιτελάρχης προσπαθεί να τους εξηγήσει ότι είναι αδύνατον να περάσουν την θάλασσα ζωντανοί αφού είναι στην κυριαρχία των Γερμανών και να φθάσουν στην Κρήτη. Οι ευέλπιδες είναι ανένδοτοι. Οι νεοσσοί της  1ης τάξης σε ηλικία μόλις 18-19 χρονών έχουν αποφασίσει να συνεχίσουν τον πόλεμο  στην Κρήτη και η απόφασή τους παίρνει μορφή στάσης. Ο υπολοχαγός Νικόλαος Λυγιδάκης παίρνει το μέρος των πρωτοετών. Καταλήφθηκε το στρατόπεδο από τους στασιαστές ευέλπιδες, εγκαταστάθηκε ένοπλη φρουρά στις πύλες και άρχισε η άμεση προετοιμασία αναχώρησης για την Κρήτη.

Το ίδιο βράδυ ομάδες  ευέλπιδων βγαίνουν στους δρόμους και επιτάσσουν όποιο αυτοκίνητο βρίσκουν. Συγκεντρώνουν 20 αυτοκίνητα που δεν ήταν αρκετά. Τότε τηλεφωνούν στον ερυθρό σταυρό να σταλούν στην σχολή  όλα τα διαθέσιμα αυτοκίνητα για την μεταφορά των μαθητών στα νοσοκομεία που είχαν πάθει δήθεν ομαδική τροφική  δηλητηρίαση. (Το θυμάμαι μου το έλεγε ο πατέρας μου). Όταν τα αυτοκίνητα φτάνουν στην σχολή τα επιτάσσουν. Παραλαμβάνουν την σημαία της σχολής και  τον οπλισμό τους  και ξεκινούν την νύχτα της 24ης Απριλίου για την Πελοπόννησο πλαισιωμένοι από κάποιους αξιωματικούς που θέλησαν να πάνε μαζί τους. Στην περιοχή Χιλιμοδίου Νεμέας η φάλαγγα προσβάλλεται από την Γερμανική Αεροπορία ευτυχώς χωρίς απώλειες. Μετά από  πολλές αεροπορικές επιθέσεις καθ’ οδών αλλά και επιθέσεις δικών μας  τμημάτων που προσπάθησαν να τους σταματήσουν … , το απόγευμα της 26 Απριλίου φθάνουν στην Τάραψα του Γυθείου. Οι κάτοικοι , που από τα κίτρινα των στολών (χακί στολές υπηρεσίας) καταλαβαίνουν ότι είναι οι μαθητές της Σχολής Ευελπίδων, βγαίνουν στους δρόμους και προσφέρουν ότι μπορούν σ’ συτά τα παιδιά που δεν εννοούν να το βάλουν κάτω.

 


Εκεί επιβιβάζονται  σε κάποια καΐκια   και την ίδια νύχτα ξεκινούν για την Κρήτη. Αναγκάστηκαν να σταματήσουν προσωρινά στα Κύθηρα λόγω των αεροπορικών επιθέσεων. Τελικά φθάνουν στο Κολυμβάρι στις 29 Απριλίου και στρατοπεδεύουν στο μοναστήρι της Παναγίας Οδηγήτριας Γωνιάς.

Το πρωί της 20ης Μάιου ο ουρανός γεμίζει με Γερμανούς αλεξιπτωτιστές που τα βαριά τους γιούνγκερς αδειάζουν στο νησί.! Οι ευέλπιδες  βρίσκονται στο Κολυμβάρι και εναντίον τους κινείται ένα τμήμα αλεξιπτωτιστών που θεωρούνται από τους καλύτερους πολεμιστές. Ολόκληρη την ημέρα διεξάγεται σκληρή μάχη. Από τα 5 οπλοπολυβόλα μόνο το ένα λειτουργεί. Ο αγώνας συνεχίζεται τα πυρομαχικά τελείωσαν και ο αγώνας φθάνει σώμα με σώμα.. Ο εύελπις Νικόλαος  Ιατρούλης θα σκοτωθεί. Μέχρι το βράδυ οι ευέλπιδες έχουν περικυκλωθεί και έχουν σκοτωθεί  αν θυμάμαι καλά 5, με πάρα πολλούς τραυματίες. Ο διοικητής του λόχου  με την βοήθεια των κατοίκων της περιοχής κατορθώνει να περάσει τους ευέλπιδες μέσα από τις γραμμές των Γερμανών με κίνηση προς τα λευκά όρη. Νυκτερινές ώρες φθάνουν στα Δελιανά. Φθάνουν τα ξημερώματα στο Σεμπρώνα όπου εκεί οι κάτοικοι τους έδωσαν κάτι να φάνε μετά από δύο ημέρες νηστεία. Το βράδυ της 22/4/41 , ξεκινούν την νύχτα και φθάνουν στην Θέρισο και μετά πάντα περπατώντας την  νύχτα φθάνουν στην Δράκοντα και στην συνέχεια στα Σφακιά. Εκεί ο διοικητής τους συγκέντρωσε και τους ενημερώνει ότι σύμφωνα με την εντολή της κυβέρνησης η σχολή διαλύεται και ο καθένας να κοιτάξει την επιβίωσή του για να βοηθήσουν τον αγώνα από άλλο μετερίζι , δεδομένου ότι ουσιαστικά ήταν άοπλοι αφού τα πυρομαχικά τους είχαν εξαντληθεί. Συγκεκριμένα τους είπε :

« Ελπίδες του Έθνους, ατενίσατε προς την ελευθερία της φυλής μας. Έχετε πεποίθησιν δι’ αυτήν. Η 29 Μαΐου, ημέρα αποφράς δια δεύτερη φορά, κρίνει την τύχη της Πατρίδος μας. Ελπίδες του Έθνους, την ημέρα ταύτην διαλύεσθε εις τον ακρογωνιαίον λίθον της Ελλάδος , τα Σφακιά της Κρήτης, της Πατρίδος μας μη υπαρχούσης ελευθέρας. Σε σας έλαχε ο κλήρος να διεκδικήσετε την ελευθερία μας μέχρι της τελευταίας σπιθαμής της Ελληνικής γης. Σας εύχομαι να είστε εσείς οι ελευθερωτές  της Πατρίδος. Ελπίδες του Έθνους προσοχή !  Ατενίσατε προς την ελευθερία της Πατρίδος. Τους ζυγούς λύσατε Μαρς !»

Και αυτό έγινε από όλα τα παιδιά !


 Κάποιοι σκοτώθηκαν, κάποιοι κατόρθωσαν από την Κρήτη να διαφύγουν στην Αίγυπτο, άλλοι επέστρεψαν μετά από μεγάλη ταλαιπωρία πίσω και στην συνέχεια οργανώθηκαν σε διάφορες  αντιστασιακές ομάδες. Πολλοί  από αυτούς μετά από μεγάλη περιπέτεια κατάφεραν μέσω Τουρκίας, Παλαιστίνης να καταφύγουν στην Αίγυπτο όπου είχε μεταφερθεί και η επίσημη  κυβέρνηση της Ελλάδας. (Ο πατέρας μου τρεις φορές προσπάθησε να διαφύγει αλλά τους είχαν στήσει καρτέρι ,τελικά διέφυγε με την τέταρτη προσπάθεια). Στην Αίγυπτο δημιουργήθηκε ο ιερός λόχος με διοικητή τον  συνταγματάρχη Τσιγάντε. Οι  ονομαζόμενοι «ιερολοχίτες» στη συνέχεια  με καταδρομικές επιδρομές ελευθέρωσαν τα νησιά  μας στο Αιγαίο ( με αυτούς ήταν και ο πατέρας μου ) .

Πολλοί από αυτούς, οι ονομαζόμενοι  «Ριμινίτες»  έφθασαν μέχρι το Ρίμινη όπου πολέμησαν τους Γερμανούς.

