Πολύτιμος
θησαυρός για την Πάρο τα αρχαία λατομεία
Δίπλα
στον γραφικό οικισμό Μαράθι, λίγα μόλις χιλιόμετρα από την Παροικιά, βρίσκονται
τα αρχαία λατομεία μαρμάρου της Πάρου. Από αυτή την περιοχή εξορυσσόταν το
ξακουστό παριανό μάρμαρο ή "λυχνίτης".
Ένας πολύτιμος θησαυρός
για την Πάρο, είναι τα αρχαία λατομεία της μαρμάρου, που πρέπει να διαφυλαχτούν
ως κόρη οφθαλμού, αλλά και να αξιοποιηθούν σε τέτοιο βαθμό που να
σηματοδοτήσουν και πάλι την ταυτότητα του νησιού.
Το μάρμαρο ήταν εκείνο που
τόσο κατά την αρχαιότητα όσο και κατά τη βυζαντινή περίοδο προσέθετε αίγλη στο
νησί λόγω της μοναδικότητας της μορφής του. Αυτό είναι το στοιχείο που και στη σύγχρονη
ιστορία της Πάρου πρέπει να αποτελέσει το σήμα κατατεθέν της.
Η λειτουργία των λατομείων
ξεκίνησε από την πρωτοκυκλαδική περίοδο και σταμάτησε το 19ο αιώνα. Είναι δε
από τα μοναδικά στον κόσμο, υπόγεια λατομεία, από τα οποία εξορυσσόταν ο
λυχνίτης, ενώ από τα υπαίθρια λατομεία, στην ίδια περιοχή εξαγόταν ο
"λευκός λίθος". Σε αυτά ο επισκέπτης της Πάρου μπορεί να διακρίνει
τους διαδρόμους, τις στοές και τις επιγραφές των αρχαίων καλλιτεχνών. Σήμερα η
επίσκεψη είναι δυνατή από δύο εισόδους, την είσοδο στη σπηλιά των νυμφών και
την είσοδο στη σπηλιά του Πανός.
Ίσως δεν έχει αναδειχθεί
όσο θα έπρεπε, το γεγονός, ότι γλυπτά από παριανό μάρμαρο κοσμούν πολλά μουσεία
του κόσμου.
Ίσως επίσης δεν έχει
τονιστεί πως είναι μοναδικό το φαινόμενο των αρχαίων λατομείων, όπου γινόταν
υπόγεια εξόρυξη.
Χωρίς αμφιβολία, η αρχαία
Πάρος οφείλει σε μεγάλο βαθμό την ακμή και την αίγλη της στο μάρμαρο, πολύτιμο
υλικό της Παριανής γης. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο, ότι Παριανό μάρμαρο
χρησιμοποιήθηκε τόσο στην Εκοτονταπυλιανή και σε άλλες εκκλησίες του νησιού όσο
και στην Ιταλία, την Κωνσταντινούπολη και την ηπειρωτική Ελλάδα.
Η Παρία Λίθος και τα αρχαία
λατομεία θα πρέπει να καταστούν το σήμα κατατεθέν του νησιού, να γίνουν η
ταυτότητά του.
↳ Το λατομείο των Νυμφών, παρούσα κατάσταση. Κάτοψη 1:1000. 1. Προσπελάσεις. 2. Υπαίθριο τμήμα του λατομείου. 3. Νότια είσοδος. 4. Βόρεια είσοδος. 4'. Νέα βόρεια είσοδος. 5. Εξωτερικός σωρός / ΚΝ, ΚΝ'. βαρουλκοστάσια. 6. Ανάγλυφο αφιέρωμα (IG XII 5, 245). 7. Περίγραμμα του λατομείου. 7'. περιοχές αφανούς συνέχειας προς Β και Α. 8. Πεσσοί άτμητου πετρώματος, στύλοι της οροφής. 9. Μερικώς καθαιρεθέντες πεσσοί. 9'. Ολικώς καθαιρεθέντες πεσσοί. 10. Λιθοστοιβή οργανωμένη κατά βαθμίδες. 11. Διάρρηξη και υποχώρηση οροφής. 12. Κτιστά
τοιχώματα του βορείου διαδρόμου. Τ: Λατομικές τάφροι. ΝΠΔ: νότιος
περιφερειακός διάδρομος. ΝΚΔ: νότιος κεντρικός διάδρομος. ΑΠΔ:
ανατολικός περιφερειακός διάδρομος. ΒΠΔ: βόρειος περιφερειακός
διάδρομος. ΒΚΔ: βόρειος κεντρικός διάδρομος. ΑΔ: Αρχαίος διάδρομος. ΣΔ:
συνδετήριος διάδρομος. ΔΔ: δυτικός διάδρομος. ΒΔΔ: βόρειος διάδρομος.
ΒΔΜ: βορειοδυτικό διαμέρισμα. ΒΜ: βόρειο διαμέρισμα. Η εικόνα είναι από
τον τόμο των πρακτικών του συνεδρίου «Παρία λίθος» που πραγματοποιήθηκε
στις 2-5 Οκτωβρίου 1997 στην Παροικιά Πάρου, από την εργασία του Μανόλη
Κορρέ με τίτλο «Υπόγεια λατομεία της Πάρου». Η αποτύπωση έγινε από τον
ίδιο.
«Στο πολύτιμο αυτό μάρμαρο
και ιδιαίτερα στον μοναδικό τύπο του λυχνίτη που διακρίνεται για την εκπληκτική
διαφάνειά του, οφείλει προφανώς η Πάρος την αναφορά της σε επιγραφή του 5ου
αιώνα μ.Χ. ως "η λαμπροτάτη των Παρίων πόλις" και μπορούμε να
φανταστούμε την ομορφιά και τη λάμψη της αρχαίας πόλης της Πάρου με τα
αρχιτεκτονήματα και τα γλυπτά της κατασκευασμένα από το υπέροχο λευκό και
λαμπρό της μάρμαρο! Η σπάνια ομορφιά του λυχνίτη, που πήρε την ονομασία του από
τους λύχνους υπό το φως των οποίων εξορυσσόταν στις υπόγειες στοές, κατά τον
Ρωμαίο συγγραφέα Πλίνιο, έκανε αυτόν τον λίθο περιζήτητο από τους κορυφαίους
γλύπτες της αρχαιότητας», σημειώνει στις «Νησίδες» η καθηγήτρια Αρχαιολογίας
και πρόεδρος του Ινστιτούτου Αρχαιολογίας Πάρου και Κυκλάδων, Ντόρα
Κατσωνοπούλου.
«Ο Πραξιτέλης προτίμησε το
μάρμαρο της Πάρου για να σμιλέψει τη διάφανη λεπτή γυναικεία σάρκα, όπως στην
περίφημη Αφροδίτη του για την Κνίδο της Μ. Ασίας, και ο σύγχρονός του Σκόπας
της Πάρου δημιούργησε σπουδαία έργα σε παριανό μάρμαρο, ανάμεσά τους τη
μοναδική Μαινάδα σε στιγμή θεϊκής έκστασης, για τον ναό του Διονύσου στην πόλη
της Σικυώνας στην Πελοπόννησο, που εντυπωσίασε τους αρχαίους κριτικούς τέχνης!
Σε αυτό το μάρμαρο κατασκεύασε ο μεγάλος γλύπτης Φειδίας το άγαλμα της
Αφροδίτης Ουρανίας για την Αγορά της Αθήνας, και ο αγαπημένος μαθητής του
Πάριος γλύπτης Αγοράκριτος το λατρευτικό άγαλμα της Νεμέσεως για τον δήμο του Ραμνούντα
στην Αττική.
»Από το μάρμαρο της Πάρου
κατασκευάστηκαν ήδη στον 6ο αιώνα π.Χ. αγάλματα Κούρων και Κορών, όπως δείχνει
η ισχυρή παρουσία τους στο μεγαλύτερο ιερό των Κυκλάδων, τη Δήλο, αλλά και στην
Αττική, όπου ανακαλύφθηκε και η ωραιότερη των Κορών, η Φρασίκλεια, έργο του
Πάριου γλύπτη Αριστίωνα. Τα αρχιτεκτονικά γλυπτά του παλαιότερου ναού της
Αθηνάς στην Ακρόπολη της Αθήνας και του ναού του Δία στην Ολυμπία, αλλά και οι
θησαυροί των Αθηναίων και των Σιφνίων στους Δελφούς ήταν από παριανό μάρμαρο.
»Κυρίαρχο όμως την ίδια
περίοδο, τον 5ο αιώνα π.Χ., ήταν το παριανό μάρμαρο και σε άλλα μέρη του
ελληνικού κόσμου, μέχρι τη Μεγάλη Ελλάδα στη Δύση και τη Λιβύη στην Αφρική,
όπου εκτεταμένα χρησιμοποιήθηκε στη γλυπτική της ελληνιστικής και της πρώιμης
ρωμαϊκής περιόδου. Από παριανό λυχνίτη σμιλεύτηκε το περίφημο άγαλμα του
αυτοκράτορα Αυγούστου στην Prima Porta στη Ρώμη.
