Translate -TRANSLATE -

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΛΑΜ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΛΑΜ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 24 Φεβρουαρίου 2023

Οι κρυφές όψεις του φερετζέ

 


Οι κρυφές όψεις του φερετζέ

Ένα κείμενο όπου η γνωστή μαροκινή κοινωνιολόγος Φατίμα Μερνίσι συνδέει την υποχρέωση των γυναικών του αραβικού κόσμου να κυκλοφορούν καλυμμένες και «αόρατες» από τα ανδρικά βλέμματα με την ακόμη πανίσχυρη αντίληψη ότι ο δημόσιος χώρος ανήκει αποκλειστικά στους άνδρες

Γράφει η Fetima Mernissi

Σύμφωνα με την παράδοση, οι γυναίκες, εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις, δεν πρέπει να χρησιμοποιούν τον δημόσιο χώρο, καθώς με τον τρόπο αυτό «εισβάλλουν» στο σύμπαν της Ουμά (της κοινότητας των πιστών του Ισλάμ). Κι όταν το κάνουν, οφείλουν να τηρούν τις καθιερωμένες εθιμοτυπικές συμπεριφορές, δηλαδή να φορούν κάλυμμα και να επιδεικνύουν την πρέπουσα σεμνότητα' με άλλα λόγια, να περπατούν με γειρτούς τους ώμους και χαμηλωμένα τα μάτια. Οι Μαροκινές φορούν το κάλυμμα μόνο όταν βγαίνουν από το σπίτι τους στο δρόμο, το χώρο δηλαδή που θεωρείται αποκλειστικά ανδρικός. Το κάλυμμα σημαίνει ότι η γυναίκα είναι παρούσα στον κόσμο των ανδρών, παραμένει ωστόσο αθέατη, αφού στην ουσία δεν έχει δικαίωμα να βρίσκεται εκεί.

Από τη στιγμή που συνοδεύονται, οι γυναίκες έχουν δικαίωμα να διεισδύσουν στο ανδρικό σύμπαν και να πραγματοποιήσουν τις παραδοσιακές τους επισκέψεις στο χαμάμ ή στον τάφο του εγχώριου αγίου. Η επίσκεψη στο χαμάμ γινόταν δύο φορές το μήνα, ενώ η επίσκεψη στον τάφο του αγίου μία ή δύο φορές το χρόνο, συνήθως την 27η ημέρα του Ραμαζανιού. Και στις δύο περιπτώσεις, ήταν υποχρεωτική η άδεια του συζύγου. Τη συνοδεία αναλάμβανε μια γυναίκα ηλικιωμένη και «ασεξουαλική», συνήθως η πεθερά.

Στην παραδοσιακή κοινωνία, μονό η ανάγκη και η φτώχεια μπορούσαν να

δικαιολογήσουν την απουσία μιας γυναίκας από την εστία της. Και παραδοσιακά, μόνον οι πόρνες ή οι γυναίκες που έχασαν το λογικό τους περπατούσαν ελεύθερες στους δρόμους. Είναι ενδεικτικό ότι, σύμφωνα με μια παλαιότερη μελέτη, ο νεαρός επαρχιώτης που φθάνει στην πόλη θεωρεί ότι κάθε γυναίκα που βρίσκεται στο δρόμο είναι σεξουαλικά διαθέσιμη. Έτσι, η παρουσία των γυναικών σε ένα χώρο που θεωρείται ανδρικός είναι ταυτόχρονα πρόκληση και ύβρις. : Καθώς όμως οι γυναίκες οφείλουν να μετακινηθούν ελεύθερα στο δρόμο προκειμένου να πάνε στο σχολείο ή στη δουλειά τους, ο εκσυγχρονισμός εκθέτει υποχρεωτικά άπειρες γυναίκες σε μια δημόσια παρενόχληση, λιγότερο ή περισσότερο συστηματική. (...)

Μια γυναίκα είναι πάντοτε παρείσακτη σε ένα χώρο που ανήκει στους άνδρες, γιατί θεωρείται εξ ορισμού αντίπαλος. Δεν έχει δικαίωμα να χρησιμοποιεί τους ανδρικούς χώρους και, όταν το τολμά, διασαλεύει την τάξη και ταράζει την πνευματική ηρεμία του άνδρα. Στην πραγματικότητα, απλώς και μόνο το ότι βρίσκεται εκεί όπου δεν έπρεπε να είναι συνιστά πράξη επιθετική. Κλονίζει την τάξη του Αλλάχ προτρέποντας τους άνδρες να υποπέσουν σε ζινά (παράνομη σεξουαλική επαφή). Έτσι, ο άνδρας διακινδυνεύει την ησυχία του, την ασφάλεια του, την εύνοια του Αλλάχ, το κοινωνικό του κύρος.

Η κατάσταση επιδεινώνεται όταν η γυναίκα δεν φορά το κάλυμμα της. Στο Μαρόκο, για μια γυναίκα που δεν είναι καλυμμένη χρησιμοποιείται η έκφραση «αριάνα», δηλαδή γυμνή. Σήμερα, οι περισσότερες γυναίκες που πηγαίνουν στο σχολείο ή εργάζονται έξω από το σπίτι δεν φορούν κάλυμμα. Τα δύο λοιπόν αυτά στοιχεία, ότι δηλαδή είναι παρείσακτες, και μάλιστα γυμνές, συνιστούν μια πράξη απροκάλυπτης επιδειξιομανίας. Σύμφωνα, επομένως, με την τρέχουσα ιδεολογία, η παρενόχληση που μας επιφυλάσσουν οι άνδρες στο δρόμο είναι η προφανής απάντηση στη «δική μας» επίθεση. Έτσι νομιμοποιούνται να ακολουθούν με τις ώρες μια γυναίκα, να την ακουμπούν όταν τους δοθεί η ευκαιρία, να της επιτίθενται λεκτικά, κι όλα αυτά με την ελπίδα ότι θα την πείσουν να πάει μέχρι το τέλος την επιδεικτική της συμπεριφορά. Κατά τη διάρκεια της αλγερινής επανάστασης, το εθνικιστικό κίνημα χρησιμοποίησε τις γυναίκες για μεταφορά μηνυμάτων και όπλων. Ένα από τα προβλήματα που αντιμετώπισε τότε το επαναστατικό αυτό κίνημα ήταν η παρενόχληση που υφίσταντο οι γυναίκες από τους «αδελφούς» τους Αλγερινούς που τις έπαιρναν για πόρνες και τις εμπόδιζαν να εκτελέσουν το έργο τους. Επεισόδια αυτού του τύπου είναι συχνά και στην παλαιστινιακή κοινωνία, όπου οι γυναίκες συμμετέχουν ενεργά στον αγώνα.

Πηγή :

(Fetima Mernissi, Sexe, idéologie, Islam,

Εκδόσεις Tierce, Παρίσι 1983, σσ. 162-7).

 

Τρίτη 23 Ιουλίου 2019

Το «φυλακισμένο» χαμάμ έγινε κέντρο πολιτισμού και Μουσείο Τσιτσάνη




Το «φυλακισμένο» χαμάμ έγινε κέντρο πολιτισμού

Το μουσείο διαθέτει δύο μουσειακούς χώρους. Στο ισόγειο βρίσκεται το αντρικό και γυναικείο χαμάμ που χρονολογείται από τον 16ο αιώνα και αναδείχθηκε από την αρχαιολογική σκαπάνη, ενώ ανεβαίνοντας θα ανακαλύψετε πλούσιο οπτικοακουστικό υλικό από το έργο του μεγάλου δημιουργού.

