Translate -TRANSLATE -

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΥΡΩΖΩΝΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΥΡΩΖΩΝΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 10 Σεπτεμβρίου 2018

Π. Νεάρχου: Η δήθεν Ευρωπαϊκή Ένωση και η καταστροφή της Ελλάδος



Η δήθεν Ευρωπαϊκή Ένωση και η καταστροφή της Ελλάδος

Γράφει ο ΠΕΡΙΚΛΗΣ  ΝΕΑΡΧΟΥ
Πρέσβυς ε.τ.

Η Ελλάδα εντάχθηκε με μεγάλο ενθουσιασμό και πολλές προσδοκίες στην τότε Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ) το 1981. Υπερίσχυσε το γεωπολιτικό κριτήριο, ότι δηλαδή τα σύνορα της Ελλάδος θα γίνονταν και σύνορα της Ευρώπης. Υπερίσχυσε επίσης η πίστη ότι η ΕΟΚ θα εξελισσόταν γρήγορα σε μια πραγματική πολιτική Ένωση, με κοινή ανάπτυξη, κοινή ευημερία και κοινό πεπρωμένο.
Ήταν η ιδέα του Στρατηγού Ντε Γκωλ για την Ευρώπη. Η ιδέα όμως αυτή τελικά δεν επικράτησε. Επεβλήθη εκ των πραγμάτων, υπό την πίεση των γεωπολιτικών εξελίξεων, την κατάρρευση κατά πρώτο λόγο της Σοβιετικής Ένωσης, την επανένωση της Γερμανίας και την ανάδυση της παγκοσμιοποίησης, μια άλλη Ευρώπη. Η τελευταία έχει σημαία τον ακραίο νεοφιλελευθερισμό και την πλήρη εγκατάλειψη του προτύπου της μεικτής εθνικής οικονομίας και της πολιτικής του Κεϋνσιανισμού, που κυριάρχησε κατά τα μεταπολεμικά χρόνια. Η εικονική οικονομία των πιστωτικών αγορών κατέλαβε την πρώτη θέση και υποσκέλισε την πραγματική, παραγωγική οικονομία.
Για πρώτη φορά στην ιστορία, η δημιουργία ενιαίου νομίσματος, αντί να ακολουθήσει και να είναι η επιτομή της ολοκληρώσεως της πολιτικής ενοποιήσεως της Ευρώπης, ακολούθησε τον αντίθετο και παράλογο από κάθε άποψη δρόμο. Δημιουργήθηκε το Ευρώ, όχι ως κοινό αλλά ως ενιαίο νόμισμα, κατά πρωθύστερο τρόπο, με τη λογική ότι η εισαγωγή του θα εξανάγκαζε τα κράτη-μέλη να κάνουν γρήγορα άλματα προς την ενοποίηση για να συμμορφωθούν προς τις επιταγές που επιβάλλει η ύπαρξη ενιαίου νομίσματος.
Η διαρροή του χρόνου και η δοκιμασία μέσα σ’ αυτόν του ενιαίου νομίσματος απεκάλυψε, για ορισμένες χώρες με τραγικό τρόπο, τις εκ γενετής αδυναμίες του ευρώ. Εφόσον η πολιτική ενοποίηση δεν ολοκληρώθηκε και η λεγόμενη Ευρωπαϊκή Ένωση παρέμεινε ουσιαστικά μια κοινή Ευρωπαϊκή αγορά, ταυτιζόμενη επιπλέον με τον ακραίο νεοφιλελευθερισμό και την παγκοσμιοποίηση, οι πολιτικές της διαμορφώνονται από την κυριαρχία των αγορών και τους συσχετισμούς ισχύος μέσα σ’ αυτές. Είναι φυσικό, μέσα στο πλαίσιο αυτό, η οικονομικά ισχυρότερη χώρα, η Γερμανία, να αναδεικνύεται σε ηγεμονική Ευρωπαϊκή χώρα.
Εάν είχε ολοκληρωθεί η πολιτική ενοποίηση, η κυριαρχία των αγορών και η δεσπόζουσα ηγεμονική θέση της οικονομικά ισχυρότερης χώρας, της Γερμανίας, θα αντισταθμιζόταν και θα μετριαζόταν από πολιτικές αποφάσεις μεταφοράς πόρων, κοινής αναπτύξεως και συνοχής και αλληλεγγύης. Υποτίθεται ότι τον ρόλο αυτό διαδραματίζουν εναλλακτικά τα Κοινά Ευρωπαϊκά Ταμεία και οι συνδεόμενες μ’ αυτά πολιτικές. Η δράση όμως των Ταμείων αυτών δεν είναι επαρκής, εάν λάβει κανείς υπ’ όψιν ότι ο συνολικός Ευρωπαϊκός προϋπολογισμός ανέρχεται μόνο στο 1% περίπου του ακαθάριστου Ευρωπαϊκού προϊόντος.
Ο ομοσπονδιακός προϋπολογισμός των ΗΠΑ, π.χ., ανέρχεται στο 20%. Η διάθεση επίσης των πόρων από τα Ταμεία αυτά συνδέεται με όρους και προϋποθέσεις για τη μείωση της παραγωγής σε πολλούς κρίσιμους τομείς, ώστε η συνολική πολιτική της Ευρωπαϊκής Ενώσεως να συμβαδίζει με την παγκοσμιοποίηση και την πολιτική των ανοικτών συνόρων.