»Στην ίδια την Πάρο, οι
ανασκαφές τα τελευταία 30 χρόνια έχουν φέρει στο φως νέα γλυπτά από παριανό
μάρμαρο, ανάμεσά τους και μοναδικό άγαλμα του β’ τέταρτου του 6ου αιώνα π.Χ.
που παριστάνει τη Γοργώ με ορμή κίνησης ολόκληρου του σώματος προς τα εμπρός
και τα φτερά υψωμένα προς τα πάνω και πίσω, μια απεικόνιση πρωτοποριακή για την
εποχή», συμπληρώνει με πάθος η καθηγήτρια Αρχαιολογίας κ. Κατσωνοπούλου.
Τα αρχαία λατομεία της Πάρου
είναι σημαντικά για πολλούς λόγους, δηλώνει στη «Φωνή της Πάρου», ο Δρ.
Θεολογίας – γλύπτης κ. Αριστείδης Βαρριάς, και εξηγεί:
«Ο πρώτος και σημαντικότερος λόγος είναι, ότι πρόκειται
για τα μοναδικά υπόγεια λατομεία μαρμάρου που σώθηκαν σε τέλεια κατάσταση μέχρι
τις μέρες μας, από τα αρχαία χρόνια.
»Δεύτερος λόγος και επίσης
σημαντικός, είναι ότι από αυτά τα λατομεία, βγήκε ο λυχνίτης το μοναδικό στην
παγκόσμια ιστορία μάρμαρο, από το οποίο έγιναν πολλά και μεγάλα αριστουργήματα.
»Είναι μοναδικά, είναι
όμορφα, είναι κομμάτι της ταυτότητας, κομμάτι της ιστορίας και θα μπορούσαν να είναι
ένας καταπληκτικός επισκέψιμος χώρος για κάθε άνθρωπο που νοιάζεται για την
τέχνη. Πέρα από το χρέος, πέρα από την ιστορία, πέρα από την αισθητική».
Τα αρχαία λατομεία αυτή τη
στιγμή είναι σε αρκετά καλή κατάσταση μετά από τις παρεμβάσεις που έγιναν στα
μέσα του 19ου αιώνα για τη συνέχιση της εξόρυξης από τη Βελγική και
Ελληνική εταιρεία και πιστεύω ότι με ελάχιστες ακόμη παρεμβάσεις, μπορεί κανείς
να τα επισκεφθεί και να περάσει από την αρχαία είσοδο, το σπήλαιο των Νυμφών
έως την στοά των Γάλλων.
Γιατί λέγεται η στοά των
Γάλλων; Γιατί αυτή την τρύπα, την άνοιξαν οι δύο εταιρείες, Ελληνική και
Βελγική, για να φτάσουν στο τέλος των διαδρόμων, των αρχαίων γαλαριών, ώστε από
κει και πέρα να συνεχιστεί η εξόρυξη και να είναι ευκολότερη. Έτσι συνδέει κατά
κάποιο τρόπο αυτή η στοά, την αρχή και το τέλος των υπόγειων διαδρόμων.
Το 1979 που πρωτοήρθα στην Πάρο, μέσω του
Αρχίλοχου ξεκινήσαμε κάποια προσπάθεια. Χρειάστηκαν πάρα πολλά χρόνια,
χρειάστηκαν επισκέψεις των μαθητών όλων των σχολείων, για δεκαετίες. Κάθε χρόνο
έπαιρνα τους μαθητές μου και τους πήγαινα εκεί. Σιγά – σιγά αρχίσαμε να καταλαβαίνουμε
όλοι οι Παριανοί, την αξία τους τη μοναδική. Ευτύχημα είναι, ότι στη διαδρομή χαρακτηρίστηκε
αρχαιολογικός χώρος. Και ευτύχημα είναι, ότι νοιάζονται πια οι πάντες. Κάπου δεν
έχουμε βρει το δρόμο μας, ώστε να προχωρήσει μέσω της αρχαιολογικής υπηρεσίας,
να γίνει ένα σωστό αρχαιολογικό πάρκο, ίσως το πιο σημαντικό αξιοθέατο στο χώρο
των Κυκλάδων, για να μην πω στην Ελλάδα».
Τελικά το 2018 και σύµφωνα
µε το ΦΕΚ 97/ΑΑΠ/17.5.2018 του Υπουργείου Πολιτισμού, η περιοχή των Αρχαίων Λατομείων
της Πάρου στο Μαράθι (γνωστών επίσης µε την ονομασία ‘Λατομείο των Νυµφών’)
στην οποία βρίσκονται επίσης οι βιομηχανικές εγκαταστάσεις του 19ου αι.,
χαρακτηρίζεται ως ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΤΟΠΟΣ. Η εν λόγω απόφαση προέκυψε κατόπιν έγγραφου
αιτήµατος του Φορέα «Ανασκαφές Πάρου». Ως εκ τούτου, προτείνεται η αρχαιολογική
προβεί στην ανάδειξη του χώρου, γεγονός που θα σηµάνει τη δηµιουργία ενός
σπουδαίου επισκέψιµου χώρου στην Πάρο, ικανού να προσελκύει ένα αρκετά µεγάλο
κοµµάτι ποιοτικού παγκόσµιου τουρισµού. Για να ολοκληρωθεί το έργο απαιτείται η
άµεση ενεργοποίηση και συνεργασία όλων τον εµπλεκόµενων φορέων: ‘Ανασκαφές
Πάρου’, Υπουργείο Πολιτισµού, Αρχαιολογική Υπηρεσία, Περιφέρεια, Δήµος,
Αρχαιολόγοι, Σύλλογοι, Ο.ΠΑ.Σ., ευαισθητοποιηµένα άτοµα και τοπική κοινωνία,
καθώς επίσης και η επίλυση του ιδιοκτησιακού ζητήµατος.
Υπάρχει
στην ψυχή του λαού μας μια απόλυτη βεβαιότητα ότι η Παναγία δεν θα αρνηθεί την
βοήθειά της. Είναι τόσο μεγάλη η εμπιστοσύνη στην απεριόριστη καλοσύνη της
Του
ΧΡΗΣΤΟΥ ΑΛΙΠΡΑΝΤΗ
Θεολόγου,
αρχαιολόγου αν. καθηγητή ΑΠΘ
Τρία ιστορικά γεγονότα
κεφαλαιώδους σημασίας σφραγίζουν επισήμως και κατά θριαμβευτικό τρόπο την
απαρχή της ειρηνικής κατισχύσεως του Χριστιανισμού, του μεγαλύτερου αυτού
φαινομένου της ιστορίας: Η υπογραφή του διατάγματος των Μεδιολάνων περί
ανεξιθρησκίας από τον Μ. Κωνσταντίνο το 313, η επικράτηση του πρώτου χριστιανού
αυτοκράτορα ως μονοκράτορος το 324 και τρίτον η ίδρυση της Κωνσταντινουπόλεως
το 330.
Και η Κωνσταντινούπολις με
το ακτινοβόλο σύμβολο της Ορθοδοξίας, την Αγ. Σοφία, έμελλε από τότε να αποβεί
κατά θεία πρόνοια η πρωτεύουσα της βυζαντινής αυτοκρατορίας, δηλ. το κέντρο του
βυζαντινού Ελληνισμού. Όπως δε ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός με την πολυθεΐα
του εξεφράσθη και με τα απαράμιλλα έργα τέχνης, καθ' όμοιον τρόπο και η νέα πίστις
στον υπέρθεο Θεάνθρωπο ενέπνευσε τη δημιουργία θαυμαστών μνημείων τέχνης,
μνημείων - φορέων του χριστιανικού ελληνικού πολιτισμού.
Και είναι εξόχως σημαντικό
το γεγονός ότι από την εποχή του Μ. Κωνσταντίνου, ιδρυτού του βυζαντινού κράτους,
εγκαινιάζεται η νέα χριστιανική πορεία του Έθνους μας. Από τότε αρχίζουν να
υψώνονται οι περίφημες βασιλικές και τα μνημειώδη περίκεντρα κτίρια, γεγονός
που επισφραγίζει τη συμφιλίωση Χριστιανισμού και Ελληνισμού με αποτέλεσμα τη
βαθμιαία σύζευξη της ελληνικής κοσμοθεωρίας με τη χριστιανική αποκάλυψη.