Πηγή:

Από Militaire News

https://www.militaire.gr/eyelpides-1940-ochi-polemos/

 


Συμπληρωματικά να αναφέρουμε και τα παρακάτω:

Οι Ευέλπιδες, αφού  έκρυψαν σε ασφαλές μέρος στην Κρήτη τη Σημαία της Σχολής, διαλύθηκαν. Αλλά αν ο πόλεμος είχε τελειώσει για τη Σχολή ως σύνολο στα οροπέδιο των Σφακιών, οι  Ευέλπιδες χωρισμένοι εξακολούθησαν τον αγώνα. Μερικοί διέφυγαν στη  Μέση  ‘Ανατολή,  άλλοι παρέμειναν  στην Κρήτη  και πλαισίωσαν τις ανταρτικές ομάδες κατά των  Γερμανών, οι περισσότεροι δε αφού επέστρεψαν  στα Χανιά  συνελήφθηκαν αιχμάλωτοι από τους  Γερμανούς, πού τους μετέφεραν στον Πειραιά. Εκεί τους επισκέφθηκε εκπρόσωπος της Γερμανικής Στρατιωτικής  Διοικήσεως, πού τους ανακοίνωσε ότι ο πόλεμος έληξε γι  αυτούς και τους άφησε ελεύθερους.  Οι Ευέλπιδες συντεταγμένοι πήγαν σε παρακείμενο οικόπεδο και αφού έψαλαν τον Εθνικό Ύμνο και τον Ύμνο του Ευέλπιδος διαλύθηκαν.

Τον ‘Οκτώβριο του 1945, μετά την απελευθέρωση της χώρας, ή Σημαία της Σχολής μεταφέρθηκε από την Κρήτη στην Αθήνα και παραδόθηκε  με  πρωτόκολλο στο Πολεμικό Μουσείο. Με Β.Δ. η Σημαία της Σχολής των Ευελπίδων τιμήθηκε με  τον  Πολεμικό Σταυρό Α’ τάξεως και τον Ταξιάρχη του Αριστείου Ανδρείας.

Η διαφυγή των ευέλπιδων από την Αθήνα για Κρήτη σχολιάσθηκε τότε από τους ξένους ραδιοσταθμούς.

To B.B.C. στην εκπομπή της 30.4.41,  ώρα 09.15, ανέφερε τα έξης:  «Τους μαχητάς της Κρήτης ήλθον να ενισχύσουν και 300 Ευέλπιδες με  τους ‘Αξιωματικούς των, οι  όποιοι μετά ένδοξον πορείαν μέσω Πελοποννήσου και εις πείσμα των Γερμανών, οι όποιοι επεδίωξαν (χωρίς να το επιτύχουν) την καταστροφήν των,  κατέχουν  από σήμερα θέσιν εις τας επάλξεις  του Φρουρίου  Κρήτης.»

Ανάλογη ήταν και ή εκπομπή της Μόσχας της 2.5.41 (ώρα 10.20) :  «Ή ψυχή των ηρώων της αρχαίας ‘Ελλάδας δεν έλειψε κι  από τους σύγχρονους Έλληνες. Μετά την ‘Αλβανία και τα οχυρά, ή Κρήτη θα δώση το τελευταίο χτύπημα εις τους Ναζήδες τον Χίτλερ.  Τα παλληκάρια της, εκείνα που φθάνουν  καθημερινά  από την  ‘Ελλάδα στην Κρήτη, θα  πολεμήσουν  αποφασιστικά αν ο Χίτλερ τολμήση να κτυπήση  εκεί…300 Ευέλπιδες πέρασαν από την ‘Ελλάδα στην Κρήτη με  την απόφαση να θυσιαστούν, αλλά να μην αφήσουν να περάση ο εχθρός στη στερνή ελεύθερη γη….»

Ομοίως  ο πρεσβευτής της ‘Ελλάδας, στο Λονδίνο Δ. Κακλαμάνος προέβη την  1η Μαΐου  1941 και ώρα 21.15  στο κατωτέρω ραδιοφωνικό σχόλιο : «Οι ήρωες των Θερμοπυλών, Μαραθώνας και Σαλαμίνος δεν ήτο δυνατόν να μείνουν και σήμερον χωρίς μιμητός,  αντάξιους απογόνους. Το παράδειγμα των 300 Ευελπίδων πού παρά την αντίδρασιν της διοικήσεως των έφυγαν σαν πουλιά από το κλουβί των, μαζί με την ένδοξη σημαία των για την Κρήτη και έφθασαν τώρα σίγουρα εκεί για να συμβάλουν με τις δυνάμεις των στην άμυνα της νήσου, θα πείση ασφαλώς τον Χίτλερ πώς αν ποτέ τολμήση ως εκεί, αϊ όρδαί του θα συντριβούν, όπως και του Ξέρξου, από την αλύγιστη δύναμη των νεωτέρων ‘Ελλήνων. Γιατί σαν τους αδάμαστους 300 Ευέλπιδες έχει πολλούς, έχει χιλιάδες το φρούριο της Κρήτης, νέους, γέρους, γυναίκες, παιδιά, μυριάδες ολόκληρες, πού θα αποδείξουν,  όπως και στον γκάγκστερ συνεταίρο του στα βουνά της Ηπείρου και στον ίδιο ακόμη χθες στα  οχυρά της Μακεδονίας, πώς οι νέοι Έλληνες γνωρίζουν το  ίδιο όπως και οι αρχαίοι πρόγονοι των να  δημιουργούν  στους βαρβάρους επιδρομείς Μαραθώνες, Σαλαμίνες, Πλαταιές.»

https://stratistoria.wordpress.com/1940/09/21/1940-1941-sse/

 

Παρασκευή, 30 Οκτωβρίου 2020

Ο Μακρόν παγίδευσε τον Ερντογάν

 


Ο Μακρόν παγίδευσε τον Ερντογάν 

και τώρα μένει να μην παγιδευτούμε εμείς

Γράφει ο Αλέξανδρος Δρίβας*

Φαίνεται πως όσοι κάνουν αποτίμηση της πορείας του Ερντογάν, όταν έλθει η ώρα αυτής της αποτίμησης, θα έχουν σε περίοπτη θέση ένα (από τα ομολογουμένως πολλά) λάθος του Τούρκου προέδρου. Πρόκειται για το ''λοκάρισμα'' γαλλικού πλοίου από τουρκικό ανοικτά της Λιβύης. Έκτοτε, η Γαλλία απέδειξε οτι παρά τα πολλά προβλήματα που έχει, οτι είναι η μόνο χώρα της ΕΕ που δεν είναι παρηκμασμένη.

Η παρακμή της ΕΕ είναι τόσο μεγάλη ώστε να μη θεωρείται δεδομένο εδώ και χρόνια οτι η Τουρκία συνιστά δομική απειλή για τον ευρωπαϊκό τρόπο ζωής ο οποίος πλέον δεν έχει ορίζοντα μακροπρόθεσμο παρά μόνο όψιμα οικονομικά συμφέροντα που καθορίζουν την περίφημη ''Ευρωπαϊκή Πολιτική προς Τρίτες Χώρες''. Αν έτσι η ΕΕ αντιδρά στην Τουρκία, τότε τι θα κάνει απέναντι στη Ρωσία ή στην Κίνα; Σε κάθε περίπτωση, ο Γάλλος πρόεδρος έριξε στην παγίδα του τον Ταγίπ Ερντογάν και ένα νέο παράθυρο ευκαιρίας ανοίγει για τα ελληνοτουρκικά. Δυστυχώς, η για δεκαετίες απομακρυσμένη από τον ρεαλισμό χώρα μας, μπορεί ακόμη να χύσει την καρδάρα με το γάλα, αν δεν προσέξει την απολογητικότητά της σε περίπτωση που τα ελληνοτουρκικά, ως δια μαγείας εισέλθουν σε μια συζήτηση γύρω από την ''κακή Γαλλία που δε σέβεται τις άλλες θρησκείες'' και που ''όσα κράτη στηρίξουν τη γαλλική πολιτική είναι κράτη που προωθούν την ισλαμοφοβία''.

