Translate -TRANSLATE -

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2025

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ : «Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος»

 


«Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος»

 

Το ποίημα «Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος» του Τάσου Λειβαδίτη αποτελεί μια ισχυρή διακήρυξη για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, την κοινωνική ευθύνη και την αδιάκοπη πάλη για την ειρήνη και τη δικαιοσύνη. Μέσα από την έντονη γλώσσα και τις εικόνες του καθημερινού αγώνα, ο ποιητής καλεί τον αναγνώστη να αναλογιστεί τη θέση του στον κόσμο και τις ηθικές του υποχρεώσεις απέναντι στους άλλους και στον εαυτό του.

1. Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια ως συνεχιζόμενος αγώνας

Από τις πρώτες στροφές του ποιήματος, ο Λειβαδίτης τονίζει ότι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια δεν είναι κάτι δεδομένο, αλλά απαιτεί συνεχιζόμενο αγώνα. Ο ποιητής περιγράφει σκηνές αντίστασης, όπως «θα βγεις στους δρόμους, θα φωνάξεις, τα χείλια σου θα ματώσουν απ’ τις φωνές», υπογραμμίζοντας την ανάγκη για ενεργή συμμετοχή στην κοινωνική και πολιτική ζωή.

2. Η θυσία για το κοινό καλό

Ο ποιητής αναγνωρίζει ότι η πορεία προς την ανθρωπιά μπορεί να απαιτεί προσωπικές θυσίες. Αναφέρει ότι μπορεί να χρειαστεί να «αφήσεις τη μάνα σου, την αγαπημένη ή το παιδί σου», υπογραμμίζοντας ότι η αφοσίωση σε υψηλότερους σκοπούς μπορεί να απαιτεί δύσκολες επιλογές.

3. Η εσωτερική δύναμη και η αντοχή

Ακόμα και στις πιο δύσκολες συνθήκες, όπως η φυλακή, ο ποιητής αναδεικνύει την εσωτερική δύναμη του ανθρώπου. Περιγράφει πώς, παρά την απομόνωση και τη στέρηση, «θα θυμάσαι πάντοτε την άνοιξη, τη μάνα σου και τον κόσμο», δείχνοντας ότι η ανθρωπιά παραμένει ζωντανή μέσα από τις αναμνήσεις και τις αξίες.

4. Η ετοιμότητα για θυσία

Το ποίημα κλείνει με μια ισχυρή εικόνα του ανθρώπου που είναι έτοιμος να θυσιαστεί για το κοινό καλό. Ο ποιητής αναφέρει ότι «θα πρέπει να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό», υπογραμμίζοντας την απόλυτη αφοσίωση στις αξίες της ειρήνης και της δικαιοσύνης.

Το ποίημα του Τάσου Λειβαδίτη είναι μια έντονη και συγκινητική έκκληση για την υπεράσπιση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και των ηθικών αξιών. Μέσα από τις εικόνες του καθημερινού αγώνα και της θυσίας, ο ποιητής καλεί τον αναγνώστη να αναλογιστεί τη θέση του στον κόσμο και τις ηθικές του υποχρεώσεις απέναντι στους άλλους και στον εαυτό του.

 

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος (Τάσος Λειβαδίτης)

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
δεν θα πάψεις ούτε στιγμή ν΄αγωνίζεσαι για την ειρήνη και
για το δίκαιο.
Θα βγείς στους δρόμους, θα φωνάξεις, τα χείλια σου θα
ματώσουν απ΄τις φωνές
το πρόσωπό σου θα ματώσει από τις σφαίρες – μα ούτε βήμα πίσω.
Κάθε κραυγή σου μια πετριά στα τζάμια των πολεμοκάπηλων
Κάθε χειρονομία σου σα να γκρεμίζει την αδικία.
Και πρόσεξε: μη ξεχαστείς ούτε στιγμή.
Έτσι λίγο να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια
αφήνεις χιλιάδες παιδιά να κομματιάζονται την ώρα που παίζουν ανύποπτα στις
πολιτείες
μια στιγμή αν κοιτάξεις το ηλιοβασίλεμα
αύριο οι άνθρωποι θα χάνουνται στη νύχτα του πολέμου
έτσι και σταματήσεις μια στιγμή να ονειρευτείς
εκατομμύρια ανθρώπινα όνειρα θα γίνουν στάχτη κάτω από τις οβίδες.
Δεν έχεις καιρό
δεν έχεις καιρό για τον εαυτό σου
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
μπορεί να χρειαστεί ν΄αφήσεις τη μάνα σου, την αγαπημένη
ή το παιδί σου.
Δε θα διστάσεις.
Θ΄απαρνηθείς τη λάμπα σου και το ψωμί σου
Θ΄απαρνηθείς τη βραδινή ξεκούραση στο σπιτικό κατώφλι
για τον τραχύ δρόμο που πάει στο αύριο.
Μπροστά σε τίποτα δε θα δειλιάσεις κι ούτε θα φοβηθείς.
Το ξέρω, είναι όμορφο ν΄ακούς μια φυσαρμόνικα το βράδυ,
να κοιτάς έν΄ άστρο, να ονειρεύεσαι
είναι όμορφο σκυμένος πάνω απ΄το κόκκινο στόμα της αγάπης σου
Να την ακούς να σου λέει τα όνειρα της για το μέλλον.
Μα εσύ πρέπει να τ΄αποχαιρετήσεις όλ΄αυτά και να ξεκινήσεις
γιατί εσύ είσαι υπεύθυνος για όλες τις φυσαρμόνικες του κόσμου,
για όλα τ΄άστρα, για όλες τις λάμπες και
για όλα τα όνειρα
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
μπορεί να χρειαστεί να σε κλείσουν φυλακή για είκοσι ή
και περισσότερα χρόνια
μα εσύ και μες στη φυλακή θα θυμάσαι πάντοτε την άνοιξη,
τη μάνα σου και τον κόσμο.
Εσύ και μες απ΄ το τετραγωνικό μέτρο του κελλιού σου
θα συνεχίσεις τον δρόμο σου πάνω στη γη .
Κι΄ όταν μες στην απέραντη σιωπή, τη νύχτα
θα χτυπάς τον τοίχο του κελλιού σου με το δάχτυλο
απ΄τ΄άλλο μέρος του τοίχου θα σου απαντάει η Ισπανία.
Εσύ, κι ας βλέπεις να περνάν τα χρόνια σου και ν΄ ασπρίζουν
τα μαλλιά σου
δε θα γερνάς.
Εσύ και μες στη φυλακή κάθε πρωί θα ξημερώνεσαι πιο νέος
Αφού όλο και νέοι αγώνες θ΄ αρχίζουνε στον κόσμο
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
θα πρέπει να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό.
Αποβραδίς στην απομόνωση θα γράψεις ένα μεγάλο τρυφερό
γράμμα στη μάνα σου
Θα γράψεις στον τοίχο την ημερομηνία, τ΄αρχικά του ονόματος σου και μια λέξη :
Ειρήνη
σα ναγραφες όλη την ιστορία της ζωής σου.
Να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό
να μπορείς να σταθείς μπροστά στα έξη ντουφέκια
σα να στεκόσουνα μπροστά σ΄ολάκαιρο το μέλλον.
Να μπορείς, απάνω απ΄την ομοβροντία που σε σκοτώνει
εσύ ν΄ακούς τα εκατομμύρια των απλών ανθρώπων που
τραγουδώντας πολεμάνε για την ειρήνη.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.

