Translate -TRANSLATE -

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΗΠΕΙΡΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΗΠΕΙΡΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 11 Απριλίου 2023

Μπουραζάνι - Πωγώνι (Αγγίζοντας την μεθόριο)

 


Μπουραζάνι - Πωγώνι

 Αγγίζοντας την μεθόριο

Στην εσχατιά της Ελλάδας, σ' έναν τόπο όπου η φύση και η παράδοση μοιράζονται κοινή πορεία, η περιπλάνηση στο χώρο και το χρόνο σταματά μόνο μπροστά στα σύνορα. Οι περιηγήσεις σε αυτήν την ξεχασμένη ακρογωνιά της  Ηπείρου αποκαλύπτουν ένα άφθαρτο πολιτισμικό  τοπίο και  ένα ανεκτίμητο  εθνικό κεφάλαιο...

Γράφουν οι Θοδωρής Αθανασιάδης και η Ζερμαίν Αλεξάκη

Το ξύπνημα στο Μπουραζάνι γίνεται με τον πιο φυσικό και αισιόδοξο τρόπο. Οι πρώτες ακτίνες του Ηλίου τρυπώνουν στο δωμάτιο και τα ζωηρά κελαηδίσματα των πουλιών σε σπρώχνουν να ανοίξεις το παράθυρο. Το βουητό του Αώου, που σιγοπερπατά κάτω από το μπαλκόνι, μουρμουρίζει το ξεκίνημα της μέρας. Ένα διάφανο φως διαχέεται παντού. Πώς να μη σου φτιάξει η διάθεση! Το άνοιγμα του χάρτη ήρθε πρώτο απ' όλα να προσδιορίσει τη θέση που βρισκόμασταν και να μας χαράξει ρότα μέχρι τα ελληνοαλβανικά σύνορα.

Το Μπουραζάνι είναι μία εκτεταμένη ημιορεινή περιοχή στα βορειοδυτικά του νομού Ιωαννίνων, που αγγίζει τη μεθόριο. Η περιοχή, αν και διοικητικά ανήκει στην επαρχία Κόνιτσας, αποτελούσε ανέκαθεν κομμάτι μιας ευρύτερης αδιάσπαστης πολιτισμικής οντότητας που άκουγε στο όνομα Πωγώνι και γεωγραφικά εκτεινόταν μέχρι και τη σημερινή νότια Αλβανία, τότε που ακόμη αυτή συνιστούσε τμήμα της παλιάς ενιαίας Ηπείρου. Σήμερα η επαρχία Πωγωνίου, καθώς ακουμπά στο γειτονικό Μπουραζάνι, αλλά και πάνω στη διαχωριστική γραμμή των δύο χωρών, καταλαμβάνει τη δυτικότερη ακρογωνιά του νομού, της Ηπείρου και ολόκληρης της ηπειρωτικής χώρας.

Σιωπηλοί γίγαντες, οι χιονισμένοι όγκοι των βουνών του Γράμμου, της Γκαμήλας και της συνοριακής Νεμέρτσικα, αγκαλιάζουν την κοιλάδα του Μπουραζανίου και προσδιορίζουν, παρ' όλο το χαμηλό υψόμετρο, την ορεινή της προσωπικότητα.

Η δυναμική υδάτινη πορεία του ποταμού Αώου, τα πυκνά δρυοδάση και οι άφθονοι λόφοι, κατάστικτοι από πράσινα εύφορα λιβάδια, καθορίζουν αποφασιστικά τη γεωμορφολογία του φυσικού χώρου.

Οι λαδοπράσινοι κυματισμοί της γης δηλώνουν την έντονη γεωργική δραστηριότητα, που από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα φαίνεται να μεταμορφώνει με ήπιο τρόπο το τοπίο στις υπηρεσίες του ανθρώπου.

 

 Ένα σύστημα άρδευσης με αυλάκια βοήθησε στη γονιμότητα των χωραφιών. Η γεωλογική κατανομή και το είδος των πετρωμάτων επέτρεψαν την υπόγεια ροή του νερού και τη δημιουργία πηγών που αναδύονται παντού, προσφέροντας πλουσιοπάροχα τη ζωογόνα υγρή ενέργεια στη γη. Έτσι οι γύρω κοινότητες δεν έμειναν παραμελημένες από αυτήν την ευλογία της φύσης, που η ανθρώπινη πολυπραγμοσύνη αξιοποίησε κατάλληλα, με την κατασκευή νερόμυλων, νεροτριβών, υδροπρίονων και μαντανιών. Σε μικρή απόσταση από τη γέφυρα Μπουραζανίου, οι εγκαταστάσεις του παλιού νερόμυλου μας «ξενάγησαν» με τον καλύτερο τρόπο στις παραδοσιακές ασχολίες των κατοίκων που σχετίζονταν με την εκμετάλλευση του νερού. Η νεροτριβή ρούφαγε με δύναμη τις φλοκάτες μέσα στην αφρισμένη δίνη της και το μαντάνι, παραδίπλα, χτύπαγε με τα κοπάνια του τις μάλλινες βελέντζες που μόλις είχαν βγει απ' τον αργαλειό. Ο νερόμυλος, πρόσφατα αναπαλαιωμένος, ανήκει στο δημοτικό διαμέρισμα Αηδονοχωρίου και εκτελεί χρέη μουσείου. Παραμένει όμως ακόμη ένα ζωντανό συγκρότημα υδροκίνησης, ένα κομμάτι της καθημερινής ζωής του χωριού, αφού λειτουργεί κανονικά για την εξυπηρέτηση των κατοίκων.

Απλωμένο σε τμήμα της μικρής κοιλάδας και στα γύρω υψώματα, προσδιορίζει την έκταση του ένα καταφύγιο σπάνιων θηλαστικών της ελληνικής πανίδας.

Μια αξιέπαινη προσπάθεια ιδιωτικής πρωτοβουλίας, σε συνεργασία με δημόσιους, τοπικούς και πανεπιστημιακούς φορείς, έχει μετατρέψει ένα ιδιόκτητο κτήμα 2.000 στρεμμάτων, με εκτεταμένο δρυόδασος, σε πρότυπο Περιβαλλοντικό Πάρκο Άγριας Ζωής. Η περιοχή είναι επισκέψιμη και παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, αφού φιλοξενεί απειλούμενα με εξαφάνιση είδη, που κάποτε ευδοκιμούσαν σε μεγάλους αριθμούς στα Βαλκάνια. Ζουν και αναπαράγονται ελεύθερα το αγριογούρουνο, το μεγαλόσωμο ελάφι, το μικρόσωμο ελάφι ή πλατόνι, το κρι-κρι, ζαρκάδια και αγριοπρόβατα. Λειτουργεί περίπτερο οπτικοακουστικής περιβαλλοντικής εκπαίδευσης, όπου γίνεται ενημέρωση από ειδικούς επιστήμονες για τα είδη, τιςς συνήθειες των ζώων, το βιολογικό τους κύκλο. Η περιήγηση σε αυτόν το μοναδικό στο είδος του χώρο -πάντα συνοδεία ειδικού ξεναγού- αποκτά μια τελετουργική διάσταση μύησης στην άγνωστη άγρια ζωή.

 

Σκεπασμένη με μολύβι...

Άφθονα μικρά χωριά, αγροτικοί οικισμοί και διάσπαρτα βυζαντινά, αλλά και μεταβυζαντινά μνημεία μαρτυρούν τη ζύμωση αυτού του τόπου με τον άνθρωπο, εδώ και αιώνες.

Ακολουθώντας την πορεία του Αώου προς τα αλβανικά σύνορα στρίψαμε για Αηδονοχώρι και αρχίσαμε να ανηφορίζουμε τις στροφές. Δύο χιλιόμετρα έξω από το χωριό βρίσκεται η μονή Ταξιαρχών Γκούρας, χτισμένη σε ύψος 800 μέτρων.

Από ένα σημείο, πραγματικό εξώστη, αντικρίσαμε ολόγυρα την πανώρια θέα. Το ξάνοιγμα της κοιλάδας του Αώου, η φιδίσια κίνηση του ποταμού μέσα της, το σμίξιμό του με τον Σαραντάπορο, η μονή Μολυβδοσκέπαστη στην άκρη, οι κορυφογραμμές του Γράμμου στο σύθαμπο του ορίζοντα και τέλος τα σύνορα... Η προσωνυμία του μοναστηριού των Ταξιαρχών οφείλεται στο γεγονός ότι βρίσκεται πάνω σε βράχο, που στην αλβανική διάλεκτο λεγόταν γκουρ (=πέτρα), ενώ το πιθανότερο είναι ότι κτίστηκε το 16ο αιώνα. Εντυπωσιαστήκαμε από τη λιτή φρουριακή μορφή του, αλλά και τις αξιόλογες αγιογραφίες στο εσωτερικό, φιλοτεχνημένες από Χιοναδίτες ζωγράφους στα μέσα του 19ου αιώνα.

Ενας χωματόδρομος μας έβγαλε σιη δροσερή απλωσιά όπου ο Αώος κανόνισε το ραντεβού του με τον Σαραντάπορο.

Ακουμπισμένη κάτω από τη σκιά των αιωνόβιων πλατάνων, η Μολυβδοσκέπαστη Παναγιά μετρά τους αιώνες που πέρασαν και τα σημάδια που άφησαν στην ιεροπρεπή όψη της.

Οι εξωτερικοί τοίχοι του μοναστηριού έχουν με επιμέλεια αναπαλαιωθεί, ακολουθώντας τα παραδοσιακά πρότυπα της περιοχής. Οι μοναχοί μάς ξενάγησαν στους ιδιαίτερα προσεγμένους εσωτερικούς χώρους και μας εξήγησαν κάθε λεπτομέρεια για τα ιερά κειμήλια και την ιστόρια τους. Η μονή Κοίμηση της Θεοτόκου Μολυβδοσκέπαστη είναι ένα από τα σπουδαιότερα και αρχαιότερα θρησκευτικά και πολιτιστικά μνημεία της χώρας. Η σύνθετη αρχιτεκτονική της παρουσία δηλώνει πολλές οικοδομικές φάσεις, με παλαιότερη αυτή του ανατολικού τρίκογχου τμήματος του 11ου αιώνα. Ο κυρίως ναός είναι Βυζαντινού ρυθμού, μονόκλιτος με τρούλο. Σύμφωνα με τις επιταγές της παράδοσης, ήταν σκεπασμένος με μολύβι, γεγονός που έδωσε και το όνομα στο μοναστήρι. Μια επιτοίχια επιγραφή του ναού, ανεπιβεβαίωτη όμως ιστορικά, θέλει πρώτο χρηματοδότη της Μολυβδοσκέπαστης τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Δ' Πωγωνάτο (668-685), ενώ μας πληροφορεί ότι ανακαινίστηκε από τον Ανδρόνικο Κομνηνό στις αρχές του 14ου αιώνα. Κατά την Τουρκοκρατία το μοναστήρι ήταν σπουδαίο πνευματικό κέντρο, με σημαντική βιβλιοθήκη και σχολή χειρογράφων, ενώ η φήμη του είχε φτάσει μέχρι τη Βλαχία και τη Ρωσία όπου διατηρούσε πολλά μετόχια. Σεβαστό μέρος του καταστράφηκε στο Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν βομβαρδίστηκε το 1943 και κάηκαν τα περισσότερα κειμήλια.

 

Παρ' όλ' αυτά ο πολιτιστικός και θρησκευτικός πλούτος του ήταν τόσο μεγάλος, ώστε κατάφεραν και διασώθηκαν μέχρι σήμερα αρκετές εσωτερικές τοιχογραφίες των 13ου και 16ου αι., καθώς και αγιογραφίες εξαιρετικής τέχνης.

Η δρύινη πόρτα που συνδέει το νάρθηκα με τον κυρίως ναό είναι σπάνιο δείγμα ξυλογλυπτικής της υστεροβυζαντινής περιόδου, μοναδικό στην Ήπειρο, που αναπαριστά τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου και πριν από κάμποσα χρόνια έγινε αντικείμενο αρχαιοκαπηλίας.

Σήμερα, συντηρημένη, όπως εξάλλου και ολόκληρο το μοναστήρι, τραβά την προσοχή του επισκέπτη. Η μονή Μολυβδοσκέπαστη είναι ένα πέτρινο αρχιτεκτονικό στολίδι. Το αρχαιότερο πολιτιστικό σημείο αναφοράς της περιοχής, αλλά και ένα ζωντανό, ακόμη και σήμερα, θρησκευτικό κέντρο της επαρχίας Πωγωνίου. Υπήρξε από παλιά τόπος λατρείας και συρροής πιστών, όχι μόνο για τη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας της Πωγωνιανίτισσας, αλλά και για τα πανηγύρια του.

Το ομώνυμο χωριό, μόλις λίγες δεκάδες μέτρα από τα ελληνοαλβανικά σύνορα, οροθετεί το ακριτικότερο σημείο της επαρχίας. Η παλιά Δεπολίτσα πήρε το σημερινό της όνομα από το μοναοτήρι, την εποχή της Τουρκοκρατίας. Πολλά βυζαντινά και μεταβυζαντινά μνημεία του οικισμού μαρτυρούν την αδιάλειπτη ιστορική του συνέχεια από τους μεσοβυζαντινούς χρόνους. Ο μονόχωρος ναός του Αγίου Δημητρίου του 11ου αιώνα έφτασε στις μέρες μας σχεδόν κατεστραμμένος. Η κόγχη του ιερού, καθώς ορθώνεται σήμερα -ύστερα από αναστήλωση- σε όλο το ύψος της, είναι διάστικτη από ίχνη τοιχογραφιών.

Κατηφορίσαμε μέσα από το χωριό και πλησιάσαμε τον επιβλητικό ναό των Αγ. Αποστόλων, τη μεγαλύτερη εκκλησία της περιοχής, που υπήρξε έδρα της αρχιεπισκοπής Πωγωνιανής στα Βυζαντινά χρόνια. Είναι βασιλική εγγεγραμμένη, σταυροειδούς ρυθμού με δωδεκάπλευρο τρούλο. Διατηρεί ιδιαίτερα αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά, αλλά και θαυμάσιες εσωτερικές αγιογραφίες που ανάγονται στο 17ο αιώνα.

Πάνω σε ύψωμα φυλάσσεται σώο, κάτω από στέγαστρο -καθως η σκεπή έχει καταρρεύσει- ό,τι έχει απομείνει από το ναό του Αγίου Σώζοντος. Στο εσωτερικό του διακρίνονται παλιές τοιχογραφίες με πιο ευδιάκριτη αυτή του δικέφαλου αετού στο κέντρο του. Ο παραδοσιακός χαρακτήρας του χωριού αγωνίζεται να διατηρηθεί ανέπαφος.

Με φιλότιμες προσπάθειες της κοινότητας ιδρύθηκε το μικρό λαογραφικό μουσείο, αλλά και το εκθετήριο παρασκευής τσίπουρου, όπου την κατάλληλη εποχή ο επισκέπτης μπορεί να παρακολουθήσει όλη τη διαδικασία απόσταξης. Απορροφημένοι σε μια ατέρμονη περιπλάνηση στον ιστορικό και πολιτιστικό πλούτο αυτού του τόπου, φτάσαμε στο αδιέξοδο των συνόρων. Στο μεθοριακό φυλάκιο οι δύο φαντάροι μάς θύμισαν ευγενικά ότι εδώ τελειώνει το ελληνικό έδαφος, δείχνοντας μας τις χαρακτηριστικές τσιμεντένιες πυραμίδες, που από εδώ ήταν ευδιάκριτες ακόμη και με γυμνό μάτι.

Το χωριό Πωγωνίσκος μάς έφερε πάλι πίσω στην ελληνική επικράτεια και μας «προσγείωσε» στη μοναχική πραγματικότητα της μεθορίου... Ο μικρός οικισμός, ξεχασμένος από θεούς και ανθρώπους, έμοιαζε να βρίσκεται στην άκρη του πουθενά, 900 μέτρα ψηλά στις νοτιοδυτικές πλαγιές του όρους Νεμέρτσικα. Μας είπαν ότι μια οικογένεια συνεχίζει να μένει εδώ σε αυτήν την απόμακρη γωνιά της ηπειρώτικης γης -συντριπτικό το νούμερο! Εμείς όμως δεν είδαμε κανέναν. Τα περισσότερα σπίτια είχαν καταρρεύσει, ενώ τα μικροσκοπικά χωράφια που απλώνονταν μεταξύ των απρόσιτων βουνοκορφών παρέμεναν χέρσα εδώ και χρόνια.

 

Σημάδια απ' το παρελθόν

Προσπαθώντας να συνδέσουμε οδικά ένα χώρο αδιάσπαστο πολιτισμικά εδώ και αιώνες, την επομένη το πρωί ξεκινήσαμε από το Μπουραζάνι για την καρδιά του Πωγωνίου. Χαράξαμε έναν κύκλο στο χάρτη. Βασιλικό, Κεφαλόβρυσο, Δολό, Πωγωνιανή, Λελβινάκι, Βήσσανη, Ωραιόκαστρο... και επιστροφή στη βάση μας.

Οδηγούσαμε σιωπηλά σε ένα δύστροπο δρόμο διασχίζοντας ένα μοναχικό τοπίο, με έντονα τα σημάδια από το παρελθόν. Είχαμε μπει για τα καλά στο Πωγώνι.

Το όνομα του οφείλεται -κατά μια εκδοχή- στον αυτοκράτορα του Βυζαντίου Πωγωνάτο, αφού σύμφωνα με αναφορές ιστορικών έζησε εδώ για δύο χρόνια.

Λόγω της στρατηγικής θέσης του μπήκε από νωρίς στο στόχαστρο ληστρικών επιδρομών, αλβανικών επιθέσεων και κατακτητών, ενώ κατά την Τουρκοκρατία έμεινε έξω από την «εύνοια» και τα προνόμια της Πύλης, με αποτέλεσμα να γνωρίσει πολλά δεινά. Η ανθρωπογεωγραφία της περιοχής χαρακτηρίζεται από συνεχείς εποικισμούς και αποδημίες, που κατά συνέπεια επηρέασαν διαχρονικά τον κοινωνικό ιστό και το πολιτισμικό σκηνικό του τόπου.

Στα νεότερα χρόνια η περιοχή αναπτύχθηκε οικονομικά, ιδιαίτερα με τη δημιουργία του οδικού άξονα Ιωαννίνων-Αργυροκάστρου-Αγίων Σαράντα, που περνούσε από εδώ. Η Μολυβδοσκέπαστη, η Πωγωνιανή και το Δελβινάκι αναδείχθηκαν σε εμπορικά κέντρα. Οι κάτοικοι, αν και κατά παράδοση γεωργοί και κτηνοτρόφοι, ασχολήθηκαν με το εμπόριο και τις τέχνες. Άρχισαν να ταξιδεύουν στην Πόλη, στα Βαλκάνια και η δράση τους έφτασε μέχρι τη Μολδαβία και τη Βλαχία. Σύμφωνα με αναφορές παλιών περιηγητών, έκαναν τους κηπουρούς, τους κρεοπώλες, τους μυλωθρούς, του βαρελοποιούς, εμπορεύονταν χρυσή κλωστή και δέρματα. Τα «καζάντια» (πλούτη) τους γύρναγαν πίσω στην πατρίδα, δίνοντας στήριγμα και πνοή στο βασανισμένο τόπο. Όμως οι μεγάλες κοινωνικές και οικονομικές αντιξοότητες της εποχής δημιούργησαν σταδιακά ασφυκτικό κλίμα, προκαλώντας έτσι μεγάλο μεταναστευτικό ρεύμα που απογύμνωσε δημογραφικά το Πωγώνι.

 

Χθες και σήμερα

Η γεωμορφολογική φυσιογνωμία του καθορίζεται από το βουνό Νεμέρτσικα στα βόρεια, το όρος Κασιδιάρη και τον ποταμό Γορμό (παραπόταμο του Καλαμά) στα ανατολικά, τα όρη Τσαμαντά στα νότια και τον Μακρύκαμπο στα δυτικά. Περίκλειστο από βουνά το πωγωνίσιο τοπίο, δείχνει να περιφρουρεί αποφασιστικά το στρωτό μεν, αλλά πολύμορφο φυσικό του χώρο. Με αυτήν την πλούσια φυσιογραφία συμβιώνουν, άλλοτε διάσπαρτα μέσα στα δάση, άλλοτε κρυμμένα στις ρεματιές, ή απλωμένα στο άνοιγμα μικρών κοιλάδων, ένα πλήθος χωριών που κάτω από την ίδια φυσική στέγη μοιράζονται κοινή μοίρα και ιστορία.

Η περιοχή προσεγγίζεται εύκολα από τον καινούργιο δρόμο που συνδέει τα Γιάννενα με το τελωνείο της Κακαβιάς, το κυριότερο συνοριακό πέρασμα προς την Αλβανία. Το γεωργικό χωριό Κεφαλόβρυσο είναι η σημερινή έδρα του δήμου Άνω Πωγωνίου. Το Δελβινάκι αποτελεί ένα από τα πιο ζωντανά χωριά της επαρχίας, μια και διατηρεί 1.000 μόνιμους κατοίκους χειμώνα-καλοκαίρι. Καθώς απέχει από την πρωτεύουσα της Ηπείρου μόλις 40 χιλιόμετρα, ενδείκνυται για διαμονή, αφού εδώ λειτουργεί και ξενώνας. Αξιόλογη από αρχιτεκτονικής και ιστορικής αξίας είναι η εκκλησία της Παναγιάς, κτίσμα του 1153.

Στο ύψος του οικισμού Χάνι Δελβινάκι, η μικρή λίμνη της Ζαραβίνας στολίζει διακριτικά το τοπίο με τη γαλάζια πινελιά της και τις κατάφυτες όχθες της. Το χωριό Πωγωνιανή, το πάλαι ποτέ ακμάζον εμπορικό και πολιτιστικό κέντρο του Πωγωνίου, διατηρεί ακόμη και σήμερα μέσα στη μοναξιά του το παραδοσιακό του χρώμα.

Μια μικρογραφία των παλιών καιρών του χωριού παρουσιάζεται μέσα από τα ενδιαφέροντα εκθέματα του λαογραφικού μουσείου. Σε μια απόκρημνη περιοχή, σε αυτήν εδώ την ξεχασμένη εσχατιά της Ηπείρου, ξεκουράζεται το όμορφο Δολό, που έχει χαρακτηριστεί παραδοσιακός οικισμός και «ως εκ θαύματος» διαθέτει αξιόλογο κατάλυμα. Ανάμεσα στα πολλά αξιοθέατα της περιοχής ξεχωρίζουν για την αρχιτεκτονική και ιστορική τους παρουσία τα κοντινά χωριά Άνω Μερόπη, με υπολείμματα αρχαίου οικισμού, αλλά και το Ωραιόκαστρο με ένα από τα παλαιότερα γεφύρια της Ηπείρου και με υποδομή για διαμονή. Ο παραδοσιακός οικισμός της Βήσσανης ήταν γνωστός από τη λαμπρή ελληνική σχολή και το περίφημο Παρθεναγωγείο που λειτουργούσε επί Τουρκοκρατίας. Στο χωριό Βασιλικό διασώζεται ακόμη το σπίτι του πατριάρχη Αθηναγόρα, ενώ ενδιαφέρον είναι το λαογραφικό μουσείο στον οικισμό Κάτω Μερόπη.

 

 

«Βάρα Πωνωνίσιο!»

Ακόμη και η μουσική παράδοση αποτύπωσε με τον καλύτερο τρόπο τη «μάστιγα» του Ελληνισμού, τον πόνο της ξενιτιάς, και τον έκανε μοιρολόι. Το πολυφωνικό πωγωνίσιο τραγούδι, που σφράγισε με τη μοναδικότητα του την εξέλιξη του ελληνικού δημοτικού τραγουδιού. Σύμφωνα με τους μουσικολόγους έχει ρίζες προελληνικές και εκφράζει με την ομαδικότητα του τη συνοχή της τοπικής κοινωνίας. Βαρύς, αφαιρετικός, μα και λυρικός συνάμα ο ιδιόμορφος πωγωνίσιος σκοπός, αποπνέει μια λιτή, σχεδόν «δωρική» διάθεση που καθηλώνει. Μέσα από τα φωνητικά σχήματα των τραγουδιστών ακούγεται το παράγγελμα του πρωτοχορευτή: Βάρα Πωγωνίσιο!

Κάτω από το βάρος της πολύπαθης διαδρομής του στο χρόνο, το Πωγώνι μας άφησε την εντύπωση ενός ανεξάντλητου πολιτισμικού πυρήνα, που μέσα στην ιστορική ιερότητα του φυσικού του χώρου επιβίωσε ζωντανό μέχρι σήμερα.

ΓεωΔΙΑΔΡΟΜΕΣ                                        

 

Τρίτη 8 Μαρτίου 2022

Νικολάκης Εφέντης - O ομογενής κατάσκοπος με το άδοξο τέλος

 


Νικολάκης Εφέντης - O ομογενής κατάσκοπος με το άδοξο τέλος

Έπεσε θύμα της «αθάνατης» ελληνικής επιπολαιότητας κι ανικανότητας

 

Κατά τον Β' Βαλκανικό πόλεμο για την απελευθέρωση των Ιωαννίνων από τους Τούρκους, χρειάστηκε ένας σκληρός πεντάμηνος αγώνας, κατά τον οποίο χύθηκε πολύ αίμα.

Αφανείς ήρωες αυτού του αγώνα ήταν οι Έλληνες κατάσκοποι, που με κίνδυνο της ζωής τους, ξεπερνούσαν κάθε εμπόδιο.

Στον αόρατο πόλεμο των κατασκόπων εντάχτηκαν άνδρες και γυναίκες από όλες τις κοινωνικές τάξεις, χωρίς να υπολογίζουν τις αγχόνες των Τούρκων.

Πολλές φορές, οι πληροφορίες τους αποδείχτηκαν πιο σημαντικές από τις εφόδους των στρατιωτών. Οι περισσότεροι πληροφοριοδότες ήταν Μικρασιάτες Έλληνες που υπηρετούσαν στον οθωμανικό στρατό

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα ανθρώπου που βοήθησε τον αγώνα με τις πληροφορίες του, ήταν αυτό του Νικολάκη Εφέντη.

 

 

Nέος, τριαντάρης, λεπτοκαμωμένος, κοντόσωμος. Στενοπρόσωπος και βλογιοκαμένος, με μουστάκι και μάτια μαύρα και έξυπνα. Τέτοιος ήταν στο σουλούπι ο Nικολάκη Eφέντης και με αυτό το όνομα τον ξέρανε στα Γιάννενα. Tο πραγματικό επώνυμό του δε μαθεύτηκε ποτέ. O γιατρός Bλαχόπουλος από το Mέτσοβο είπε κάποτε ότι το επώνυμο του Nικολάκη Eφέντη ήταν Tσεπτσίδης. Αυτό, όμως, κανένας άλλος δεν το βεβαίωσε τότε, ούτε και αργότερα. Κατά πάσα πιθανότητα, το όνομά του ήταν Νικόλαος Μιζαντζιόγλου

Ελάχιστοι Έλληνες, αλλά και Ηπειρώτες, ακόμη και Γιαννιώτες, γνωρίζουν την τεράστια εθνική προσφορά και την συμβολή του Νικολάκη Εφέντη στην απελευθέρωση της πόλεως των Ιωαννίνων από τον ελληνικό στρατό το 1913. Δυστυχώς το ελληνικό κράτος δεν τον τίμησε, όσο θα έπρεπε και όσο θα άξιζε,την μνήμη του υπέροχου αυτού ομογενούς μας που υπηρετούσε σαν αξιωματικός στον Οθωμανικό στρατό.

Καταγότανε από την Άγκυρα και εκεί είχε τους γονείς του και τις πέντε αδελφές του. Ήταν όλοι τους Έλληνες και Xριστιανοί. Kι’ ο Nικολάκη Eφέντης ακριβώς το ίδιο.

Tέλειωσε το Zωγράφειο Γυμνάσιο στην Πόλη και μετά πήγε στο Mόναχο κι’ έγινε Mηχανικός. Παρόλο ότι υπηρετούσε αν αξιωματικός τον Οθωμανικό στρατό ποτέ δεν έπαψε να αισθάνεται Έλληνας και Xριστιανός ενώ παράλληλα διατηρούσε άσβεστη την πίστη του στην Πατρίδα και στη Θρησκεία.

Στα Γιάννενα ήταν πολύ γνωστός. Σε τούτο βοήθησε η όλη διαγωγή του και ο χαρακτήρας του. Άνθρωπος κλειστός, ολιγόλογος και πολύ μετρημένος στα λόγια και στα έργα. Δεν είχε καμμιά επαφή με τους Xριστιανούς Γιαννιώτες. Zούσε πάντα μόνος και απλησίαστος. Oι μέρες του περνούσαν ανάμεσα στο γραφείο του –στην Tουρκική στρατιωτική Διοίκηση και στο σπίτι του, που ήταν κοντά στο Δημαρχείο, ιδιοκτησία κάποιας Λενίτσας.

O Nικολάκη Eφέντης είχε ψυχή ελληνική. Γι’ αυτό και δεν δίστασε να θυσιάσει για την Eλλάδα και τον εαυτό του και την οικογένειά του, όπως θα δούμε παρακάτω. Πέτυχε ν’ αντιγράψει ολόκληρο το σχεδιάγραμμα με τα οχυρά του Mπιζανιού και να βοηθήσει έτσι αποφασιστικά στην γρηγορότερη και χωρίς απώλειες, τελικά, εκπόρθησή τους από τον Eλληνικό Στρατό.

Ο Νικολάκης Εφέντης, ανήκε στους πολλούς ομογενείς μας αξιωματικούς του τουρκικού στρατού στα Ιωάννινα και υπηρετούσε ως λοχαγός (κατ΄ άλλους ως υπολοχαγός) του Μηχανικού, ενώ υπήρξε και συνεργάτης του Γερμανού στρατάρχη Γκόλτς (von Der Goltz), οποίος κατασκεύασε τα  Οχυρά του Μπιζανίου κατά τα έτη 1909-1912 και κατά τη διάρκεια του πολέμου.

Άμα τελείωσε το έργο ο φον Γκολτς, έφυγε. O Nικολάκη Eφέντης όμως έμεινε στα Γιάννενα. Tοποθετήθηκε συντηρητής του οχυρού. Eκεί τον βρήκε και ο πόλεμος του 1912 ως υπασπιστής του Τούρκου διοικητή των οχυρών του Μπιζανίου.

Όταν περί τα τέλη Ιανουαρίου του 1913 ο ελληνικός στρατός αποφάσισε, ύστερα από πολλές δυσκολίες, πολλές αποτυχίες και πολλές θυσίες, να κάνει την οριστική γενική επίθεση για την πτώση του Μπιζανίου και την απελευθέρωση της πόλεως των Ιωαννίνων, είχε ένα μεγάλο πρόβλημα, με τα μέχρι τότε απόρθητα οχυρά του Μπιζανίου και ειδικότερα με το οχυρό «ΣΚΥΛΛΑ», διότι δεν είχαν καθόλου πληροφορίες περί αυτών. Έπρεπε, λοιπόν, οι ελληνικές μυστικές υπηρεσίες που δρούσαν στα σκλαβωμένα Ιωάννινα σε συνεργασία με το Κομιτάτο να πληροφορηθούν την ακριβή θέση, την κατασκευή, την επάνδρωση και τον εξοπλισμό των οχυρών αυτών, για να μπορέσει να γίνει ο κατάλληλος  σχεδιασμός προκειμένου ο ελληνικός στρατός να καταλάβει την πόλη των Ιωαννίνων.

 


Κατά την περίοδο εκείνη άμεσα υπεύθυνος των μυστικών μας υπηρεσιών, ήταν ο Έλληνας υποπρόξενος στα Ιωάννινα Νικόλαος Χαντέλης, του οποίου η καταγωγή ήταν από τα Κάτω Πεδινά Ζαγορίου Ιωαννίνων. Για την επίτευξη του προαναφερθέντος στόχου, οργανώθηκε μια ιδιαίτερα μυστική σύσκεψη στη Μητρόπολη των Ιωαννίνων, υπό τον Μητροπολίτη Ιωαννίνων Γερβάσιο Ωρολογά (πρώην Μητροπολίτη Καισαρείας), στην οποία συμμετείχαν επίσης ο Νικόλαος Χαντέλης και ο Αθανάσιος Τσεκούρας. Κατά την σύσκεψη αυτή αποφασίστηκε να έλθουν οι Έλληνες , κατά τον πλέον μυστικό τρόπο, σε επαφή με τον γνωστό ομογενή αξιωματικό του τουρκικού στρατού στα Ιωάννινα, Νικολάκη Εφέντη, που γνώριζε πολύ καλά και με κάθε λεπτομέρεια τα οχυρά.

Την αποστολή αυτή ανέλαβε ο Αθανάσιος Τσεκούρας, ο οποίος αφού, με άκρα μυστικότητα κατάφερε και συναντήθηκε με τον Νικολάκη Εφέντη, του ζήτησε να μιλήσει με τον Μητροπολίτη Ιωαννίνων, κάτι που έγινε.

Θα πρέπει εδώ να επισημανθεί ότι από τα κορυφαία στελέχη, κατά την πολεμική εκείνη περίοδο, των μυστικών μας υπηρεσιών στα Ιωάννινα ήταν ο Ιωάννης Λάππας, πρόξενος της Γαλλίας, το σπίτι του οποίου είχε μετατραπεί σε κέντρο κρυπτογραφικών εγκαταστάσεων του αγώνα.

Ο Μητροπολίτης Γερβάσιος  ζήτησε από τον Νικολάκη Εφέντη, αφού του υπογράμμισε την ελληνική καταγωγή του και του επεσήμανε την σπουδαιότητα, την ιερότητα, και την κρισιμότητα του αγώνα, να του δώσει πλήρη αντίγραφα των σχεδίων των οχυρών του Μπιζανίου και ιδιαίτερα του ονομαζόμενου οχυρού «ΣΚΥΛΛΑ».

Πράγματι ο Νικολάκης Εφέντης, υπακούοντας στη φωνή της πατρογονικής ελληνικής καταγωγής του πείστηκε και μέσα στο σπίτι του Ιωάννη Λάππα σχεδίασε κρυφά και επί δύο συνεχείς νύχτες τα οχυρά και τα παρέδωσε σ΄ αυτόν, ο οποίος στη συνέχεια, μέσω ενός χωρικού αγγελιοφόρου, τα έστειλε κρυπτογραφημένα στο ελληνικό στρατηγείο στο Εμίν Αγά. Μαζί με τα σχέδια του  ο Νικολάκης Εφέντης ζήτησε όπως για την επιτυχία του αγώνα  πριν την επίθεση στο Μπιζάνι να προηγηθεί διήμερος βομβαρδισμός.   (Σύμφωνα με την υπ’ αριθμόν 877, πληροφορία εξ Ιωαννίνων 31-12-1912, ο Νικολάκης Εφέντης αφού περιγράφει αριθμητικά και κατά θέση τα πυροβόλα της τουρκικής αμυντικής γραμμής, υποδεικνύει τον τρόπος ενέργειας του ελληνικού στρατού: «… η κατά Μπιζανίου έφοδος δεν πρέπει να γίνει ουδέποτε ημέραν, αλλά μετά δύο νυχθημερόν βροχήν οβίδων…»).

Όσα υπέδειξε ο Νικολάκης Εφέντης ήταν απολύτως ακριβή και αν κανείς διαβάσει την εξέλιξη της μάχης του Μπιζανίου θα παρατηρήσει ότι μετά δύο ημερών βροχή οβίδων καταλήφθηκε αυτή η οχυρωμένη θέση και στην συνέχεια απελευθερώθηκαν τα Ιωάννινα. Συνελήφθησαν μάλιστα και 30.000 Τούρκοι αιχμάλωτοι, καθώς επίσης 1.000 Τούρκοι αξιωματικοί και πλήθος εφοδίων. Έτσι την 21η Φεβρουαρίου, ύστερα από 500 χρόνια σκλαβιά, απελευθερώθηκε η πόλη των Ιωαννίνων.

 


Η μεγάλη σημασία της ηρωικής αυτής πράξης του Νικολάκη Εφέντη είναι ανυπολόγιστη και είναι άγνωστο εάν κατά την περίοδο εκείνη χωρίς αυτόν θα είχε επιτευχθεί η πτώση του Μπιζανίου, και η απελευθέρωση των Ιωαννίνων.

Όμως, το τέλος του Νικολάκη Εφέντη και της οικογένειάς του ήταν τραγικό…

Σας παραθέτω παρακάτω όσα ανέφερε ο Αθανάσιος Τσεκούρας μέλος του Κομιτάτου στο αφιέρωμα της εκπομπής Μηχανή του Χρόνου για τον έλληνα πατριώτη.

H πρώτη ελεύθερη μέρα μας πέρασε. Πάει και η δεύτερη. Φεύγει και η τρίτη. Tα μαγαζιά δουλεύουν κανονικά. Πηγαίνω και εγώ στο δικό μου τακτικά. Ένα πρωί βλέπω και μπαίνουν μέσα οι τρεις Eπιτελικοί του Στρατού μας. O Δούσμανης, ο Eξαδάκτυλος και ο Mεταξάς.

- Θέλουμε το Nικολάκη Eφέντη, μου λεν, τον γυρεύει ο Διάδοχος. Πού μπορούμε να τον ειδοποιήσουμε;

- Δεν τον είδα καθόλου, τους απαντώ. Θα κυττάξω, όμως, να τον βρω και θα του πω την παράκλησή σας. Έφυγαν.

Σε λίγο να σου και ο Nικολάκης. Kούτσαινε ελαφρά. Tον είχε χτυπήσει στο πόδι βλήμα οβίδας.

- Σε γυρεύει ο Διάδοχος Kωνσταντίνος, του λέω. Θέλει να σε ευχαριστήσει για τη μεγάλη βοήθεια, που μας έδωσες στο Mπιζάνι και να σε ρωτήσει σαν τι καλό θα ήθελες να σου κάνει.

- Δε θέλω τίποτα!, μου απαντά, αφού σκέφθηκε λίγο. Έχω γονείς και πέντε αδελφές στην Άγκυρα. Tι θα γίνουν, άμα το μάθουν οι Tούρκοι; Tο μόνο που θέλω, είναι να με πιάσουν και εμένα αιχμάλωτο και όταν υπογραφεί ειρήνη, να επιστρέψω στους δικούς μου. Mου φτάνει η ικανοποίηση, που αισθάνομαι για την υπηρεσία που πρόσφερα και εγώ στην αγαπημένη μου πατρίδα.

H επιθυμία του Nικολάκη Eφέντη ικανοποιήθηκε από το Στρατηγείο μας. Tον έστειλε και αυτόν αιχμάλωτο στην Aθήνα μαζί με τον Eσσάτ Πασά και τους άλλους Tούρκους αξιωματικούς. Mόλις υπογράφηκε η ειρήνη, οι Tούρκοι αξιωματικοί με τον Eσσάτ Πασά, μαζί και ο Nικολάκη Eφέντης, γύρισαν στην πατρίδα τους.

 


Eκεί ο Nικολάκης Eφέντης, ο ήρωας του Mπιζανιού, πλήρωσε ακριβά την υπηρεσία, που πρόσφερε στην πραγματική του Πατρίδα, την Eλλάδα. Oι Tούρκοι έμαθαν ότι αυτός είναι εκείνος, που είχε δώσει στο Eλληνικό Στρατηγείο τα σχέδια του οχυρού του Mπιζανιού και τον τιμώρησαν πολύ αυστηρά. Tον πέρασαν από Στρατοδικείο. Tον καταδίκασαν σε θάνατο για Eθνική προδοσία και τον κρέμασαν στην Σμύρνη, ύστερα από φοβερά βασανιστήρια. Tην ίδια τύχη είχε και η οικογένειά του ο πατέρας του, η μητέρα του και οι πέντε αδελφές του. Tους σκότωσαν όλους ως προδότες.

Tο μεγάλο μυστικό για την ανεκτίμητη υπηρεσία, που προσέφερε στην Πατρίδα μας τότε ο Nικολάκη Eφέντης, το ήξεραν στο Eπιτελείο, που πήρε τα σχέδια του οχυρού, και τέσσαρα στελέχη του Hπειρωτικού Kομιτάτου, που ήταν ανακατεμένα στην υπόθεση της κλοπής των μυστικών του οχυρού. Tα πρόσωπα αυτά είναι: O Δεσπότης Γερβάσιος, ο Nίκος Xαντέλλης, ο Γιάννης Λάππας και εγώ, που τώρα τα γράφω. Tο μυστικό έπαψε νάναι μυστικό από τότε. Έφτασε δεν ξέρω και ούτε μπόρεσα να μάθω ακόμα πώς στα αυτιά κάποιου δημοσιογράφου. Λεγόταν Kοντοφώτης. Tον είχε ανταποκριτή της στα Γιάννινα η Aθηναϊκή εφημερίδα «Πατρίς» και της τόστειλε. Eκείνη τόγραψε αβασάνιστα και μαθεύτηκε.

Tην τρομερή τύχη που είχε ο Nικολάκη Eφέντης, όταν γύρισε στην Tουρκία, για την υπηρεσία του προς την Πατρίδα μας, την έμαθα από το Γιάννη Λάππα, που ήταν στο Γαλλικό Προξενείο.

- Tάμαθες τα δυσάρεστα;, μου λέει.

- Όχι! Ποια δυσάρεστα;, ρωτώ έκπληκτος.

- Eίχα πριν λίγο γράμμα από το Προξενείο μας στη Σμύρνη και μου γράφουν ότι το Nικολάκη Eφέντη, τον Eθνικό μας ήρωα, μόλις πάτησε το πόδι του στη Σμύρνη, τον έπιασαν, τον βασάνισαν τρομερά και τον σκότωσαν αυτόν και την οικογένειά του.

Tαράχτηκα. Ήταν κεραυνός για μένα αυτό, που άκουσα. Mου κόπηκε και η φωνή και πήγα να σωριαστώ στο χώμα. Aποχαιρέτησα το Λάππα πικραμένος και του είπα:

- Δεν τον σκότωσαν οι Tούρκοι το Nικολάκη Eφέντη...

- Aλλά ποιοι;

- Eμείς τον σκοτώσαμε με την επιπολαιότητά μας. Δε βαστάξαμε το μυστικό του!

 

ΠΗΓΕΣ :

https://www.energia.gr/article/175436/o-nikolakh-efenths

Οι Αναμνήσεις του Αθανασίου Τσεκούρα, στο www.zosimaia.gr

http://users.sch.gr/markmarkou/1901_1930/1916/koim/gervasios_orologas.htm

https://www.pare-dose.net/3145?print=print

https://www.epiruspost.gr/to-mpizani-ta-ochyra-kai-o-nikolaki-efen/

 

Κυριακή 6 Φεβρουαρίου 2022

ΑΧΕΡΟΝΤΑΣ - Οι ειδυλλιακές πύλες του Κάτω Κόσμου


 

Ποταμός Αχέροντας: Τα νερά που γέννησαν τους μύθους

Κρυμμένος καλά στους μίτους του μύθου και στα κάθετα φαράγγια που τον αγκαλιάζουν, ο μεγάλος ποταμός της Βορειοδυτικής Ελλάδας λικνίζεται μαιανδρικά πριν καταλήξει στο Ιόνιο, συμβολίζοντας με τους θρύλους του τις ανεξέλεγκτες δυνάμεις της φύσης.

Ο Αχέροντας

Γιος της Γης, ο μυθικός ποταμός Αχέροντας έκανε το μοιραίο λάθος ενώ εξελισσόταν η Τιτανομαχία να προσφέρει νερό στους Τιτάνες για να σβήσουν τη δίψα τους. Ο Δίας έγινε έξαλλος. Μαύρισε τα νερά του και τον καταδίκασε να γίνει για πάντα το όριο μεταξύ του κόσμου των ζωντανών και των νεκρών. Εκεί που ο Αχέροντας συναντούσε τον ποταμό των δακρύων, Κωκυτό, τοποθέτησε η λαϊκή φαντασία την είσοδο του υποχθόνιου κόσμου. Στην πύλη του στεκόταν ο φοβερός Κέρβερος, αδελφός της Λερναίας Ύδρας και γιος της Έχιδνας.

Αυτός είναι ο μύθος που χάνεται στους αιώνες. Η σημερινή αλήθεια είναι ότι ο υπέροχος, δυνατός Αχέροντας, είναι ένα ποτάμι με σπάνιες ομορφιές και μοναδικά οικοσυστήματα στο Δέλτα, στις πηγές και στις απότομες χαράδρες του, που πηγάζει από τα όρη του Σουλίου και διανύοντας με διαδοχικούς μαιανδρισμούς μια υδάτινη διαδρομή 64 χιλιομέτρων εκβάλλει στο Ιόνιο πέλαγος, στον κόλπο του Γλυκέα.

 

 

Ψυχοπομπός Ερμής και Χάροντας

Η απολαυστική περιήγηση στον Αχέροντα δεν μπορεί παρά να ξεκινήσει με μια ιχνηλασία στα απομεινάρια του αρχαίου παρελθόντος. Σε ανασκαφές που άρχισαν το 1958 στον λόφο πάνω από τη συμβολή του ποταμού με τον Κωκυτό ανακαλύφθηκε το αρχαιότερο ελληνικό νεκρομαντείο…

Εδώ οι ζωντανοί έρχονταν σε επαφή με τους νεκρούς με διάφορες τελετουργίες και παρακάλια προς τους θεούς του Κάτω Κόσμου, αλλά και τους ίδιους τους νεκρούς. Νεκρομαντεία στον ελλαδικό χώρο κατά την αρχαιότητα υπήρχαν πολλά όπως του Ταίναρου, της Ερμιόνης, της Φιγαλείας, της Ιεράπολης στη Φρυγία και της Κύμης στην Κάτω Ιταλία. Απ’ όλα όμως το πιο αρχαίο, φημισμένο κι ονομαστό ήταν αυτό της Εφύρας στη γη της Θεσπρωτίας.

Το ταξίδι προς το αιώνιο σκοτάδι δεν ήταν απλό. Ο ψυχοπομπός Ερμής, ως θεός της πορείας ήταν αυτός που μετέφερε τις ψυχές των θνητών μέχρι τις πύλες του Άδη, στην αρχή του φαραγγιού του Γκορίλα κοντά στο χωριό Σεριζιανά. Για να διαπλεύσουν οι ψυχές το ποτάμι έπρεπε να προσφύγουν στις υπηρεσίες του θλιβερού περαματάρη Χάροντα. Πρώτη του φροντίδα είναι να λάβει τον οβολό που κάθε «επιβάτης» όφειλε να έχει στο στόμα του. Όσοι νεκροί δεν είχαν το κόμιστρο των πορθμείων καταδικάζονταν σε αιώνια περιπλάνηση στις τραχιές χαράδρες και στα σκιερά φαράγγια του Αχέροντα.

Ο βαρκάρης κατέβαινε βιαστικά το ποτάμι κουβαλώντας τις ψυχές για να τις παραδώσει με τη σειρά του στον Άδη. Στη μακριά διαδρομή του στη χώρα των Θεσπρωτών ο Αχέροντας εξαφανιζόταν εδώ κι εκεί μέσα σε βαθιές αβύσσους και ξανάβγαινε στην επιφάνεια, φτάνοντας κοντά στην αρχαία πόλη Εφύρα, που σχηματιζόταν η Αχερουσία λίμνη.

 


 Τα αρχαία δρώμενα του Νεκρομαντείου της Εφύρας

Ανηφόρισα τον λόφο στο χωριό Μεσοπόταμος και πέρασα την πύλη του Νεκρομαντείου. Από εδώ ψηλά αποκαλύπτεται το πανόραμα της μυθικής χώρας του Άδη που περιβάλλεται από βουνά και ράχες και διαρρέεται από τρία ποτάμια που σμίγουν κι ενωμένα χύνονται στον κόλπο του Γλυκέα.

Ο Αχέροντας, ο Κωκυτός και ο βουβός Πυριφλεγέθοντας που στα παρόχθια λιβάδια του, τα γεμάτα ασφόδελους, έκαναν βόλτες οι ψυχές των νεκρών (οι φερτές φωσφορικές ύλες που κατεβάζει έχουν σαν αποτέλεσμα να λαμπυρίζει μέσα στη νύχτα).

Είναι συγκλονιστικό πόσο οι αρχαίες παραδόσεις για τον Αχέροντα συγχωνεύτηκαν με τις μετέπειτα χριστιανικές. Σύμφωνα με παλιούς θρύλους στη σπηλιά του βουνού Γκορίλα κοντά στο σημερινό χωριό Γλυκή, όπου βρίσκονται και πολλές πηγές του ποταμού, ζούσε ένας δράκος που έκανε το νερό πικρό και θανατηφόρο (ο Αχέροντας ονομάζεται και Μαυροπόταμος).

Για να τον καλοπιάσουν οι γύρω κάτοικοι του πρόσφεραν κάθε χρόνο μια κόρη για να την καταβροχθίσει. Ο άνθρωπος που σύμφωνα με την παράδοση μπόρεσε και σκότωσε τον δράκο που μόλυνε τα νερά του ποταμού λεγόταν Αηδονάτος και ήταν επίσκοπος Ευροίας, ο μετέπειτα Αϊ-Δονάτος που η γιορτή του στις 30 Απριλίου πανηγυρίζεται και σήμερα με μεγαλοπρέπεια σε όλα τα χωριά που βρίσκονται κοντά στον Αχέροντα. Το νερό έγινε πάλι γλυκό και το χωριό που βρισκόταν στην έξοδο του φαραγγιού του Αχέροντα ονομάστηκε Γλυκή. Από το όνομα του Αϊ-Δονάτου η πόλη της Παραμυθιάς και τα περίχωρά της ονομάζονταν Αϊδονάτι. Καζάς Αηδονάτου γραφόταν η επαρχία στα τούρκικα κατάστιχα.

Το Νεκρομαντείο της Εφύρας είναι κτίσμα του 3ου προχριστιανικού αιώνα. Μέχρι και έναν σεληνιακό μήνα παρέμεναν οι χρηστηριαζόμενοι για να μυηθούν στην πολύπλοκη διαδικασία επαφής με τους αγαπημένους τους νεκρούς. Μια διαδικασία σκοτεινή και απόλυτα σιωπηλή.

Προτού εισέλθουν στην ιερή αίθουσα μασούσαν σπόρους, φύλλα και κουκιά που προκαλούσαν ζάλη και οπτασίες, στα πλαίσια της στέρησης των αισθήσεων που επέβαλε η όλη διαδικασία. Με τέτοια κουκιά και σπόρους βρέθηκαν γεμάτα πιθάρια στο Νεκρομαντείο. Για τον εξαγνισμό του ιερού χώρου θυμιάτιζαν με καιόμενο θειάφι. Ο χρηστηριαζόμενος περνούσε από το ιερό της Περσεφόνης, όπου άφηνε το τάμα του, εισερχόταν στον περίβολο και δια της μεγάλης δυτικής πύλης στον βόρειο διάδρομο. Έχανε πια το φως της ημέρας και προετοιμαζόμενος για την επαφή με τους νεκρούς υποβαλλόταν σε μυστηριακές τελετές. Έτρωγε ορισμένο φαγητό (χοιρινό, θαλασσινά, οστρακοειδή), πλενόταν, μασούσε ναρκωτικούς καρπούς και φέροντας μαζί του το αγγείο με τα άλφιτα (χοντροαλεσμένα δημητριακά) και δύο λιθάρια προχωρούσε για τον ανατολικό διάδρομο.

 


 

Αποτροπιαστικά σύμβολα και ιερές σπονδές

Προτού εισέλθει στον δεύτερο διάδρομο έριχνε δεξιά του τη μία πέτρα για να αφήσει το κακό πίσω του (αποτρόπαια λίθος) και έπλενε συμβολικά τα χέρια του σε πιθάρι με νερό που ήταν τοποθετημένο στην είσοδο (η πρακτική επιβιώνει μέχρι και τις μέρες μας, καθώς στην Ήπειρο εξακολουθούν μετά τις κηδείες να ρίχνουν νερό πίσω τους). Ο οδηγός-μαντολόγος ψιθύριζε ευχές και ιερά, ακατάληπτα λόγια επικαλώντας και προτρέποντας τους χθόνιους θεούς να επιτρέψουν την επικοινωνία του χρηστηριαζομένου με τα φαντάσματα των νεκρών. Στον ανατολικό διάδρομο που ακούγονταν τα μακάβρια γαβγίσματα του Κέρβερου ο χρηστηριαζόμενος προχωρούσε σε έναν μαιανδρικό λαβύρινθο που συμβόλιζε την περιπλάνηση των ψυχών στον Άδη και το αδιέξοδο της ανθρώπινης ζωής και από εκεί εισερχόταν στο κυρίως ιερό.

Μπαίνοντας έριχνε και τον δεύτερο αποτρόπαιο λίθο για να εξορκιστεί το κακό από πάνω του και έκανε σπονδές με μέλι, κρασί, γάλα και λάδι θέλοντας να εξευμενίσει τη ζήλια των νεκρών για τους ζωντανούς και τον Επάνω Κόσμο. Την ίδια στιγμή που οι ιερείς έκαιγαν δάφνες και λιβάνια ο χρηστηριαζόμενος αντίκριζε στο βάθος της ιερής αίθουσας τη σκιά του ειδώλου του νεκρού. Εδώ προκύπτει και το μεγάλο ερώτημα. Ήταν οι ιερείς μύστες και πνευματιστές που νόμιζαν ότι πράγματι έρχονταν σε επαφή με την άλλη πλευρά ή μήπως έστηναν μια καλοστημένη παράσταση θεάτρου σκιών εκμεταλλευόμενοι τη συγκίνηση και τις παραισθήσεις των χρηστηριαζομένων;

 


Theodoor van Thulden: Κάθοδος του Οδυσσέα στον Άδη

 

Οι πρωταγωνιστές του μύθου

Κάποιοι πιο επώνυμοι, πάντως, είχαν την ευκαιρία να πραγματοποιήσουν απευθείας επίσκεψη στον Κάτω Κόσμο. Ο μουσικός Ορφέας μην αντέχοντας τον χωρισμό της πολυαγαπημένης του Ευρυδίκης κατέβηκε στον Άδη και με τη λύρα του συγκίνησε τον Πλούτωνα και την Περσεφόνη που του επέτρεψαν να την πάρει μαζί του με την προϋπόθεση να μη γυρίσει να την κοιτάξει μέχρι να ανέβει στη γη.

Ο ανυπόμονος Ορφέας αθέτησε την υπόσχεση και η Ευρυδίκη εξαφανίστηκε. Από κοντά και τα πρωτοπαλίκαρα του αρχαίου κόσμου, ο Ηρακλής και ο Θησέας.

Συγκλονιστική, ίσως η συγκλονιστικότερη απ’ όλες, είναι και η κάθοδος του Οδυσσέα στον Άδη ύστερα από τη συμβουλή της Κίρκης να συναντήσει εκεί τον νεκρό μάντη Τειρεσία για να μάθει τι ακόμα του επιφυλάσσει η μοίρα στο ταξίδι του για την Ιθάκη.

«Έμπα στο καράβι σου και ο βοριάς θα σε οδηγήσει στον Αχέροντα. Μη φοβηθείς. Έμπα μέσα στον ωκεανό του ποταμού δέσε το καράβι σου και πεζός τράβα για τον Άδη. Θα δεις δάσος από λεύκες και ιτιές. Είναι το δάσος στο βασίλειο της Περσεφόνης. Εκεί που ο Πυριφλεγέθοντας πέφτει στον Αχέροντα και σμίγουν με τον Κωκυτό υπάρχει βράχος, κομμάτι της Στύγας. Ανέβα ψηλά και κάνε σπονδές και θα δεις να πετάγονται μέσα από το Έρεβος μιλιούνια οι ψυχές των νεκρών μαζί με την ψυχή του Τειρεσία.»

Έφτασε ο Οδυσσέας, ακολουθώντας κατά γράμμα τις συμβουλές της Κίρκης και εξιλέωσε την Περσεφόνη με παρακάλια, θυσιάζοντας στους νεκρούς, χύνοντας κρασί και μέλι. Πετάχτηκαν από τη χαράδρα του βράχου μελίσσι οι ψυχές. Ο Οδυσσέας μιλάει με τον Τειρεσία, συναντιέται με τον Αγαμέμνονα που κλαίει σαν παιδί για τη δολοφονία του, συναντά τον Αχιλλέα που επιστρέφει απ’ το λιβάδι με τους ασφόδελους, γεμάτος χαρά που άκουσε καλά λόγια για τον γιο του, Νεοπτόλεμο.

Βλέπει ακόμα τον Τάνταλο να σκύβει σκασμένος από τη δίψα να πιει νερό κι εκείνο να χάνεται και τον Σίσυφο να παιδεύεται στο απέναντι βουνό να ανεβάσει το θεόρατο λιθάρι και μόλις το φτάνει στην κορυφή, να του κατρακυλάει. Τέλος, συναντά και συνομιλεί με τη μητέρα του, Αντίκλεια, που είχε αφήσει ζωντανή φεύγοντας από την Ιθάκη, στη λυρικότερη και συγκινητικότερη ίσως στιγμή της Οδύσσειας.

-«Την είδα και τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα, η ψυχή μου λύπη»

-«Γιε μου πώς ήλθες ζωντανός στο ζοφερό σκοτάδι

δύσκολο είναι όσοι ζουν να δουν τον κόσμο τούτο…»

 


 

Ιστορικές επιδρομές και αρχαιολογικές ανασκαφές

Το 167 π.Χ. το Νεκρομαντείο δέχεται σφοδρή επίθεση από τους Ρωμαίους του Αιμίλιου Παύλου. Οι μάντεις και το προσωπικό του ιερού μανταλώνουν τις πόρτες και αντιστέκονται. Ο εχθρός βάζει σε ενέργεια τις πολιορκητικές μηχανές και οι τοίχοι σπάζουν. Ο,τι γλιτώνει από τους καταπέλτες παραδίδεται στην πυρά.

Κι όμως, το κάψιμο του Νεκρομαντείου από τους Ρωμαίους και το θάψιμο των ερειπίων του ίσως και να έσωσε το μοναδικό αυτό μνημείο της αρχαιότητας από την ολοκληρωτική καταστροφή. Οι γεροντότεροι στο Μεσοπόταμο θυμούνται ότι σαν παιδιά κατρακυλούσαν λιθάρια από τον λόφο ενώ θυμούνται και κάποιους Ιταλούς που το 1914 ανέβηκαν στον λόφο φόρτωσαν δεκαπέντε άλογα και αναχώρησαν ανενόχλητοι για την πατρίδα τους. Το 1958 ύστερα από τις επίμονες προσπάθειες του Σπύρου Μουσελίμη, επιμελητή αρχαιοτήτων, λογοτέχνη και ακούραστου ερευνητή της θεσπρωτικής γης αρχίζουν ανασκαφές στον λόφο του Αγίου Γιάννη του Πρόδρομου από τον Σωτήρη Δάκαρη (1916-1996), πανεπιστημιακό καθηγητή και πρύτανη του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων που συνεχίζονται μέχρι και το 1964, που αποκαλύπτεται ολόκληρος ο χώρος του Νεκρομαντείου, των διαδρόμων, του δωματίου και του περιβόλου.

 

Οι πλούσιοι βιότοποι του άγριου ποταμού

Το οδοιπορικό στον Αχέροντα θα ακολουθήσει πορεία ανάποδη από τη ροή του ποταμού και το πλωτό ταξίδι του Χάροντα. Με αφετηρία το χωριό Γλυκή θα επιχειρούσα την «Αχέροντος ανάβαση» στις Πύλες του Άδη. Ο ποταμός, εγκαταλείποντας το, σχεδόν μονίμως σκιερό φαράγγι του μετά τη Γλυκή, κυλούσε προς τα δυτικά, τροφοδοτούσε τη βαλτώδη λίμνη Αχερουσία και από εκεί συνέχιζε την πορεία του έως τις κοντινές εκβολές του.

Μετά την οριστική αποξήρανση της λίμνης Αχερουσίας τη δεκαετία του ’50 με σκοπό την δημιουργία της εύφορης πεδιάδας του Φαναρίου, ο μυθικός ποταμός συνεχίζει πλέον απευθείας τη ροή του προς το μεγάλης φυσικής αξίας οικοσύστημα του Δέλτα του. Δύο αξιοσημείωτοι ελώδεις υγρότοποι σχηματίζονται. Το μεγάλο έλος της Αμμουδιάς και το μικρότερο της Βελανιδοράχης καλύπτονται από χιλιάδες καλαμιές, βούρλα, σκλήθρα, φράξους και αλμυρίκια. Περισσότερα από 150 είδη πουλιών έχουν παρατηρηθεί στην περιοχή των εκβολών του Αχέροντα καθιστώντας ιδιαίτερα αξιόλογη την ορνιθοπανίδα της περιοχής.

Η χλωρίδα του Δέλτα περιλαμβάνει 415 είδη. Ανάμεσά τους και είδη με περιορισμένη εξάπλωση, όπως το ρακοβότανο, η λουίζα, η κραμπουτσάνα, αλλά και ο πανέμορφος λευκός κρίνος της θάλασσας που σχηματίζει μικρά λιβάδια στις αμμούδες των εκβολών. Η μαγεία της περιοχής των εκβολών του ποταμού συμπληρώνεται από την εντυπωσιακή παραλία της Αμμουδιάς, του Αμονιού, της Λούτσας και του κόλπου του Οδυσσέα. Ίσως ο καλύτερος τρόπος για τη γνωριμία με την περιοχή του Δέλτα να είναι το μικρό ποταμόπλοιο που πραγματοποιεί εκδρομές από το ποτάμιο λιμάνι της Αμμουδιάς μέχρι και το χωριό Μεσοπόταμος. Πρόκειται μάλιστα για την ίδια διαδρομή που ακολούθησε κι ο Οδυσσέας αναζητώντας τον νεκρό μάντη Τειρεσία στο βασίλειο του Πλούτωνα…

Το δυσπρόσιτο ανάγλυφο στα περίφημα Στενά

Από το χωριό Γλυκή (περίπου 20 χλμ. από τις εκβολές) ξεκινά το μονοπάτι που διασχίζει το περίφημο φαράγγι του Αχέροντα. Η Σκάλα της Τζαβέλαινας ανηφορίζει στα στενά και το αχολόγημα του ποταμού γίνεται όλο και εντονότερο. Το δυσπρόσιτο ανάγλυφο της περιοχής των Στενών του Αχέροντα, η τραχύτητα των γύρω βουνών, η πλούσια βλάστηση και τα καθαρά και ορμητικά νερά του ποταμού συνθέτουν ένα τοπίο ιδιαίτερης ομορφιάς. Σε αρκετά τμήματα εκεί που η ροή του το καλοκαίρι είναι ομαλή, σχηματίζονται νερόλακκοι και μικρές λίμνες, τόποι ιδανικοί για τη διαβίωση πολλών αμφιβίων και ψαριών. Σε άλλες πλευρές, ο ποταμός κυλά ορμητικά μέσα από κατακόρυφους και ψηλούς βράχους. Κάποιες φορές το ύψος τους ξεπερνά κατά πολύ τα 100 μέτρα, ενώ το πλάτος του ποταμού στα σημεία αυτά φτάνει τα δύο μέτρα.

 


Στις βραχώδεις πλαγιές των Στενών του Αχέροντα φωλιάζουν πολλά είδη αρπακτικών πουλιών, όπως γερακίνες, ξεφτέρια, βραχοκιρκίνεζα, ασπροπάρηδες και φιδαετοί. Μεγάλα θηλαστικά, όπως λύκοι και αγριογούρουνα, αναζητούν τροφή και καταφύγιο στις δασωμένες πλαγιές του φαραγγιού, ενώ άλλα θηλαστικά της περιοχής των Στενών είναι η αλεπού, ο ασβός, το πετροκούναβο, η νυφίτσα, η αγριόγατα και ο δασοποντικός. Στα νερά του ποταμού ζει η βίδρα, ένα σπάνιο υδρόβιο θηλαστικό που ζει μόνο σε καθαρά νερά με πλούσια παρόχθια βλάστηση. Τέλος, στα νερά του Αχέροντα αναπαράγονται περισσότερα από εννέα είδη ψαριών, ένα από τα οποία είναι ο περίφημος αχερωνογοβιός, ένα ενδημικό είδος που πήρε το όνομα του ποταμού.

Με πενήντα λεπτά πορεία φτάνω στη γέφυρα του Ντάλα. Άσπρα βράχια σκαλισμένα από τον χρόνο και το νερό. Το μονοπάτι διακόπτεται από το Τσαγγαριώτικο ρέμα. Από εδώ, μία ώρα ανηφορική διαδρομή οδηγεί στο ιστορικό χωριό Σαμονίβα, στο Μέσα Σούλι.

Τα ανυπότακτα Σουλιωτοχώρια αντιστάθηκαν για χρόνια σθεναρά στον Αλή Πασά και τελικά -όπως σε πολλές περιπτώσεις στην Ιστορία μας- βρέθηκε ο προδότης για να δώσει τη λύση. Ο Πήλιος Γούσης πρόδωσε το Σούλι και ο καλόγερος Σαμουήλ ανατίναξε το Κούγκι στέλνοντας στον άλλο κόσμο Τούρκους και Σουλιώτες.

 

 

Ηρωικοί τόποι γεμάτοι κάστρα, δάση και γεφύρια

Το εντυπωσιακό Κάστρο της Κιάφας (μαζί με τα χωριά Σαμονίβα, Αβαρίκο και Σούλι αποτελούσαν το περίφημο τετραχώρι, τον πυρήνα της αυτόνομης ομοσπονδίας των Σουλιωτών) με άφησε άφωνο με το μέγεθος και την οχύρωσή του πάνω στο απόκρημνο βουνό. Μετά την πτώση του Σουλίου, ο Αλή Πασάς επισκεύασε το κάστρο και εγκατέστησε μόνιμη φρουρά. Το φρούριο της Κιάφας -που σώζεται σχεδόν ακέραιο- αποτελεί και το ύστατο σημείο άμυνας των Σουλιωτών κατά τη δεύτερη και οριστική εκδίωξή τους το 1822.

Επιστροφή στη γέφυρα του Ντάλα και περπάτημα σε μονοπάτι με νοτιοανατολική κατεύθυνση και επίπονη πορεία που οδηγεί στις Πύλες του Άδη κοντά στο χωριό Σεριζιανά. Στη θέση Ταμπουράκια στη χαρακτηριστική στροφή του ποταμού προς την Ανατολή ένα δάσος με πυκνές ιτιές που αχνίζει από την πρωινή δροσιά. Μια εικόνα συναρπαστική και συνάμα απόκοσμη που ταιριάζει απόλυτα με την περιγραφή της Κίρκης για το δάσος της Περσεφόνης. Κυκλάμινα, ίριδες, ανεμώνες, νάρκισσοι αλλά και φτέρες, ασφάκες και σκυλοκρεμμύδες.


Το Κάστρο της Κιάφας κρέμεται στα βράχια του φαραγγιού. Η θέα και η βοή του ποταμού γίνονται πιο συγκλονιστικές. Το μονοπάτι παρουσιάζει κάποιες δυσκολίες, ιδιαίτερα για όσους υποφέρουν από υψοφοβίες. Σκαλοπάτια και προστατευτικά κιγκλιδώματα έχουν τοποθετηθεί για το πέρασμα των δύσκολων σημείων. Αντικρίζω επιτέλους τις Πύλες του Άδη, το λιμάνι του θλιβερού βαρκάρη Χάροντα, τον τόπο όπου ο Ηρακλής πάλεψε με τον Κέρβερο. Τα λόγια τα δικά μου μάλλον περιττεύουν μπροστά στην εικόνα άγριας ομορφιάς και την τρομακτική βοή του μυθικού ποταμού που κυλά με ορμή ανάμεσα στα βράχια, οδηγώντας τις ψυχές στο βασίλειο του Πλούτωνα. Καλύτερα να μιλήσουν οι στίχοι από την ανεπανάληπτη δημοτική μας παράδοση.

Στο χαροπόταμο πλέει η κόρη

σκιά ωχρόλυπη με τ’ άξιο αγόρι

Στη μαύρη βάρκα του στέκετ’ ο Χάρος

και στον Αχέροντα πάει κουρσάρος.

Ακούει το μούγκρισμα το ερημάδι

του στοιχειού τ’ άγριου κάτου στον Αδη

και τρέμει σύγκορμη κατασκιασμένη

που παίνει η άμοιρη, τι την προσμένει;

Κείμενο – Φωτογραφίες: Αντώνης Δήμας. Πηγή: Έθνος

https://oreinomeli.wordpress.com/2017/05/21/ποταμός-αχέροντας-τα-νερά-που-γέννησα/