Η Ελλάδα, με γνωστές τις αδυναμίες της οικονομίας της και τα ελλείμματά της στο δημοσιονομικό και το εμπορικό ισοζύγιο, έσπευσε, υπό τη σπουδή και την πίεση του μοιραίου πρωθυπουργού της Κώστα Σημίτη, να ενταχθεί στο Ευρώ. Η ένταξη έγινε με την προπαγάνδα ότι η Ελλάδα θα έμπαινε στον σκληρό πυρήνα της Ευρώπης και ότι θα γινόταν με το Ευρώ πιο ισχυρή.
Η Βρετανίδα πρωθυπουργός Μάργκαρετ Θάτσερ έβλεπε ήδη από το 1989, πριν δηλαδή από την εισαγωγή του Ευρώ, τα προβλήματα που θα δημιουργούσε για τις ασθενέστερες χώρες του Ευρωπαϊκού Νότου. Γράφει, π.χ., στα Απομνημονεύματά της για τα χρόνια της ως πρωθυπουργού στην Ντάουνινγκ Στριτ, για τις συζητήσεις που γίνονταν στις Βρυξέλλες για το Ευρώ. «Έχουμε τώρα», λέει, «και ένα άλλο πρόβλημα, εκτός από την πολιτική ενοποίηση, το Ευρώ. Το παράξενο είναι ότι πρωτοστατούν στην εισαγωγή του χώρες του Ευρωπαϊκού Νότου, που ενώ είναι βέβαιο ότι θα καταστραφούν με το Ευρώ, έχουν την αυταπάτη ότι τα υποσχόμενα πακέτα που θα εισαχθούν, μαζί με το Ευρώ, θα είναι ικανό αντιστάθμισμα για την αποτροπή της καταστροφής».
Η Μάργκαρετ Θάτσερ αναφέρει ονομαστικά ως παράδειγμα την Ελλάδα. Αυτό όμως που έβλεπε η «αντι-Ευρωπαία» Θάτσερ δεν το έβλεπε ούτε ο μοιραίος για την Ελλάδα πρωθυπουργός ούτε η αντιπολίτευση. Η Ελλάδα δεν έπρεπε, για κανέναν λόγο, να ενταχθεί σ’ ένα ενιαίο νόμισμα, χωρίς την εγγύηση της πολιτικής αλληλεγγύης, που προκύπτει από την πολιτική ενοποίηση ή την κατάκτηση προηγουμένως ενός επιπέδου αναπτύξεως, που θα εγγυόταν την ανταγωνιστική συμμετοχή της.
Η κατασπατάληση των Ευρωπαϊκών πόρων από την κακή διαχείρισή τους και η αποτυχία Σημίτη να χρησιμοποιήσει τη ρευστότητα που έδωσε το ευρώ για τη χρηματοδότηση ενός αναπτυξιακού προγράμματος είναι άλλες όψεις της μνημειώδους αποτυχίας της πολιτικής του δήθεν «εκσυγχρονισμού». Η πολιτική αυτή λειτούργησε, στην πραγματικότητα, ως πρόδρομος της καταστροφής, που ακολούθησε μετά τη δήθεν κρίση του 2008 – 2009.
Η Ελλάδα δεν εθίγη σοβαρά, σε πρώτη φάση, από τη διεθνή αυτή κρίση, λόγω του περιθωριακού ρόλου της στη διεθνή και στην Ευρωπαϊκή οικονομία. Εθίγη, σε δεύτερη φάση, μέσω του συστήματος του Ευρώ. Η κρίση ήταν διεθνής και οι επιπτώσεις της στην Ευρώπη θα έπρεπε να αντιμετωπισθούν ως Ευρωπαϊκό πρόβλημα από τους Ευρωπαϊκούς θεσμούς. Ανεδείχθησαν όμως, με την ευκαιρία της κρίσεως, οι εγγενείς αδυναμίες ενός νομίσματος, που εισήχθη πρωθυστέρως και οι εγωισμοί των ισχυρών χωρών-μελών.
Για να μην πληγούν Ευρωπαϊκές τράπεζες, που ήταν εκτεθειμένες σε Ελληνικά ομόλογα, και για να μην τεθεί σε κίνδυνο το Ευρώ, πιέσθηκε η Ελλάδα, για να αποφύγει δήθεν τη «χρεοκοπία», να κάνει bail out (διάσωση) των Ευρωπαϊκών και των Ελληνικών τραπεζών και να μετατρέψει σε δημόσιο χρέος ένα δυσθεώρητο ποσό, το οποίο με τίποτε δεν είναι βιώσιμο και εξοφλήσιμο για τη χώρα.
Η χώρα, με τη συνενοχή θλιβερών και αναξίων ηγεσιών, καταδικάσθηκε σ’ ένα εφιαλτικό αδιέξοδο, από το οποίο δεν φαίνεται ελπίδα φωτός, χωρίς ριζοσπαστικές ανατροπές. Πώς θα αναπτυχθεί η χώρα, χωρίς να έχει τα μέσα να εφαρμόσει μια εθνική στρατηγική; Πώς θα αναπτυχθεί η επιχειρηματικότητα, όταν καταδικάζεται εκ των προτέρων με βαρύτατη φορολογία και δημοσιονομικά πλεονάσματα; Πώς θα αξιοποιήσει τον εθνικό της πλούτο, όταν αυτός αλλοτριώνεται, διαρπάζεται και λεηλατείται από ξένες πολυεθνικές και ταμεία (funds); Πώς θα γυρίσει στην κανονικότητα, με αλλοτριωμένο και υποθηκευμένο το τραπεζικό της σύστημα και με επιβεβλημένη λιτότητα μέχρι το 2060 και πέραν;
Η Ευρωπαϊκή Ένωση θέλει να συγκαλύψει την καταστροφή που επέβαλε στην Ελλάδα, με πρόσχημα τη διάσωση. Είναι κρίμα και ντροπή οι Ελληνικές ηγεσίες να συμπράττουν σ’ αυτήν την προπαγάνδα και παραπλάνηση.