Ο Ερντογάν αποκαλύφθηκε πλήρως

Η πυγμή του προέδρου Μακρόν αποκάλυψε σε χώρες όπως η Γερμανία, η Ολλανδία, η Ισπανία και η Ιταλία πως η Τουρκία επιθυμεί την εργαλειοποίηση μιας επικίνδυνης πέμπτης φάλαγγας. Ο πρόεδρος Αλ Σίσι μας προειδοποίησε λίγες μέρες πριν. Η Τουρκία έχει κάνει συνήθεια την αποστολή τζιχαντιστών που πολεμούν για τα συμφέροντά της. Σε Συρία, Λιβύη, Ναγκόρνο-Καραμπάχ, η Τουρκία δείχνει πως έχει προσαρμοστεί πλήρως στις νέες μορφές πολέμου. Ο πόλεμος που είναι έτοιμος να κηρύξει ο Ερντογάν απέναντι στη Δύση, είναι ''ιερός''. Απειλεί την ειρήνη και όσα στήριξαν το βιοτικό επίπεδο εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων εδώ και αιώνες. Οι κοντόφθαλμες λογικές αρκετών δυτικών κατά τις προηγούμενες δεκαετίες, στηρίχθηκαν στη γραμμική ερμηνεία της ιστορίας. Οτι μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, η πρόοδος της ανθρωπότητας με βάση τον δυτικό τρόπο ζωής και πολιτικής οργάνωσης, ήταν μονόδρομος. Σήμερα, αρκετοί πολιτικοί που ήταν θιασώτες μιας αυτόματης ιστορικής επιτάχυνσης προς τη βελτίωση, κοιτούν αποσβολωμένοι έναν άρπαγα ηγέτη ο οποίος σκέφτεται και πράττει με τρόπους περασμένων αιώνων. Η ιστορία δε διαχύθηκε με τον ίδιο τρόπο σε όλον τον κόσμο. Χάρη στη Γαλλία και στην αντίδραση που έβγαλε, ακόμη και αυτή η ΕΕ είναι πιο κοντά στο να δείξει σκληρό πρόσωπο στην Τουρκία. Δε χρειάζεται να αναφέρουμε τους λόγους που αυτό συμφέρει την Ελλάδα και την Κύπρο.

Η μονότονη προσέγγιση της πολιτικής ορθότητας

Η αντίδραση του Wilders στην Ολλανδία δεν πρέπει να μας χαροποιεί τόσο. Ο Κύριος Wilders έχει 'βαρύ' ιστορικό, ωστόσο μην ξεχνάμε πως και εκείνος αλλά και ο Ούγγρος πρωθυπουργός, δεν ήταν αιτίες αλλά συνέπειες της ελλιποβαρούς μετριοπαθούς πολιτικής ελίτ της ΕΕ η οποία μέσα σε 10 έτη αφήνει μια Ευρώπη γεμάτη κρίσεις, με το χαμηλότερο δυνατό βαθμό αλληλεγγύης και ανύπαρκτη στις ολοένα και αυξανόμενες γεωπολιτικές ζυμώσεις που συνοδεύουν τον ''νέο περήφανο πολυπολικό κόσμο''. Γιατί όμως ο Wilders μπορεί να είναι παγίδα για μας;

Οι θιασώτες της ''όποιας λύσης'' με την Τουρκία, οι αριστούχοι της σχολής του κατευνασμού και συνάμα μονίμως μετεξεταστέοι στα μαθήματα Ιστορίας και Πολιτικού Ρεαλισμού, θα σπεύσουν να εξισώσουν τη Γαλλία με την ολλανδική αντιπολίτευση. Η Γαλλία έχει μακρά παράδοση στην προσπάθεια αφομοίωσης πολιτών άλλης προέλευσης. Είναι η χώρα που ουσιαστικά συνέχισε το έργο της αρχαίας Ελλάδας. Στο Παρίσι πήρε ξανά τα πάνω της η ελευθεροστομία, η ισηγορία, απέκτησε νόημα η ελευθερία και οικοδομήθηκε ο σημερινός τρόπος πολιτειακής οργάνωσης. Το έθνος-κράτος. Η διάκριση των εξουσιών πέρασε από τον Αριστοτέλη στον Μοντεσκιέ. Το ίδιο συμβαίνει και με τον Ελληνισμό ο οποίος έχει παράδοση στο να ''χωνεύει'' άλλους πολιτισμούς. Κανείς μεγάλος πολιτισμός δε φοβάται κανέναν άλλον. Ή τον συγχωνεύει ή απλώς τον κρατά σε απόσταση. Ο εκτροχιασμός της συζήτησης για το νέο Ανατολικό Ζήτημα και του πώς θα είναι οι σχέσεις της ΕΕ με την Τουρκία σε μια συζήτηση για τις θρησκευτικές ελευθερίες που θα καταλήξει στο ''Χριστιανισμός Vs Ισλάμ'' είναι άκαιρη και επικίνδυνη. Όχι μόνο γιατί η σημερινή Δύση έχει νομοθετημένες και θεσμοθετημένες όλες τις θεμελιώδεις ελευθερίες, αλλά και γιατί το πρόβλημα μας (εμάς, των Γάλλων, των Ιρλανδών, των Σλοβένων, των Πολωνών, των Αυστριακών και τελικά ακόμη και του Κυρίου Ρούτε) είναι ο τουρκοϊσλαμισμός ως σκέπη των τζιχαντιστών.

Για μας τελικά, πρόβλημα είναι η πολιτική ποδηγεσία των ακραίων στοιχείων από την Τουρκία η οποία επιθυμεί να αλλάξει τις ισορροπίες σε όλη την Ευρασία. Αυτό που διακυβεύεται όλους αυτούς τους μήνες, τους περασμένους και τους ερχόμενους, δεν είναι η Τελωνειακή Ένωση με την Τουρκία, ούτε καν οι κυρώσεις εναντίον της Τουρκίας. Διακυβεύεται το αν θα μείνουμε πιστοί ως Έλληνες σε κάτι που έχουμε συνεισφέρει στον πολιτισμένο κόσμο. Στο αν θα ζούμε όπως αξίζει και αρμόζει στα ανθρώπινα όντα ή στο αν θα μπούμε σε έναν ''διάλογο'' με ένα κράτος ταραξία το οποίο επιθυμεί να αλλάξει την καθημερινότητα εκατοντάδων εκατομμυρίων πολιτών. Οποιοσδήποτε εκτροχιασμός των παραπάνω θεμάτων και ο διαχωρισμός ''εθνικιστών'' και ''μετριοπαθών'', είναι η λάθος απάντηση στην Τουρκία η οποία έχει ποντάρει όλο της το πολιτικό κεφάλαιο σε έναν ακόμη διχασμό της ΕΕ, αυτή τη φορά πολύ πιο επικίνδυνο.

Η πραγματικότητα μας υποχρεώνει να σεβαστούμε περισσότερο την Ιστορία από τις απόψεις μας οι οποίες παραμένουν φωτογραφίες μπροστά στη μεγάλη εικόνα. Όπως πρέπει να κάνει η Ευρώπη, έτσι πρέπει να κάνει και η Ελλάδα με την Κύπρο. Να μιλούν περισσότερο με όρους συνόρων και όχι με όρους γεφυρών σε σχέση με αυτήν την Τουρκία. Κρατώντας παράλληλα την ελπίδα οτι η Τουρκία θα εισέλθει κάποια στιγμή στην κοινότητα των πολιτισμένων κρατών, δεν πρέπει να ξεχνάμε οτι δεν είναι καιρός για παραχωρήσεις και για διαλόγους με ένα κράτος που απειλεί ανοικτά λαούς και εκλεγμένους ηγέτες κρατών που με όλα τους τα κακώς κείμενα, παραμένουν έτη φωτός σε πολιτικό (και όχι μόνο) πολιτισμό από την Τουρκία. Η συμπαράσταση στη Γαλλία από την πλευρά του Ελληνισμού, πρέπει να είναι δεδομένη. Υποστηρίζουμε τη Γαλλία, όταν προστατεύουμε τα συμφέροντά μας απέναντι στην Τουρκία και εμείς οι ίδιοι. Το ίδιο οφείλουν να κάνουν και όλα τα κράτη της ΕΕ.