Πηγή

https://tassosleivaditis.wordpress.com/2012/01/29/an-theleis-na-legesai-anthropos-tasos-leivaditis/

 

Παρασκευή 20 Ιουνίου 2025

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΒΑΦΗΣ Έπαιζε «κρυφτούλι» με τη νιότη

 


Ο Κωνσταντίνος Καβάφης, μία από τις πιο αναγνωρίσιμες και πολυσυζητημένες μορφές της νεοελληνικής ποίησης, δεν υπήρξε απλώς ένας δημιουργός – υπήρξε ένα ολόκληρο φαινόμενο. Το άρθρο του Μάνου Χωριανόπουλου μας ξεναγεί με οξυδέρκεια και ευαισθησία στις αντιφάσεις του ανθρώπου και τις ιδιαιτερότητες του ποιητή: από τις λαμπρές δημόσιες εμφανίσεις του στους κοσμικούς κύκλους της Αλεξάνδρειας, μέχρι τη μοναχική του επιστροφή στο ημίφως ενός δωματίου, μπροστά σ’ ένα κερί. Μέσα από βιογραφικά στοιχεία, προσωπικές μαρτυρίες, αλλά και κριτικές –ευνοϊκές ή επικριτικές–, αναδεικνύεται η πολύπλευρη προσωπικότητα του Καβάφη: ενός ποιητή που τόλμησε να εκφράσει το ατομικό του βίωμα με αφοπλιστική ειλικρίνεια, σηματοδοτώντας μια νέα εποχή στη λογοτεχνία. Η αναγνωρισιμότητά του σήμερα, η παγκόσμια εμβέλεια του έργου του αλλά και οι διαχρονικές αντιδράσεις που προκαλεί, καθιστούν αναγκαία και πάντα επίκαιρη μια εκ νέου ανάγνωση της ζωής και της δημιουργίας του.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ  ΚΑΒΑΦΗΣ

Έπαιζε «κρυφτούλι» με τη νιότη πίσω από την αναμμένη λάμπα

Ανάλωσε τη ζωή του ανεβοκατεβαίνοντας από τα ψηλώματα της Τέχνης στα στενά σοκάκια των καφενείων της Αλεξάνδρειας

 


Γράφει ο Μάνος Χωριανόπουλος

Γιὰ νὰ ’ρθοῦν

Ἕνα κερί ἀρκεῖ. Τὸ φῶς του τὸ ἀμυδρὸ
ἀρμόζει πιὸ καλά, θὰ ’ναι πιὸ συμπαθὲς
σὰν ἔρθουν τῆς Ἀγάπης,
ἂν ἔρθουν, οἱ Σκιές.

Ἕνα κερί ἀρκεῖ. Ἡ κάμαρη ἀπόψε
νὰ μὴν ἔχῃ φῶς πολύ. Μέσα στὴν ῥέμβην ὅλως
καὶ τὴν ὑποβολή, καὶ μὲ τὸ λίγο φῶς —
μέσα στὴν ῥέμβην  ἔτσι θὰ ὀραματισθῶ
γιὰ νὰ ’ρθοῦν τῆς Ἀγάπης, γιὰ νὰ ’ρθοῦν οἱ Σκιές.

[1920]

Στις 29 Απριλίου 1933 -από μιαν απίστευτη συγκυρία της μοίρας  - έφευγε από τη ζωή σε ηλικία 70 χρόνων- ο μεγάλος Αλεξανδρινός ποιητής Κωνσταντίνος Καβάφης, την ίδια μέρα ακριβώς, πού είχε έρθει στον κόσμο (29 Απριλίου  1863).

Ο Κωστής Πέτρου Φωτιάδης Καβάφης —όπως υπογραφόταν ο ίδιος, στα νεανικά του χρόνια— γράφει σε αυτογραφικό σημείωμα: «Είμαι. Κωνσταντινουπολίτης την καταγωγήν, άλλα εγεννήθηκα στην Αλεξάνδρεια — σ' ένα σπίτι της οδού Σερίφ, μικρός πολύ έφυγα και αρκετό μέρος της παιδικής μου ηλικίας το πέρασα στην Αγγλία.  Κατόπιν επεσκέφθην την χώραν αυτήν μεγάλος, αλλά για μικρόν χρονικόν διάστημα. Διέμεινα και στην Γαλλίαν. Στην εφηβική μου ηλικίαν κατοίκησα υπέρ τα δύο έτη στην Κωνσταντινούπολιν. Στην Ελλάδα είναι πολλά χρόνια πού δεν επήγα.