Σάββατο 18 Νοεμβρίου 2017

Ήταν επιτυχία ή τραγικό λάθος;




 Ήταν επιτυχία ή τραγικό λάθος;

Δεκαεφτά χρόνια μετά την ένταξη της χώρας στην ΟΝΕ

Από τον Αντώνη Αντωνάκο*

«Στους ισχυρούς της Ευρώπης συγκαταλέγεται πλέον η Ελλάδα [...] στην ίδια συνεδρίαση θα οριστεί η κεντρική ισοτιμία της δραχμής με το ενιαίο ευρωπαϊκό νόμισμα, η οποία θα είναι στις 340,75 δραχμές / ευρώ. Στη συνέντευξη Τύπου που ακολούθησε, ο πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης [...] δεν παρέλειψε να ευχαριστήσει [...] αλλά και τον ελληνικό λαό, ο οποίος επέδειξε προθυμία και δεν δίστασε να κάνει θυσίες. “Η Ελλάδα είναι πλέον πιο δυνατή να καθορίζει πιο δυναμικά τη δική της ιστορία” κατέληξε ο πρωθυπουργός...» (in.gr)».

Πανηγύριζαν η κυβέρνηση και ο φιλοκυβερνητικός Τύπος τον Ιούνιο του 2000 όταν η χώρα, ασθμαίνοντας και με πλαστά στοιχεία, κατάφερε να «τρυπώσει» τελευταία στους «ισχυρούς» της Ευρώπης. Τα ερωτήματα είναι αν οι θυσίες του λαού στις οποίες αναφέρεται ο πρωθυπουργός ήταν παρελθούσες ή μελλοντικές και, το πιο σημαντικό, αν ήταν σε γνώση των πολιτών. Επίσης, ένα σημαντικό ερώτημα είναι αν η εξέλιξη τον δικαίωσε στην εκτίμησή του ότι η χώρα «είναι πλέον πιο δυνατή να καθορίζει πιο δυναμικά τη δική της ιστορία» ή, αντίθετα, κατάντησε έρμαιο των κυμάτων της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι από τη στιγμή που η χώρα έγινε μέλος της ΟΝΕ η έξοδος από αυτή θα ήταν ιδιαίτερα επώδυνη. Σε κάθε περίπτωση, αν επρόκειτο να γίνει κάτι τέτοιο, αυτό όφειλε να πραγματοποιηθεί στην αφετηρία της κρίσης, δηλαδή πριν από το πρώτο Μνημόνιο το 2010. Το κόστος εξόδου εκ των υστέρων θα ήταν καταστροφικό. Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν πρέπει η χώρα να βγει από την ευρωζώνη, αλλά αν έπρεπε να μπει.
Παραβλέποντας το γεγονός της «δημιουργικής λογιστικής» (swaps Goldman Sachs, κρυφά χρέη, ελλείμματα κ.λπ.), είναι σημαντικό να κάνουμε δύο παρατηρήσεις: Καταρχάς, ότι από τα 15 (τότε) μέλη της Ένωσης τρία (Βρετανία, Δανία, Σουηδία) επέλεξαν να μη συμμετάσχουν, παρά το γεγονός ότι ήταν σε ασύγκριτα καλύτερη κατάσταση από την Ελλάδα. Επιπλέον, ότι σήμερα 19 από τα 27 μέλη μετέχουν στην ΟΝΕ, γεγονός που αποδεικνύει ότι τελικά δεν είναι τόσο δύσκολο να μπεις στο κλαμπ. Να σημειωθεί, μάλιστα, ότι από τις υπόλοιπες οκτώ χώρες οι μισές (Σουηδία, Πολωνία, Ουγγαρία και Τσεχία) που θα μπορούσαν να μετέχουν, απλώς αποδεικνύονται «πιο σοφές» από τη χώρα μας και το αποφεύγουν.
Το κεντρικό και ουσιώδες ερώτημα είναι αν συμφέρει μια χώρα με ασθενική παραγωγική ικανότητα να ενταχθεί σε ένα σύστημα σταθερής νομισματικής ισοτιμίας, εγκαταλείποντας την «αμυντική» δυνατότητα της διολίσθησης ή της υποτίμησης του εθνικού της νομίσματος. Είναι γεγονός ότι η αξία ενός νομίσματος οφείλει να ανταποκρίνεται στις παραγωγικές δυνατότητες της χώρας. Υπερτιμημένο νόμισμα διευρύνει το εμπορικό έλλειμμα, ενώ το αντίθετο συμβαίνει με το υποτιμημένο. Είναι γνωστή η διαμάχη των ΗΠΑ με την Κίνα επειδή η τελευταία επιμένει να κρατά τεχνηέντως υποτιμημένο το νόμισμά της, διευκολύνοντας έτσι τις εξαγωγές της σε βάρος άλλων.
Μετά την κατάργηση, το 1971, του συστήματος σταθερών ισοτιμιών (Μπρέτον Γουντς), που είχε δημιουργηθεί το 1944, η διολίσθηση και οι υποτιμήσεις της δραχμής αντιστάθμιζαν την παραγωγική υστέρησή της, προφυλάσσοντας το ισοζύγιο πληρωμών. Χαρακτηριστικά, έως το 1980 η ισοτιμία είχε διαμορφωθεί στο $1=43 δρχ., ενώ μετά τις υποτιμήσεις (1983 15,5%, 1985 15%, 1998 12,6%) και τη συνεχή διολίσθηση το 1990 είχε διαμορφωθεί στο $1=158 δρχ. και το 2000 έφτασε στο $1=367 δραχμές! Αυτή η κατρακύλα, της ισοτιμίας της δραχμής, απεικόνιζε με δραματικό τρόπο την αποψίλωση του παραγωγικού δυναμικού της οικονομίας και την εγκαθίδρυση μιας «εικονικής οικονομικής» ευμάρειας, η οποία στηριζόταν στα δάνεια (δημόσιου και ιδιωτικού τομέα) και στις καθαρές εισροές από την Ε.Ε., που κάλυπταν τα ελλείμματα του ισοζυγίου πληρωμών.
Η ένταξη στην ΟΝΕ, στον βαθμό που διευκόλυνε τον δανεισμό, ήταν αναμενόμενο να διευρύνει το πρόβλημα, ναρκοθετώντας περαιτέρω τα θεμέλια της οικονομίας, αφού πλέον οι καθαρές εισροές δεν επαρκούσαν για να καλύψουν το πρόβλημα. Επιπλέον, η διευρυμένη ρευστότητα διευκόλυνε τη μεταπρατική οικονομία, διογκώνοντας τη «φούσκα» της εικονικής οικονομικής ανάπτυξης. Την ίδια στιγμή ο κυρίως παραγωγικός τομέας όχι μόνο δεν ενισχυόταν, αλλά, αντίθετα, υποβαθμιζόταν σε σύγκριση με τον διεθνή ανταγωνισμό.
Για να αντιληφθούμε την αιτία του προβλήματος αρκεί να δούμε την ισοτιμία της δραχμής σε σχέση με το δολάριο μετά την εισαγωγή του ευρώ. Η αρχική ισοτιμία το 2001 ήταν 1 €=$0,93 και $1=365 δραχμές. Το 2009 η ισοτιμία είχε γίνει 1 €=$1,43, δηλαδή το ευρώ είχε ανατιμηθεί περισσότερο από 50% έναντι του δολαρίου. Αυτό τελικά σήμαινε ότι η δραχμή (το 1/340,75 του ευρώ) είχε ανατιμηθεί έναντι του δολαρίου ($1=228 δρχ.). Είναι προφανές ότι τα προϊόντα και οι υπηρεσίες της χώρας έγιναν ακριβότερα για τους ξένους, ενώ τα εισαγόμενα έγιναν φτηνότερα για τους Έλληνες. Δηλαδή, διογκώθηκαν οι εισαγωγές και αποδυναμώθηκαν οι εξαγωγές, διευρύνοντας το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου.
Η παραγωγική οικονομία έμεινε ανοχύρωτη απέναντι όχι μόνο στις χώρες εκτός ΟΝΕ, αλλά και στο εσωτερικό της ευρωζώνης, αφού η παραγωγικότητα της χώρας υπολειπόταν των πλέον παραγωγικών χωρών και κυρίως της Γερμανίας. Η τεράστια διαφορά της νομισματικής μονάδας (1 €=340,75 δρχ.) εκτίναξε τα περιθώρια κέρδους και τα εισοδήματα στο εμπόριο, στους ελεύθερους επαγγελματίες και σε επιχειρήσεις υπηρεσιών (καφετέριες, εστιατόρια, κομμωτήρια κ.λπ.), στις οποίες, πέραν των άλλων, ενδημεί η παραοικονομία. Έτσι, όπως είναι φυσικό, τα δημόσια έσοδα δεν ακολούθησαν την πορεία διόγκωσης της οικονομίας, με αποτέλεσμα να μην υπάρξει βελτίωση στον τομέα του δημόσιου χρέους ακόμα και πριν από το ξέσπασμα της παγκόσμιας κρίσης. Παρά την αύξηση του κόστους εργασίας (σχετικά μικρή σε σύγκριση με τους άλλους δείκτες, έτσι που τελικά οι μισθωτοί ήταν από τους περισσότερο χαμένους της ένταξης λόγω της εκτόξευσης του κόστους διαβίωσης), αυτός ο παράγοντας δεν υπήρξε καθοριστικός για την περαιτέρω αποσύνθεση του πραγματικά παραγωγικού τομέα της οικονομίας. Η μοιραία και ολοένα εντεινόμενη στροφή της κατανάλωσης σε εισαγόμενα αγαθά και το εύκολο και γρήγορο κέρδος που προσέφεραν οι άλλοι τομείς της οικονομίας ήταν αποτρεπτικά για μεσοπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες επενδύσεις κεφαλαίου.
Είναι φανερό, λοιπόν, ότι η διευκόλυνση του δανεισμού και τα χαμηλά επιτόκια που προσέφερε η ΟΝΕ όχι μόνο δεν ήταν «δώρα» για την πραγματική οικονομία, αντίθετα ήταν η «παγίδα θανάτου» στην οποία την οδήγησε η κυβέρνηση των «εκσυγχρονιστών».
Σε τελική ανάλυση, η ένταξη στην ευρωζώνη όχι μόνο δεν μπορεί να πιστωθεί ως «μεγάλο επίτευγμα» στον κ. Σημίτη, αλλά, αντίθετα, πρέπει να του χρεωθεί ως το μοιραίο λάθος, το οποίο φέρει τη μεγαλύτερη ευθύνη για τη χρεοκοπία της χώρας.
*Καθηγητής, πρώην πρόεδρος της ΟΛΜΕ