Οι τοίχοι καλύφθηκαν με τσιμέντο και καταστράφηκε ο πολύχρωμος ισλαμικής αρχιτεκτονικής διάκοσμός τους, όπως και του δαπέδου όμως τελικά ο δήμος που παρέλαβε το κτήριο προχώρησε στην ανάδειξη του με επιτυχία.
Μέχρι πριν από δεκατρία χρόνια οι τοίχοι του στέναζαν από τα βάσανα των ισοβιτών και φιλοξενούσαν χαρακιές για τις μέρες που απέμειναν μέχρι οι κρατούμενοι να πάρουν το πολυπόθητο χαρτί της αποφυλάκισης. Κανείς όμως δεν γνώριζε τότε πως το πριν από το 1896 παλιό κτίριο των φυλακών Τρικάλων ήταν ένα τεράστιο χαμάμ, από τα μεγαλύτερα της περιοχής με τρία μεγάλα λουτρά, ανάμεσα τους και αυτό του Οσμάν Σαχ, του πασά που πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του εκεί, όπου και βρίσκεται σε μικρή απόσταση και το μαυσωλείο του.
Η παρατηρητικότητα ενός αρχαιολόγου για το πάχος ενός τοίχου κατά τον έλεγχο του κτιρίου, το οποίο περιήλθε στην κυριότητα του Δήμου Τρικάλων οδήγησε σε μια σπουδαία ανακάλυψη και τελικά στη δημιουργία ενός νέου πολυχώρου πολιτισμού.
Οι φυλακές είχαν χτιστεί στους χώρους του χαμάμ, όχι πάνω, ούτε δίπλα, αλλά ακριβώς στο ίδιο επίπεδο των λουτρών. Οι τοιχοδομίες καλύφθηκαν τότε από τσιμέντο -και καταστράφηκαν-, το δάπεδο ενισχύθηκε -και καταστράφηκε επίσης- ο πολύχρωμος διάκοσμος, μοναδικό δείγμα ισλαμικής αρχιτεκτονικής, εξαφανίστηκε. «Ήταν σαν κάποιος να ήθελε να σβήσει τα οθωμανικά μνημεία. Δεν εξηγείται αλλιώς το πως χτίστηκαν οι φύλακές το 1896 στον χώρο του χαμάμ και κανείς δεν ανέφερε τίποτε. Τώρα που κάνουμε αντιστροφή της μνήμης, αναρωτιόμαστε γιατί έγινε όλη αυτή η καταστροφή», είπε στο «Έθνος», ο τότε (2011) δήμαρχος Τρικάλων, Χρήστος Λάππας.
Το χαμάμ του Οσμάν Σαχ αναφέρεται από τον Οθωμανό γεωγράφο Κιατίπ Τσελεπί από τα μέσα του 17ου αιώνα, όταν επισκέφτηκε τα Τρίκαλα και θαύμασε το κάστρο, τα τζαμιά, τους πολλούς κήπους και τα εξαιρετικά λουτρά.
Η έρευνα της 19ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων το 2011 αποκάλυψε δύο εισόδους. Όπως είπε στο «Έθνος», ο αρχαιολόγος, Σπύρος Κουγιουμτζόγλου, η μία βλέπει στα νότια, προς το Κουρσούμ Τζαμί (μολυβένιο τζαμί) και την οποία χρησιμοποιούσαν οι άντρες, που μετά το μπάνιο πήγαιναν για προσευχή, ενώ η άλλη στα βόρεια ήταν αποκλειστικά για τις γυναίκες. Στο εσωτερικό του υπήρχαν τρεις χώροι για το κάθε φύλο, τα αποδυτήρια, ο χλιαρός χώρος και ο ζεστός χώρος, που όπως φαίνεται είχε μεγάλα τόξα με κόκκινα τούβλα και σχέδια στο χρώμα της ώχρας.


Λουτρά
Όταν το κτήριο πέρασε στον Δήμο και ενεπλάκησαν οι αρχαιολόγοι σε βάθος περίπου ενός μέτρου από τη στάθμη του τότε δαπέδου, υπήρχαν ίχνη υδραυλικού κονιάματος, που οδηγούσαν στο δάπεδο των λουτρών, όπως ήταν όταν χτίστηκαν.
«Με βάση τα στοιχεία αυτά και λαμβάνοντας υπόψη τους τύπους των οθωμανικών λουτρών οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για ένα σημαντικό συγκρότημα λουτρών της οθωμανικής περιόδου. Η τετράγωνη και μεγάλη κάτοψη του κτίσματος, (34Χ 26,50 μ.) και η ύπαρξη δύο εισόδων σε συνδυασμό με την άποψη του Οθωμανού περιηγητή, μας οδηγεί στη διπλή χρήση των λουτρών, τόσο από άντρες, όσο και από γυναίκες», είχε πει  ο κ. Κουγιουμτζόγλου.
Πρόσθεσε ακόμα πως αν εξαιρέσει κανείς κάποια μαρμάρινα κομμάτια, οι γούρνες και ο υπόλοιπος εξοπλισμός έχουν χαθεί, ενώ οι πρώτες εκτιμήσεις θέλουν το χαμάμ να έφτανε σε ύψος τα 5 μέτρα.  
Τελικά μετά από κάποιο διάστημα όλα άλλαξαν. Περνώντας κάποιος έξω από τις παλιές φυλακές των Τρικάλων τις έβλεπε να μεταμορφώνονται. Να αλλάζουν και να μετατρέπονται από χώρο σωφρονισμού σε χώρο πολιτισμού. Εκείνα τα παλιά συρματοπλέγματα κι ο μαντρότοιχος που απωθούσαν τους περαστικούς και τα γεμάτα περιέργεια βλέμματα για τη ζωή εκεί μέσα, εκείνα τα παλιά συρματοπλέγματα κι ο μαντρότοιχος που ήταν φυλακή για τους έγκλειστους, έπαψαν να υπάρχουν. Ο χώρος ξαναζωντάνευε σιγά σιγά και σύντομα θα αποτελούσε ένα ακόμη σημείο αναφοράς για την πόλη. Ένας χώρος που θα παρουσιάζε στο κοινό τους κρυμμένους θησαυρούς του που, πέρα από τις αρχαιολογικές ανακαλύψεις κρύβουν καημούς, θλίψη, πόνο, ανθρώπινες ιστορίες, κρύβει εγκληματικές πράξεις κι αδικίες της ζωής…
Το κτιριακό αυτό συγκρότημα στα νότια της πόλης των Τρικάλων κι επί της οδού Καρδίτσης αναδείχθηκε και μετατράπηκε σε κόσμημα. Αυτός ο χώρος δεν θυμίζει σε τίποτα το κτίριο των 4.814,69 τ.μ. της εποχής που ήταν φυλακές.


Οι παλιές φυλακές

«Το κτίριο των φυλακών κατασκευάστηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1890-1900, με το κεντρικό διώροφο κτίσμα να οικοδομείται στη θέση του δίδυμου λουτρού (χαμάμ), το οποίο αποτυπώνεται σε τοπογραφικό διάγραμμα της πόλης του 1885, ενώ οι πρώτες πληροφορίες για τη χρήση του ως φυλακές είναι γνωστές μετά το 1896» διαβάζουμε στο ενημερωτικό φυλλάδιο που έχει εκδώσει η 19η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων.
Το κτιριακό συγκρότημα των πρώην ποινικών φυλακών αποτελείται από ένα κεντρικό διώροφο κτίσμα, το οποίο άρχισε να κατασκευάζεται το 1901, ενώ η σημερινή κατάσταση είναι προϊόν της ανακαίνισης που άρχισε μετά τον καταστρεπτικό σεισμό του 1954 και διήρκησε μέχρι το 1957, με ανακατασκευή κυρίως του ορόφου. Το 2006 με τη μεταφορά των φυλακών το κτιριακό συγκρότημα παραχωρήθηκε στο Δήμο Τρικκαίων.
Το ισόγειο του διώροφου κτίσματος καλύπτει οθωμανικό λουτρό έκτασης 850 τ.μ. περίπου, το οποίο ταυτίζεται με το χαμάμ του Οσμάν Σαχ, που αναφέρει ο Εβλιγιά Τσελεμπί και το οποίο αποτυπώνεται στο τοπογραφικό διάγραμμα του 1885. Το οθωμανικό λουτρό των Τρικάλων, είναι δίδυμο, με το ανδρικό τμήμα να αναπτύσσεται στη νότια πλευρά και το γυναικείο στη βόρεια.
Η εξέλιξη των χαμάμ ήταν τέτοια, ώστε ο χρόνος που περνούσε κάποιος σε αυτά να αντανακλά κατά κάποιον τρόπο κοινωνικές ανάγκες κι επηρεάζει την αρχιτεκτονική των κτιρίων αυτού του είδους, αφού ο χώρος υποδοχής-προετοιμασίας αποκτά όλο και περισσότερη σημασία. Είναι σημαντικό ακόμη ότι όλη η διαδικασία γίνεται με τρεχούμενο νερό, δηλαδή νερό που χύνεται στο σώμα με ειδικά σκεύη κι όχι με εμβαπτισμό σε λουτήρα (στάσιμο νερό). Στο χαμάμ των Τρικάλων παρακολουθεί κάποιος όλη την περιγραφόμενη εξέλιξη ενός χαμάμ, καθώς πρόκειται για κτίσμα αρκετά συγκροτημένο, σωστά δομημένο που ακολουθεί τη διάταξη των χαμάμ που χρονολογούνται από τον 15ο – 17ο αι.