»Ή τελευταία μου εργασία ήταν υπαλλήλου εις ένα κυβερνητικόν γραφείον εξαρτώμενον από το υπουργείον Δημοσίων Έργων της Αιγύπτου. Ξέρω αγγλικά, γαλλικά και ολίγα ιταλικά».

Συμπληρωματικά θα μπορούσαμε να προσθέσουμε ότι ήταν γιος μεγαλέμπορου. Κι’ ακόμη, ότι είχε οκτώ μεγαλύτερα αδέλφια πού πέθαναν όλα πριν απ' αυτόν — όπως σημειώνει- ο κ. Π. Σαβίδης, στα «Ποιήματα: — Κ.Π, ΚΑΒΑΦΗ» (Τόμος Α').

Χωρίς αμφιβολία ο Κων. Καβάφης αποτελεί μιαν εντελώς ιδιόρρυθμη και ξεχωριστά ενδιαφέρουσα φυσιογνωμία άνθρωπου και ποιητή που προκάλεσε και προκαλεί έντονες και αμφιλεγόμενες συζητήσεις - ακόμα και σήμερα -πενήντα ολόκληρα χρόνια από το θάνατο του.

Έτσι από το ένα μέρος προβάλλει ο τρανός ποιητής, με το βαθύτατο συμβολισμό, το μεστό φιλοσοφικό υπόστρωμα, το ανεπανάληπτο προσωπικό ύφος και τη μεγαλύτερη ίσως, υστεροφημία πού γνώρισε, ποτέ, ομότεχνός του, σε όλο τον κόσμο. Κι από το άλλο, σχολιάζεται —πικρόχολα πολλές φορές— ο ιδιωτικός του βίος, με τις αδιάλειπτες κοσμικές εμφανίσεις και τις άλλες («αδυναμίες» πού τον θέλουν: «ακτινοβολούντα, με φροντισμένη, κομψήν αμφίεση να δεσπόζει παντού, στις δημόσιες συγκεντρώσεις και ανάμεσα στους διαλεχτούς καλεσμένους του αλεξανδρινού άρχοντα Αντώνη Μπενάκη. Άλλα μετά από λίγο - οι ίδιοι πάντα κύκλοι— τον παρουσιάζουν να γλυστράει διακριτικά και να χάνεται από το κοσμικό προσκήνιο, για να βρεθεί σε μια κάμαρη του σπιτιού του, μόνος —κάτω από το λιγοστό φως του κεριού— «σαν έρθουν της Αγάπης, σαν έρθουν οι Σκιές».

 


ΨΥΧΟΣΥΝΘΕΣΗ

Σαν άνθρωπος ο Καβάφης είχε και περίεργη ψυχοσύνθεση — όπως τον βιογραφούν ο Τίμος Μαλάνος, ο Πιερίδης, ο Χατζηφώτης, ο Σάρεγιάννης και άλλοι συγκαιρινοί του ή  και νεώτεροι πού τον είχαν γνωρίσει από κοντά.

Αναμφισβήτητα όμως, πιστότατη σκιαγραφία  του  ποιητή,   μας  άφησε ο άλλος μεγάλος της Λογοτεχνίας μας, ο Νίκος Καζαντζάκης, που γράφει σχετικά —από ένα ταξίδι στην Αλεξάνδρεια— όπου είχε συναντηθεί,  φυσικά   με τον  Καβάφη..

«Στο μεσόφωτο του αρχοντικού σπιτιού του προσπαθούσα να διακρίνω τη μορφή του. Ανάμεσα μας είναι   ένα   μικρό   τραπεζάκι,   γιομάτο ποτήρια με χιώτικη μαστίχα και ουίσκι — και πίνουμε. Μιλούμε για πλήθος πρόσωπα κι' ιδέες, γελούμε, σωπαίνουμε, και πάλι αρχίζει με κάποια προσπάθεια η κουβέντα. Εγώ πολεμώ να κρύψω το γέλιο, τη συγκίνηση και τη χαρά μου. Να, ένας άνθρωπος μπροστά μου, άρτιος, πού τελεί τον άθλο της Τέχνης με υπερηφάνεια και σιωπή,  αρχηγός,  ερημίτης, κι' υποτάσσει την περιέργεια, της φιλοδοξίας και της φιληδονία στον αυστηρό ρυθμό μιας επικούρειας ασκητικής. Έπρεπε να είχε γεννηθεί στον 15ο αιώνα στη Φλωρεντία, Καρδινάλιος, μυστικοσύμβουλος του Πάπα, έκτακτος απεσταλμένος στο παλάτι του Δόγη στη Βενετία και επί πολλά χρόνια, πίνοντας, αγαπώντας, χαζεύοντας στα κανάλια, γράφοντας, σωπαίνοντας — να διαπραγματεύεται τις πιο σατανικές και πολύπλοκες και σκανδαλώδεις υποθέσεις της Καθολικής Εκκλησίας».

Και πιο κάτω, ο Ν. Κ. συνεχίζει: «Ή φωνή του είναι γεμάτη, ακκισμούς και χρώμα — και χαίρουμαι με τέτοια φωνή να διατυπώνεται η πονηρή, όλο κοκεταρία, βαμμένη, στολισμένη, γραία αμαρτωλή ψυχή του. Κοιτάζω απόψε και χαίρουμαι τη γενναία αυτή ψυχή, πού αποχαιρετά αργά, παθητικά, χωρίς δύναμη και χωρίς λιποψυχία, την Αλεξάνδρεια πού  χάνει»...