Τρίτη 17 Οκτωβρίου 2017

Eric Toussaint : Τα απεχθή κέρδη της ΕΚΤ εις βάρος του ελληνικού λαού




Τα απεχθή κέρδη της ΕΚΤ εις βάρος του ελληνικού λαού


Ο Μάριο Ντράγκι αναγνώρισε πως οι ευρωπαϊκές κεντρικές τράπεζες της Ευρωζώνης συσσώρευσαν κέρδη ύψους 7,8 δις ευρώ χάρη στα ελληνικούς ομόλογα που η ΕΚΤ αγόρασε κατά τα έτη 2010-2012 στα πλαίσια του προγράμματος (Securities Markets Programme)[1]. Σε αυτά προστίθενται και άλλα ποσά, για τα οποία δεν μιλά ο πρόεδρος της ΕΚΤ: τα κέρδη που πραγματοποίησαν οι ίδιες αυτές τράπεζες στα πλαίσια των επονομαζόμενων «ANFA» (Agreement on Net Financial Assets) αγορώ

του Eric Toussaint

Η Γερμανία, για παράδειγμα, αποκομίζει πάνω από 1,3 δις ευρώ κέρδη χάρη στο διμερές της δάνειο προς την Ελλάδα[2]. Η Γαλλία, από την πλευρά της, δεν πάει πίσω. Πρέπει να συνυπολογίσουμε και την οικονομία που έκαναν οι κυρίαρχες χώρες της Ευρωζώνης όσον αφορά την αναχρηματοδότηση των δημοσίων χρεών τους: η κρίση που έπληξε την Ελλάδα και τις άλλες χώρες της περιφέρειας οδήγησε σε φυγή των δανειστών σε όφελος των πιο πλούσιων χωρών της ευρωζώνης που, συνεπώς, ωφελήθηκαν από μια πτώση του κόστους των δανείων τους.