Μαρτυρία από το παρελθόν


Όταν ο Οθωμανός περιηγητής Εβλιγιά Τσελεμπί περιέγραφε την περιοχή γύρω από το Κουρσούμ Τζαμί των Τρικάλων «ως ένας τόπος της πόλης για περιπάτους, τερπνός με ευχάριστη ατμόσφαιρα, εξοχικός, γεμάτος λουλούδια…» κανείς δεν θα μπορούσε να φανταστεί ότι τα λουτρά του Οσμάν Σαχ που τοποθετούνται από τους περιηγητές σ’ αυτόν τον ειδυλλιακό χώρο, στα τέλη του 19ου αι., θα αποτελούσαν τμήμα του συγκροτήματος των πρώην ποινικών φυλακών Τρικάλων. Το Οθωμανικό λουτρό, έστω και τραυματισμένο από το χρόνο και από τις ανθρώπινες επεμβάσεις, αποκαλύφθηκε πρόσφατα…

Οι χώροι


Οι χώροι που θα συναντήσουμε κατά την ξενάγησή μας είναι:
Ο ψυχρός χώρος του ανδρικού τμήματος (αποδυτήρια)
Ο ζεστός χώρος
Ο ψυχρός χώρος του γυναικείου τμήματος
Ο χλιαρός χώρος
Ο θερμός χώρος

Το Μουσείο Τσιτσάνη


Αξίζει να αναφέρουμε ότι στον επάνω όροφος του κτιριακού συγκροτήματος λειτουργεί το μουσείο Τσιτσάνη.
Περισσότερο από κάθε άλλον δημιουργό ο Τσιτσάνης έκανε το λαϊκό τραγούδι υπόθεση όλων. Είναι ο ευφάνταστος εκσυγχρονιστής του ρεμπέτικου, αυτός που το έβγαλε από το περιθώριο, συνθέτης με μελωδικότητα, στιχουργός με αμεσότητα και αίσθημα, αριστοτέχνης στο μπουζούκι.
Στα Τρίκαλα, όπου γεννήθηκε ο Βασίλης Τσιτσάνης τον Ιανουάριο του 1915, χρόνια προσπαθούν να φτιάξουν ένα μουσείο που να αρμόζει σε έναν από τους μεγαλύτερους λαϊκούς μας συνθέτες, στιχουργούς και τραγουδιστές του 20ού αιώνα που καθόρισαν το μέλλον του ελληνικού τραγουδιού.
Να όμως που το μουσείο –ή, πιο σωστά, το Κέντρο Έρευνας - Μουσείο Τσιτσάνη– άνοιξε τελικά τις πύλες του στον α’ όροφο του ανακαινισμένου μουσείου στον χώρο των πρώην φυλακών Τρικάλλων.
Τέσσερις αίθουσες αποτελούν το μουσείο, περίπου 100 τ.μ. η κάθε μία, όσο ήταν κάθε κελί το οποίο στέγαζε 70 φυλακισμένους μαζί και βαρυποινίτες. Η έκθεση ξεκινάει με πολλά βιογραφικά στοιχεία, οπτικοακουστικό υλικό και ένα χρονολόγιο με τους σημαντικότερους σταθμούς και τις μουσικές συναντήσεις στην καριέρα του συνθέτη, ανάμεσά τους με τη Μαρίκα Νίνου, τη Σωτηρία Μπέλλου, τον Γρηγόρη Μπιθικώτση και βέβαια τον Μίκη Θεοδωράκη και τον Μάνο Χατζιδάκι, οι οποίοι εμπνεύστηκαν από το έργο του.
«Η δεύτερη αίθουσα περιλαμβάνει υλικό από την έκθεση που είχε επιμεληθεί ο Κώστας Χατζηδουλής για τα 25 χρόνια από τον θάνατο του συνθέτη, το οποίο μας παραχώρησε, ενώ στον ίδιο χώρο μέσα από ένα διαδραστικό πρόγραμμα μπορεί ο επισκέπτης να επιλέξει τραγούδια από δίσκους των 78 στροφών και δίσκους βινυλίου, ντοκουμέντα σπάνια καθώς και αυθεντικές εκτελέσεις. Αυτό το τμήμα της έκθεσης εντυπωσιάζει ιδιαίτερα τους νέους σε ηλικία επισκέπτες».
Η επόμενη αίθουσα είναι χώρος πολλαπλών χρήσεων, ενώ η τελευταία παρουσιάζει στο κοινό λεπτομέρειες για την ιστορία της πόλης, των οθωμανικών λουτρών και των παλιών φυλακών οι οποίες λειτουργούσαν έως το 2006, όπως υπογραμμίζει η κ. Μητσιάδη. Ακόμη, ιστορίες για τραγούδια του συνθέτη που συνδέονται με τις φυλακές, όπως του Σακαφλιά που σκότωσαν «Στα Τρίκαλα στα δυο στενά». Το περιστατικό συνέβη σε εκείνες τις φυλακές· όσο για τον Σακαφλιά, δεν ήταν κι από τα καλύτερα… παιδιά. Τώρα, η συγκεκριμένη επιτυχία του Τσιτσάνη, που έγραψε και τους στίχους, ακούγεται από τα «τυφλά» τηλέφωνα που διακοσμούν σήμερα την έκθεση και κάποτε χρησιμοποιούσαν για επικοινωνία κατά τη διάρκεια του επισκεπτηρίου οι κρατούμενοι. Η έκθεση θα ολοκληρωθεί εντός του χρόνου με την παρουσίαση προσωπικών αντικείμενων του συνθέτη, τα οποία έχουν καταγραφεί από τη Διεύθυνση Νεότερης Πολιτιστικής Κληρονομιάς του υπουργείου Πολιτισμού. Πρόκειται για γραμμόφωνα, πικάπ, φωτογραφικές μηχανές «που μαρτυρούν ότι ο Βασίλης Τσιτσάνης ήταν και γκατζετάκιας της εποχής του. Επίσης έχουν ψηφιοποιηθεί όλα του τα τραγούδια γιατί το μουσείο είναι μέρος του κέντρου έρευνας το οποίο περιλαμβάνει και βιβλιοθήκη»

Το Κουρσούμ Τζαμί, ένα τζαμί του 1557!


Αυτό βρίσκεται σε απόσταση αναπνοής από τις πρώην φυλακές Τρικάλων και είναι το μόνο σωζόμενο, από τα πολλά οθωμανικά τζαμιά που υπήρχαν στα Τρίκαλα. Ιδρυτής του ήταν ο Οσμάν Σαχ, γιος του διοικητή της Τρίπολης Συρίας Μουσταφά Πασά, ο οποίος βρέθηκε γύρω στα 1500 εξόριστος στα Τρίκαλα, εξαιτίας της ανάμειξής του σε δολοπλοκίες για τη διαδοχή του θρόνου. Το τζαμί αυτό είναι ένα από τα 79 -το μοναδικό που σώζεται σε ελληνικό έδαφος- που οικοδόμησε ο ονομαστός αρχιτέκτονας του 16ου αιώνα, Σινάν.
Το τέμενος αποτελείται από μια τετράγωνη αίθουσα προσευχής που καλύπτεται με πελώριο ημισφαιρικό θόλο και μία στοά που καταστράφηκε στο παρελθόν και αναστηλώθηκε γύρω στα 2010 Πιθανολογείται ότι χτίστηκε το 1557, στις όχθες του ποταμού Ληθαίου και περιβαλλόταν από άλλα σημαντικά ευρήματα. Δίπλα ακριβώς βρίσκεται το μαυσωλείο, όπου θάφτηκε ο Οσμάν Σαχ και σήμερα φιλοξενεί αρχαιολογικά ευρήματα.