*Ο Αλέξανδρος Δρίβας είναι Research Fellow in Hellenic American Leadership Council (HALC)

 Πηγή:

Liberal.gr

Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2020

28.10.1940 - Ο πρώτος Έλληνας στρατιώτης που θυσιάστηκε για την πατρίδα


28.10.1940 - Ο πρώτος Έλληνας στρατιώτης που θυσιάστηκε για την πατρίδα

Ποιος ήταν..

 

«Πριν φανεί το πρωτοχάραγμα στις 5 το πρωί της 28ης Οκτωβρίου του 1940, τα κανόνια του εχθρού άρχισαν να βροντούν και να σκορπούν φωτιά και σίδερο. Το 21ο φυλάκιο των Ελληνοαλβανικών συνόρων, στο ύψωμα Γκόλιο κοντά στην Πυρσόγιαννη ήταν ο πρώτος στόχος. Εκεί στο χαράκωμα με το οπλοπολυβόλο στο χέρι ο Βασίλειος Τσιαβαλιάρης από την Πιαλεία Τρικάλων, πέφτει νεκρός. Ήταν ο πρώτος Έλληνας στρατιώτης που θυσιάστηκε για την πατρίδα, στο έπος του ΄40».

Με αυτά τα λόγια ο πρώην σχολικός σύμβουλος Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Τρικάλων Γιώργος Παπαβασιλείου, περιγράφει τον τραγικό θάνατο του ήρωα στρατιώτη ο οποίος άφησε πίσω του τρία παιδιά ορφανά, τον Νίκο, τον Γιώργο και την Αλεξάνδρα. Τελευταία του σκέψη, τελευταία του φράση για ό,τι πολύτιμο είχε ήταν, σύμφωνα με τον συνταξιούχο εκπαιδευτικό, «πάνε τα παιδούλια μου», αφήνοντας να τρέξει γρήγορα το ζεστό του αίμα.

Και συνεχίζει ο κ. Παπαβασιλείου, αναφερόμενος στη μαρτυρία του συγχωριανού του Χρήστου Αποστόλου Γιαννιού, ο οποίος υπηρετούσε στην ίδια μονάδα και βρισκόταν πιο πίσω, από τον Βασίλη Τσιαβαλιάρη: «Εγώ ήμουν λίγο πιο πίσω, ο Βασίλης ήταν μπροστά στο φυλάκιο. Διοικητή είχαμε το Συνταγματάρχη Δαβάκη. Νύχτα, μπροστά από τις 5 ακούσαμε να πέφτουν βροχή τα βλήματα στο φυλάκιο. Αργότερα ήρθαν πίσω οι άνδρες του φυλακίου. Ήρθε ένας και μου είπε: Πάει ο χωριανός σου, τον έφαγαν με τους όλμους, τον χτύπησαν στο μέτωπο, πάνω από το μάτι, τον φέραμε παραπίσω, είπαμε τον παπά να τον διαβάσει . Ήμουν ο πρώτος που τον έκλαψα».

Ο Βασίλειος Τσιαβαλιάρης, γιος του Γιάννη και της Αγόρως, το τέταρτο από τα πέντε παιδιά της οικογένειας γεννήθηκε το 1912 στην Πιαλεία Τρικάλων, ένα χωριό που βρίσκεται στα ριζά του Κόζιακα. Όσοι τον πρόλαβαν στη ζωή, προσθέτει ο κ. Παπαβασιλείου, – ο οποίος κατάγεται από το ίδιο χωριό- τον θυμούνται πολύ εργατικό, υπόδειγμα υπομονής, ήθους και καλοσύνης. Ανατράφηκε, συνεχίζει, εδώ στην Πιαλεία, με λιγοστά υλικά αγαθά, αλλά με ξεκάθαρες και πατροπαράδοτες αξίες, που είναι η πεμπτουσία του Έλληνα, την αγάπη για τη δικαιοσύνη, την εκτίμηση προς την οικογένεια, τον σεβασμό προς την πατρίδα, την πίστη στην Ορθοδοξία. Υπηρέτησε την κανονική στρατιωτική του θητεία στο 5ο Σύνταγμα Πεζικού από τον Σεπτέμβριο του 1933 έως το Νοέμβριο του 1934, με ιδιαίτερο ζήλο, και μετά την απόλυσή του επέστρεψε στο χωριό του για να δημιουργήσει την δική του οικογένεια. Στις 22 Ιουλίου του 1940 η πατρίδα εκάλεσε και πάλι το παιδί της να την υπερασπιστεί και ο Βασίλειος Τσιαβαλιάρης πατέρας τριών παιδιών πλέον, κατετάγη στο 5ο Σύνταγμα Πεζικού, και από εκεί στο 51ο Σύνταγμα Πεζικού για να πάρει στις αρχές Σεπτεμβρίου του 1940 θέση στο Επταχώρι στην πρώτη γραμμή.

Το απόσπασμα της Πίνδου με διοικητή τον Συνταγματάρχη Κωνσταντίνο Δαβάκη, αποτελούμενο από Τρικαλινούς και Καρδιτσιώτες είχε πάρει αμυντική διάταξη στα ελληνοαλβανικά σύνορα. Ο στρατιώτης Βασίλης Τσιαβαλιάρης, μαζί με λίγους ακόμα πατριώτες μας ανέλαβαν να υπερασπιστούν το 21ο φυλάκιο των Ελληνοαλβανικών Συνόρων στο ύψωμα Γκόλιο κοντά στην Πυρσόγιαννη.

Το πανεπιστήμιο Αθηνών, 60 χρόνια μετά, το 2000 έστησε τον ανδριάντα του στη γενέτειρά του, την Πιαλεία Τρικάλων, και κάθε χρόνο γίνεται τοπική εθνική γιορτή, τα «Τσιαβαλιάρεια», στην οποία και τιμάται ο πρώτος ήρωας του έπους 1940-΄41, παράλληλα τιμώνται και όλοι όσοι πολέμησαν στο έπος του ΄40.

https://www.militaire.gr/poios-itan-o-protos-ellinas-stratiotis-poy-thysiastike-gia-tin-patrida-sto-epos-toy-40/

 

Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2020

ΤΟ «ΑΝΑΘΕΜΑ» ΤΟΥ ΓΕΝΙΤΣΑΡΟΥ ΤΣΟΥΛΗ ΣΤΑ ΛΑΣΙΘΙΩΤΙΚΑ ΒΟΥΝΑ

 


ΤΟ «ΑΝΑΘΕΜΑ» ΤΟΥ ΓΕΝΙΤΣΑΡΟΥ ΤΣΟΥΛΗ ΣΤΑ ΛΑΣΙΘΙΩΤΙΚΑ ΒΟΥΝΑ

Η παράδοση «τιμωρεί» τον βιαστή με λιθοβολισμό! Όποιος περάσει πετά κι από μια πέτρα στον τάφο του

Κείμενο - φωτογραφίες: ΝΙΚΟΣ ΨΙΛΑΚΗΣ

Ψηλά στα Λασιθιώτικα βουνά, δίπλα σε έναν αρχαίο δρόμο – κόσμημα για την παραδοσιακή οδοποιία, υπάρχει ακόμη ένα φτωχό και απέριττο μνημείο, ένας σωρός από πέτρες. Είναι στημένος από γενιές και γενιές Κρητικών μόνο και μόνο για να θυμίζει την ιστορία και να παραδειγματίζει… Ένας Αγάς, λένε, θάφτηκε κάτω από τις πέτρες, σε ένα άτυπο αλλά διαχρονικό ανάθεμα. Ανάθεμα εναντίον του κάθε κατακτητή αλλά και του κάθε καταπατητή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

Βέβαια, ο σωρός που βλέπομε σήμερα δεν είναι ο ίδιος με αυτόν που υπήρχε ως το 1960. Την εποχή εκείνη οι μπουλντόζες άνοιγαν ένα καινούργιο δρόμο για να ενώσουν το Λασίθι με την Πεδιάδα και το Ηράκλειο. Και επειδή οι μπουλντόζες δεν έχουν μνήμη (και μάλλον την εχθρεύονται θανάσιμα), ο παλιός σωρός σκορπίστηκε μαζί με τα χώματα.