Πολύ κοντινός του Καβάφη την τελευταία 20ετία πριν το θάνατο του ,του, ήταν ο γνωστός Αλεξανδρινός λογοτέχνης Πάγκος Πιερίδης που μας έχει δώσει από πρώτο χέρι αυθεντική περιγραφή απ' την ιδιόρρυθμη ζωή του ποιητή και τις γνωστές αδυναμίες πού δεν μπόρεσε να ξεπεράσει ούτε  και στα στερνά χρόνια.

(«Μια σοβαρή ανάγκη, γράφει, έσπρωχνε τον Καβάφη στα σοκάκια και στα λαϊκά καφενεία: η ανάγκη της περιπέτειας. Να γνωριστεί με νέους του λαού, να τους καταπλήξει, να τους θέλξει, να τους κατακτήσει. Αυτός ο αριστοκράτης της σκέψης, αναζητούσε τα «άμορφα» παλικάρια του λαού, καθόταν στο ίδιο τραπέζι μαζί τους, τους μιλούσε τους εξέταζε, τους άκουγε τους επαινούσε. Τον συγκινούσαν την ώρα εκείνη κι αργότερα τη συγκίνηση του την έκανε έργο τέχνης. Τα ηδονιστικά του ποιήματα —απόσταγμα συγκινήσεων τυχαίων γνωριμιών — φανερώνουν πόσο παθαινόταν με τα νιάτα».

Να, πώς ο ίδιος ο ποιητής «ατενίζει την ομορφιά»:

Έτσι πολύ ατένισα

Τὴν ἐμορφιὰ ἔτσι πολὺ ατένισα,
ποῦ πλήρης εἶναι αὐτῆς ἡ ὅρασίς μου.
Γραμμὲς τοῦ σώματος. Κόκκινα χείλη. Μέλη ἡδονικά.
Μαλλιὰ σὰν ἀπὸ ἀγάλματα ἑλληνικά παρμένα·
πάντα ἔμορφα, κι ἀχτένιστα σὰν εἶναι,
καὶ πέφτουν, λίγο, ἐπάνω στ' ἄσπρα μέτωπα.
Πρόσωπα τῆς ἀγάπης, ὅπως τἄθελεν
ἡ ποίησίς μου....... μὲς στὲς νύχτες τῆς νεότητός μου,
μέσα στὲς νύχτες μου, κρυφά, συναντημένα......

 


ΕΠΙΚΡΙΣΕΙΣ

Ο Καβάφης έγραψε όλα - όλα 154- ποιήματα, τα «ώριμα» πού επιμελήθηκαν — σημειώνει ο καθηγητής κ. Γ. Π. Σαβίδης —« ο κληρονόμος του Αλέκος Σεγκόπούλος, μέ τήν πρώτη του σύζυγο Ρίκα Αγαλλιανού και τον ζωγράφο Τάκη Καλμώχο.

Το πρώτο του ποίημα δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Έσπερος» της Λειψίας το 1886 κι από τότε δημοσίευε τακτικά ποιήματα του και φιλολογικές μελέτες σε διάφορα περιοδικά της Αλεξάνδρειας, της Αθήνας, της Πόλης  και της Λειψίας.

Η πρώτη παρουσίαση του Καβάφη ατά Ελληνικά Γράμματα έγινε στα 1903, απ' το Γρηγόριο Ξενόπουλο, ενώ την πρώτη εμφάνιση του στο διεθνές κοινό (1919), την οφείλει ο ποιητής στον Άγγλο μυθιστοριογράφο Ε. FORSTER. Από τότε, μεταφράσεις των έργων του κυκλοφόρησαν πολλές, και σε πολλές γλώσσες — όπως στα αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, σουηδικά, Ιταλικά, Ιαπωνικά ολλανδικά, γιαπωνέζικα, τούρκικα κ.ά.

Έτσι η φήμη του Καβάφη, από στενά αλεξανδρινή, στην αρχή, έγινε πανελλήνια κι αργότερα επεκτάθηκε παντού στο εξωτερικό. Κι έφτασε, στα 1952 — όταν πια δεν ζούσε ο ποιητής — ένας γνωστότατος εκδοτικός οίκος του Λονδίνου να διαφημίζει: «Έχουμε τα καλύτερα βιβλία. Από  τον Τσώσερ ως τον  Καβάφη».

Και όμως παρά τη διεθνή αυτή αναγνώριση, παραμένουν οξύτατες και συχνά άδικες επικρίσεις πού διατυπώθηκαν, κατά καιρούς, από τους αρνητές και τους πολέμιους του καβαφικού έργου:

«Θέλησε να κάμει ποίηση τις σαρκικές αδυναμίες του και τον στρεβλωμένο αισθησιασμό του» — σημειώνει για το έργο του «αισθησιακού» ποιητή,  ο  κριτικός   Ηλίας   Βουτιερίδις·

Άλλα και άλλοι σημαίνοντες των Γραμμάτων — εκείνης της εποχής— όπως ο Φώτης Πολίτης, ο Ταγκόπουλος, ο Άριστος Καμπάνης, ο Π. Βλαστός, ο Σπ. Μελάς και πάρα πολλοί άλλοι, καταδίκασαν τον ηδονισμό του ποιητή και την απουσία ιδανισμού  στην  ποίησή  του.

Ο Ψυχάρης μάλιστα, ενοχλημένος αφάνταστα από την «ασυμβίβαστη γλωσσική μίξη» καθαρεύουσας και δημοτικής στην ποίηση του Καβάφη, έγραψε:

—«Ό κ. Καβάφης, άξιος διάδοχος σωστό μαθητούδι του Σουρή, κατάλαβε περίφημα, πώς δεν είναι ανάγκη να ιδρώνει ολοένα τ' αφτί μας, πώς χρειάζεται κάπου - κάπου, λίγο γλέντι. Κι έτσι έγινε πολύ εύκολα ο Καβάφης, ο καραγκιόζης της Δημοτικής».