Ο αντίκτυπος του θριάμβου
του Χριστιανισμού φαίνεται να είναι άμεσος και έντονος στα μεγάλα κέντρα της
αυτοκρατορίας, αλλά και στην καρδιά του Αιγαίου, στην πασίγνωστη από την
αρχαιότητα Πάρο για την πνευματική και καλλιτεχνική της παράδοση, την όμορφη
αυτή πατρίδα του μεγάλου ποιητή Αρχιλόχου.
Το
τάμα
Η Αγ. Ελένη, που
πρωτοστατεί στην ανέγερση των πρώτων μνημείων - μαρτυριών της νέας πίστεως,
αποπλέει το έτος 325/26 από τη βασιλίδα των πόλεων και κατευθύνεται προς τους
Αγ. Τόπους.
Το ταξίδι αυτό συνδέεται
άμεσα και με την ιστορία της Εκατονταπυλιανής, αφού το πλοίο, του οποίου
επιβαίνει η πρώτη, μεγάλη και επίσημη προσκυνήτρια των Αγ. Τόπων αναγκάζεται
λόγω τρικυμίας, όπως αναφέρουν σχετικές παραδόσεις να προσεγγίσει στο λιμάνι
της Πάρου. Αποβιβάζεται η Αγ. Ελένη και μεταβαίνει στην τότε μικρή γραφική
εκκλησία της Παναγίας, τον σημερινό Αγ. Νικόλαο, που είναι και το αρχαιότατο
πρόσκτισμα της Παναγίας της Εκατονταπυλιανής. Προσεύχεται θερμά και υπόσχεται
να ανεγείρει μεγαλύτερη εκκλησία, όταν επιστρέψει στην πρωτεύουσα. Το τάμα της,
που δεν προλαβαίνει η ίδια να εκπληρώσει, εκπληρώνεται από τον Μ. Κωνσταντίνο
με την ανέγερση επιβλητικής βασιλικής παραπλεύρως της μικρής, ταπεινής, αλλά
τόσον ιστορικής εκκλησίας του Αγ. Νικολάου.
Η μεγάλη κωνσταντίνεια
τρίκλιτη σταυρική βασιλική με το Βαπτιστήριο θα κοσμήσει το Αιγαίο και θα
παραμείνει απαραμόρφωτη μέχρι τα μέσα του 6ου αι., οπότε στα χρόνια του
Ιουστινιανού θα υποστεί αλλαγές και επισκευές χωρίς όμως να μεταβληθεί το
σταυρικό της σχήμα.
Εκτεταμένες εργασίες
στερεώσεως και ανακαινίσεως του πανσέπτου ναού, που θα παραμορφώσουν όμως
ελαφρώς την αρχική του μορφή, θα γίνουν ιδιαίτερα στα νεώτερα χρόνια χάρη στο
ενδιαφέρον της παριανής επιφανούς οικογένειας του Νικολάου Μαυρογένη, ηγεμόνα
της Μολδοβλαχίας και μεγάλου ευεργέτη της Πάρου.
Περαιτέρω στη δεκαετία του
'60 θα πραγματοποιηθούν σημαντικές εργασίες έως και επαναφοράς του ναού στη
μνημειώδη και αρχαιοπρεπή μορφή των παλαιοχριστιανικών χρόνων.
Και ο πάνσεπτος ναός της
Παναγίας της Εκατονταπυλιανής ακτινοβολεί επί δεκαεπτά αιώνες το φως του
χριστιανικού Ελληνισμού. Η φωτεινή παρουσία του αντανακλά τον θρίαμβο της
θεϊκής αγάπης και εκφράζει έντονα τη μεγάλη και ζωογόνο ελληνορθόδοξη παράδοση
μας, ενώ δεν παύει να είναι ένας πολύτιμος θησαυρός του Γένους μας.
Είναι μία από τις
αρχαιότερες σωζόμενες εκκλησίες της Χριστιανοσύνης.
Εξαιρετική
τέχνη
Το κιβώριο του ιερού ναού της Εκατονταπυλιανής
Τα πρώτα χρόνια της
ιστορίας της συμπίπτουν με τους πρώτους αγώνες εδραιώσεως της χριστιανικής
διδασκαλίας.
Σπάνιες αρχιτεκτονικές
κατασκευές των παλαιοχριστιανικών χρόνων εξαίρουν τον μνημειακό της χαρακτήρα,
όπως το σύνθρονο στον ημικύλινδρο της κόγχης του Ιερού, τόσο της μεγάλης
εκκλησίας όσο και του Αγ. Νικολάου, το εξαιρετικής τέχνης κιβώριο, που σκέπει
την Αγ. Τράπεζα, το μαρμάρινο εικονοστάσιο με ενδιαφέρουσα ανάγλυφη διακόσμηση,
οι ποικιλόχρωμες διακοσμητικές σειρές πωρόλιθων στους θόλους και τους τρούλους
του σύνθετου εκκλησιαστικού συγκροτήματος και το αρχαιοπρεπές Βαπτιστήριο
(σταυρική κολυμβήθρα και κτίριο - ναός), μοναδικό σε όλη τη χριστιανική
Ανατολή.
Η Εκατονταπυλιανή και ως
θαυμάσιο οικοδόμημα μαρτυρεί αναμφιβόλως τη συμβολή των προγόνων μας στη
δημιουργία χριστιανικής αρχιτεκτονικής.
Το πλήθος, εξάλλου, των
εντοιχισμένων αρχαίων αρχιτεκτονικών μελών και γλυπτών αρχαϊκής, κλασικής και
ρωμαϊκής περιόδου τονίζουν περισσότερο την αρχαιοπρέπειά της, συνάμα δε και
διασαλπίζουν τη μεγάλη στροφή του αρχαίου κόσμου προς τη νέα την χριστιανική
εποχή.
Και δεν είναι μόνον η
καταφανής αρχαιοπρέπειά της, που εκφράζει κατά κάποιο τρόπο τη συνέχεια της
ιστορίας μας, αλλά ούτε και η στενή ιστορική σύνδεση της με δύο από τα
μεγαλύτερα κέντρα της Χριστιανοσύνης, τα Ιεροσόλυμα και την Κωνσταντινούπολη, που
την αναδεικνύουν. Προ πάντων είναι μέγα προσκύνημα που προκαλεί στους
επισκέπτες συγκλονιστικά βιώματα. Είναι ένας ναός προς τιμήν της Υπερμάχου
Στρατηγού του Γένους μας.
Ως εκ τούτου η μεγάλη
εορτή της Ορθοδοξίας, αρμόζει να εορτασθεί ιδιαιτέρως στην αρχαιότερη ανά τον
κόσμο σωζόμενη ορθόδοξη εκκλησία της Παναγίας της Εκατονταπυλιανής, της οποίας
η παρουσία καταγγέλλει το μυστήριο της Θεομήτορος και συγχρόνως αντιφεγγίζει
έντονα τη δόξα του Βυζαντίου.
Στις 6 Σεπτεμβρίου 2009 η εφημερίδα ΕΘΝΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ δημοσίευσε ένα αφιέρωμα στα Κυκλαδικά νομίσματα με αφορμή μια έκθεση που γινόταν εκείνο το διάστημα στην Νάουσα της Πάρου. Το σύνολο των άρθρων του δισέλιδου αφιερώματος που επιμελήθηκε ο συνεργάτης της εφημερίδας κ. Τ. Κατσιμάρδος, παρουσιάζουν εξαιρετικό ενδιαφέρον για την νομισματολογία και γι αυτό θεωρήσαμε καλό να σας τα παρουσιάσουμε.
Η έκθεση αυτή όπως λέει και η εφημερίδα ήταν : «Μια έκθεση, με υπερτοπικό ενδιαφέρον, υπό το βλέμμα του θρυλικού νομισματολόγου Ιωάννη Σβορώνου και της Παριανής αρχαιολόγου Ειρήνης Βαρούχα-Χριστοδουλοπούλου»
-->
ΒενετσιάνικονόμισματουΔουκάτου τουΑιγαίουπουκοσμείτοεξώφυλλο τουοδηγούτηςέκθεσης. Στις προθήκεςυπάρχουνάλλαείκοσι παρόμοιανομίσματα.
Η ΠΑΡΟΣ, όπως άλλα νησιά των Κυκλάδων κι ελληνικές πόλεις-κράτη, αποκτά νομίσματα λίγο αργότερα από τα μέσα του 6ου π.Χ. αιώνα. Έχουν προηγηθεί η Αίγινα, η Κόρινθος και η Αθήνα στον κυρίως ελλαδικό χώρο, μετά την εμφάνιση των πρώτων κερμάτων στη μικρασιατική Λυδία και Ιωνία.