Χρειάστηκε να περάσουν κάμποσα χρόνια, να αντιδράσουν άνθρωποι που είχαν ζήσει ως παιδιά τη ζωντάνια της παράδοσης και να ξαναστήσουν το μνημείο. Άλλωστε, δεν χρειάζονταν ούτε μελέτες δραχμοβόρες ούτε εργολαβίες πολυδάπανες. Κουβάλησαν τις ίδιες πέτρες τις παλιές, όσες βρήκαν. Και τις άφησαν στην άκρη του δρόμου σχηματίζοντας σωρό. Σπονδή στην ιστορία και την παράδοση…

 


Η παράδοση ως αντίδοτο στη λήθη

Η παράδοση συνεχίζει να τιμωρεί… Κι ας έχουν περάσει δυο αιώνες από τότε, ίσως και παραπάνω. Άλλωστε, το ιστορικό γεγονός το σκεπάζει το σύθαμπο του θρύλου. Ιστορία και μύθος μπερδεύονται γλυκά και μέσα από το άτακτο ανακάτεμά τους προκύπτει… ένα τραγούδι!

Βλέποντας ένα μεσόκοπο βοσκό να πετά μια πέτρα με δύναμη και να φωνάζει «ανάθεμά σε», θυμήθηκα το τετράχρονο παιδί που κουβαλούσε από χιλιόμετρα μακριά το δικό του «πεσκέσι»: μια βαριά μαύρη σιδερόπετρα. Την πέταξε χωρίς να τολμήσει να προφέρει τη λέξη «ανάθεμα». Ήταν απαγορευμένη. Όπως κάθε λέξη που το αυστηρό ήθος του χωριού τη θεωρούσε βλαστήμια.

Ναι, τιμωρεί η παράδοση. Τουλάχιστον όσο μπορεί να μεταδίδεται από γενιά σε γενιά, όσο δεν σκεπάζει η λήθη τα γεγονότα που σημάδεψαν τις ζωές των προηγούμενων γενεών. Και ο δυνάστης που βίαζε γυναίκες δεν έχει δικαίωμα να αναπαυτεί. Τον κυνηγά για αιώνες η μνήμη. Και συνεχίζει να τον πετροβολά ακατάπαυτα.

Ο λόγος για τον Τσούλη. Έναν Γενίτσαρο – δυνάστη των κεντροανατολικών επαρχιών της Κρήτης. Είχε αδυναμία, λένε, στις όμορφες. Δηλαδή, παραβίαζε τον κώδικα της τιμής των κοινωνιών του κρητικού χωριού. Τσαλαπατούσε την ηθική τους. Κυριότερη πηγή ειδήσεων για τη ζωή και τη δράση του δεν είναι κάποια ιστορική αναφορά αλλά ένα παλιό τραγούδι, που σώθηκε σε κάμποσες παραλλαγές, όχι όμως ολόκληρο. Ωστόσο, το τραγούδι έχει τη δύναμη να διασώζει τα γεγονότα από τη λήθη και, παράλληλα, να τροφοδοτεί την ιστορική μνήμη, να τροφοδοτείται απ’ αυτήν. Δεν είναι στατικό το δημοτικό τραγούδι. Πλάθεται και ξαναπλάθεται. Άλλες φορές επειδή ο αφηγητής δεν θυμάται όλους τους στίχους. Άλλες φορές επειδή δεν ταιριάζουν στα δικά του αισθητικά κριτήρια και άλλες επειδή νοιώθει και ο ίδιος τον έρωτα της δημιουργίας.

Για την ταυτότητα του αιωνίως τιμωρούμενου Τσούλη ελάχιστα στοιχεία μας είναι γνωστά, παρά την φιλότιμη προσπάθεια που κατέβαλε το 1947-1948 ο στρατηγός Ι. Σ. Αλεξάκης, ο πρώτος που κατέγραψε τμήματα του τραγουδιού. Έχοντας ως πηγές ηλικιωμένους από τα χωριά του Οροπεδίου Λασιθίου, του Μεραμπέλλου και της Πεδιάδας, ο Αλεξάκης θεώρησε ως δεδομένο το έτος της εκδίκησης, το 1817. Δεδομένη θεωρεί και την ιστορία της οικογένειάς του. Σημειώνει ότι καταγόταν από την Κάτω Βάθεια, αυτό ήταν το χωριό του πατέρα του. Η μάνα του, λέει, ήταν από τη Ζίντα, ένα μικρό χωριό κοντά στο Αρκαλοχώρι. Και ο ίδιος κατοικούσε στους Ασκούς, κοντά στην αρχαία Λύκτο, κατάγναντι στα Λασιθιώτικα βουνά.

Ο Τσούλης, ένας Γενίτσαρος

Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 περιμάζεψα τις παιδικές μου μνήμες και έγραψα ένα σχετικό κείμενο, μαζί με μερικούς στίχους που είχα ακούσει και συγκρατήσει. Μετά τη δημοσίευσή τους συνάντησα ηλικιωμένες γυναίκες (τη Μαλαματένια Κοντάκη, τη Μαρία Γερακιανάκη και άλλες) σε μιαν αποσπερίδα στην Κασταμονίτσα. Οι λιγοστοί στίχοι συμπληρώθηκαν. Μαζί τους συμπληρώθηκε και ο χάρτης των συναισθημάτων. Από τη μια η έκδηλη ειρωνεία του ποιητή, η χαρά για την απαλλαγή από το μίασμα. Από την άλλη ο θρήνος, πότε πραγματικός και σπαρακτικός, πότε ειρωνικός κι εκείνος. Η παλλακίδα του δυνάστη μπορεί να θρηνεί. Και ο αφηγητής να καταλαβαίνει τον πόνο της αλλά να μην μπορεί να κάνει κι αλλιώς μπροστά σε μιαν αδυσώπητη ανάγκη να διασώσει τόσο το ίδιο το γεγονός όσο και το συναισθηματικό του περίβλημα.

Είχα ρωτήσει τότε για τον Τσούλη, για την καταγωγή και τη δράση του. Ελάχιστα ήταν γνωστά. Τούρκος ήταν, έλεγαν. Δηλαδή… Γενίτσαρος. Λέξη με λέξη ξεδιπλωνόταν μπροστά μου μια ιστορία χωρίς αριθμούς και χρονολογίες, μια ιστορία που ξέρει να ξεχωρίζει τα σημαντικά και να τα διασώζει στη μνήμη:

«Το σπίτι του βρισκόταν στους Ασκούς. Δηλαδή, τι σπίτι; Ένα κονάκι ονομαστό. Το είχε χτίσει ο παππούς του που όριζε το χωριό. Ήταν Χριστιανός ο παππούς του και καλός άνθρωπος. Στην αυλή είχε χτίσει μια εκκλησία. Ο Τσούλης την έκαμε τζαμί…» Τα χαλάσματά του στέκονται ακόμη.

Όλα αυτά παραπέμπουν σε μια οικογένεια εξισλαμισμένων Κρητών, ίσως και σε οικογένεια ενετικής καταγωγής, εκδοχή που την πρόσεξε και ο Αλεξάκης. Ωστόσο, το «κατηγορητήριο» εναντίον του Τσούλη δεν τελειώνει με τις γυναίκες που είχε ατιμάσει. Καθώς ήταν καλό παλικάρι και είχε δίπλα του στρατιά Ορτάκηδων, μπορούσε να κάνει ό,τι ήθελε. Κανένας κανόνας δικαίου δεν τον σταματούσε και καμιά εξουσία δεν μπορούσε να τον χαλιναγωγήσει. Για τους γνώστες της ιστορίας της Κρήτης η μη υπακοή σε αρχές και εξουσίες δεν ήταν εξαίρεση στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα. Οι Γενίτσαροι της Κρήτης ήταν κυριολεκτικά ανεξέλεγκτοι και ενοχλούσαν όχι μόνο τους ντόπιους χριστιανούς, αλλά και την ίδια την οθωμανική διοίκηση. ¨Έστηναν δικά τους μπαϊράκια και λειτουργούσαν σαν απόλυτοι και αυτοκέφαλοι άρχοντες.