Το ίδιο περιφρονητικός κι ένας άλλος, άξιος των νεοελληνικών Γραμμάτων, επίσης, ο Γιώργος Θεοτολάς, πρόσθεσε:

—«Προσωπικά, ένας οποιαδήποτε Γιαγκούλας των ελληνικών βουνών μ' ενδιαφέρει πολύ περισσότερο απ' ό,τι μ' ενδιαφέρει ο Αλεξανδρινός ποιητής».

Άλλα και ο Καβάφης από την πλευρά του, γινόταν πολύ δηκτικός στις κρίσεις του, όταν μιλούσε για το έργο καταξιωμένων ομότεχνων του, που τον είχαν, όμως, πικράνει.

Να, μερικά χαρακτηριστικά δείγματα τέτοιας κριτικής, πού αδικούν κατάφωρα όχι μόνον τον κρινόμενο, άλλα και τον κριτή τον ίδιο»:

—Τι εκόμισε επί τέλους ο Γρυπάρης στην Τέχνη; Το σονέτο; Γνωστό από την εποχή του Πετράρχη, Τεχνική; Την αδάνειστη από τον HEREDIA. Ιδέες; Καλούτσικες, μα όχι εντελώς δικές του. Ύστερα παιδιά, τί τεχνική είναι αυτή; από τα τρίκλωνα και ξέκλωνα; Τι σημαίνει τρίκλωνα και ξέκλωνα;

 «Όταν πρωτοφάνηκε ο Γρυπάρης, οι μετοχές του ήταν πολύ υψωμένες. Τώρα —που γνωρίσαμε το έργο του— έπεσαν. Ξεκάνετε τις μετοχές σας... Θα χάσετε...».

Και για το Λορέντζο Μαβίλη — που φθόνησε ίσως ο Καβάφης τη δόξα του, όταν είδε, ν' ανεγείρουν την προτομή του ήρωα του Δρίσκου στην Αλεξάνδρεια — έγραψε:

—«Ο Μαβίλης Λαμπρός ποιητής και λαμπρός πατριώτης! 'Αλλά εκείνη η «λήθη» του έχει ένα λάθος, σοβαρό μάλιστα:

Τέτοια ώρα οι ψυχές διψούν και πάνε

στης λησμονιάς την κρουσταλλένια βρύση.

Και στη συνέχεια σχολιάζει ο ίδιος;

«Περίεργες αυτές οι ψυχές —παρατηρεί ο ποιητής. Καλά ήπιαν μια φορά' το νερό της λήθης και λησμόνησαν. Τι θέλουν οι ευλογημένες και ξαναπηγαίνουν!... Τί θέλουν και ξαναπηγαίνουν! αφού  λησμόνησαν !...»,

Βαρύτατες επικρίσεις είχε διατυπώσει ακόμη ο Καβάφης και για τα έργα του εθνικού μας Βάρδου Κωστή Παλαμά — καθώς και για αλλούς ποιητές της εποχής. Κι όταν αργότερα —σε μια φιλολογική συγκέντρωση— προσκλήθηκε να τις επαναλάβει, αρκέσθηκε να κουνήσει, αρνητικά,  το  κεφάλι του.

Κι όταν πάλι, τον έφεραν σε αδιέξοδο οι «αντιφρονούντες», υπενθυμίζοντας του, τα ίδια τα «αιχμηρά» σχόλια ταυ, εκείνος δέχθηκε:

— Μπορεί κάτι να έχω πει. Δεν θυμάμαι τίποτα πια, από εκείνα τα λόγια...

 

ΕΝΑΣ ΦΙΛΟΣ

Αλλά και για το Σωτήρη Σκίπη, δεν φαίνεται να διατηρούσε πολύ φιλικά αισθήματα ο Καβάφης, αφού σ' ένα από τα συχνά ταξίδια του πρώτου στην Αλεξάνδρεια βρήκε την ευκαιρία ο δεύτερος να πληροφορήσει τους φίλους του:

— Τα μάθατε; Ενέσκηψε ο Σκιπίων.

Η κ. Κυβέλη Σεγκοπούλου, που έγινε σύζυγος του Αλέκου Σεγκόπουλου μοναδικού κληρονόμου του Καβάφη  (μετά το θάνατο της πρώτης συζύγου ταυ, της ποιήτριας; Ρίκας Αγαλλιανού) με δέχθηκε πολύ ευγενικά σπίτι της. Σπευσίπου 23 και μιλώντας για τη στενή φιλία Καβάφη —  Σεγκόπουλου,  είπε:

—    «Ο Κούλης είπε πολλά γι' αυτή τη φίλια... Αλλά ήταν όλα φανταστικά, Ο Καβάφης με τον άντρα, μου είχαν ψυχικό δεσμό. Αυτό πού λέμε, ψυχική συγγένεια. Κι έμοιαζαν οι δύο τους, σε πάρα πολλά σημεία.

»Σας θυμίζω, άλλωστε, ότι έδειχνε ιδιαίτερη συμπάθεια για τους νέους ποιητές και συγγραφείς που δεχόταν πρόθυμα στο σαλόνι του και είχε πάντα να τους πει καλά λόγια και να τους ενθαρρύνει στα πρώτα  τους   βήματα,

«Εκείνη την εποχή ο Αλέκος έβγάζε το λογοτεχνικό περιοδικό «Αλεξανδρινή Τέχνη» κι ήταν φυσικό„ να δημιουργηθεί στενός δεσμός μεταξύ τους, τον όποιο ο κόσμος παρεξηγούσε.

Άλλωστε ο Αλέκος, δεν ήταν ο μοναδικός άνθρωπος που τον  επισκεπτόταν συχνά. Όλοι οι πνευματικοί άνθρωποι της Αλεξάνδρειας τον συναναστρέφονταν —και επιδίωκαν μάλιστα τη φιλία του και την εύνοια  του.