Το ήλεκτρο (φυσικό κράμα χρυσού και αργύρου) έχει αντικαταστήσει τώρα ο άργυρος. Έτσι, στην Πάρο «κόβονται» ασημένιοι στατήρες, σύμφωνα με το αιγινίτικο πρότυπο. Τα κατοπινά χρόνια θα εφαρμοστούν κι άλλα νομισματικά συστήματα - αθηναϊκό, ροδίτικο ή ελεύθερο. Αναλόγως με τους εκάστοτε επικυρίαρχους στο νησί.
Όπως εξηγεί ο υπεύθυνος του μουσείου ΚΑΠΑΡΗ, «ψυχή» της έκθεσης και αυτοδίδακτος νομισματολόγος, με αξιοζήλευτη συλλεκτική εργασία, Ιωάννης Βασιλειόπουλος: «τα νομίσματα κάθε πόλης έφεραν τα σύμβολα της, που έδειχναν την ενασχόληση των κατοίκων της και θρησκευτικά σύμβολα. Η Πάρος έχει σύμβολο τον τράγο και το δελφίνι, που δηλώνουν την αγροκτηνοτροφική και ναυτική ζωή των Παριανών. Η Νάξος στα νομίσματα της απεικονίζει κάνθαρο (αγγείο κρασιού) με φύλλα κισσού και σταφύλια, σύμβολα του Διόνυσου...».
«Ανάγνωση». Στο μπροστινό μέρος του παριανού δίδραχμου (1 στατήρας =2 δραχμές) αποτυπώνεται μια κατσίκα που τρέχει, γυρνώντας το κεφάλι προς τα πίσω. Κάτω από τα πόδια της δελφίνι κολυμπά προς αντίθετη κατεύθυνση. Στο πίσω μέρος του δεν έχει παράσταση, αλλά εγχάρακτο κοίλωμα, όπως όλα σχεδόν τα νομίσματα της ίδιας περιόδου.
Οι νομισματολόγοι έχουν δώσει διάφορες εξηγήσεις γι' αυτόν τον τύπο του έγκοιλου οπισθότοπου. Το πιο πιθανό είναι ότι η τεχνική, σ' ένα πρώτο στάδιο, επιτρέπει την κατασκευή κερμάτων μίας όψεως. Στο πίσω μέρος απλώς αποτυπώνεται η βάση πάνω στην οποία διαμορφώνεται το μέταλλο σε νόμισμα ή κάποιο γεωμετρικό σχήμα, έχοντας θέση σφραγίδας για τη γνησιότητα του.
Σε μια πιο προσεκτική «ανάγνωση» του παριανού «τράγου» και συνδυάζοντας πληροφορίες για την προέλευση των Παριανών της αρχαϊκής εποχής, οι δυο παραστάσεις υποδηλώνουν τους Αρκάδες αγρότες και κτηνοτρόφους οικιστές του νησιού (9ος π.Χ. αιώνας), που αναμειγνύονται με τους Ίωνες ναυτικούς και εμπόρους (εγκαθίστανται στο νησί στα μισά του ίδιου αιώνα). Μαζί με τους στατήρες στην Πάρο κυκλοφορούν, φυσικά, ασημένιες δραχμές και οβολοί (1 δραχμή = 6 οβολοί).
Η κοπή των παριανών αρχαϊκών νομισμάτων συμπίπτει, βεβαίως, με την ακμή και την οικονομική ισχύ του νησιού. Η Πάρος είναι μια περιφερειακή δύναμη, μετά τον αποικισμό της Θάσου (8ος-7ος π.Χ. αιώνας). Έχουν δημιουργηθεί ονομαστές σχολές στις τέχνες (αγγειοπλαστική, γλυπτική, αρχιτεκτονική) και τα γράμματα.
Στο νησί του λυχνίτη (το περίφημο παριανό μάρμαρο) θα σημειωθεί με τον Αρχίλοχο η στροφή της ποίησης από το έπος, δηλαδή τις διηγήσεις για θεούς, άρχοντες και ήρωες προς τον κοινό θνητό. Ο Αρχίλοχος είναι ο πρώτος «ατομικός ποιητής της Ευρώπης», όπως χαρακτηριστικά τον ονόμαζε ο καθηγητής Αρ. Σκιαδάς.
Στις συνθήκες αυτές τα νομίσματα της Πάρου γίνονται υπερτοπικά. Έχουν κάποια διεθνή συναλλακτική αξία. Κυκλοφορούν στη Μήλο, τη Σίφνο, τη Θήρα, τη Β. Ελλάδα και, προφανώς, σε άλλες περιοχές τού κυρίως ελλαδικού χώρου. Ακόμη και στην Αίγυπτο έχουν βρεθεί παριανά νομίσματα που «κόβονται» στην Πάρο (τέλη 6ου - αρχές 5ου π.Χ. αιώνα).
-->
ΟΙΔΥΟΟΨΕΙΣΤΟΥΝΟΜΙΣΜΑΤΟΣ
ΟΙΚΥΚΛΑΔΕΣ, σεκαίριασημείατουΑιγαίου, είχαντηδυνατότηταν' αποκτήσουναπόνωρίςδικάτους νομίσματα. Ηίδια, ωστόσο, θέσητουςκαθόρισετηνπορείατουςκαιαρνητικά. Τονίδιοχώροδιεκδικούσανοιισχυροίκάθεεποχήςκαιγνώρισαντηνκατοχήκαιτηνεξάρτησησεμόνιμηβάσημετάτουςελληνιστικούςχρόνους.
ΜΕΤΗΝΕΝΑΡΞΗτης ρωμαϊκήςκατοχής (1οςπ.Χ. αιώνας) επιβάλλεταιτοαυτοκρατορικόνόμισμα. Τιςκατοπινέςεποχέςτα νομίσματασπανίζουν, όπωςκαιοικάτοικοι. ΑνήκουνστουςκάθεφοράκυρίαρχουςτουνησιούκαιτωνΚυκλάδων. Κατά τηντουρκοκρατίαδεσπόζουνταευρωπαϊκάκιόχι τα επισφαλήοθωμανικά.
-->
ΚΑΤΟΠΤΡΑ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ
Αρχαίοιοβολοίκαιχάλκινοι«λιαστοί»
ΤΗΝ ΚΛΑΣΙΚΗ εποχή (5ος-4ος π.Χ. αιώνας) στο νομισματοκοπείο της Πάρου «κόβονται» νομίσματα περισσότερων ειδών από την αρχαϊκή. Εκτός από στατήρες, δραχμές και οβολούς, κυκλοφορούν ημίδραχμα, τετράδραχμα, χάλκινοι ημιόβολοι και διόβολοι.
Σε σύγκριση με την αρχαϊκή οι ειδικοί διαπιστώνουν τις εξής διαφορές: ·Εμφανίζονται κεφαλές θεών (Δήμητρα, Διόνυσος, Περσεφόνη). · Οι παραστάσεις αποδίδονται πιο φυσικά. · Πολλαπλασιάζονται οι εικόνες με τοπικά προϊόντα (στάχυα, καλαμπόκια, σταφύλια).
Πρόκειται για τη δεύτερη περίοδο ακμής του νησιού, που θα κλείσει κατά τους ελληνιστικούς χρόνους. Κυκλοφορούν τότε δραχμές, δίδραχμα, τετράδραχμα, διόβολοι και προστίθενται δύο νέα στοιχείο στις παραστάσεις: · Αναφέρονται ονόματα αρχόντων της Πάρου. · Εμφανίζονται ανθρώπινες μορφές.
Τα τελευταία ντόπια νομίσματα ακολουθούν τον ροδιακό κανόνα, ο οποίος αντιπροσωπεύει την πολιτικο-οικονομική συμμαχία του «Κοινού των νησιωτών».
Όσα θα κυκλοφορήσουν αργότερα, κατά τη ρωμαιοκρατία, δεν θα έχουν χρηστική αξία και θ' ανήκουν στην κατηγορία των αναμνηστικών. Τέτοιο δείγμα προπαγανδιστικού νομίσματος χρονολογείται τον 2ο μ.Χ. αιώνα όταν αυτοκράτορας ήταν ο Μάρκος Αυρήλιος. Στη μια όψη εικονίζεται η αυτοκράτειρα Φαυστίνα και επιγραφή με τ' όνομα της και το χαρακτηρισμό «Σεβαστή Παρίων». Στην άλλη όψη χορός των τριών Χαρίτων.
Η διάδοση. Σύμφωνα με τους μελετητές η διάδοση του παριανού νομίσματος όλες αυτές τις εποχές δείχνει ότι από πολύ νωρίς είχαν διαμορφωθεί στο νησί συνθήκες ανεπτυγμένου εμπορίου. Μερικοί, μάλιστα, διατυπώνουν την άποψη ότι η συγκέντρωση των νομισμάτων στα χέρια λίγων δημιούργησε έντονες ταξικές διαφορές. Σ' αρκετές περιπτώσεις αυτές εκδηλώθηκαν με σκληρούς πολιτικούς αγώνες. Πάντως, η Πάρος παρέμεινε στον ένα ή άλλο βαθμό μια ολιγαρχική κοινωνία.