Πηγές


  • Εφημερίδα Έθνος 27.08.2011 : «Στο φως το «φυλακισμένο» χαμάμ» ρεπορτάζ της Μαρίας Ριτζαλέου

  • Trikallaview.gr 01.03.2017 : «Στα… άδυτα του χαμάμ στις πρώην φυλακές των Τρικάλων» της Βιβής Μαργαρίτη

  • Καθημερινή 14.01.2017 : Ο Τσιτσάνης, οι Φυλακές Τρικάλων και το χαμάμ της Γιώτας Σύκκα


Σάββατο 8 Ιουνίου 2019

Προφήτης Μωάμεθ (Μουχάμαντ ιμπν Αμπντ Aλλάχ)

 Περσική μινιατούρα με θέμα την αποκάλυψη του Γαβριήλ στον Μωάμεθ (1307)

 Προφήτης Μωάμεθ (Μουχάμαντ ιμπν Αμπντ Aλλάχ)


Ο Μωάμεθ (Μουχάμαντ ιμπν Αμπντ Aλλάχ, 22 Απριλίου 571 - 8 Ιουνίου 632) ήταν Άραβας ηγέτης από τη Μέκκα, ο οποίος ένωσε την Αραβία σε ένα ενιαίο θρησκευτικό κράτος υπό το Ισλάμ.
Σύμφωνα με τους παραδοσιακούς Μουσουλμάνους βιογράφους, γεννήθηκε περίπου το έτος 571 μ.Χ. στη Μέκκα (Μακκά) και πέθανε στις 8 Ιουνίου 632 μ.Χ. στη Μεδίνα (Μαντίνα)· και οι δυο αυτές πόλεις βρίσκονται στην περιοχή Χετζάζ της σημερινής Σαουδικής Αραβίας. Κατά γράμμα, Μωάμεθ σημαίνει «ιδιαίτερα αξιέπαινος» στην αραβική γλώσσα.
Θεωρείται από τους Μουσουλμάνους ότι υπήρξε ο τελευταίος προφήτης ο οποίος στάλθηκε για να καθοδηγήσει την ανθρωπότητα με το άγγελμα του Ισλάμ. Ο Μωάμεθ καθόρισε με το θρησκευτικό του μήνυμα και τις πολιτικές-κοινωνικές πρωτοβουλίες του την εξέλιξη του αραβικού κόσμου και επηρέασε την ανθρώπινη ιστορία. Σύμφωνα με το Ιερό Κοράνιο, ο Μωάμεθ είναι «Προφήτης» και «Απόστολος του Θεού», «ο τελευταίος αγγελιοφόρος» του Θεού ο οποίος στάλθηκε για να αποσαφηνίσει τις Γραφές στους πιστούς. (Κοράνιο 2:101· 5:13-19· 9:32, 33)
Με βάση την ηλικία του θανάτου του, τα χρόνια της παρουσίας του στη Μέκκα και στη Μεδίνα, καθιερώνεται η άποψη πως ήταν περίπου σαράντα ετών όταν ξεκίνησε να κηρύττει ως προφήτης. Σύμφωνα με τον Ιμπν Ισχάκ, και όπως είναι ευρύτερα αποδεκτό, γεννήθηκε κατά τον τρίτο μήνα του ισλαμικού ημερολογίου (Rabi' al-awwal).
Αρκετά ποιήματα υποστηρίζουν την υπόθεση πως ανήκε στην επιφανή πατριά της Μέκκας Μπανού Χασίμ, η οποία ωστόσο φαίνεται πως δεν ευημερούσε κατά την περίοδο του Μωάμεθ[10]. Ο πατέρας του, Αμπντ Αλλάχ, πέθανε λίγους μήνες πριν τη γέννησή του,  ενώ η μητέρα του, Αμίνα, πέθανε όταν ο Μωάμεθ ήταν έξι ετών. Την ανατροφή του ανέλαβε τότε ο παππούς του και ο θείος του. Η έμφαση που δίνεται στις ισλαμικές κοινωνίες γύρω από την προστασία των ορφανών πηγάζει εν μέρει από το γεγονός πως ο ίδιος ο Μωάμεθ υπήρξε ορφανός. Το οικογενειακό δέντρο της μητέρας του συνδεόταν πιθανώς με τη Μεδίνα, χωρίς να διευκρινίζεται σαφώς με ποιο τρόπο. Για τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια λίγα είναι γνωστά.
Κατά την παράδοση, η Αμίνα έστειλε το βρέφος στην έρημο, τηρώντας έτσι το έθιμο επιφανών οικογενειών της εποχής, μέσα από το οποίο κάποιος διδασκόταν την αυτοπειθαρχία και ερχόταν σε επαφή με τις αραβικές παραδόσεις. Στην έρημο πέρασε αρκετά χρόνια και τέθηκε υπό την φροντίδα της φτωχής Χαλιμά, από την φυλή των Μπανού Σαντ.
Σε νεαρή ηλικία ταξίδεψε στη Συρία συνοδεύοντας για εμπορικούς σκοπούς τον θείο του, Αμπού Ταλίμπ. Σύμφωνα με μία από τις παραλλαγές αυτής της εξιστόρησης, συνάντησαν στη διαδρομή έναν χριστιανό μοναχό, ονόματι Μπαχίρα, ο οποίος προέβλεψε το μέλλον του νεαρού Μωάμεθ. Από τις βιογραφικές πηγές διαφαίνεται πως ο Μωάμεθ απέκτησε εμπειρία στο εμπόριο, γεγονός που ίσως συνδέεται με το κοινό αραβικό όνομα Αμίν (δηλ. έμπιστος, φερέγγυος) που του δόθηκε στη νεότητά του και καταγράφεται από πληθώρα πηγών.
Σε ηλικία 25 ετών νυμφεύτηκε την πλούσια χήρα Χαντίτζα, η οποία εικάζεται πως τον είχε προσλάβει στην υπηρεσία της για να χειρίζεται τις εμπορικές υποθέσεις της. Εκείνη ήταν κατά δεκαπέντε χρόνια μεγαλύτερη σε ηλικία και ο γάμος τους υπήρξε ο πλέον ευτυχισμένος στη ζωή του Μωάμεθ. Κατά την παράδοση, η Χαντιτζά ήταν σαράντα ετών όταν παντρεύτηκε τον Μωάμεθ, ωστόσο υποστηρίζεται επίσης πως ενδεχομένως ήταν κατά πολύ νεότερη. Ο Αμπντουλάχ ιμπν Μασούντ αναφέρει την ηλικία των 28 ετών που κατά μία άποψη μοιάζει πιθανότερη με δεδομένο πως μετά το γάμο της γέννησε έξι παιδιά. Έζησε με την Χαντίτζα περίπου 25 χρόνια, αποκτώντας τέσσερις κόρες και αρκετούς γιους, οι οποίοι ωστόσο πέθαναν σε νηπιακή ηλικία. Στο διάστημα αυτό δεν παντρεύτηκε άλλη γυναίκα, παρά το γεγονός πως η πολυγαμία ήταν επιτρεπτή και συνήθης. Τόσο η Χαντιτζά, που ανήκει στις αγίες κατά το Ισλάμ, όσο και η Φάτιμα αντιμετωπίζονται με μεγάλη θρησκευτική ευλάβεια. Κατά τη διάρκεια του γάμου του, ο Μωάμεθ αποφάσισε να απελευθερώσει και να υιοθετήσει τον δούλο του, Ζαΐντ, ο οποίος παρέμεινε στην υπηρεσία του για αρκετά χρόνια. Από το γάμο του με τη Χαντίτζα μέχρι την ηλικία των σαράντα περίπου ετών, σχεδόν τίποτα δεν είναι γνωστό για το βίο του.