Ο Τσούλης, λοιπόν, δεν άφηνε τίποτε όρθιο. Ούτε στην Πεδιάδα, ούτε στο Λασίθι. Λεηλατούσε τον μόχτο των πάμφτωχων αγροτών. Λέγεται ότι πήγαινε στα χωράφια κατά την εποχή του θέρους και έδινε εντολή να του θερίσουν τα ξένα χωράφια. Ή να του μαζέψουν τις ξένες ελιές. Για να αποφύγει την οργή των ντόπιων είχε ανακαλύψει ένα έξυπνο τέχνασμα: πετάλωνε ανάποδα το άλογό του. Οι χωρικοί έβλεπαν τα ζάλα αποτυπωμένα στο χώμα, τα ακολουθούσαν, αλλά τα σημάδια τους οδηγούσαν αλλού. 

 


 

Το τραγούδι του Τσούλη

Το ίδιο το δημοτικό τραγούδι είναι ένα από τα πιο εντυπωσιακά που μας έχει παραδώσει η δημώδης κρητική λογοτεχνία. Δεν είναι μόνο τα δραματικά στοιχεία που τονίζονται. Είναι και η περιγραφική ζωντάνια, οι καθαρές εικόνες που μεταδίδει, είναι οι σαφείς δηλώσεις του ηθικού κώδικα. Ο Αγάς χρησιμοποιεί τη μουσική για να ασελγήσει. Ο ποιητής δεν θέλει, όμως, τις κοπελιές να γίνονται πειθήνια όργανα του δυνάστη:

Δεν εκάμαμε παζάρι

για να κοιμηθούμ’ ομάδι

φέρονται να λένε, χωρίς καμιά άλλη επεξήγηση.

Στην περιγραφή του Τσούλη οι στίχοι παραδίδουν στη μνήμη την εικόνα ενός «φουντούλη» (κομψευόμενου) ευζωιστή. Περιγράφουν την πολυτελή ενδυμασία με τις τσόχινες βράκες, την άσπρη καμιζόλα, τα λευκά στιβάνια. Σπάνια σε δημοτικό τραγούδι δίνονται τόσες λεπτομέρειες για την αμφίεση ενός ανθρώπου. Μόνο στα τραγούδια του γάμου, στα παινάδια της νύφης μπορεί να το συναντήσει κανείς. Εκεί που η φροντίδα της ενδυμασίας κωδικοποιεί τη νοικοκυροσύνη.

 

Η παραλλαγή τη Κασταμονίτσας:

 

Φρουκαστείτε μου λιγάκι

να σας πω για τον Τσουλάκη.

Δεν ακούσατε μια φάμα

στο Λασίθι είντα κάμα;

Ο Τσουλάκης ξεφαντώνει

κοπελιές ανεμαζώνει,

το βιολί κρατεί στη χέρα

και γλεντίζει νύχτα μέρα.

- Κοπελιές, να μη βαριέστε

και να ’ρθείτε να χορέψτε,

κοπελιές, κι αν κουραστείτε

το χορό μη σταματήστε,

κοπελιές, κι αν κουραστείτε

μετά μένα κοιμηθείτε.

- Δεν εκάμαμε παζάρι

για να κοιμηθούμ’ ομάδι.

 

Ο Τσαούχης κι άλλος ένας

εμισέψαν αποσπέρας

στο πουσί παν και καθίζουν

τ’ άρματά ντως καθαρίζουν.

Κι ο Τσουλάκης κατεβαίνει

ροδαρά ξεφουντωμένη

με τσι τσόχινες τσι βράκες

και τσι δυο του σελταμάκες

με την άσπρη καμιζόλα

την ασημωτή μπιστόλα

με τα δυο του γιαταγάνια

με τα γαλανά στιβάνια,

τα βιολιά του τα παντέρμα

στα μουλάρια κρεμασμένα

και την παραδοσακούλα

να φουσκών’ ως την καπούλα.

 

Μα στση Χορτασάς το Λάκκο

τον εθέσαν άνω κάτω

και την κεφαλή του κόψαν

στον τρουβά την ετρυπώσαν

στο σκαρβέλι την κρεμούνε

και στσ’ Ασκούς την-ε περνούνε

και στσ’ Ασκούς στο Καροπούλι.

 

-Ε, Μαριό, Κοκκινοπούλι

πρόβαλε να δεις τον Τσούλη

τον Αγά σου το Φουντούλη

 που τον έχουνε σφαμένο

στο μουλάρι κρεμασμένο.

Και προβαίνει απ’ αραμάδα

και την πιάνει λιγωμάρα

και προβαίνει απανωπόρτι

και τα μάτια καταπότη

και προβαίνει το καημένο

και πομένει λιγωμένο.

Σαν επρόβαλε στην πόρτα

εμαράθηκαν τα χόρτα.

 

- Τσούλη, Τσούλη, Τσούλη, Τσούλη

καπετάνιο και φουντούλη

απού σε ’χα αλλαμένο

σαν τη ροδαρά σασμένο.

Τσούλη, Τσούλη, κανακάρη

ποιος να σε ταιριάξει πάλι

το βιολί σου το καημένο

στο μουλάρι κρεμασμένο

σήκω, γιε μου, να το παίξεις

το κορμί σου ν’ ανασταίξεις.

 

Η ενέδρα

Σε όλα τα χωριά γύρω από τα Λασιθιώτικα βουνά η ιστορία του Τσούλη ακούγεται ακόμη από τους μεγαλύτερους σε ηλικία. Ωστόσο, υπάρχουν μικρές ή μεγάλες παραλλαγές τόσο στο τραγούδι όσο και στην προφορική παράδοση. Μερικούς από τους στίχους που δημοσίευσε ο Αλεξάκης δεν τους άκουσα πουθενά τα τελευταία χρόνια. Και τα ονόματα των εκδικητών που μπροστάρεψαν τον δυνάστη δεν ακούγονται πλέον. Εφτά Κρητικοί, σύμφωνα με τον Αλεξάκη, κατέστρωσαν και εφάρμοσαν το σχέδιο της δολοφονίας. Στην παραλλαγή που κατέγραψα οι δράστες είναι μόνο δυο, ο Τσαούχης κι άλλος ένας. Να ήταν παρατσούκλι; Το Τσαούχης δεν παραπέμπει σε όνομα Κρητικού. Είναι, πιθανότατα, μορφή του «Τσαούσης», βαθμός κατώτερου αξιωματικού (υπαξιωματικού) του τουρκικού στρατού αλλά και συνηθισμένο παρωνύμιο στην Ελλάδα που δήλωνε τον τραχύ, τον αυταρχικό, τον βάρβαρο. Μου φαίνεται φυσικό να μην δηλώνει ο ανώνυμος ποιητής το αληθινό όνομα του δράστη και να τονίζει ρητά το «άλλος ένας» σα να θέλει να συσκοτίσει τα πράγματα και να αποκρύψει την ταυτότητα του δράστη.

Αγανακτισμένοι, λοιπόν, οι δράστες του φονικού πήγαν σε ένα βολικό τόπο, στο Λάκκο της Χορτασάς, νότια από τον παλιό θαυμάσιο δρόμο που διατηρούνταν από τα προϊστορικά χρόνια και συνέδεε τη Λύκτο με ένα στρατηγικό χώρο τον οποίο ήλεγχε. Ήταν η κύρια οδός που χρησιμοποιούσαν οι Καστρινοί όταν ανηφόριζαν στο Λασίθι. Αλλά και ο δρόμος από τον οποίο περνούσαν οι Λασιθιώτες για να κατεβάσουν στον κάμπο τα προϊόντα τους. Στάρι και κριθάρι, μήλα και πατάτες αργότερα, όταν είχε αρχίσει να διαδίδεται αυτό το προϊόν στην Κρήτη (μετά το 1870).