Τοπικό νόμισμα στη διαδρομή των αιώνων θα γνωρίσουν ξανά η Πάρος και οι Κυκλάδες κατά τη Φραγκοκρατία. Τον 14ο αιώνα νομίσματα κόβουν οι ηγεμόνες του Αρχιπελάγους (Σανούδοι κ.ά.). Πρόκειται για χάλκινα βενετσιάνικα κέρματα, που εκείνη την περίοδο, αλλά και αργότερα «κόβονται» από τους Φράγκους στην Αχαΐα, την Αθήνα, την Κρήτη κ.ά.
Όπως σημειώνουν οι νομισματολόγοι την ευρύτερη περίοδο, που φθάνει ως την απελευθέρωση των Κυκλάδων, τα νομίσματα στην περιοχή είναι «μητροπολιτικά». Τα χρυσά τσεκίνια, τα γκροσέτα για τι ναυτικές συναλλαγές κ.ά. Αυτά, μαζί μ' άλλα, τα χαρακτηρίζουν «νομίσματα ανάγκης και σωτηρίας».
Το χαρακτηριστικό όλων αυτών των νομισμάτων και των άλλων ευρωπαϊκών που κυκλοφορούσαν στην Πάρο και τις Κυκλάδες είναι πως είχαν μεταλλική αξία. Όλα ζυγίζονταν και δοκιμάζονταν και οι ντόπιοι τ' αποκαλούσαν λιαστούς. Ίσως η λέξη σημαίνει λιανά (ψιλά).
(Τα νομισματικά στοιχεία αντλούνται από κείμενα που συνοδεύουν τα εκθέματα της Νάουσας και από μελέτες του Ι. Βασιλόπουλου)
Στην καρδιά των Κυκλάδων βρίσκεται το τρίτο σε μέγεθος νησί του συμπλέγματος, η όμορφη Πάρος. Στην ακτογραμμή της σχηματίζονται μικροί και μεγάλοι όρμοι με αμμώδεις παραλίες. Σε αντίθεση με τον ορεινό όγκο που υψώνεται στο εσωτερικό του νησιού, τον Προφήτη Ηλία (με υψόμετρο 770 μ.), στην περιφέρεια η γη είναι πεδινή, με πολλές καλλιεργήσιμες εκτάσεις. Ο συγκερασμός των παραπάνω στοιχείων κάνουν το νησί να παρουσιάζει μεγάλο περιβαλλοντικό ενδιαφέρον. Τα δέντρα που ευδοκιμούν εδώ είναι το πεύκο της θάλασσας, οι κουκουναριές, οι λεύκες, τα εσπεριδοειδή και μεγάλη ποικιλία φρυγάνων. Πολλά είδη θάμνων είναι αρωματικά. Αρχαιότατο και σημαντικότατο φυτό είναι ο κρόκος (crocus salivus) ή ζαφορά ή σαφράνι.
Πολλές περιοχές της Πάρου είναι υγρότοποι με ιδιαίτερη σημασία για τη χλωρίδα και την πανίδα του νησιού. Η ορνιθοπανίδα της Πάρου είναι πολύ σημαντική καθώς αποτελείται από τριακόσια και πλέον είδη. Στους υγρότοπους βρίσκουν καταφύγιο πολλά είδη μεταναστευτικών και ενδημικών πουλιών, ανάμεσα στα οποία και ορισμένα σπάνια όπως ο θαμνοψάλτης (prunella modularis) και ο αιγαιόγλαρος (larus audouinii).
Η Πάρος παρουσιάζει μεγάλη ποικιλία θαλάσσιων βιοτόπων, που φιλοξενούν πολλούς και σπουδαίους θαλάσσιους οργανισμούς. Το σημαντικότερο θηλαστικό είναι η μεσογειακή φώκια (monachus monachus).
Στα δυτικά της Πάρου βρίσκεται η τοποθεσία Ψυχοπιανά, περιοχή ιδιαίτερου φυσικού κάλλους, καθώς εδώ βρίσκουν καταφύγιο αμέτρητες πολύχρωμες πεταλούδες του είδους panaxia quadripunctaria.
Το έδαφος της Πάρου αποτελείται από μεταμορφωμένα πετρώματα, κυρίως μάρμαρα, σχιστόλιθους και μικρή ποσότητα σμύριδας. Σε μεγάλα κοιτάσματα βρίσκεται το παριανό μάρμαρο.
2. Ιστορία 2. 1. Προϊστορική περίοδος Η Πάρος κατοικήθηκε από τις αρχές της Νεότερης Νεολιθικής περιόδου (Κουκουναριές), αλλά τα πρώτα σημαντικά δείγματα εγκατάστασης στο νησί προέρχονται από την Πρώιμη εποχή του Χαλκού (3200-2000 π.Χ.), όπως μαρτυρούν οι οικισμοί και τα νεκροταφεία που έχουν ανακαλυφθεί. Οι πιο πολλές θέσεις βρίσκονται παραθαλάσσια στον Δρυό, στον Κάμπο, στον Πύργο, στη θέση Πλαστηράς, και στον κόλπο της Παροικιάς, στις τοποθεσίες Δήλιο και Κάστρο (κάτω από τον Άγιο Κωνσταντίνο). Στο νησί φαίνεται ότι είχαν εγκατασταθεί Μινωίτες, όπως δηλώνουν και οι παλαιές ονομασίες του, Μινωίς και Μινώα. Κατά τους δύο τελευταίους αιώνες της εποχής του Χαλκού (1200-1000 π.Χ.), ένας πολύ σημαντικός οχυρωμένος οικισμός αναπτύχθηκε στις Κουκουναριές, στον κόλπο της Νάουσας.
Το σημερινό όνομα του νησιού, σύμφωνα με τη μυθολογία, το κληροδότησε στο νησί ο οικιστής του Πάρος από την Αρκαδία. Στην αρχή της 1ης χιλιετίας π.Χ. κατέφθασαν από την Αττική ιωνικά φύλα, που έβαλαν τις βάσεις για την ανάπτυξη της Πάρου και την ανάδειξή της στο Αιγαίο. Πράγματι, κατά την Αρχαϊκή και Κλασική εποχή η Πάρος αποτελούσε σημαντική οικονομική δύναμη και σπουδαίο καλλιτεχνικό κέντρο. Την ευημερία της στην Αρχαιότητα την οφείλει στο εμπόριο, στην ίδρυση αποικιών και στην εκμετάλλευση του ντόπιου μαρμάρου. Η σπουδαιότερη αποικία της Πάρου ήταν η Θάσος που ιδρύθηκε το 680 π.Χ. Άλλες αποικίες ήταν η Γαληψός, η Αισύμη, η Στρύμη, το Πάριον στον Ελλήσποντο και ο Φάρος στην Αδριατική.
Στους Μηδικούς πολέμους (490-479 π.Χ.) το νησί χρησιμοποιήθηκε ως ναυτική βάση των Περσών. Ύστερα, με την Α΄ και Β΄ Αθηναϊκή Συμμαχία, που ιδρύθηκαν το 478 και 377 π.Χ. αντίστοιχα, πέρασε στην επικυριαρχία των Αθηναίων, αργότερα των Μακεδόνων και από το 140 π.Χ. των Ρωμαίων.
Στην Πάρο έζησε ο πρώτος λυρικός ποιητής της Αρχαιότητας, ο Αρχίλοχος. Από την Πάρο κατάγονταν ορισμένοι από τους λαμπρότερους γλύπτες της Κλασικής εποχής, όπως ο Αγοράκριτος και ο Σκόπας.
Από την Πρωτοβυζαντινή περίοδο στην Πάρο δεν είναι γνωστοί οικισμοί ή σημαντικά κτίσματα, μόνο λίγες εκκλησίες. Κατά τη Βυζαντινή εποχή, από τον 7ο ως το 12ο αιώνα, η Πάρος γνώρισε περιόδους ακμής λόγω της γεωγραφικής της θέσης και των προνομίων της, αλλά και περιόδους αναταραχής και ερήμωσης από τις πειρατικές, σλαβικές και αραβικές επιδρομές και τέλος από σεισμούς. Το 1207 με την ίδρυση του δουκάτου του Αιγαίου το νησί πέρασε διαδοχικά στην επικυριαρχία ισχυρών ενετικών οικογενειών όπως των Κρίσπι, των Σομμαρίπα και των Βενιέρηδων. Μετά το 1260 κατασκευάστηκαν τρία κάστρα, στο λιμάνι της Νάουσας, στον Κέφαλο και στην Παροικιά. Το 1537, ωστόσο, η Πάρος καταλαμβάνεται από το Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα, ύστερα από πολιορκία του κάστρου του Κεφάλου. Το νησί, όπως και άλλα κυκλαδονήσια, παραχωρείται από τους Οθωμανούς στον Εβραίο διπλωμάτη Ιωσήφ Νάζι από το 1566 έως το 1579, οπότε εντάσσεται πλήρως στην οθωμανική επικράτεια.