Η περίοδος στη Μέκκα

Ανήσυχη θρησκευτική φύση ο Μωάμεθ, φιλοσοφούσε πάνω σε προβλήματα της ζωής, της κοινωνίας, της αδικίας, της τελικής παγκόσμιας κρίσης και συχνά αποζητούσε τη μοναξιά των πολλών σπηλαίων στα όρη κοντά στην πόλη του, όπου καθόταν βυθισμένος σε περισυλλογή. Είναι δύσκολο να καθοριστεί σε ποιο βαθμό επηρεάστηκε από τις μονοθεϊστικές ιδέες και τα κινήματα που ήταν γνωστά στην Αραβία των αρχών του 7ου αιώνα. Έχει υποστηριχθεί πως η ανάδειξη του Μωάμεθ σε θρησκευτικό ηγέτη συντελέστηκε σταδιακά, μέσα από εκτεταμένες περιόδους στοχασμού, ωστόσο κατά την ισλαμική παράδοση αυτό συνέβη σε μία συγκεκριμένη χρονική στιγμή με την αποκάλυψη του αρχάγγελου Γαβριήλ. Στο σπήλαιο του Χίρα κοντά στη Μέκκα, ο Μωάμεθ, σε ηλικία περίπου 40 ετών (610 μ.Χ.) και κατά το μήνα του Ραμαντάν, οραματίστηκε τον Γαβριήλ στη μορφή ενός άνδρα, που τον βεβαίωσε ότι θα ήταν «ο απεσταλμένος του Θεού». Στη συνέχεια του ζήτησε να «απαγγείλει» και τον ασπάστηκε. Επανέλαβε το αίτημα τρεις φορές πριν του αποκαλυφθούν για πρώτη φορά στίχοι του Κορανίου (σούρα αλ Άλακ, 96:1-5). Σύμφωνα με την παράδοση, μεσολάβησαν τρία χρόνια μεταξύ της πρώτης αποκάλυψης και του δημόσιου κηρύγματος του Μωάμεθ. Η παύση (αλ-φάτρα) αυτή - που στην πραγματικότητα μέσα από διαφορετικές αφηγήσεις προσδιορίζεται μεταξύ έξι μηνών και δυόμιση ετών - παραμένει αίνιγμα και πιθανώς προκύπτει από τις προσπάθειες των βιογράφων του να ανακατασκευάσουν τη σωστή χρονική αλληλουχία των γεγονότων της ζωής του, όπως αυτά προκύπτουν, όμως, μέσα από αντιφατικές πηγές. Η Χαντιτζά ήταν η πρώτη που ασπάστηκε το μήνυμα του Μωάμεθ και τον πίστεψε ως προφήτη. Μεταξύ των πρώτων υπήρξαν ακόμα ο φίλος του Αμπού Μπακρ, καθώς και ο εξάδελφός του, Αλί, πριν ο κύκλος των ακολούθων του μεγαλώσει περισσότερο περιλαμβάνοντας επίσης τον θείο του, Χαμζάζ, αλλά και γνωστές προσωπικότητες της Μέκκας. Παράλληλα, ο Μωάμεθ γνώρισε και σκληρή εναντίωση. Μέρος αυτής πήγαζε από την αντίληψη πως η νέα θρησκεία που κήρυττε την πίστη σε έναν Θεό και ήταν αντίθετη στην ειδωλολατρεία και τον πολυθεϊσμό θα έθετε σε κίνδυνο την προνομιούχο θέση της Κάαμπας, που ήταν σημαντικό θρησκευτικό κέντρο διαφορετικών φυλών και συνεπώς θα επηρέαζε τις εμπορικές δραστηριότητες που συνόδευαν τις μετακινήσεις πιστών στη Μέκκα. Πολυάριθμες παραδόσεις κάνουν λόγο για την εχθρότητα που γνώρισε ο Μωάμεθ από τους πολυθεϊστές της Μέκκας. Οι διώξεις των ακολούθων του πιθανώς υπήρξε ένας από τους κύριους λόγους για την προσωρινή μετανάστευση ορισμένων στην Αβησσυνία. Κεντρικά θέματα στο πρώιμο κήρυγμά του ήταν η ηθική του ανθρώπου, η ευθύνη του απέναντι στο δημιουργό του, η τελική κρίση και η ανάσταση των νεκρών, με ζωντανές περιγραφές των απολαύσεων που θα ακολουθούσαν τους πιστούς στον παράδεισο και των μαρτυρίων όσων κατέληγαν στην κόλαση. Οι νέες θρησκευτικές ιδέες του σχετίζονται στο Κοράνιο με όλους τους «λαούς του Βιβλίου», στους οποίους ανήκουν ακόμα οι χριστιανικές και εβραϊκές κοινότητες. Κατά την παραμονή του στη Μέκκα, διαφαίνεται πως ο Μωάμεθ δεν στόχευε στη δημιουργία μιας νέας θρησκείας, αλλά λειτουργούσε ως προφήτης των Αράβων, προσπαθώντας να προειδοποιήσει για την επερχόμενη ημέρα της κρίσεως.
Ένα από τα αμφιλεγόμενα περιστατικά του βίου του στη Μέκκα καταγράφεται από τον Πέρση ιστορικό Αλ Ταμπαρί και τον Ιμπν Σαντ. Σύμφωνα με τη σχετική αφήγηση, κατά τη διάρκεια που ο Μωάμεθ απήγγειλε τη σουρά Αλ Νατζμ, ο σατανάς παρενέβη στο λόγο του προσθέτοντας δύο στίχους που οδηγούσαν στο συμπέρασμα πως ο Μωάμεθ αποδεχόταν την ύπαρξη τριών θεοτήτων της Μέκκας. Την αλήθεια περί των «σατανικών στίχων» αποκάλυψε αργότερα στον Μωάμεθ ο αρχάγγελος Γαβριήλ. Η ιστορία αυτή απορρίπτεται από την πλειοψηφία των μουσουλμάνων ως μεταγενέστερη εφεύρεση, αντίθετα με τους περισσότερους Ευρωπαίους βιογράφους του Μωάμεθ. Στα επιχειρήματα υπέρ της ιστορικής βάσης της ιστορίας ανήκει το γεγονός πως διασώζονται αρκετές παραλλαγές της, και πως εφόσον οι μουσουλμάνοι την αρνούνται κατηγορηματικά ως υποτιμητική, θα ήταν παράλογο να επινοήσουν την ιστορία αυτή μεταγενέστερα. Επιπλέον, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να διαθέτει συμβολική αξία, υποδηλώνοντας πως ο μονοθεϊσμός του Μωάμεθ διαμορφώθηκε σταδιακά. Από την άλλη πλευρά, η πληθώρα παραλλαγών και κυρίως οι ασυνέπειες μεταξύ τους αποτελεί συγχρόνως αντεπιχείρημα, ενώ έχει υποστηριχτεί επίσης πως οι «σατανικοί στίχοι» είναι ξένοι προς το εννοιολογικό πλαίσιο της σουράς Αλ Νατζμ και εν γένει με το μήνυμα του Ισλάμ. Επιπλέον υποστηρίζεται πως η λέξη al gharaniq, που χρησιμοποιείται για τον χαρακτηρισμό των γυναικείων θεοτήτων από τον Μωάμεθ στους «σατανικούς στίχους», δε συναντάται σε καμία άλλη λογοτεχνική αναφορά ή παραδοσιακή αφήγηση με παρόμοιο τρόπο.