Για τις συνθήκες θανάτου του Τσούλη ακούγονται πολλές εκδοχές. Ο Αλεξάκης σημειώνει ότι τον σημάδεψαν με την πιστόλα και τον έριξαν κάτω. Άλλοι λένε ότι πετάχτηκαν στο δρόμο, το άλογο ξιπάστηκε και τον έριξε. Όπως και να ’χει το πράγμα, το τραγούδι δεν σταματά σε λεπτομέρειες. Παραδίδει το γεγονός με όλη την ένταση που απαιτείται: Του έκοψαν την κεφαλή, την έβαλαν σε ένα ντρουβά (τρίχινο σακίδιο μεγάλης αντοχής – σε ευρύτατη χρήση στην Κρήτη μέχρι και το 1970 περίπου), κρέμασαν το σακίδιο στα σκαρβέλια του ζώου και το άφησαν ελεύθερο.

Το μακάβριο μαντάτο

Όλα τα ζώα εργασίας, άλογα και μουλάρια και γαϊδούρια ακόμη, ξέρουν καλά τους δρόμους από τους οποίους συνηθίζουν να περνάνε. Ξέρουν και να πηγαίνουν κατ’ ευθείαν στο χώρο στον οποίο σταυλίζονται, αν τύχει και βρεθούν αδέσποτα. Αυτό φαίνεται να έγινε και με το μουλάρι ή το άλογο του Τσούλη. Με τον ντρουβά κρεμασμένο στο σκαρβέλι έφτασε στο αρχοντικό των Ασκών.

Σημάδι συμφοράς να εμφανιστεί το ζώο μονάχο χωρίς τον καβαλάρη του. Όποιος το έβλεπε ήξερε ή μάντευε τι μπορεί να είχε συμβεί. Και επειδή διηγούνται ότι ένα «μπιστικό» ζώο δεν εγκαταλείπει ποτέ τον αφέντη του αν τον δει σωριασμένο στη γη ύστερα από κάποιο ατύχημα, η εικόνα παραπέμπει σε σκοτωμό.

Στους Ασκούς περίμενε η Μαριώ η Κοκκινοπούλα, η φιλενάδα του Τσούλη. Ήταν Χριστιανή, από την οικογένεια των Κοκκίνηδων, Κόκκινων ή Κοκκινάκηδων. Και την είχε εκεί ως παρακοιμώμενη ο Τσούλης. Ακόμη κι αν την είχε αρπάξει με τη βία, όπως συνηθιζόταν εκείνα τα χρόνια, οι Κρητικοί δεν συγχωρούσαν ποτέ τέτοιες συμβιώσεις.

Ο θρήνος της παλλακίδας

Στο τελευταίο μέρος του τραγουδιού, εκεί όπου ανακαλύπτει η Μαριώ την τραγική κατάληξη του φίλου της, οι στίχοι αποκτούν έναν έντονα δραματικό τόνο. Επαναλαμβάνει τέσσερις φορές το όνομα του σκοτωμένου και η επανάληψη αυτή μετατρέπεται σε σπαρακτική επίκληση και έκφραση αβάστακτου πόνου: Τσούλη, Τσούλη, Τσούλη, Τσούλη… Δεν είναι μόνο η ανάγκη να τηρηθεί το τροχαϊκό μέτρο. Η συνεχής επανάληψη ακούγεται σαν πολλαπλή επίκληση, σαν προσπάθεια αποτροπής του αναπότρεπτου. Άλλωστε, η επανάληψη του ονόματος του νεκρού δεν είναι ασυνήθιστη στα κρητικά μοιρολόγια.

Οι τελευταίοι στίχοι περιγράφουν σπαρακτικές στιγμές, τη λιποθυμία, το μοιρολόι, τη δραματική ένταση που κορυφώνεται:

Σαν επρόβαλε στην πόρτα

εμαράθηκαν τα χόρτα.

Ο ποιητής προτιμά να μεταφέρει μια στερεότυπη εικόνα, αποκαλυπτική για την ένταση του πόνου. Στα δημοτικά μας τραγούδια τα χόρτα και τα δέντρα μαραίνονται μην αντέχοντας τον ανθρώπινο πόνο. Δεν λείπει, όμως, η ειρωνεία. Ο ποιητής δεν ενώνει τη φωνή του με το γυναικείο θρήνο, δεν δείχνει καθόλου να τον συμμερίζεται, δεν θρηνεί. Απεναντίας, κρατεί μια στάση ψυχρού παρατηρητή, χωρίς να κρύβει τη δική του ικανοποίηση για το γεγονός.

Στην παραλλαγή που δημοσιεύομε το τραγούδι τελειώνει με μοιρολόι. Ο σκοτωμένος ήταν δεινός μουσικός. Βιολάτορας. Κρεμούσε το βιολί στο άλογο και γύριζε τα χωριά. Οι τελευταίοι στίχοι δηλώνουν απλά τη δεξιοτεχνία του στη μουσική. Η παλλακίδα αναρωτιέται ποιος μπορεί να «ταιριάξει» το κομμένο κεφάλι με το σώμα που αγνοείται για να πιάσει πάλι το βιολί και να παίξει. Ίσως τότε η μουσική να κάνει το θαύμα της: να «ανασταίσει» το νεκρό σώμα… 

 


  Επίκληση στη μνήμη

Ήμουν τεσσάρων ή πέντε χρονών όταν πήγα για πρώτη φορά στο Λασίθι οδοιπορώντας. Οι ιστορίες του Τσούλη είχαν σημαδέψει την παιδική μου μνήμη. Άκουγα τους μεγάλους να λένε ότι δεν υπάρχει πια ούτε ίχνος πέτρας κοντά στου Τσούλη το Μνήμα. Όλοι όσοι είχαν περάσει από εκεί φρόντιζαν να τηρήσουν το έθιμο. Να αναθεματίσουν τον Τσούλη πετώντας του μια πέτρα. Φοβόμουν ότι δεν θα βρω πέτρα εκεί κοντά για να την πετάξω, όπως απαιτούσε το έθιμο, και αυτό μου φαινόταν σαν διάψευση. Ήμασταν μια μεγάλη παρέα, γονείς με τα γαϊδουράκια, συγγενείς, συγχωριανοί και φίλοι. Εγώ, ο μικρότερος της συντροφιάς. Θεωρούσα, φαίνεται, έκφραση πρόωρου ανδρισμού το να καταφέρω να περπατήσω τόσο δρόμο. Πάνω από τρεις ώρες πεζοπορία χρειαζόταν για να περάσεις όλο το βουνό και να βρεθείς στο μεγάλο πανηγύρι των Αγίων Αναργύρων στο Μέσα Λασίθι.

Περνώντας από τα ερείπια του υδραγωγείου της αρχαίας Λύκτου το μυαλό μου φωτίστηκε. Χιλιάδες πέτρες ήταν σκορπισμένες παντού. Σήκωσα μια, αλλά υποχώρησα μπροστά στο δυσανάλογο με τα μέτρα μου βάρος. Σήκωσα μιαν άλλη. Αυτή, μάλιστα. Μπορούσα να τη σηκώνω. Να ήταν ένα κιλό; Να ήταν παραπάνω; Δεν ξέρω. Θυμάμαι μόνο που καθώς ανηφόριζα στον ημιονικό δρόμο ζοριζόμουν πολύ, αλλά δεν το έλεγα. Δεν ήθελα να υποστώ την ταπείνωση του «δεν μπορώ» και μάλιστα μπροστά στα μάτια όσων με επαινούσαν λίγο πριν επειδή ήμουν ήδη «αντράκι».