«Ας μυν ξεχνάμε, πρόσθεσε, ότι η μορφή του Καβάφη, μοναδική μορφή ευπατρίδη και άρχοντα κυριαρχούσε, τότε, στην Αλεξάνδρεια. Κι έχει μείνει ιστορικό το φιλολογικό του σαλόνι, στο σπίτι του της οδού «Λέψιους» πλάι στο ελληνικό νοσοκομείο που υπάρχει εντοιχισμένη πλάκα, με τ' όνομα του, ίσαμε σήμερα.

»Κι εκεί, βρισκόντουσαν κάθε Τρίτη, όλα τα μεγάλα ονόματα στο χόρο του πνεύματος, όπως ο Μοδινός, ο Δ. Χαριτάτος, ο Αλέξανδρος Καμπάς, ο Γιάγκος Πιερίδης, ο Γιώργος Παπουτσάκης αι πολλοί άλλοι».

Ερώτηση: Είναι γνωστό  κ. Σεγκοπούλου οτι ο Καβάφης έδειχνε ιδιαίτερη αγάπη στους νέους. Με τον Σεγκόπουλο ήταν συγκαιρινοί;        


Η ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ

ΑΠ.: Είχαν μεγάλη διαφορά ηλικίας. 'Ο Αλέκος γεννήθηκε το 1898 καί ό Καβάφης το 1863. Τόν περνούσε, δηλαδή, 35 ολόκληρα χρόνια.

ΕΡ.: Πώς εξηγείται το γεγονός ότι ο Καβάφης, μετά από ένα τόσο ευρύ κύκλο φίλων, άφησε τον Σεγκύπουλο γενικό κληρονόμο   της   περιουσίας   του;

ΑΠ.: Σας είπα και πριν. Έμοιαζαν σε πολλά σαν χαρακτήρες οι δύο άνδρες. Είχαν κοινά ενδιαφέροντα. Και τους ένωσε δυνατή φιλία. Γι' αυτό και του τα άφησε όλα: Χειρόγραφα, βιβλία, βιβλιοθήκες, έπιπλα. Ναι, όλα τα έπιπλα πού βλέπετε  γύρω σας ήταν  του   Καβάφη.

ΕΡ.: Πράγματι μ' όλα αυτά τα έξοχα έπιπλα, τα βιβλία, τους πίνακες και τα προσωπικά αντικείμενα του ποιητή, το σπίτι σας,, ουσιαστικά, έχει γίνει Μουσείο Καβάφη. Αυτή ήταν η επιθυμία του ποιητή;

ΑΠ.: Αυτά όλα, «κατ' επιθυμία» του άντρα μου  θα δοθούν στο Μσυσείο Μπενάκη. Τα χειρόγραφα του ποιητή είναι σε σίγουρα χέρια. Τα έχουμε δώσει στον καθηγητή κ. Σαβίδη, πού λατρεύει πραγματικά τον Καβάφη.

Το τελευταίο ταξίδι – από τα λίγα που' πραγματοποίησε ο ποιητής— στην Ελλάδα, έγινε στις 4 Ιουλίου 1932, όταν πια η υγεία του είχε κλονισθεί σοβαρά. Έπασχε από καρκίνο του λάρυγγα και τον έβαλαν οι Σεγκόπουλοι στον «Ερυθρό Σταυρό», οπού του έγινε τραχειοτομή κι από τότε, για τέσσερις μήνες, δεν είδε μια μέρα καλή. Έφθινε διαρκώς. Χειρότερο, όμως, πώς δεν μπορούσε πια να μιλεί και έγραφε σ' ένα σημειωματάριο,   ο,τι  ήθελε να πει.

Τελικά, στα μέσα Νοεμβρίου 1932 —καταπτοημένος από την ταλαιπωρία του— γύρισε στην Αλεξάνδρεια και έγραψε, τότε, το τελευταίο ποίημα του,, μέ τον προχρονολογημένο τίτλο «Μέρες του  1908».

 

ΤΑ ΚΕΡΙΑ

Το ποίημα αυτό (17.11.32) ήταν το τελευταίο: Μια νοσταλγική αναδρομή του ποιητή, μέσα από το στερνό καταχείμωνο της ζωής, στη φευγάτη άνοιξη —μέ τις ηδονιστικές θύμησες μιας ακόμη, άνομης ερωτικής περιπέτειας...

Από τότε όμως ο ποιητής έμπαινε τώρα πια, στη μικρή ευθεία πριν απ' το τέλος και μέρα τη μέρα, πιο πολύ, είχε την αίσθηση της απειλής του θανάτου, καθώς τα σβηστά κεριά —«θλιβερή γραμμή»— πλήθαιναν ολοένα ενώ τ' άλλα, τ' αναμμένα, καί λιγοστά, τρεμόσβηναν εμπρός του...

Έτσι το μοιραίο δεν άργησε να συμβεί, όταν μετά από 6 μήνες — στις 28Απριλίου 1933— έπαθε συμφόρηση και δεν άντεξε. Πέθανε, την άλλη μέρα, το πρωί, στο Ελληνικό Νοσοκομείο της Αλεξάνδρειας και το απόγευμα της ίδιας ημέρας, έγινε ή κηδεία του στο ελληνικό νεκροταφείο του Σάτμπυ. Τον έθαψαν στον οικογενειακό τάφο των Καβάφηδων, πού αργότερα, με φροντίδα του δήμου της πόλεως, κηρύχθηκε σαν  «διατηρητέο μνημείο».

 

ΑΚΡΟΠΟΛΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

13 ΜΑΡΤΙΟΥ 1983

 

Παρασκευή 7 Ιουνίου 2024

Ο ΕΘΝΙΚΟΣ ΜΑΣ ΥΜΝΟΣ ΚΑΙ Ο ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ

 


Ο ΕΘΝΙΚΟΣ ΜΑΣ ΥΜΝΟΣ

ΚΑΙ Ο ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ

 

Ο Σπυρίδων Τρικούπης στάθηκε πραγματικά αυτός πού έδειξε το δρόμο προς την ελληνική ποιητική δημιουργία στον μετέπειτα Εθνικό μας ποιητή Διονύσιο Σολωμό. Και όχι μόνο αυτό. Υπήρξε ο πρώτος που στη «Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος» στις 21 'Οκτωβρίου 1825, επεξήγησε στους Έλληνες, τα βαθύτερο νόημα και τα ποιητικά χαρίσματα «του Ύμνου της Ελευθερίας».