Το 619, ο θάνατος της Χαντιτζά και του θείου του Αμπού Ταλίμπ επηρέασαν βαθιά τον Μωάμεθ, την ίδια εποχή που η προσπάθεια διάδοσης του μηνύματός του αποτύγχανε. Σύμφωνα με ορισμένες αφηγήσεις (σίρα), σε αυτή τη δύσκολη περίοδο της ζωής του έλαβαν χώρα δύο θαύματα, το Ισράα («Νυχτερινό Ταξίδι»), που αναφέρεται στο ταξίδι του Μωάμεθ από τη Μέκκα στο τέμενος Αλ-Ακσά των Ιεροσολύμων πάνω σε φτερωτό άλογο (Μπουράκ) μέσα σε μια νύχτα, και το Μιιράτζ («Ανάληψη»), που περιγράφει την ανάληψη του Μωάμεθ. Ο Ιμπν Σαντ διαχωρίζει τα δύο γεγονότα και τοποθετεί την ανάληψη κατά τη νύχτα της 27ης ημέρας του Ραμαντάν, δεκαοκτώ μήνες πριν τη Χίτζρα (φυγή στη Μεδίνα), ενώ το νυχτερινό ταξίδι τη δέκατη έβδομη νύχτα πριν τη Χίτζρα. Ο Ιμπν Χισάμ παραδίδει αντίθετα πως τα δύο γεγονότα προηγήθηκαν του θανάτου της Χαντίτζα και του Αμπού Ταλίμπ, ενώ ο Αλ Ταμπαρί αναφέρεται μόνο στην ανάληψη του Μωάμεθ που, κατά τον ίδιο, συνέβη πολύ νωρίτερα, πριν ακόμα ξεκινήσει το δημόσιο κήρυγμά του. Η μεταγενέστερη ισλαμική παράδοση συνδύασε τελικά τις δύο ιστορίες σε μία, με τέτοιο τρόπο ώστε μετά το πέρας του «νυχτερινού ταξιδιού» του Μωάμεθ στην Ιερουσαλήμ να ακολουθεί η ανάληψή του. Η Ιερουσαλήμ θεωρείται για αυτό το λόγο τρίτη ιερότερη πόλη για τους μουσουλμάνους, μετά τη Μέκκα και τη Μεδίνα. Σύμφωνα με την παράδοση, ο Μωάμεθ ανέβηκε στους επτά ουρανούς, όπου τον καλωσόρισαν όλοι οι προφήτες του παρελθόντος, μεταξύ αυτών ο Ιησούς και ο Μωυσής. Επιπλέον, ο Θεός του αποκάλυψε την τελική μορφή και αριθμό των καθημερινών προσευχών, δίνοντας ακόμα μια σειρά από εντολές που παρουσιάζουν μεγάλη ομοιότητα με τις Δέκα εντολές του Μωυσή. Πιστεύεται, από τους παραδοσιακούς μουσουλμάνους, ότι η ανάληψη του Μωάμεθ υπήρξε όχι μόνο πνευματική εμπειρία αλλά και υλικής υπόστασης, όπως ισχύει και στη χριστιανική πίστη με την ανάληψη του Ιησού. Άλλοι σύγχρονοι μελετητές αποδέχονται το Μιιράτζ μόνο ως πνευματική εμπειρία. Παρόμοιες αποκαλύψεις ο Μωάμεθ βίωσε στη συνέχεια, μέχρι το τέλος της ζωής του. Ο ίδιος θεωρούσε πως αποτελούσαν θεϊκές οδηγίες, τις οποίες υπαγόρευε κατόπιν στους συντρόφους του. Τόσο η πρώτη αποκάλυψη του Γαβριήλ, όσο και η εμπειρία του Ισράα, περιγράφονται από τον Μωάμεθ ως οπτικές εμπειρίες, σε αντίθεση με τις υπόλοιπες που χαρακτηρίζονται ως αποκλειστικά ακουστικές. Στη διάρκεια αυτών, ο Μωάμεθ βίωνε πόνο και ίδρωνε υπερβολικά, παρουσιάζοντας συμπτώματα παρόμοια με αυτά της μαλάριας.
Χωρίς να έχει εγκαταλείψει την προσπάθεια διάδοσης του μηνύματος του Ισλάμ, την περίοδο 620-1 ο Μωάμεθ ήρθε σε επαφή με αντιπροσωπείες από την πόλη Γιαθρίμπ (Yathrib), βόρεια της Μέκκας, αποτελούμενη από μέλη των δύο σημαντικότερων φυλών της πόλης που σταδιακά ασπάστηκαν το Ισλάμ. Μετά από μία καθοριστική συνάντηση στην πόλη Αλ-Ακαμπάχ το 622, επισημοποιήθηκε συμφωνία με τους κατοίκους της Γιαθρίμπ ώστε ο Μωάμεθ και οι ακόλουθοί του να μετεγκατασταθούν στην πόλη, όπου θα απολάμβαναν προστασία. Τότε, ο Μωάμεθ έδωσε εντολή στους πιστούς να εγκαταλείψουν τη Μέκκα διακριτικά, σε μικρές ομάδες. Ο ίδιος αναχώρησε για τη Γιαθρίμπ συνοδευόμενος από τον Αμπού Μπακρ. Η φυλή των Κουραΐς είχε ήδη αποφασίσει να εξοντώσει τον Μωάμεθ, ο οποίος τελικά κατάφερε να διαφύγει. Σύμφωνα με παραδοσιακή ισλαμική εξιστόρηση, που απορρίπτεται από την πλειοψηφία των σύγχρονων ιστορικών της Δύσης, ο Μωάμεθ κρύφτηκε σε σπηλιά η οποία κατόπιν καλύφθηκε από ιστούς αραχνών και σπηλιές πουλιών. Όταν μέλη των Κουραΐς έφθασαν στη σπηλιά, αποφάσισαν να μην εισέλθουν καθώς οι απείραχτοι ιστοί μαρτυρούσαν πως κανένας δεν θα μπορούσε να είχε κρυφτεί εκεί. Η φυγή του Μωάμεθ, γνωστή ως Εγίρα ή Χιτζρά (Hijra, αραβ. هِجْرَة) ολοκληρώθηκε το Σεπτέμβριο του 622 και θεωρείται τόσο σημαντικό γεγονός στην ισλαμική ιστορία ώστε σηματοδοτεί την έναρξη του ισλαμικού ημερολογίου. Με την άφιξή του στη Γιαθρίμπ, η πόλη μετονομάστηκε «Μαντινάτ αλ Ναμπί», δηλαδή «πόλη του Προφήτη», ή Μεδίνα.