Έτσι πέταξα την πρώτη πέτρα στου Τσούλη το Μνήμα. Ένιωθα να ξεπληρώνω ένα χρέος προς την ιστορία –μάλλον είχα αρχίσει να αισθάνομαι κιόλας το βάρος της. Ένιωθα, όμως, να ξαλαφρώνω και από το μεγάλο βάρος. Πάνω από μια ώρα σήκωνα τη δική μου πέτρα περπατώντας στο βουνό. Ίσως να είναι και η μοναδική πέτρα που έφτασε στο απέριττο μνημείο από τόσο μακριά!

Με τον ίδιο τρόπο, οδοιπορώντας, πήγα ξανά στα εννιά μου χρόνια, προσκοπάκι, στο Λασίθι. Στου Τσούλη το μνήμα κάναμε στάση. Ξεχυθήκαμε στη γύρω περιοχή αναζητώντας πέτρες. Κάποιοι βρήκανε. Άλλοι προσπαθούσαν να σπάσουν χαράκια για να βρουν την κατάλληλη πέτρα του αναθέματος. Όμως, ο μεγάλος σωρός δεν υπήρχε πλέον. Τον είχε παρασύρει η μπουλντόζα της ΜΟΜΑ και είχε θάψει τις πέτρες κάτω από το χώμα. Έτσι σχηματίστηκε ένας πολύ μικρός σωρός. Μάλλον δεν ήταν σωρός αλλά κάμποσες πέτρες τοποθετημένες τεχνηέντως η μια πάνω στην άλλη.

Όταν η μνήμη… λιθοβολεί!

Χειμώνας του 2011. Οδηγώντας στο γδαρμένο από τη βροχή δρόμο ανηφορίζω στην ανατολική πλαγιά του βουνού, πίσω από τον περίφημο Χώνο του Λασιθού. Από μακριά βλέπω ένα αγροτικό σταματημένο πάνω στη στροφή. Ο οδηγός του αναζητούσε μια πέτρα να την πετάξει. Πριν καταφέρω να πλησιάσω την είχε βρει, την είχε πετάξει και κινούσε για τα ψηλότερα μέρη του βουνού.

Έκανα το ίδιο σαν έφτασα. Η παιδική μνήμη με έσπρωχνε με αδυσώπητο πείσμα να επαναλάβω τον ανώδυνο λιθοβολισμό. Να τηρήσω το έθιμο βοηθώντας στη συντήρηση της ιστορικής μνήμης. Όλα ζωντάνεψαν με μιας. Και οι γριούλες, μακαρίτισσες όλες πια, που μου έλεγαν το τραγούδι γύρω στο 1982, και η συνοδεία που οδοιπορούσε προς το πανηγύρι έχοντας στολίσει με υφαντές πατανίες τα σωμάρια των ζώων.

Καθώς τριγυρνούσα γύρω από το απέριττο μνημείο και δεν έβρισκα ούτε μια πέτρα να πετάξω, θυμήθηκα πάλι τις διηγήσεις που άκουγε το τετράχρονο παιδί και τις ρουφούσε λέξη-λέξη, όπως ρουφά ένα καλό σφουγγάρι το νερό. Τόσες γενιές Κρητικών που είχαν περάσει από εκεί, τόσα αναθέματα, τόσες πέτρες χρειάστηκαν στους περαστικούς.

Βρήκα μια πέτρα και την πέταξα αμίλητος. Όπως τότε. Με το φωτογραφικό φακό να με παρακολουθεί. Και με τη μνήμη να με σημαδεύει. Όχι μόνο τη δική μου, όλες τις μνήμες μαζί, όλων των γενεών που διάβηκαν από τούτο το δρόμο. Δίπλα στον ξαναστημένο σωρό ο Δήμος Οροπεδίου έχει στήσει μια μεγάλη πέτρα, σαν πλάκα. Με γράμματα ανεξίτηλα, χαραγμένα πάνω, εξιστορεί το περιστατικό υιοθετώντας τις απόψεις του πρώτου καταγραφέα, του Στρατηγού Αλεξάκη. Κι αν το τονίζω, δεν είναι για να διαφωνήσω, αλλά για να πω ότι είναι δύσκολο να βάλεις την ταυτότητα του χρόνου σε ένα περιστατικό που διασώθηκε μόνο στόμα με στόμα. Μόνο η μελέτη των πηγών, του Τουρκικού Αρχείου Ηρακλείου δηλαδή, θα μπορούσε να ξεκαθαρίσει οριστικά την υπόθεση.

Καθώς αφήνω πίσω μου το «μνημείο» σκέφτομαι ότι δεν είναι πολύτιμη μόνο η γνώση της ιστορίας, αλλά και η μελέτη της λαϊκής ψυχής. Η μελέτη των τοπικών εθιμικών συνηθειών, ο τρόπος εκδίκησης, η δύναμη της παράδοσης, όλα αυτά μαζί…

Ο πανάρχαιος δρόμος

Ο παλιός δρόμος σώζεται ακόμη σε πολύ καλή κατάσταση, αν και χορταριασμένος σχεδόν σε όλο το μήκος του. Από τούτο το εξαίσιο κατασκεύασμα έχουν περάσει χιλιάδες άνθρωποι για μερικές χιλιάδες χρόνια! Πέρασαν οι Λύκτιοι της αρχαιότητας, πέρασαν ίσως και οι κάτοικοι της προϊστορικής Κρήτης. Από την ίδια «χάραξη», γιατί ήταν πάντα μονοπάτι που κατά καιρούς επισκευαζόταν. Άλλοι για δουλειές, άλλοι για τις αρχαίες γιορτές και τα πανηγύρια, όπως κι εκείνο το τετράχρονο παιδί της δικής μου μνήμης. Κι αν δεν πήγαιναν τότε στους Αγίους Αναργύρους μπορεί να πήγαιναν στο περίφημο Άντρον, το λατρευτικό σπήλαιο του ιερού όρους, για να λατρέψουν τον δικό τους θεό. Ο Δίας των ελληνικών χρόνων μπορεί και να καθοδηγούσε τα βήματά τους, όπως τα καθοδηγούσε αργότερα ένας ασκητής με άγρια γένια, ο Άη Γιάννης ο Μεσοκαμπίτης…

Ο δρόμος είναι εκεί κι ας μην χρησιμοποιείται πια. Ξεχασμένος στη μοίρα του κι ας είχε σπεύσει το ελληνικό κράτος να τον ανακηρύξει «εθνική οδό» λίγο μετά την ενσωμάτωση της Κρήτης στον εθνικό κορμό. Από τεχνικής πλευράς είναι ακόμη και σήμερα άψογος. Δείγμα εξαιρετικής μαστορικής τέχνης το ταίριασμα των λίθων στο παλιό καλντιρίμι, δείγμα υψηλής τεχνικής και τα έργα προστασίας, τα άνδηρα και τα προστατευτικά τοιχία. Μετά τη διάνοιξη του δρόμου από το Σελλί της Αμπέλου, η πέτρινη οδός άρχισε σταδιακά να εγκαταλείπεται. Όμως, οι παλιοί Λασιθιώτες εξακολουθούσαν να τη χρησιμοποιούν μέχρι και τη δεκαετία του 1970 ξέροντας ότι με οδοιπορία ολίγων ωρών κατέβαζαν στην Πεδιάδα τα προϊόντα τους.

Μνημεία δεν είναι μόνο τα «παλάτια» και τα ταφικά συγκροτήματα. Μνημεία, το ίδιο σημαντικά, είναι και οι αρχαίοι μας δρόμοι. Όσοι απέμειναν ακόμη αλώβητοι. Όσοι σώθηκαν από την καταστροφική μανία του σύγχρονου θεριού με τις μπουλντόζες, του θεριού που λέγεται άνθρωπος και «ειδικεύεται» στο να σβήνει τα ίχνη των παλαιότερων πολιτισμών… 

Πηγή:

http://www.karmanor.gr/el/article/i-paradosi-timorei-ton-viasti-me-lithovolismo