Στην περίπτωση της Γερμανίας, μεταξύ 2010 και 2015, η εξοικονόμηση φαίνεται πως ανέρχεται σε 100 δις ευρώ[3]. Τέλος, στα πλαίσια της Ποσοτικής χαλάρωσης (Quantative easing - QE), η ΕΚΤ αγόρασε ομόλογα γερμανικού δημοσίου ύψους 400 δις ευρώ, τις περισσότερες φορές με μηδενική ή αρνητική απόδοση. Η ΕΚΤ αγόρασε επίσης ομόλογα του γαλλικού δημοσίου για ποσό λίγο μικρότερο των 400 δις ευρώ. Αυτές οι αγορές γερμανικών ή γαλλικών ομολόγων δεν της αποφέρουν τίποτε, ενώ τα ελληνικά ομόλογα που κατέχει για ποσό δέκα φορές μικρότερο, της απέφεραν 7,8 δις ευρώ. Καθένας μπορεί να απαντήσει στην ερώτηση του ποιος ωφελείται αυτής της πολιτικής της ΕΚΤ.

Ο μηχανισμός είναι ανελέητος: κάθε φορά που ένα μέρος των κερδών της ΕΚΤ επί ελληνικών ομολόγων μεταβιβάστηκε στην Αθήνα, το ποσό ξαναέφυγε αμέσως προς τους πιστωτές για την αποπληρωμή του χρέους.Πρέπει να μπει τέλος σε αυτήν την λεηλασία. Τα κέρδη που αποκόμισε η ΕΚΤ εις βάρος του ελληνικού λαού πρέπει να επιστραφούν στην Ελλάδα και να χρησιμοποιηθούν στο σύνολό τους για την χρηματοδότηση κοινωνικών δαπανών για την ανακούφιση των δραματικών επιπτώσεων των πολιτικών που επιβάλλει η τρόικα και για να γίνει επανεκκίνηση της απασχόλησης. Το χρέος που απαιτείται από την Ελλάδα πρέπει να διαγραφεί, διότι είναι αθέμιτο, απεχθές, παράνομο και μη βιώσιμο. Αυτό απέδειξε η Επιτροπή αλήθειας δημόσιου χρέους που σύστησε η πρόεδρος της Ελληνικής Βουλής, το 2015[4]. Το σημερινό μνημόνιο πρέπει να καταργηθεί.

Ας επανέλθουμε στην πολιτική της ΕΚΤ σχετικά με την Ελλάδα.

Πράξη 1η: Ο ρόλος της ΕΚΤ στο πρώτο μνημόνιο, το 2010

Η ΕΚΤ, υπό την διεύθυνση του Ζαν-Κλωντ Τρισέ (με στενές επαφές με τις τράπεζες[5]), παρενέβη έχοντας ως κύρια ανησυχία να περιορίσει όσο το δυνατόν περισσότερο τις απώλειες των ιδιωτικών γαλλικών, γερμανικών, ιταλικών και του Benelux (Βέλγιο, Ολλανδία, Λουξεμβούργο) τραπεζών που ήταν ιδιαίτερα εκτεθειμένες τόσο στον ελληνικό ιδιωτικό όσο και στον ελληνικό δημόσιο τομέα.

Σε αντίθεση με όσα εκθέτει με περισσή φροντίδα το κυρίαρχο αφήγημα, το κύριο πρόβλημα ετίθετο από τις ελληνικές ιδιωτικές τράπεζες, στο χείλος της αφερεγγυότητας, των οποίων η ενδεχόμενη πτώχευση αποτελούσε σοβαρή απειλή για τις γαλλικές, γερμανικές, ιταλικές τράπεζες και αυτές του Benelux [6] που ήταν οι δανειστές τους και, σε ορισμένες περιπτώσεις, οι ιδιοκτήτες τους.

Κατά την επεξεργασία του μνημονίου του Μάη του 2010, η ΕΚΤ αρνήθηκε να προχωρήσει σε μείωση του ελληνικού δημόσιου χρέους ενώ, συνήθως, ένα λεγόμενο σχέδιο «διάσωσης» συνοδεύεται από αναδιάρθρωση χρέους. Η ΕΚΤ αρνούνταν την προοπτική αυτή διότι ήθελε να δώσει στις ξένες τράπεζες των κυρίαρχων χωρών της ευρωζώνης τον χρόνο να μειώσουν την έκθεσή  τους στο δημόσιο χρέος.

Το ΔΝΤ, με διευθυντή τον Ντομινίκ Στρως-Καν, ο ίδιος με στενές επαφές με το τραπεζικό λόμπυ, υιοθέτησε την ίδια θέση με αυτήν της ΕΚΤ. Η κυβέρνηση του σοσιαλιστή Γιώργου Παπανδρέου είχε κι εκείνη ως κύρια ανησυχία την προάσπιση των συμφερόντων των ελλήνων τραπεζιτών και ήταν ευνοϊκή προς το λεγόμενο σχέδιο «διάσωσης» που θα έφερνε μερικές δεκάδες δις ευρώ για την ανακεφαλαίωσή τους, αλλά και την αποφυγή μιας μείωσης του ελληνικού δημόσιου χρέους που θα είχε πλήξει τους τραπεζίτες αφού κατείχαν οι ίδιοι ελληνικούς τίτλους.

Η δεύτερη θεμελιώδης διάσταση του προσανατολισμού που επέλεξαν οι κύριοι πρωταγωνιστές που εφάρμοσαν το μνημόνιο, είναι η θέληση να εφαρμόσουν μια θεραπεία σοκ στην Ελλάδα: ριζική πτώση των μισθών και των συντάξεων, ριζικές προσβολές των εργατικών κοινωνικών δικαιωμάτων, βίαιη επιτάχυνση των ιδιωτικοποιήσεων, κλπ. Αλλά και εγκατάλειψη της άσκησης κυριαρχίας από πλευράς της Ελλάδας ως κράτους και μετατροπή του Κοινοβουλίου σε αίθουσα καταγραφής των αποφάσεων που λήφθηκαν από τους πιστωτές. Τέτοιοι στόχοι δεν αποτελούν κατά κανέναν τρόπο μέρος της εντολής της ΕΚΤ, γεγονός που δεν την εμπόδισε να παρέμβει σε πολλές χώρες με τον ίδιο τρόπο (στην Ιρλανδία, μερικούς μήνες αργότερα, στην Ιταλία επίσης, χωρίς να ξεχνούμε την Πορτογαλία και την Κύπρο).