Μινιατούρα που απεικονίζει στιγμιότυπο από το Ισράα και Μιιράτζ, με τον Μωάμεθ πάνω σε φτερωτό άλογο, από το Jami' al-Tawarikh του Rashid al-Din (Περσία, 1307, σήμερα στη βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου του Εδιμβούργου).

Η περίοδος στη Μεδίνα

O Μωάμεθ έφτασε στο χωριό Κουμπά (Qubāʾ), σε μικρή απόσταση από τη Μεδίνα, μετά από ταξίδι είκοσι ημερών και εκεί διέταξε να χτιστεί το πρώτο τέμενος του Ισλάμ. Όταν εγκαταστάθηκε τελικά στη Μεδίνα, διαμορφώθηκε εκεί η πρώτη ισλαμική κοινότητα, αποτελούμενη αρχικά από τους εξόριστους της Μέκκας και τους κατοίκους της Μεδίνας που ασπάστηκαν το Ισλάμ. Από τις αραβικές φυλές, ο Μωάμεθ συνάντησε εναντίωση μόνο από λίγες οικογένειες. Αντιπαλότητες μεταξύ διαφορετικών φυλών συνέχισαν να διατηρούνται, ενώ σταθερή υπήρξε και η παρουσία μιας ισχυρής εβραϊκής παροικίας, της οποίας η εχθρότητα με τη νέα ισλαμική κοινότητα μεγάλωσε. Στο δεύτερο έτος της Εγίρας ο Μωάμεθ διαμόρφωσε το λεγόμενο «σύνταγμα της Μεδίνας», που αποτελούσε μια επίσημη γραπτή συμφωνία, μέσα από την οποία καθορίζονταν οι σχέσεις μεταξύ των διαφορετικών κοινοτήτων και οικογενειών. Το κείμενο, όπως είναι γνωστό μέσα από το έργο του Ιμπν Ισχάκ, θεωρείται ενδεικτικό των διπλωματικών δεξιοτήτων του. Ως ανώτερη αρχή για τη διευθέτηση οποιασδήποτε διαφωνίας αναγνωριζόταν ο Θεός και ο Μωάμεθ, ενώ παράλληλα διαμορφωνόταν μια ενιαία κοινότητα (ummah), σε ένα περίκλειστο έδαφος, ακόμα όχι αμιγώς μουσουλμανική καθώς περιλαμβάνονταν σε αυτή Εβραίοι και πολυθεϊστές. Εν τέλει, ο Μωάμεθ κατέστη ο απόλυτος άρχων της κοινότητας, ως διοικητής, δικαστής, στρατιωτικός ηγέτης και προφήτης ταυτόχρονα. Για τους μουσουλμάνους, αυτή υπήρξε η πρώτη ιδανική ισλαμική κοινωνία, όπου η ενσωμάτωση των διαφόρων φυλών, οικονομικών και κοινωνικών ομάδων, βασιζόταν στην έννοια της κοινωνικής δικαιοσύνης. Ο Μωάμεθ διαχώρισε τα μέλη της κοινότητας σε εκείνους που είχαν μεταναστεύσει μαζί του από τη Μέκκα (muhajirun) και σε όσους είχαν προσηλυτιστεί στη Μεδίνα (ansar), επιβάλλοντας συγχρόνως κάθε μέλος της μιας ομάδας να «υιοθετήσει» ένα μέλος της άλλης στο οποίο θα πρόσφερε τη βοήθεια του, ενδυναμώνοντας με αυτό τον τρόπο τις σχέσεις τους. Δεν είναι γνωστό με ακρίβεια το μέγεθος της πρώιμης μουσουλμανικής κοινότητας, ωστόσο παραδοσιακές εξιστορήσεις αναφέρουν πως έξι μήνες μετά την άφιξη του Μωάμεθ στη Μεδίνα αριθμούσε περίπου 1500 μέλη.
Την περίοδο αυτή, η εχθρότητα εκ μέρους των Κουραϊσιτών παρέμενε ισχυρή, όπως φαίνεται και από το γεγονός πως ορισμένοι οικειοποιήθηκαν τα υπάρχοντα και την περιουσία όσων κατέφυγαν στη Μεδίνα. Με τη σειρά τους, εκείνοι πραγματοποιούσαν επιδρομές σε καραβάνια από τη Μέκκα από ή προς τη Συρία, προκειμένου να εξασφαλίσουν υπάρχοντα ίσης αξίας. Από τις συνολικά 74 επιδρομές που αριθμεί ο άραβας ιστορικός αλ-Γουακιντί, οι επτά χρονολογούνται στους πρώτους έντεκα μήνες μετά τη Χιτζρά, με συμμετοχή του Μωάμεθ κυρίως σε εκείνες που πραγματοποιήθηκαν στα τέλη του 623. Παράλληλα φρόντιζε να συγκεντρώνει πληροφορίες για τις κινήσεις των Κουραϊσιτών. Την ίδια περίοδο ο Μωάμεθ επικαλέστηκε νέα θεϊκή προσταγή (Κοράνιο 22:39-40) που από τους μουσουλμάνους ερμηνεύτηκε ως κήρυξη πολέμου στους ειδωλολάτρες Κουραΐσίτες της Μέκκας. Οι επιδρομές αυτές ήταν αναμφίβολα επικίνδυνες και ριψοκίνδυνες, καθώς τα καραβάνια συνοδεύονταν συνήθως από ένοπλη φρουρά ενώ η σχετική εμπειρία των μουσουλμάνων ήταν πολύ μικρή. Πέρα από το πρακτικό αποτέλεσμα της αντιμετώπισης της φτώχειας της κοινότητας, εξυπηρετούσαν πιθανώς μακροπρόθεσμους στρατηγικούς στόχους του Μωάμεθ, ο οποίος εξοπλισμένος με μια βαθιά πίστη στη θέληση του Θεού, όπως αυτή του αποκαλυπτόταν, παρέβλεψε τις αντικειμενικές δυσκολίες μιας πολεμικής σύγκρουσης με τη Μέκκα. Συγχρόνως, η Μεδίνα πρόσφερε ορισμένα τακτικά πλεονεκτήματα λόγω της γεωγραφικής θέσης και της μορφολογίας του εδάφους της.

Μάχη του Μπαντρ

Το Μάρτιο του 624 πραγματοποιήθηκε μια από τις σημαντικότερες μάχες στην ιστορία του Ισλάμ, στην περιοχή Μπαντρ της δυτικής Αραβίας (σημ. Σαουδική Αραβία). Αντιμέτωποι ήταν περίπου 1000 Κουραϊσίτες και περίπου 300 μουσουλμάνοι οι οποίοι επιδίωξαν να στήσουν ενέδρα σε πλούσιο καραβάνι από τη Μέκκα, το οποίο προοριζόταν να σταθμεύσει στο Μπαντρ. Ο διοικητής του καραβανιού, Αμπού Σουφιάν (Abu Sufyan), αντιλήφθηκε το σχέδιο των μουσουλμάνων και απέστειλε μήνυμα στη Μέκκα, με αποτέλεσμα σύντομα να σπεύσει στην περιοχή ο στρατός των Κουραϊσιτών, υπό τις οδηγίες του Αμπού Τζαλ. Αλλάζοντας την πορεία του, το καραβάνι έφτασε με ασφάλεια στη Μέκκα και όταν ο Μωάμεθ με τους συντρόφους κατέφθασαν στο Μπαντρ, ήρθαν τελικά αντιμέτωποι με το στρατό του Αμπού Τζαλ. Αρκετοί από το στρατό της Μέκκας επιθυμούσαν την αποφυγή της πολεμικής σύγκρουσης καθώς ανάμεσα στους μουσουλμάνους βρίσκονταν επίσης συγγενικά πρόσωπα ή μέλη της ίδιας πατρίας. Εισήλθαν έτσι στη μάχη με μεγάλη επιφύλαξη, σε αντίθεση με τους συντρόφους του Μωάμεθ, των οποίων το ηθικό αποδείχτηκε καθοριστικό για την έκβαση της σύγκρουσης, παρά το αριθμητικό μειονέκτημα. Οι μουσουλμάνοι έχασαν 14 πολεμιστές στη μάχη. Από το στρατό των Κουραϊσιτών σκοτώθηκαν 49-70 άνδρες, με περίπου ισάριθμους αιχμαλώτους από τους οποίους ορισμένοι θανατώθηκαν ενώ άλλοι απελευθερώθηκαν έναντι καταβολής λύτρων. Αν και με τα σύγχρονα δεδομένα η μάχη του Μπαντρ φαίνεται μικρής σημασίας, αποτέλεσε το σημαντικότερο ίσως στρατιωτικό γεγονός στην ισλαμική ιστορία, καθώς θεωρείται αρκετά πιθανό πως σε περίπτωση ήττας η πρώιμη μουσουλμανική κοινότητα θα κατέρρεε. Για τους μουσουλμάνους, η νίκη στο Μπαντρ θεωρήθηκε αποτέλεσμα θεϊκής παρέμβασης, ενώ παράλληλα ενδυνάμωσε την πεποίθηση πως ο Μωάμεθ ήταν προφήτης και απόστολος του Θεού.