Έγραφε τότε :

«Ενώ καθένα από τα φωτισμένα έθνη της Ευρώπης, διαβάζει εις την γλώσσαν του το ποίημα του ομογενούς μας κυρίου Σολωμού, ενώ τα κάλλη αυτού του ποιήματος έθελξαν των ξένων αναγνωστών την καρδίαν, και έπλεξαν φιλολογικόν στέφανον εις την κορυφήν του νέου ποιητού μας, είναι δίκαιον μοναχή η Ελλάς να μη γνωρίζει ό,τι δοξάζει το τέκνον της, και όσα εγράφησαν δι’ αυτήν την ιδίαν, ενώ μάλιστα είναι η τρίτη φορά όπου τώρα τυπώνονται ;

Επιχειρίζεται ο ποιητής να ύμνησει την Ελευθερίαν της Ελλάδος· ούτε από τους ουρανούς μας την κατεβάζει, ούτε με τα συνηθισμένα από την ποίησιν σύμβολα της θεότητος την χαρακτηρίζει. Η ελευθερία της Ελλάδος. συνενταφιάσθη μαζί με τους ήρωας της· όθεν τους τάφους ανοίγει και ο ποιητής, από τα εκεί θαμμένα ιερά κόκκαλα την εβγάνει και όλην Ελληνικήν την παρησιάζει :

Απ τα κόκκαλα βγαλμενη

τών Ελλήνων τα ιερά,

και σαv πρώτα  ανδρειωμένη

χαίρε, ω χαίρε, 'Ελευθέρια  

Δια σύμβολον, της οπλίζει το χέρι με κοφτερήν μάχαιραν, δια να εκδικηθεί τόσων αιώνων αδικοχυμένα ελληνικά αίματα και να ξεπλυθεί και η ίδια από τον μολυσμόν της δουλείας της :

Σε γνωρίζω από την κόψι

τον σπαθιού την τρομερή,

σε γνωρίζω από την όψι

πού με βία μετράει την γη.

 

Αφού χαιρετά, κατ' αυτόν τον προσφυή τρόπο την Ελευθερία, ο ποιητής εξετάζει τί ήταν η χθεσινή Ελλάς, και με τους ελεγειακούς της τόνους κινεί εις πάθος την καρδιά. Αισθήματα χαράς έπειτα δια μιας ξυπνά, και τον ενθουσιασμό της καρδιάς του τον ανάφτει και εις τα στήθη των άλλων, και τους ανοίγει ευθύς το θέατρον των σημαντικότερων άθλων της νέας Ελλάδος· τους φέρει πρώτον έμπροσθεν εις τα τείχη της Τριπολιτζάς, και τόσον-έντεχνα και ζωηρά ψάλλει τα συμβάντα αυτής της πόλεως, όπου ο ακροατής νομίζει, ότι βλέπει ζωντανή παράσταση της τραγικής εκείνης σκηνής. Ιδού η δείξη.

Τότε (λέγει) ανάφτει

του πολέμου  αναλαμπή

το τουφέκι ανάβει αστράφτει,

λάμπει, κόφτει το σπαθί.

 

'Ακούω κούφια τα  τουφέκια,

ακούω σμίξιμο σπαθιών,

ακούω ξύλα, ακούω πελέκια,

ακούω τρίξιμο δοντιών.

 

Της σκηνής η ώρα,

ο τόπος, οι κραυγές, η ταραχή,

ο σκληρόψυχος ο τρόπος

του πολέμου oι καπνοί,

 

κι   οι βροντές, και το σκοτάδι,

όπου αντίσκοφτε η φωτιά,

επαράσταιναν τον άδη,

πού ακαρτέρειε τα σκυλιά.

 

Αυτοί δεν είναι λόγοι· είναι ζωγραφιά !

Πόσον προσφυής είναι ο τρόπος με τον οποίον ο ποιητής, επιχειρίζεται να δικαιολόγηση την τόσην σφαγή εκείνης της τρομερής ημέρας ! Τοποθέτει, ότι αναρίθμητοι ήσκιοι των αδικοφονευμένων Ελλήνων ανέβαιναν από τα σπλάχνα εις το πρόσωπον της γης, οι όποιοι χορεύοντες μεσ' τα πηκτά αίματα, βρυχίζοντες βραχνά και μανίζοντες εις το πλάϊ των Ελλήνων, έγγιζαν τα στήθη των πολεμιστών· αυτό το άγγισμα έδιωχναν από την Ελληνικήν καρδίαν κάθε αίσθημα λύπης, και κατ' αυτόν τα τρόπον

...αυξάνει του πολέμου,

ο χορός τρομακτικά,

σαν το σκόρπιαμα  του ανέμου

στου πελάου την μοναξιά.

Και πάλιν ο χορός του πολέμου αυξάνει, και πάντοτε εις αύξηση προχωρεί, έως εκεί που κλείνει η  σκηνή της Τριπολιτζάς   με τον ακόλουθο παιάνα :

Της αυγής δροσάτο αέρι

δεν φυσάς τώρα εσύ πλιο

στων ψευδόπιστων  το αστέρι

φύσα, φύσα εις τον Σταυρό.

Από την Τριπολιτζά μεταβαίνει στην Κόρινθο εκεί άλλοτε παίζει την ήμερη φλογέρα, άλλοτε την πολεμική σάλπιγγα, ευτυχώς όμως πάντοτε και την μίαν και την άλλην. Έρχεται κατόπιν η πολιορκία του Μεσολογγίου το 1822, και ιδού εις την φοβερήν ώρα της εφόδου, η ιερά θρησκεία, θυγατέρα του ουρανού, διαυθεντεύτρα και παρηγορήτρα των χριστιανών καταβαίνει, την ήμερα της ενανθρωπήσεως του θεού, να επισκεφτεί τον κινδυνεύοντα λαόν της, και βαστώντας τον Σταυρόν εις τα χέρι φιλά την Ελευθερία, την οποίαν ιδού πόσον θαυμάσια ο ποιητής μας την περιγράφει.

Μια τέτοια περιγραφή να είναι η εσπερινή και αυγινή προσευχή κάθε φιλελευθέρου :

A ! το φως, πού σε στολίζει

σαν ηλίου φεγγοβολή,

και μακρόθεν σπινθηρίζει,

δεν είναι, όχι, από την γη.

 

Λάμψιν έχει όλη φλογώδη

χείλος, μετωπο,   οφθαλμό·

φως το χέρι, φως το πόδι,

κι   όλα γύρω σου είναι φως.

Τα θείον εκείνο φίλημα της Θρησκείας προς την Ελευθερία ενεργεί τα τεράστια εκείνης της ημέρας· η ποίηση γίνεται και αυτή θεία. Η φωνή της είναι εις κάποια μέρη φωνή προφήτου, και παντού ως ορμητικός χείμαρρος χύνει την δύναμη της και την χάριν της.

'Ακολουθούν έπειτα ύμνοι των θαλασσινών μας, του Πατριάρχου ο τραγικός θάνατος, τραγικά και φιλεκδικητικά γραμμένος, συμβουλή εις το έθνος εναντίον της αναθεματισμένης διχόνοιας,   και μια αποστροφή σφοδρότατη, εις το τέλος, προς τους Βασιλείς της Ευρώπης, έμπροσθεν των οποίων οι ανδρείοι της Ελλάδος στήνοντας τον Σταυρόν τους ερωτούν λέγοντες :

Τι θα κάμετε; θ' αφήστε

ν' αποκτήσωμεν εμείς

Λευτεριά, ή θα την λύστε

εξ’ αίτιας  Πολιτικής;

Τούτο αν ίσως μελετάτε

ιδού, εμπρός σας τον Σταυρό.

Βασιλείς! ελάτε, ελάτε,

και κτυπήσετε  κι   εδώ.

 Και με το κτυπήσατε κι’ εδώ κλείνει θαυμάσια τα ποίημα.

Λυπούμαι ότι τα στενά όρια της εφημερίδος δεν με συγχωρούν να αναλύσω λεπτομερώς το ποίημα και με βιάζουν να παρατρέψω τόσας στροφάς, με τάς όποιας έπρεπε να υποστηρίξω τους ακολούθους λόγους μου. Από τα προ αιώνων θαμμένα κόκκαλα των προγόνων μας βγήκε ή ελευθερία, καθώς είδαμε, από των ιδίων προγόνων μας τους   κωφούς και   άφωνους τάφους   ξυπνά και ο Σολωμός την βαριά εκεί κοιμωμένη Μούσα. Παρόμοια με την προχθεσινή Ελλάδα εκείτετο και η ποίηση μας έως χθες, πτωχή και άδοξη· παρόμοια με την σημερινή Ελλάδα υψώνεται και αυτή τώρα και λαμπρύνεται.

Ο Ύμνος, περί του οποίου γίνεται λόγος λέγει ο ποιητής ότι δημιουργήθηκε τον Μάιο μήνα το 1823· είναι έως εκατόν εξήντα στροφές συνθεμένος από διάφορα μέρη, φαίνεται ένα, όλον μονομερές και τέλειο, και χωρίζοντας τον εις τα μέρη του ευρίσκεις καθένα από αυτά ένα όλον τέλειο. Το γυμνασμένο στην ποίηση αυτί ακούει εις αυτόν τον Ύμνο όλους τους τόνους της  ποιήσεως   και  η ποικιλία αυτή τον μαγεύει τόσον, ώστε θέλει να τον ακούσει όλον διά μιας.

Βάθος γνώσεως των κανόνων της υψηλής Λυρικής δείχνει ο ποιητής, όταν πηδά από μίαν υπόθεση εις άλλην. Η θερμότητα της καρδίας του αποφεύγει πάντοτε την ψυχρότητα της Μυθολογίας, και το ύψος των ιδεών του αποστρέφεται τους κοινούς τύπους της ποιήσεως.

Είναι γραμμένος εις την κοινότατη γλώσσα, εις την οποίαν είναι παράκαιρο να κάμω καμίαν κρίσιν, θέλοντας, κατά το παρόν, να αποφύγω τις συνηθισμένες δια την γλωσσά μας λογομαχίας· αλλ’ οποιαδήποτε και αν είναι καθενός η γνώμη, δίκαιον είναι να παρατηρηθεί, ότι ή ευρυχωρία της φαντασίας του ποιητή πλάτυνε και αυτά τα στενά όρια της στενής μας γλώσσας, την οποίαν και ανέβασε εις τα ύψη των ιδεών του.

Η αρμονία των στίχων θα φανεί νέα βέβαια εις την Ελληνική ακοή, και όχι αρεστή· αλλά δεν δυσκολεύομαι να ειπώ, ότι είναι τόσον περισσότερο ηδονική, όσον το αυτί του ακροατή είναι μουσικότερο. Αν δεν με απατά η ειλικρινής μου προς τον ποιητή φιλία, νομίζω ότι οι άξιοι αναγνώστες αυτού του Ύμνου θέλει τον κρίνουν δόξα της Ελλάδος, και θέλει ειπούν μαζί μου, ότι εις κανένα  καιρόν   και εις κανένα έθνος η ελευθερία   δεν ηύρε ψάλτη αξιότερο.

 ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ

ΠΗΓΗ:

 ΣΠ. ΤΡΙΚΟΥΠΗ : ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