Περίληψη της 1ης πράξης: η ΕΚΤ παρεμβαίνει 1) αρνούμενη την μείωση του ελληνικού χρέους, ώστε να προστατέψει τα συμφέροντα των ξένων και των ελλήνων ιδιωτών τραπεζιτών και 2) ως μέλος της τρόικας που οργανώνει την αντικατάσταση των ιδιωτών πιστωτών από δημόσιους πιστωτές (δηλαδή, σε πρώτη φάση, τα 14 κράτη της ευρωζώνης, για ποσό ύψους 53 δις ευρώ και το ΔΝΤ για ποσό 30 δις ευρώ).

Πράξη 2η: η ΕΚΤ επιτρέπει στις μεγάλες ιδιωτικές τράπεζες να αποδεσμευτούν πλεονεκτικά από την Ελλάδα

Για να βοηθήσει τις ξένες τράπεζες να μειώσουν σημαντικά την έκθεσή τους στο ελληνικό χρέος, η ΕΚΤ ξεκινά το πρόγραμμα SMP μέσω του οποίου προχωρά σε μαζικές αγορές στην δευτερεύουσα αγορά ελληνικών ομολόγων. Η ΕΚΤ αγοράζει ελληνικά ομόλογα από τραπεζικούς οργανισμούς που θέλει να προστατέψει (έτσι, αγοράζει κατά προτεραιότητα, από τις BNP Paribas, Crédit Agricole, Société Générale, BPCE, Hypo Real, Commerzbank, Dexia, ING, Deutsche Bank…).

Τι θα είχε συμβεί αν η ΕΚΤ δεν είχε εφαρμόσει το πρόγραμμα SMP; Οι ελληνικοί τίτλοι θα είχαν φθάσει σε ένα κατώτατο επίπεδο της τάξης του 20% της ονομαστικής τους αξίας. Όμως, οι μαζικές αγορές της ΕΚΤ διατήρησαν την τιμή τους σε ένα αφύσικα υψηλό επίπεδο (της τάξης του 70 %). Κατά συνέπεια, χάρη στην ΕΚΤ, οι ιδιωτικές τράπεζες περιόρισαν τις απώλειές τους κατά τη στιγμή μεταπώλησης των τίτλων. Ενώ η ΕΚΤ υποτίθεται πως δεν πρέπει να εμποδίζει την ελεύθερη λειτουργία των δυνάμεων της αγοράς, η παρέμβασή της είχε ως συνέπεια μια στρέβλωση των τιμών επαναγοράς των τίτλων, διατηρώντας τις σε επίπεδο τεχνητά υψηλό.

Η παρέμβαση αυτή, ήταν ευνοϊκή για το ελληνικό Κράτος; Το γεγονός ότι η τιμή ενός τίτλου στη δευτερεύουσα αγορά διατηρούνταν στα 70% αντί να πέσει στα 20%, δεν βελτιώνει την κατάσταση του οφειλέτη, διότι πρέπει να πληρώσει ακριβώς το ίδιο ποσό, από πλευράς τόκων, που υπολογίζονται βάσει της ονομαστικής αξίας. Στην λήξη του τίτλου, πρέπει να καταβάλλει 100% της ονομαστικής αξίας. Μπορούμε να προχωρήσουμε ακόμη πιο μακριά τον συλλογισμό: αν οι τίτλοι του Κράτους αγγίξουν ένα κατώτατο όριο, μπορεί να προτείνει την επαναγορά τίτλων με ένα κούρεμα και να θέσει τέλος στην καταβολή των τόκων (αυτό πέτυχε ο Ισημερινός το 2009, επιβάλλοντας ένα κούρεμα της τάξης του 70%[7]).

Πράξη 3η: η ΕΚΤ ωφελείται της αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους τον Μάρτιο του 2012 και συμπεριφέρεται ως αρπακτικό ταμείο (vulture fund)

Το 2011, η ΕΚΤ ετοιμάζει ενεργά μια αναδιάρθρωση αναφέροντας ότι θα αρνηθεί να συμμετάσχει εφόσον  είναι προνομιακός δανειστής (πιστωτής senior). Η αναδιάρθρωση αυτή ετοιμάστηκε σε στενή συνεργασία με τις ιδιωτικές τράπεζες των Κρατών του κέντρου της ευρωζώνης (και, ειδικότερα, με τον Ζαν Λεμιέρ της BNP[8]). Τον Νοέμβρη του 2011, η τρόικα απαλλάσσεται από τον Παπανδρέου, αφού αυτός αναφέρθηκε διστακτικά στην δυνατότητα να προκαλέσει ένα δημοψήφισμα σχετικά με την επερχόμενη αναδιάρθρωση. Η κυβέρνηση Παπανδρέου αντικαθίσταται από τεχνοκρατική κυβέρνηση, με επικεφαλής τον Λουκά Παπαδήμο, που είχε υπάρξει αντιπρόεδρος της ΕΚΤ από το 2002 ως το 2010.

Τον Μάρτη του 2012, η αναδιάρθρωση που ενορχήστρωσε η ΕΚΤ συνεπάγεται κούρεμα της τάξης του 53% της αξίας των τίτλων, εις βάρος των ιδιωτών πιστωτών.
Ποιοι είναι όμως, εκείνη τη στιγμή, οι ιδιώτες πιστωτές; Αφενός, οι ελληνικές τράπεζες που, αν και είχαν μειώσει την έκθεσή[9] τους, διατηρούν σημαντική ποσότητα ελληνικών τίτλων στα ενεργητικά τους. Οι τίτλοι υποβάλλονται σε haircut (κούρεμα)  αλλά οι τράπεζες λαμβάνουν ένα αντιστάθμισμα πολλών δις που ονομάζεται sweetener(γλυκαντικό) ενώ λαμβάνουν και εγγύηση ότι θα υπάρξει νέα ένεση για ανακεφαλαίωσή τους.
Στην κερδοσκοπία εις βάρος της Ελλάδας, το ΔΝΤ δεν υπολείπεται. Μεταξύ 2010 και 2015, έβαλε στην τσέπη του 3,5 δις δολάρια κερδών
Τα κύρια θύματα είναι τα ελληνικά συνταξιοδοτικά ταμεία που αναγκάστηκαν από τις αρχές της χώρας και την τρόικα να μετατρέψουν τα ενεργητικά τους σε ελληνικούς τίτλους λίγο πριν την αναδιάρθρωση (η οποία ήταν δεόντως σχεδιασμένη αλλά διατηρούνταν μυστική).

Οι γαλλικές, γερμανικές, ιταλικές τράπεζες, και εκείνες του Benelux είχαν αποδεσμευτεί, μεταπωλώντας τους ελληνικούς τίτλους στην ΕΚΤ, σε κυπριακές τράπεζες και σε funds - όρνεα. Για να το πούμε πιο απλά, οι κυπριακές τράπεζες επλήγησαν άμεσα με το κούρεμα κι αυτό συνέβαλλε στην κυπριακή κρίση που ακολούθησε μερικούς μήνες αργότερα και επιλύθηκε τον Μάρτη του 2013. Όσο για τα funds - όρνεα που είχαν αγοράσει με κουρεμένη τιμή, αρνήθηκαν να συμμετέχουν στην αναδιάρθρωση και πέτυχαν επιστροφή του 100% της τιμής. Η ΕΚΤ συμπεριφέρθηκε σαν πραγματικό fund - όρνεο και πέτυχε και εκείνη επιστροφή κατά 100% της αξίας.

Πράξη 4η: Η ΕΚΤ εκβιάζει σε μόνιμη βάση

Μετά την αναδιάρθρωση, η ΕΚΤ θέτει τέλος στο πρόγραμμα επαναγοράς SMP και  ξεκινάει το πρόγραμμα OMT (Οριστικές νομισματικές συναλλαγές ή, στα αγγλικά, Outright Monetary Transactions).

Η ΕΚΤ πετυχαίνει έτσι την αποπληρωμή των ελληνικών τίτλων που κατέχει στο 100% της αξίας τους και με επιτόκιο που μπορεί να φτάσει το 6,5 %. Δεδομένου του ξεκάθαρα καταχρηστικού χαρακτήρα της θέσης της, την οποία κατήγγειλε και η ελληνική κυβέρνηση, η ΕΚΤ δεσμεύεται να επιστρέψει στην Ελλάδα τους τόκους που εισέπραξε.Πράγματι, προχώρησε, σε όφελος της κυβέρνησης Σαμαρά, μια επιστροφή 3,3 δις ευρώ, το 2013 και το 2014, για να στηρίξει την νεοφιλελεύθερη πολιτική της. Σε αντίθεση, κατά τους πρώτους έξι μήνες της κυβέρνησης Τσίπρα, αρνείται να πραγματοποιήσει οποιαδήποτε επιστροφή. Έκτοτε, η ΕΚΤ και οι εθνικές τράπεζες της ευρωζώνης δεν επέστρεψαν τίποτε στην Ελλάδα[10]. Σήμερα, τα ποσά που δεν έχουν ακόμη επιστραφεί στην Ελλάδα ανέρχονται σε πολλά δις ευρώ[11]. Οι επιστροφές κερδών επί των ελληνικών τίτλων που κατέχει η ΕΚΤ, υποτίθεται ότι θα συνεχιστούν ως το 2037![12]

Ας προσθέσουμε και το γεγονός ότι η ΕΚΤ άσκησε μέγιστη πίεση στον ελληνικό λαό κατά τους πρώτους έξι μήνες του 2015 για να τον αναγκάσει να παραδοθεί. Στις 4 Φεβρουαρίου 2015, η ΕΚΤ έθεσε τέλος στην φυσιολογική παροχή ρευστού στις ελληνικές τράπεζες, για να διατηρεί την κυβέρνηση σε κατάσταση μόνιμου εκβιασμού και να αυξήσει το κόστος χρηματοδότησης των ελληνικών τραπεζών, περιορίζοντας ταυτόχρονα τους πόρους της κυβέρνησης. Και, σαν να μην αρκούσε αυτό, η ΕΚΤ οδήγησε σε εξαήμερο κλείσιμο των ελληνικών τραπεζών πριν από το δημοψήφισμα της 5 Ιουλίου 2015. Παρά τον εκβιασμό της ΕΚΤ, στο δημοψήφισμα., 62%  των Ελλήνων απέρριψαν τις απαιτήσεις των δανειστών.

Στην κερδοσκοπία εις βάρος της Ελλάδας, το ΔΝΤ δεν υπολείπεται. Μεταξύ 2010 και 2015, έβαλε στην τσέπη του 3,5 δις δολάρια κερδών επί των πιστώσεων προς την Ελλάδα[13].

Συμπεράσματα:
1.      Η ΕΚΤ και οι κυβερνήσεις της Ευρωζώνης αρνούνται να υλοποιήσουν τη δέσμευση περί επιστροφής του συνόλου των παραπάνω τόκων που εισέπραξαν μέσω των ελληνικών τίτλων.
2.      Στην λήξη κάθε τίτλου, η ΕΚΤ εισπράττει 100% της αξίας, ενώ αγόρασε τους τίτλους αυτούς με σημαντικό κούρεμα, της τάξης του 30%. Τα πραγματικά επιτόκια που απαιτούνται από την Ελλάδα είναι απολύτως καταχρηστικά.
3.      Η ΕΚΤ και οι άλλοι πιστωτές εκμεταλλεύονται την προοπτική αποδέσμευσης του υπόλοιπου των κερδών της ΕΚΤ επί των τόκων ως μέσο μόνιμου εκβιασμού για να αναγκάσουν την ελληνική κυβέρνηση να προχωρήσει ακόμη περισσότερο τις νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις που έχουν δραματικά αποτελέσματα στον ελληνικό πληθυσμό.
4.      Τα κέρδη που συσσωρεύουν η ΕΚΤ, τα Κράτη της ευρωζώνης και το ΔΝΤ χάρη στις πιστώσεις προς την Ελλάδα πρέπει να επιστραφούν στον ελληνικό λαό και να χρησιμοποιηθούν στο σύνολό τους για κοινωνικές δαπάνες ώστε να αντιμετωπιστούν τα δραματικά αποτελέσματα των πολιτικών που επιβάλλει η τρόικα στην Ελλάδα.
5.      Το ελληνικό χρέος πρέπει να διαγραφεί και το τρέχον μνημόνιο πρέπει να καταργηθεί.

Μετάφραση από τα γαλλικά: Christine Cooreman

[1] Ο Μάριο Ντράγκι αναγνώρισε τα γεγονότα αυτά σε μια απαντητική επιστολή προς τον ευρωβουλευτή Νίκο Χουντή, πρώην υπουργό Συριζα της κυβέρνησης Τσίπρα, πριν την συνθηκολόγηση. Σήμερα, ο Χουντής είναι μέλος της Λαϊκής Ενότητας,
Βλ. επίσης την απάντηση του Ευρωπαίου Επιτρόπου Πιέρ Μοσκοβισί, στον Χουντή: Η ερώτηση που έθεσε ο Χουντής εδώ

[2] https://www.lesechos.fr/12/07/2017/lesechos.fr/030443643863_l-allemagne-a-engrange-plus-d-un-milliard-de-profits-sur-la-grece.htm

[3] «Σύμφωνα με υπολογισμούς ενός γερμανικού ινστιτούτου, η Γερμανία πραγματοποίησε πάνω από 100 δις ευρώ οικονομίες στον προϋπολογισμό της από την αρχή της ελληνικής κρίσης, ήτοι, κάτι παραπάνω από 3% του ΑΕΠ της.» στην εφημερίδα Le Figaro, La crise grecque a largement profité à l'Allemagne (Η ελληνική κρίση ωφέλησε σε πολύ μεγάλο βαθμό την Γερμανία)

[4] Βλ. την έκθεση της Επιτροπής αλήθειας δημόσιου χρέους, http://www.cadtm.org/Rapport-preliminaire-de-la

[5] Βλ. την υπόθεση της Crédit Lyonnais. Τον Ιούλιο του 2002, ο Ζαν-Κλωντ Τρισέ (διοικητής της Τράπεζας της Γαλλίας και πρώην διευθυντής Δημοσίων Εσόδων), ο Ζαν-Λουί Αμπερέρ (πρώην γενικός διευθυντής της Crédit Lyonnais) και ο Ζακ ντε Λαροζιέρ (πρώην διοικητής της Τράπεζας της Γαλλίας) διώχθηκαν ποινικά για συνέργεια στην παρουσίαση ανακριβών λογαριασμών και διάδοση ψευδών ή απατηλών πληροφοριών, στα πλαίσια του σκανδάλου της Crédit Lyonnais. Τον Ιούνιο του 2003, μόνον ο Ζαν-Λουί Αμπερέρ καταδικάστηκε, αλλά η απαλλαγή των δυο εκπροσώπων της επιβλέπουσας αρχής δεν έπεισε κανέναν. Πάντα στα πλαίσια της ίδιας υπόθεσης, η Κριστίν Λαγκάρντ, πρώην υπουργός οικονομίας και οικονομικών της Γαλλίας και σημερινή γενική διευθύντρια του ΔΝΤ, καταδικάστηκε στις 19 Δεκεμβρίου 2016 από το Δικαστήριο της Δημοκρατίας της Γαλλίας για «αμέλεια» στο θέμα της απόφασης της διαιτησίας του 2008 υπέρ του Μπερνάρ Ταπί στον οποίο αποδόθηκαν 405 εκατομμύρια ευρώ δημοσίου χρήματος.

[6] Βλ. Ερίκ Τουσαίν, "Grèce : Les banques sont à l’origine de la crise" (Ελλάδα: οι τράπεζες προκάλεσαν την κρίση), που δημοσιεύθηκε στις 23 Δεκεμβρίου 2016,

Βλ. επίσης Patrick Saurin, “La « Crise grecque » une crise provoquée par les banques” (‘Η «Ελληνική κρίση», μια κρίση που προκάλεσαν οι τράπεζες’), http://www.cadtm.org/La-Crise-grecque-une-crise

[7] Ερίκ Τουσαίν, "Équateur : Historique de l'audit de la dette réalisée en 2007-2008. Pourquoi est-ce une victoire ?" (Ισημερινός: Ιστορικό του λογιστικού ελέγχου του 2007-2008. Γιατί αποτελεί νίκη;) (βίντεο 14 λεπτών, στα γαλλικά), δημοσιεύτηκε στις 8 Νοεμβρίου 2016,

[8] Βλ. ειδικότερα: https://fr.wikipedia.org/wiki/Jean_Lemierre

[9] Σε απόλυτα ποσά, η έκθεση των ελληνικών τραπεζών είχε μειωθεί λίγο, μεταξύ άλλων επειδή είχαν αντικαταστήσει ένα μέρος των τίτλων τους που έληγαν σε κάτι παραπάνω από ένα έτος με Έντοκα γραμμάτια δημοσίου - Treasury bills – που έληγαν σε λιγότερο από ένα έτος και, έτσι, το κούρεμα δεν τα αφορούσε.

[10] Εφημερίδα La Tribune, « Dette grecque : les intérêts ont rapporté 8 milliards d'euros aux banques centrales » (Ελληνικό χρέος: οι τόκοι απέφεραν 8 δις ευρώ στις κεντρικές τράπεζες), δημοσιεύτηκε στις 12 Οκτωβρίου 2017,

[11] Η Anouk Renaud το είχε ήδη καταγγείλει στο άρθρο της "Grèce : la poule aux œufs d’or de la BCE" (Ελλάδα: η κότα με τα χρυσά αυγά της ΕΚΤ), που δημοσιεύθηκε στις 25 Απριλίου 2017, http://www.cadtm.org/Grece-la-poule-aux-oeufs-d-or-de

[12] Βλ. το αναλυτικό χρονοδιάγραμμα των μελλοντικών πληρωμών στην ιστοσελίδα της Wall Street Journal

[13] Δημήτρης Τζανίνης (Dimitri Tzanninis), "IMF substantial profits thanks to Greece (2010-2015)" (Σημαντικά κέρδη του ΔΝΤ χάρη στην Ελλάδα (2010-2015), 
Πηγή :