Στους επόμενους αιώνες η Πάρος βρίσκεται στο επίκεντρο των συγκρούσεων του πολέμου μεταξύ Βενετών και Οθωμανών. Τότε καταστρέφεται ολοσχερώς η Παροικιά. Έναν αιώνα μετά, κατά τη διάρκεια του ρωσο-οθωμανικού πολέμου (1768-1774) η Νάουσα γίνεται βάση του ρωσικού στόλου.
Το κενό εξουσίας που προέκυπτε συχνά από τις αντιπαραθέσεις των μεγάλων δυνάμεων της εποχής εκμεταλλεύονταν, εις βάρος πάντα των νησιωτών, οι πειρατές. Μόνιμα ορμητήριά τους ήταν τα στενά μεταξύ Πάρου και Αντιπάρου και η Νάουσα.
Στις 24 Απριλίου 1821 ο Παναγιώτης Δημητρακόπουλος, μέλος της Φιλικής Εταιρείας, κήρυξε την επανάσταση στην Πάρο. Στο νησί πέθανε η ηρωίδα της επανάστασης Μαντώ Μαυρογένους (1796-1840). Μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους, το 1830, η Πάρος εντάσσεται στην ελληνική επικράτεια, όπως άλλωστε και όλες οι υπόλοιπες Κυκλάδες.
Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου η Πάρος εντάχθηκε αρχικά, το 1941, στην ιταλική διοίκηση, στα πλαίσια της κατοχής των ελληνικών εδαφών από τις Δυνάμεις του Άξονα. Μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας, το 1943, το νησί εντάχθηκε στη γερμανική διοίκηση ως την απελευθέρωσή του το 1944. Σημαντικότατη ήταν η συνεισφορά των Παριανών, καθώς η Αντίσταση είχε εγκαταστήσει στην Αντίπαρο μυστική βάση, από την οποία φυγαδεύονταν με υποβρύχια και καΐκια αγωνιστές στη Μέση Ανατολή.
Οι Παριανοί εκμεταλλεύτηκαν κάθε κλιματική, εδαφική και γεωγραφική παράμετρο του τόπου τους. Από τις πρώτες ασχολίες τους ήταν η αλιεία και το εμπόριο. Κύρια πλουτοπαραγωγική πηγή του νησιού από την Αρχαιότητα ως τα Νεότερα χρόνια αποτελούσε το περίφημο παριανό μάρμαρο.
Σε όλες τις περιόδους κατοίκησης καλλιεργούνταν σιτηρά, κριθάρι, αμπέλια και ελιές. Στις αρχές του 18ου αιώνα η Πάρος περιγράφεται από ξένους περιηγητές σαν ένα εύπορο νησί με καλλιέργειες και εμπόριο κρασιών, τυριών, κριθαριού και βαμβακιού.
Η έξωση των ελληνορθόδοξων της Μικράς Ασίας από τις πατρίδες τους το 1922 επηρέασε την οικονομική ζωή του νησιού όταν αρκετές οικογένειες προσφύγων εγκαταστάθηκαν στην Πάρο ανανεώνοντας τη γεωργία. Δυστυχώς η γερμανική κατοχή ανέκοψε την οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη του τόπου. Στη δεκαετία του 1950, άρχισε η μετανάστευση των κατοίκων του νησιού τόσο προς την Αθήνα όσο και προς την Ευρώπη και την Αμερική. Η γεωργία και η κτηνοτροφία παραμελήθηκαν, γενικά η οικονομική δραστηριότητα εξασθένησε και η Πάρος μαράζωσε.
Στις μέρες μας σημαντική είναι μόνο η παραγωγή κριθαριού. Η αλιεία επίσης είναι από τις λίγες πλουτοπαραγωγικές πηγές του νησιού και ο αλιευτικός στόλος της Πάρου από τους μεγαλύτερους στην Ελλάδα. Στα οινοποιεία της Πάρου παρασκευάζονται λευκά και κόκκινα κρασιά από τα ντόπια σταφύλια. Το πιο γνωστό κρασί της Πάρου είναι το ξηρό κόκκινο Ονομασίας Προέλευσης Ανωτέρας Ποιότητας (ΟΠΑΠ).
Τα τελευταία χρόνια η Πάρος παρουσιάζει μεγάλη τουριστική ανάπτυξη και οι Παριανοί ασχολούνται κυρίως με ξενοδοχειακές και άλλες τουριστικές επιχειρήσεις.
Η Πάρος οφείλει τη μεγάλη ανάπτυξή της κατά την Αρχαιότητα στη συστηματική εξόρυξη και εκμετάλλευση του παριανού μαρμάρου, η οποία άρχισε τον 7ο αι. π.Χ. για να συνεχιστεί σχεδόν ασταμάτητα ως το 1881.
Η «παρία λίθος», όπως ονόμαζαν οι αρχαίοι το τοπικό μάρμαρο, είναι μοναδικής ποιότητας: λευκό, καθαρό, σχεδόν διάφανο και λεπτόκοκκο, με κρυσταλλική υφή. Άλλες ονομασίες που παραδίδονται είναι λυχνίτης, λυχναίος, λυχνίας ή λυχνεύς. Πιθανότατα οι χαρακτηρισμοί αυτοί οφείλονται στη διαύγεια και τη λαμπρότητά του ή στον τρόπο εξόρυξης, καθώς οι στοές στο λατομείο φωτίζονταν με λύχνους.
Λόγω των εξαιρετικών ιδιοτήτων του το παριανό μάρμαρο ήταν η τέλεια πρώτη ύλη για την αρχαία γλυπτική τέχνη και την αρχιτεκτονική. Τα πρώτα μαρμάρινα έργα τέχνης ήταν τα κυκλαδικά ειδώλια και αγγεία. Στους ιστορικούς χρόνους, οι Παριανοί δεν περιορίστηκαν μόνο στο εμπόριο του μαρμάρου, που τους εξασφάλιζε πλούτο και δύναμη. Η Πάρος εξελίχθηκε σε μεγάλο καλλιτεχνικό κέντρο με περίφημους γλύπτες και ιδιαίτερη παράδοση. Ορισμένοι από τους σημαντικότερους γλύπτες της Κλασικής εποχής, όπως ο Αγοράκριτος, ο Σκόπας, ο Αριστίων, ο Αρκεσίλαος, ο Θρασυμήδης κατάγονταν από εδώ. Τα περίφημα έργα τους στόλιζαν τα σημαντικότερα μνημεία της Αρχαιότητας, ανάμεσά τους τον Παρθενώνα και το Μαυσωλείο της Αλικαρνασσού, ενώ ορισμένα από τα ωραιότερα αγάλματα της Αρχαίας περιόδου ήταν από παριανό μάρμαρο: η Νίκη του Παιωνίου, ο Ερμής του Πραξιτέλη, η Νίκη της Σαμοθράκης, η Αφροδίτη της Μήλου.
Στην τοποθεσία Μαράθι, 5 χλμ. ΒΑ από την Παροικιά, βρίσκεται το αρχαίο λατομείο μαρμάρου. Οι στοές έχουν συνολικό μήκος 190 μ. και εκτείνονται σε μεγάλο βάθος κάτω από την επιφάνεια της γης. Από τις τρεις εισόδους των λατομείων μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει η νότια. Στην αριστερή πλευρά της υπάρχει ένα ανάγλυφο της Ελληνιστικής εποχής αφιερωμένο στις Νύμφες, με την επιγραφή: «ΑΔΑΜΑΣ ΟΔΡΥΣΗΣ ΝΥΜΦΑΙΣ», από την οποία το λατομείο ονομαζόταν «λατομείο των Νυμφών». Στην παράσταση, αποσπασματικά σωζόμενη σήμερα, απεικονίζονται διάφορα πρόσωπα να παίρνουν μέρος σε μια τελετή ή γιορτή. Ακόμη διατηρούνται από την Αρχαιότητα οι κολόνες στήριξης, σκαλοπάτια και προστατευτικοί τοίχοι στις πλευρές των στοών από λατύπη και κομμάτια μαρμάρου που αποκόπηκαν κατά την εξόρυξη.
Η εμπορική εκμετάλλευση του λυχνίτη, ύστερα από μια μεγάλη παύση στα Βυζαντινά χρόνια, γνώρισε νέα ανάπτυξη κατά την περίοδο της φραγκοκρατίας. Ο δούκας της Πάρου Κρουσίνο Σομμαρίπα, έκανε εξαγωγή του μαρμάρου στη Χίο και σε άλλα μέρη της Ελλάδας, ακόμη και στη Βενετία. Μετά την Ελληνική Επανάσταση ανέλαβαν την εκμετάλλευση των λατομείων ξένες εταιρείες. Από το 1844 ως το 1877 ανέλαβε τα λατομεία η Γαλλική Εταιρεία Μαρμάρου και από το 1878 η Βελγική Εταιρεία Μαρμάρου. Η τελευταία φαίνεται ότι είχε μεγαλόπνοα σχέδια, καθώς χτίστηκαν εγκαταστάσεις στο Μαράθι, κατασκευάστηκε σιδηροδρομική γραμμή για τη μεταφορά του μαρμάρου στο λιμάνι της Παροικιάς και κόπηκε νόμισμα για τη μισθοδοσία των υπαλλήλων και τις συναλλαγές της εταιρείας. Δυστυχώς αυτή ήταν μόνο μια σύντομη οικονομική αναλαμπή για την Πάρο, αφού λίγα χρόνια αργότερα η εταιρεία μαρμάρου λόγω οικονομικών δυσκολιών σταμάτησε τη λειτουργία της. Από το 1881 η εκμετάλλευση των λατομείων πέρασε στα χέρια της Ελληνικής Εταιρείας των Μαρμάρων της Πάρου. Ο χώρος των λατομείων σήμερα αποτελεί επισκέψιμο μνημείο βιομηχανικής αρχαιολογίας. Στη σύγχρονη εποχή συνεχίζεται η εξόρυξη του μαρμάρου από λατομεία σε άλλα σημεία της Πάρου αλλά η ποσότητα είναι περιορισμένη.
Η οικονομική διαστρωμάτωση στην Πάτμο, η πολιτισμική κίνηση και η έξοδος των κατοίκων της σε Αδριατική και Μεσόγειο
Του Σπ. Ι. Ασδραχα*
Εκείνοι οι «οικοκυροί» της Πάτμου, για τους οποίους μιλούσαμε στο προηγούμενο σημείωμα, ανήκουν σε μια δίσημη πληθυσμική κατηγορία: αν στο φοροτεχνικό επίπεδο δηλώνουν απλώς τους εγγάμους, στο κοινωνικο-οικονομικό δηλώνουν παράλληλα και τους εύπορους, αυτούς που στο τρέχον γλωσσάρι φέρονται ως «νοικοκυραίοι» – με άλλα λόγια «μικρομεσαίοι» και «πλούσιοι». Οι πλούσιοι συμβαίνει, όχι βέβαια μόνο στη Πάτμο, να φέρονται ως «άρχοντες» ή «άρχοι» – η τελευταία λέξη έχει γίνει και οικογενειακό επίθετο. Είδαμε, ως προς την έγγεια κτήση, την κλιμάκωση της οικονομικής διαφοροποίησης στο νησί του Οσίου Χριστοδούλου ή του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, της Αποκάλυψης. Αν, αντί για τη κυριότητα στη γη, αναφερόμαστε στην εισοδηματική κατάσταση, όπως την εκφράζει το ύψος «της τάνσας», θα καταλήγαμε σε μιαν ισοδύναμη οικονομική διαστρωμάτωση· το ίδιο θα προέκυπτε αν ως βάση παίρναμε τον κεφαλικό φόρο, το χαράτσι (ή «τζιζιγιέ», όπως φέρεται στην επίσημη ορολογία). Δεν θα ήθελα να ξαναναρκώσω και σήμερα τον αναγνώστη με απόλυτους και σχετικούς αριθμούς, αλλά να κορφολογήσω κάτι από τα σήματα του πλούτου.
Πρίν απ’ αυτό, ας μου επιτραπεί να υπενθυμίσω ότι οι Πάτμιοι (οι «Πατινιώτες», όπως τους έλεγαν) από τα τέλη του 11ου αιώνα, όταν επανεξοικίζεται το νησί τους από τον Οσιο Χριστόδουλο, δεν είναι αποκλειστικά «εμπεπηγμένοι τη βόλω», δηλαδή καλλιεργητές, όπως ήταν και εκείνοι του μικρασιατικού εξαρτήματος του μοναστηρίου, αλλά ήταν συγχρόνως και ταξιδευτές με τα δικά τους πλεούμενα, αρχικώς τα «σανδάλια» · ότι με την πάροδο του χρόνου έγιναν μετανάστες, από τη Μινόρκα και τα ιταλικά λιμάνια ώς την Ολλανδία και ότι οι μετανάστες αυτοί ήταν κυρίως μετανάστες εμπορικοί· ότι εμπορεύονται με τα δύο κομμάτια της Μεσογείου κι ακόμη ότι θεωρούν οικονομικό κέντρο τη Δύση, την Αδριατική – γι’ αυτό και αποκαλούν «μέσα ταξίδι» τους πλόες τους προς τα λιμάνια της Αδριατικής, πρωτίστως τη Βενετία. Μετέχουν στο μετρικό και νομισματικό σύστημα της Ανατολής – μετρούν σε «καφίδια» που τα βρίσκουμε στο Ιράκ, και με «μαϊδία» και όχι με «παράδες» (υιοθετούν συνεπώς το αιγυπτιακό νομισματικό σύστημα) · παρουσιάζουν, επίσης, αξιοσημείωτες πολιτισμικές (θρησκευτικές) ωσμώσεις, υπαγορευόμενες μάλλον από λόγους συγκυριακούς.
Tο εμπόριο
Με δυο λόγια, είναι ένα νησί της Ανατολής που «εκπολιτίζεται» από τη Δύση (θα μιλούσαμε μια αρμονική, όχι αποδιαρθρωτική acculturation ή για transculturation, για να εκφραστούμε στα φραγκοχιώτικα. Transculturation: τι μεταδίδει σ’ αυτό που σημαίνει η λέξη, δηλαδή την αμφίδρομη πολιτισμική κίνηση; Εξυπακούεται, προϊόντα που όλα τους δεν είναι μεταποιήσιμα, ανάμεσά τους γεύσεις και θερμίδες, αλλά και έτοιμα ενδύματα για τους φτωχούς. Οχι μόνο την εμμονή στους τόπους υποδοχής στα πάτριά του: αμφίδρομη, λοιπόν, πολιτισμική κίνηση και στο εσωτερικό ενός πολιτισμικού συνόλου. Δεν επεκτείνομαι σ’ αυτό το «κεφάλαιο» που το έχει οριοθετήσει ο Φίλιππος Ηλιού γράφοντας για τον Κοραή του Αμστερνταμ ή τον Πάτμιο Σταμάτη Πέτρου.
Δεν διαθέτουμε επακριβή στοιχεία, ώστε να καθορίσουμε το δημογραφικό βάρος των ανθρώπων του εμπορίου και της θάλασσας. Ωστόσο, μια απογραφή της τρίτης δεκαετίας του 19ου αιώνα είναι αποκαλυπτική. Το ψυχομέτρι (χωρίς τους μοναχούς) έδωσε 2.815 άτομα: ο ενεργός αρσενικός πληθυσμός, 644. Απ’ αυτόν, οι έμποροι και οι θαλασσινοί αντιπροσωπεύουν το 56,7% (οι ναύτες το 37% περίπου) οι γεωργοί το 10,5%, ενώ οι «κτηματίες», μόλις οχτώ, το 1,2%. Προφανώς, οι τελευταίοι είναι όσοι διαθέτουν σχετικώς αξιόλογη έγγεια κτήση. Ο διακινούμενος και συγχρόνως εδραίος πληθυσμός φέρνει τον πλούτο, χωρίς, όπως έχουμε υπομνήσει, ο πλούτος αυτός να έχει ως αξιοσημείωτο έδρασμα το εγχώριο προϊόν.
Ας επιμείνουμε λίγο στα στοιχειώδη δημογραφικά. Στις 2.815 ψυχές, το μερίδιο των γυναικών ανέρχεται στο 54%, οχτώ εκατοστιαίες μονάδες πάνω από τον αρσενικό πληθυσμό (46%). Ηδη από παλιά οι παρατηρητές είχαν επισημάνει την υπεροχή του γυναικείου πληθυσμού. Το ποσοστό του εξαρτημένου πληθυσμού (όπου είναι επόμενο να κυριαρχεί η βαθμίδα της παιδικής ηλικίας) είναι επίσης υψηλό, περίπου το 50%. Το υψηλό ποσοστό του γυναικείου πληθυσμού υποδεικνύει το αντίστοιχο των χηρών (κατά τα έτη 1671, 1677, 1681): κατά μέσον όρο 25,5% έναντι 14,4% των αγάμων. Τα ποσοστά δεν μεταβάλλονται αν συνυπολογισθεί και ο αριθμός των μοναχών. Γιατί αυτή η γυναικεία υπεροχή που, μετριότερα, παρουσιάζεται και αλλού; Καθώς λείπουν τα στοιχεία για τον έλεγχο της γεννησιμότητας κατά φύλο, απομένουν δύο εύλογες υποθέσεις: ανδρική μετανάστευση και οι κίνδυνοι της θάλασσας· το ποσοστό των χηρών οφείλεται, ίσως, περισσότερο σ’ αυτούς τους κινδύνους παρά στη διαφορά της γαμήλιας ηλικίας των δύο φύλων. Ή και στις δυο αιτίες.
O πλούτος
Αυτός ο μικρόκοσμος είχε συνείδηση της σύνθεσης του πλούτου του, της πηγής του, δηλαδή της ναυτεμπορικής διακίνησης και μάλιστα τον περιοδολογεί.
Ενα χρονικό του 1751 (που αναπαράγει προφανώς προγενέστερα) εξιστορεί τον όλεθρο της Πάτμου: οφείλεται στον βενετοτουρκικό πόλεμο που κατέληξε (1669) με την κατάληψη της Κρήτης: ο πόλεμος αυτός τους έκοψε το «νεγότζιο» με τη Βενετία και την Κρήτη, που αυτό ήταν η ζωή του νησιού· επιπροσθέτως, διπλή φορολογία, στους Βενετούς (επαχθέστερη) και στους Τούρκους· λεηλασίες, σκλαβιές και εξαγορές των κατοίκων, άνοδος της τιμής των σιτηρών (ο κόσμος τρεφόταν με ρύζι), αχρηματία (έλειπαν τα «άσπρα») υπήρχε, ωστόσο ο αποκτημένος πλούτος και μ’ αυτόν αντεπεξήλθαν. Τι ήταν, κατά το χρονικό, αυτός ο πλούτος; Χρυσάφι, ασήμι, μαργαριτάρι – τον κουβαλούσαν με τα σακιά στις γαλέρες. Αυτόν τον πλούτο (ό, τι απέμεινε) τον σκόρπισαν στην Αίγυπτο, στη Ρόδο, στην Κω, στη Χίο, στη Θεσσαλονίκη, για να αποκτήσουν τα προς το ζην. Τον ανέκτησαν τον επόμενο αιώνα με τους ίδιους τρόπους, με το νεγότζιο, ανάμεσα στα δυο τμήματα της Μεσογείου με προεξάρχουσα την Αδριατική – όχι μόνο τη Βενετία, αλλά και τα άλλα λιμάνια.
Αυτός ο πλούτος, τα χρυσάφια (πολλά «φάλτσα»), τα ασήμια, τα μαργαριτάρια και μάλιστα τα υφάσματα ήταν διαδεδομένος σε όλα τα κοινωνικά στρώματα, ανισομερώς, βέβαια. Διεδραμάτιζε οικονομικούς και κοινωνικούς ρόλους: διατήρηση των αξιών ανταλλαγής, σύμβολο του κοινωνικού κύρους, αλλά και καταφύγιο σε ώρα ανάγκης (γινόταν ενέχυρο προς ιδιώτες και προς τις κοινοτικές αρχές έναντι της αποπληρωμής της φορολογικής υποχρέωσης· ενέχυρα αλλιώς αμανέτια ή «ταμάχια».
Αν απαριθμούσαμε τα είδη που συνθέτουν αυτόν τον πλούτο, έναν πλούτο κατ’ εξοχήν οικιακό, ο κατάλογος θα ήταν μακρύς: πρόκειται για τη σκευή του σπιτιού, για την ένδυση και τον στολισμό του σώματος. Πόσες ήταν οι ευκαιρίες για την τελευταία χρήση που αφορούσε κυρίως τις γυναίκες; Πόσες ήταν οι ευκαιρίες για τη «σωματοποίηση» του επιδεικτικού μοντέλου; Αν τα στολίδια (βραχιόλια, δαχτυλίδια, «λαιμοί» – δηλαδή χρυσά και ασημένια κολιέ, αν τα μαργαριτάρια και τα όσα μύρια μπορούσαν να φορεθούν, δεν εντάσσονταν στην καθημερινή αλλά πρωτίστως στην τελετουργική επιδεικτικότητα, αποτελούσαν ένα κεφάλαιο που καθόριζε σε μεγάλο βαθμό την προίκα που μεταδιδόταν από θηλυκό σε θηλυκό και μπορούσε επίσης να γίνεται χαρά των ματιών, όταν τα αναμετρούσαν ή τα σκέφτονταν οι γυναικείοι συντελεστές της καλοπορευόμενης κοινωνίας.
Η οικιακή σκευή, από τον «απομπατόρο» (το διαχωρισμένο χώρο του κρεβατιού) με τις κεντητές κουρτίνες του – τις «πρεσβερόπορτες») ώς τα φωτιστικά και τα διάφορα δοχεία και πιατικά, απορροφούσε (στο μέτρο όπου μπορούμε να υπολογίσουμε) σημαντικό τμήμα των χρηματικών διαθεσιμοτήτων της οικογένειας. Κι αυτά τα πλούτη δεν ήταν μόνο κληροδοτημένα, αλλά αποκτήματα των «οικοκυρών». Μεγάλο τους τμήμα πήγαινε, μαζί με τα μητρικά αγαθά, στις θυγατέρες· οι πλουσιότερες θα δίνονταν σε πλούσιους συζύγους.
Τούτο δεν είναι χωρίς σημασία: αν οι Πάτμιοι το 1767 διατείνονται ότι οι θυγατέρες προικίζονται από τα μητρικά αγαθά και δεν προικοδοτούν (προφανώς με χρήματα – «τράχωμα» – τον γαμπρό, η πρακτική τους διαψεύδει: χωρίς την πατρική συμβολή στην προίκα των θηλυκών, η κοινωνική διαφοροποίηση θα είχε ανακοπεί και, σε μια κοινωνία που συνδύαζε την οριζόντια με την κάθετη κινητικότητα, η διαφοροποίηση αυτή θα επαφιόταν μόνο στο οικογενειακό όνομα, χωρίς ωστόσο να υπάρχουν οι φεουδαλικού τύπου σχέσεις που θα μπορούσαν να το στηρίξουν, όπως, λόγου χάρη, συνέβαινε στη Νάξο.
Eξαγωγές
Αυτόν το μέτριο, συγκριτικά, πλούτο τον έφερναν οι διακινούμενοι έμποροι, οι άνθρωποι της θάλασσας. Στη σύνθεσή του αναλογεί στην αντίστοιχη του βενετικού εμπορίου στην ανατολική Μεσόγειο κατά τον φθίνοντα 18ο αιώνα, γιατί η μήτρα του ήταν η βενετσιάνικη βιοτεχνική παραγωγή με τις τοπικές εξακτινώσεις της βέβαια. Για να τον αποκτήσουν, δεν περίμεναν να τους τον φέρουν, αλλά πήγαιναν οι ίδιοι στις πηγές του, μεταφέροντας τα προϊόντα της Ανατολής: νήματα, μαλλιά και βαμβάκια, σφουγγάρια, ακόμη και χαλκώματα και τα λιγοστά προϊόντα της οικοτεχνίας τους, τις πατινιώτικες «κάλτσες». Δεν μετείχαν στο σύνολο (τουλάχιστον όσο ξέρω) των εξαγόμενων προϊόντων της Ανατολής, τα δημητριακά, λόγου χάρη, και το λάδι ή τη σταφίδα. Κοντά στα σύμβολα του πλούτου, έφερναν εργαλεία. Με ένα λόγο γίνονταν αγωγοί ευρύτερων ωσμώσεων, τελικώς πολιτισμικών. Δίπλα στ’ αγκίστρια, τα δίχτυα, τα τακούνια για γόβες, τέλια του ταμπουρά και τόσα άλλα, έφερναν και βιβλία – όχι μόνο εκκλησιαστικά. Δίπλα στις εικόνες έφερναν και στάμπες ή ζωγραφιές με κοσμικά θέματα. Δεν ήταν, εξυπακούεται, οι μόνοι.
Αλλά οι Πάτμιοι (και όχι μόνον αυτοί) είχαν διασπαρεί στη Μεσόγειο και πέρα απ’ αυτήν. Η διασπορά αυτή διαφοροποίησε και τα «γούστα», ενοφθαλμίζοντας σ’ αυτά αντικείμενα που υπερέβαιναν ή κυριολεκτικότερα συμπλήρωναν την πολιτισμική ώσμωση που είχε ως κύρια κοιτίδα την Αδριατική: και πάλι όμως μέσα στο πλαίσιο του αρμονικού «εκπολιτισμού». Αλλά για το ζήτημα αυτό θα κορφολογήσουμε ένα ατομικό παράδειγμα στο επόμενο σημείωμα.