Μάχη του Ουχούντ



Μετά τη μάχη του Μπαντρ, ο Μωάμεθ εκδίωξε από τη Μεδίνα την εβραϊκή φυλή Καϊνούκα. Επιπλέον συνεχίστηκαν οι επιδρομές σε καραβάνια που προέρχονταν από τη Μέκκα, γεγονός που οδήγησε στην απόφαση των Κουραϊσιτών να λάβουν πιο δραστικά μέτρα. Το 624-5, με στρατό περίπου 3.000 ανδρών υπό τις οδηγίες του Αμπού Σουφιάν, κινήθηκαν προς τη Μεδίνα. Παρά την προτροπή αρκετών συντρόφων του να αμυνθούν εντός της Μεδίνας, ο Μωάμεθ επέλεξε να μεταφέρει το στρατό του στην πλαγιά του όρους Ουχούντ. Ενώ αρχικά η μάχη εξελισσόταν υπέρ τους, εξαιτίας της απειθαρχίας μιας ομάδας τοξοβόλων που εγκατέλειψαν τις θέσεις τους, οι μουσουλμάνοι τελικά ηττήθηκαν και τράπηκαν σε φυγή, ειδικά από τη στιγμή που διαδόθηκε πως ο Μωάμεθ είχε σκοτωθεί στη μάχη. Στην πραγματικότητα, ο Μωάμεθ είχε τραυματιστεί, ωστόσο κατάφερε να διασωθεί με τη βοήθεια συντρόφων του, εκμεταλλευόμενος και το γεγονός πως ο στρατός των Κουραϊσιτών δεν επιδίωξε να συνεχίσει την επίθεσή του. Σε περίπτωση που ο στρατός του Αμπού Σουφιάν επέλεγε να κινηθεί προς τη Μεδίνα, θεωρείται μάλλον βέβαιο πως δεν θα μπορούσε να συναντήσει ισχυρή αντίσταση και ενώ αρχικά κατευθυνόταν πίσω στη Μέκκα επανεξετάστηκε το ενδεχόμενο να επιστρέψει τελικά στη Μεδίνα συνεχίζοντας την επίθεσή του. Τελικά το ενδεχόμενο αυτό αποτράπηκε χάρη στην έμπνευση του Μωάμεθ να παραπλανήσει τον αντίπαλό του. Μια ομάδα βεδουίνων που ανήκε στη φυλή Khuza συνάντησε τυχαία τον Μωάμεθ και τους συντρόφους του. Κατόπιν σχεδίου, ο αρχηγός των βεδουίνων, ονόματι Μαμπάντ, έδωσε ψευδείς πληροφορίες στους Κουραϊσίτες, λέγοντας στον Αμπού Σουφιάν πως στην πορεία τους οι βεδουίνοι είχαν συναντήσει έναν πολυάριθμο μουσουλμανικό στρατό αποφασισμένο να πολεμήσει και να εκδικηθεί. Αυτή η παραπλανητική πληροφορία απέτρεψε τελικά το στρατό της Μέκκας να εισβάλλει στη Μεδίνα.

Μάχη της Τάφρου


Το επόμενο διάστημα, ο Μωάμεθ διαπραγματεύτηκε συμμαχίες με διάφορες πατριές, ενώ παράλληλα διενεργούσε επιδρομές εναντίον άλλων εχθρικών φυλών επιδιώκοντας να αποτρέψει μια πιθανή στρατιωτική συνεργασία τους με τη Μέκκα. Δύο χρόνια μετά τη μάχη του Ουχούντ, η φήμη του Μωάμεθ είχε εξαπλωθεί και στη σφαίρα επιρροής του ανήκαν πλέον μακρινές περιοχές που εκτείνονταν μέχρι το νότο της Μέκκας και ανατολικά μέχρι την περιοχή της Γιάμαμα. Οι μουσουλμάνοι είχαν επιπλέον κατορθώσει να ελέγχουν τις εμπορικές οδούς προς τη Μέκκα, προκαλώντας σημαντικά προβλήματα στην οικονομία της πόλης. Κατά το Νοέμβριο του 626, ήταν ήδη γνωστό πως ο Αμπού Σουφιάν ετοίμαζε μια μεγάλη στρατιωτική επιδρομή στη Μεδίνα. Κατά τον Ιμπν Ισχάκ, οι Ιουδαίοι που είχαν εκδιωχθεί νωρίτερα από τη Μεδίνα και κατέφυγαν στην περιοχή Χεϊμπάρ ήταν εκείνοι που έπεισαν τους Κουραϊσίτες της Μέκκας να επιτεθούν. Η εκδοχή αυτή αμφισβητείται, καθώς θεωρείται πιθανότερο πως η κρίσιμη οικονομική κατάσταση της Μέκκας ήταν από μόνη της ένα ισχυρότερο κίνητρο. O στρατός της Μέκκας αριθμούσε περίπου 10.000 άνδρες που προέρχονταν από διάφορες φυλές. Περισσότεροι σε πλήθος ήταν οι Κουραϊσίτες (4.000 άνδρες) και οι βεδουίνοι Γαταφάν (περ. 2.000). Περίπου 700 άνδρες προέρχονταν ακόμα από τη φυλή Σουλαϊμ, ενώ οι υπόλοιποι από μικρότερες φυλές που συμμετείχαν είτε επί πληρωμή είτε με σκοπό να λάβουν μερίδιο από μελλοντικά λάφυρα. Ο στρατός της Μεδίνας αριθμούσε περίπου 3.000 άνδρες και περιλάμβανε σχεδόν ολόκληρο τον πληθυσμό της πόλης. Σε αντίθεση με τη μάχη του Ουχούντ, οι μουσουλμάνοι δεν αντιμετώπισαν τον αντίπαλο στρατό σε ανοικτό πεδίο. Επιπλέον, υιοθέτησαν μια αμυντική θωράκιση που περιλάμβανε την κατασκευή μιας τάφρου κατά μήκος του εδάφους που ήταν ανοικτό σε επίθεση από το αντίπαλο ιππικό, κυρίως στα βόρεια και ανατολικά. Η ιδέα της κατασκευής της τάφρου ανήκει μάλλον σε έναν Πέρση, πρώην δούλο, με το όνομα Σαλμάν, ο οποίος είχε βοηθηθεί στο παρελθόν από τον Μωάμεθ να αποκτήσει την ελευθερία του και είχε μεταστραφεί στο μουσουλμανισμό.
Ο στρατός της Μέκκας έφτασε στη Μεδίνα το Μάρτιο του 627 και στρατοπέδευσε στα βόρεια της πόλης. Η τάφρος αποδείχθηκε εξαιρετικά δύσκολο εμπόδιο για τους άνδρες του Αμπού Σουφιάν και για περίπου τρεις εβδομάδες οι δύο πλευρές παρέμειναν στις θέσεις τους. Στη διάρκεια της ανεπιτυχούς πολιορκίας της Μεδίνας τόσο ο Μωάμεθ όσο και ο Αμπού Σουφιάν επιχείρησαν να βρουν μια πολιτική λύση. Ο Μωάμεθ επιδίωξε να πείσει τους βεδουίνους Γαταφάν να αποχωρήσουν υποσχόμενος να τους παραχωρήσει το ένα τρίτο της σοδειάς χουρμάδων της Μεδίνας, ωστόσο η πρόταση αυτή βρήκε αντίθετους τους κτηματίες. Από τη δική του πλευρά, ο Αμπού Σουφιάν επιχείρησε να στρέψει τους Εβραίους Μπανού Κουρανταγιάχ (Bani Quraydhah) εναντίον των μουσουλμάνων, επίσης χωρίς επιτυχία. Καθώς η πολιορκία συνεχιζόταν η έλλειψη φαγητού και η κόπωση άρχισε να πλήττει το στρατό της Μέκκας. Μια ισχυρή κακοκαιρία που ξέσπασε προκαλώντας φθορές και απώλεια εξοπλισμού οδήγησε τελικά τον Αμπού Σουφιάν στην απόφαση να διατάξει την αποχώρηση του στρατού και τη λήξη της πολιορκίας.
Μετά την αποχώρηση του στρατού της Μέκκας, ο Μωάμεθ διέταξε την εξολόθρευση των Εβραίων Μπανού Κουρανταγιάχ, τους οποίους είχε προσεγγίσει ο Αμπού Σουφιάν στην προσπάθειά του να τους πείσει να επιτεθούν στους μουσουλμάνους από το νότο. Ο Ιμπν Ισχάκ δεν παραδίδει τα αίτια αυτής της επίθεσης στην εβραϊκή πατριά, αναφέροντας μόνο πως ο Μωάμεθ είχε δεχθεί θεϊκή εντολή. Παρά τις διαπραγματεύσεις τους με τους Κουραϊσίτες, κατά την πολιορκία της Μεδίνας, δεν υπάρχουν σημαντικές μαρτυρίες που να επιβεβαιώνουν πως οι Μπανού Κουρανταγιάχ πράγματι πρόδοσαν τους μουσουλμάνους. Ο Μωάμεθ πιθανώς διέβλεπε πως η εξόντωσή τους είχε σημαντικά πολιτικά οφέλη καθώς η στρατιωτική τους δύναμη ήταν σημαντική και μελλοντικά θα μπορούσαν να εξελιχθούν σε κίνδυνο για την ενότητα και ασφάλεια των μοουσουλμάνων. Επιπλέον, η εξολόθρευσή τους έστελνε ένα ισχυρό μήνυμα προς τους εξόριστους εβραίους της Χεϊμπάρ.

ΠΗΓΗ: