Translate -TRANSLATE -

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΟΥΛΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΟΥΛΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 21 Αυγούστου 2016

ΔΙΑΚΟΜΜΑΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΒΟΥΛΗΣ : 376,815 δισ. ευρώ μάς χρωστάει η Γερμανία




ΔΙΑΚΟΜΜΑΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΒΟΥΛΗΣ : 
376,815 δισ. ευρώ 
μάς χρωστάει η Γερμανία


  • Σύμφωνα με το πόρισμα της Διακομματικής Επιτροπής της Βουλής 376,815 δισ. ευρώ μάς χρωστάει η Γερμανία για τις πολεμικές αποζημιώσεις και την απώλεια ανθρώπινων ζωών

  • Το Βερολίνο έχει παραδεχτεί ότι δεν υπάρχει «επίσημη οριστική παραίτηση της ελληνικής κυβέρνησης από την άσκηση αξιώσεων επανορθώσεων»

Στις αρχές Σεπτεμβρίου θα συζητηθεί στην Ολομέλεια της Βουλής η έκθεση της Διακομματικής Επιτροπής για τη διεκδίκηση των γερμανικών αποζημιώσεων, προκειμένου να καθοριστούν οι επόμενες κινήσεις για την καταβολή των χρωστούμενων από τις καταστροφές που προκάλεσαν τα χιτλερικά στρατεύματα κατοχής και τις χιλιάδες ανθρώπινες ζωές που χάθηκαν.
Σύμφωνα με τη λεπτομερή καταγραφή των στοιχείων:
• οι συνολικές απαιτήσεις της Ελλάδας από τη Γερμανία για τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ανέρχονται σε 269.547.005.854 ευρώ και
• οι απαιτήσεις για την απώλεια ανθρώπινων ζωών και την πρόκληση αναπηριών σε 107.268.000.000 ευρώ,
• ήτοι σύνολο 376.815.005.854 ευρώ.
Χρήματα τα οποία δεν μπορεί να αμφισβητήσει η Γερμανία γιατί στην έκθεση υπάρχει τεκμηριωμένο το κόστος των καταστροφών που προκάλεσαν τα χιτλερικά στρατεύματα για κάθε κατηγορία και επίσης δεν μπορεί να ισχυρισθεί ότι η Ελλάδα έχει παραιτηθεί από τις αξιώσεις της.
Συγκεκριμένα, στην έκθεση της Διακομματικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής, που έκανε πολύ καλή δουλειά, αναφέρονται τα εξής:
«Σημειώνεται ότι η ίδια η Γερμανία έχει αποδεχθεί ότι η Συμφωνία του Λονδίνου είχε αναστείλει το απαιτητό των αξιώσεων μέχρι την επανένωσή της. Πολύ σημαντική είναι κι η απάντηση της γερμανικής κυβέρνησης σε σχετική ερώτηση του Κόμματος της Αριστεράς (Die Linke) στις 6/2/2014, όταν είχε παρατηρήσει ότι ‘‘μια επίσημη οριστική παραίτηση της ελληνικής κυβέρνησης από την άσκηση αξιώσεων επανορθώσεων δεν είναι γνωστή στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση’’».
Στην έκθεση επισημαίνεται ότι η Γερμανία μάς οφείλει και αποζημιώσεις από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ύψους 9.189.270.837 ευρώ!
Και στο Ευρωκοινοβούλιο
Να σημειώσουμε ότι στις 8 Σεπτεμβρίου θα γίνει συζήτηση στο Ευρωκοινοβούλιο για τις γερμανικές οφειλές και την καθιέρωση Ημέρας Μνήμης του Ελληνικού Ολοκαυτώματος, την οποία έχει ζητήσει η κυβέρνηση με σχετικό υπόμνημα.
Οι απαιτήσεις από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο
Αναλυτικά οι οφειλές της Γερμανίας, όπως καταγράφονται στην έκθεση της Διακομματικής Επιτροπής, έχουν ως εξής:
Ο προσδιορισμός του ΓΛΚ βάσει της Συνδιάσκεψης των Παρισίων για τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι καθαρές απαιτήσεις της Ελλάδας από τη Γερμανία ανέρχονται σε 6.741.070.692 δολάρια ΗΠΑ του 1938, ποσό που υπολογίζεται στα 309.498.827.179,51 ευρώ. Σε αυτόν τον προσδιορισμό δεν περιλαμβάνονται αρκετές από τις απαιτήσεις της Ελλάδας από τη Γερμανία, όπως για παράδειγμα το κατοχικό δάνειο. Το ΓΛΚ επιχείρησε και μια εναλλακτική προσέγγιση του προσδιορισμού των απαιτήσεων, δίνοντας έμφαση στη χρήση του αρχειακού υλικού.
Με βάση αυτή την προσέγγιση, οι καθαρές απαιτήσεις της Ελλάδας έναντι της Γερμανίας υπολογίζονται στα 171.442.057.838 ευρώ. Σε αυτό το ποσό προστίθεται η απαίτηση της Ελλάδας για το κατοχικό δάνειο που ανέρχεται στα 10.344.859.092 ευρώ, η απαίτηση για αποθετικές ζημίες που ανέρχεται στα 33.873.928.462 ευρώ και η απαίτηση από μείωση παραγόμενου προϊόντος που ανέρχεται στα 53.886.160.462 ευρώ. Συνολικά το ποσό των απαιτήσεων της Ελλάδας από τη Γερμανία ανέρχεται στα 269.547.005.854 ευρώ.
Για την απώλεια ανθρώπινων ζωών
Και στους δύο προσδιορισμούς εξαιρούνται οι απαιτήσεις από απώλεια ανθρώπινων ζωών ή πρόκληση αναπηριών. Επιχειρώντας να προσεγγίσει το ύψος αυτών των απαιτήσεων, το ΓΛΚ κατέληξε και πάλι σε δύο εναλλακτικές προτάσεις. Με βάση την πρώτη, οι απαιτήσεις προσδιορίστηκαν βάσει του μέσου αριθμού θυμάτων μόνο από πολεμικές ενέργειες ή εγκλεισμούς σε στρατόπεδα και φυλακές, κάτι που αφορά περίπου 120.000 άτομα.
Οι αξιώσεις λοιπόν προσδιορίζονται σε 15.120.000.000 ευρώ, ενώ υπολογίζονται ακόμα 7.000.000.000 ευρώ για τις αξιώσεις για αναπηρία, συνολικά ένα ποσό 22.120.000.000 ευρώ χωρίς τους τόκους. Η δεύτερη εναλλακτική περιλαμβάνει όλα τα θύματα της Κατοχής, δηλαδή και τους θανάτους από λιμό κι ασθένειες, κάτι που σημαίνει ότι με 1.438.000 θύματα (558.000 θανόντες κι 880.000 ανάπηροι) το ποσό ανέρχεται στα 107.268.000.000 ευρώ.
Λεηλασία αρχαιολογικών θησαυρών
Επίσης, γίνεται αναλυτική περιγραφή του ιστορικού της λήψης του κατοχικού δανείου, το οποίο δεν συνδέεται με τα έξοδα Κατοχής που έπρεπε να καταβάλει η χώρα μας, αλλά συνήφθη ως αναγκαστικό δάνειο (χωρίς συνυπογραφή της Ελλάδας) και αναγνωρίζεται ως πίστωση από τα αρχεία των ίδιων των γερμανικών κατοχικών αρχών.
Εκτενής αναφορά γίνεται και στη λεηλασία των αρχαιολογικών θησαυρών της χώρας μας κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Στο κείμενο υπογραμμίζεται η δυσκολία καταγραφής των κλεμμένων αντικειμένων αλλά και διεκδίκησής τους λόγω έλλειψης αποδεικτικών στοιχείων κλοπής. Υπάρχει όμως αρχαιολογική τεκμηρίωση για 1.208 αγνοούμενα αντικείμενα.
ΚΑΙ ΟΜΩΣ
Γερμανία 19.8.2016: Οριστικά έχει ρυθμιστεί το ζήτημα των αποζημιώσεων προς την Ελλάδα
«Το ζήτημα των γερμανικών αποζημιώσεων έχει ρυθμιστεί οριστικά, νομικά και πολιτικά», δήλωσε ο Γερμανός κυβερνητικός εκπρόσωπος, Στέφεν Ζάιμπερτ, απαντώντας σε ερώτηση, στα πλαίσια δηλώσεων του Έλληνα πρωθυπουργού, Αλέξη Τσίπρα.
Ο Στέφεν Ζάιμπερτ ανέφερε παράλληλα ότι η θέση της γερμανικής κυβέρνησης είναι σαφής και έχει διατυπωθεί κατ' επανάληψη.
Από το ΠΑΡΟΝ και το ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ

Πέμπτη 18 Ιουνίου 2015

Επιτροπής Αλήθειας Δημοσίου Χρέους : Παράνομα τα μνημονιακά χρέη


Επιτροπής Αλήθειας Δημοσίου Χρέους



Παράνομα τα μνημονιακά χρέη

Το Γραφείο Τύπου της Βουλής έδωσε στη δημοσιότητα την ακόλουθη Προκαταρκτική Έκθεση της Επιτροπής Αλήθειας Δημοσίου Χρέους στην οποία "τα στοιχεία καταδεικνύουν ότι η Ελλάδα όχι μόνο δεν είναι σε θέση να πληρώσει το χρέος, αλλά και δεν πρέπει να το πληρώσει.
Πρωτίστως διότι το χρέος που προκάλεσαν οι ρυθμίσεις που επέβαλε η Τρόικα παραβιάζει ευθέως τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα των κατοίκων της Ελλάδας. Ως εκ τούτου η Ελλάδα δεν πρέπει να πληρώσει αυτό το χρέος διότι είναι παράνομο, αθέμιτο και επονείδιστο".
Σύνοψη
Η Ελλάδα βρίσκεται σήμερα, τον Ιούνιο του 2015, μπροστά σε ένα σταυροδρόμι. Έχει να διαλέξει ανάμεσα στο να συνεχίσει τα αποτυχημένα προγράμματα μακροοικονομικής προσαρμογής που της επέβαλαν οι δανειστές και στο να προχωρήσει, σπάζοντας τα δεσμά του χρέους, σε μια αληθινή αλλαγή. Πέντε χρόνια αφότου ξεκίνησαν τα προγράμματα οικονομικής προσαρμογής, η χώρα παραμένει βυθισμένη σε κρίση -οικονομική και κοινωνική, οικολογική και δημοκρατική. Το μαύρο κουτί του χρέους μένει σφραγισμένο, και μέχρι πρότινος κανένας επίσημος φορέας, ελληνικός ή ξένος, δεν επεδίωξε να φέρει στο φως την αλήθεια για το πώς και γιατί η χώρα καθυποτάχθηκε στο καθεστώς της Τρόικας. Το χρέος, στο όνομα του οποίου ισοπεδώθηκαν τα πάντα, παραμένει ο γνώμονας της νεοφιλελεύθερης προσαρμογής, που οδήγησε στη βαθύτερη και πιο μακρόχρονη ύφεση σε ευρωπαϊκό έδαφος και σε καιρό ειρήνης.
Επείγει λοιπόν να εξετασθεί μεθοδικά, και είναι κοινωνική μας ευθύνη, μια σειρά νομικών, κοινωνικών και οικονομικών ζητημάτων σε σχέση με το χρέος. Για ν' αποκριθεί σ' αυτή την ανάγκη η Βουλή των Ελλήνων σύστησε τον Απρίλιο του 2015 την Επιτροπή Αλήθειας για το Δημόσιο Χρέος. Η εντολή που ανατέθηκε στην Επιτροπή Αλήθειας ήταν να ερευνήσει πώς δημιουργήθηκε και διογκώθηκε το δημόσιο χρέος, με ποιούς τρόπους και για ποιούς λόγους συνάφθηκε, και πώς επηρέασαν την οικονομία και τη ζωή του ελληνικού λαού οι καταναγκαστικές προϋποθέσεις (αιρεσιμότητες, conditionalities) οι οποίες συνόδευαν τα νέα δάνεια. Και επίσης να κάνει γνωστά στο εσωτερικό και το εξωτερικό τα ζητήματα που συνδέονται με το ελληνικό δημόσιο χρέος, καθώς και να ερευνήσει ποιές επιλογές υπάρχουν για την κατάργηση του, και ποιά επιχειρήματα μπορούν να διατυπωθούν σχετικά.
Η Επιτροπή Αλήθειας παρουσιάζει στην Προκαταρκτική Έκθεση τα προσωρινά της πορίσματα, τα οποία δείχνουν ότι ολόκληρο το πρόγραμμα προσαρμογής, στο οποίο καθυποτάχθηκε η Ελλάδα, ήταν και παραμένει ένα πρόγραμμα με σαφείς πολιτικές στοχεύσεις. Ο τεχνικός χαρακτήρας των μακροοικονομικών μεταβλητών και των προβλέψεων για την εξέλιξη του χρέους επέτρεψε, μολονότι αυτοί οι αριθμοί επηρεάζουν άμεσα τη ζωή και την ίδια την επιβίωση των ανθρώπων, οι συζητήσεις για το χρέος να μείνουν μέχρις στιγμής σε τεχνικό επίπεδο, και ειδικότερα να εστιαστούν στο ερώτημα αν οι πολιτικές που επιβλήθηκαν στην Ελλάδα διευκολύνουν την αποπληρωμή του χρέους. Αυτήν ακριβώς την επιχειρηματολογία αμφισβητούν τα γεγονότα που περιλαμβάνονται στην Έκθεση.
Όλα τα στοιχεία που παρουσιάζουμε στην Προκαταρκτική Έκθεση καταδεικνύουν ότι η Ελλάδα όχι μόνο δεν είναι σε θέση να πληρώσει το χρέος, αλλά και δεν πρέπει να το πληρώσει. Πρωτίστως διότι το χρέος που προκάλεσαν οι ρυθμίσεις που επέβαλε η Τρόικα παραβιάζει ευθέως τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα των κατοίκων της Ελλάδας. Ως εκ τούτου η Ελλάδα δεν πρέπει να πληρώσει αυτό το χρέος διότι είναι παράνομο, αθέμιτο και επονείδιστο.
Η Επιτροπή διαπίστωσε επίσης ότι η μη βιωσιμότητα του ελληνικού δημόσιου χρέους ήταν εξαρχής προδήλως γνωστή ευθύς στους διεθνείς δανειστές, τις ελληνικές αρχές και τα συστημικά μέσα ενημέρωσης. Μολαταύτα οι ελληνικές αρχές, μαζί με κάποιες κυβερνήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συνωμότησαν το 2010 ενάντια στην αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους προκειμένου να προστατεύσουν τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Τα συστημικά μέσα ενημέρωσης έκρυψαν την αλήθεια από τους πολίτες παριστάνοντας ότι δήθεν η διάσωση αφορούσε την Ελλάδα και όχι τις τράπεζες, και συνάμα εξυφαίνοντας μια αφήγηση που στόχευε να εμφανίσει τον ελληνικό πληθυσμό σαν δήθεν άξιο των αδικοπραξιών των δανειστών.
Τα ποσά που διατέθηκαν μέσω των προγραμμάτων διάσωσης (μνημονίων) του 2010 και του 2012 ελέγχονταν από το εξωτερικό μέσα από περίπλοκες διευθετήσεις, οι οποίες απέκλειαν κάθε δημοσιονομική αυτονομία. Οι δανειστές υπαγόρευσαν αυστηρά τον τρόπο διάθεσης των δανειακών κεφαλαίων ‘διάσωσης', και έτσι είναι αποκαλυπτικό ότι κατευθύνθηκαν στην κάλυψη των τρεχουσών δημόσιων δαπανών λιγότερα από τα 10% των κεφαλαίων που εισπράχθηκαν.
Η Προκαταρκτική Έκθεση παρουσιάζει μια πρώτη χαρτογράφηση των κεντρικών προβλημάτων και ζητημάτων του δημόσιου χρέους. Επισημαίνει τις κομβικής σημασίας παρανομίες οι οποίες συνδέθηκαν με τη σύναψη των δανείων, και ανιχνεύει τη νομική θεμελίωση επάνω στην οποία μπορεί να βασιστεί η μονομερής αναστολή της αποπληρωμής του.
Τα ευρήματά της εκτίθενται σε εννέα κεφάλαια, ως ακολούθως:
Το Πρώτο Κεφάλαιο, Το χρέος πριν από την Τρόικα, αναλύει την εξέλιξη του ελληνικού δημόσιου χρέους από τη δεκαετία του 1980 και μετά. Καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η διόγκωση του χρέους δεν οφειλόταν στις δήθεν υπέρμετρες δημόσιες δαπάνες, οι οποίες στην πραγματικότητα παρέμεναν χαμηλότερες από τις δημόσιες δαπάνες άλλων χωρών της ευρωζώνης. Οφειλόταν μάλλον στην πληρωμή εξαιρετικά υψηλών επιτοκίων δανεισμού στους πιστωτές, στις υπερβολικά υψηλές και αδικαιολόγητες στρατιωτικές δαπάνες, στην απώλεια φορολογικών εσόδων εξαιτίας των αθέμιτων εκροών κεφαλαίου, στην ανακεφαλαιοποίηση ιδιωτικών τραπεζών από το κράτος, και στις διεθνείς ανισορροπίες οι οποίες δημιουργήθηκαν από την ελαττωματική σχεδίαση της ίδιας της Νομισματικής Ένωσης.
Η υιοθέτηση του ευρώ οδήγησε σε δραστική αύξηση του ιδιωτικού χρέους στην Ελλάδα, στο οποίο βρέθηκαν εκτεθειμένες όχι μόνον οι ελληνικές, αλλά και μεγάλες ευρωπαϊκές ιδιωτικές τράπεζες. Το γεγονός αυτό κλιμάκωσε μια τραπεζική κρίση το 2009, που με τη σειρά της επιβάρυνε το ελληνικό δημόσιο χρέος. Η κυβέρνηση Γιώργου Παπανδρέου, υπερτονίζοντας τη σημασία των δημόσιων ελλειμάτων και του δημόσιου χρέους, βοήθησε το 2009 να παρασταθεί η εξελισσόμενη τραπεζική κρίση σαν κρίση δημόσιου χρέους.
Το Δεύτερο Κεφάλαιο, Η εξέλιξη του ελληνικού δημόσιου χρέους, 2010-2015, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η πρώτη δανειακή σύμβαση, του 2010, αποσκοπούσε πρωταρχικά στη διάσωση των ελληνικών και άλλων ευρωπαϊκών ιδιωτικών τραπεζών, και επέτρεψε στις τελευταίες να μειώσουν την έκθεσή τους σε ομόλογα του ελληνικού δημοσίου.
Το Τρίτο Κεφάλαιο, Το ελληνικό δημόσιο χρέος ανά δανειστή, 2015, παρουσιάζει την εριζόμενη φύση του σημερινού ελληνικού χρέους, σκιαγραφώντας τα κεντρικά χαρακτηριστικά των δανείων, τα οποία αναλύονται παρακάτω, στο Όγδοο Κεφάλαιο.
Το Τέταρτο Κεφάλαιο, Μηχανισμοί του συστήματος χρέους στην Ελλάδα, αποκαλύπτει τους μηχανισμούς που κατασκευάστηκαν μέσα από τις δανειακές συμβάσεις, από τον Μάιο του 2010 και μετά. Οι μηχανισμοί αυτοί δημιούργησαν ένα βαρύ φορτίο νέου χρέους προς τα άλλα κράτη της ευρωζώνης και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ, EFSF), ενώ παράλληλα παρήγαγαν καταχρηστικά κόστη, βαθαίνοντας έτσι ακόμη περισσότερο την κρίση. Οι μηχανισμοί αυτοί αποκαλύπτουν πώς το μεγαλύτερο μέρος των δανειακών κεφαλαίων μεταβιβάστηκε απευθείας στους χρηματοπιστωτικούς θεσμούς. Αντί να ωφελήσουν την Ελλάδα επιτάχυναν, με τη χρήση χρηματοπιστωτικών εργαλείων, τη διαδικασία των ιδιωτικοποιήσεων.
Το Πέμπτο Κεφάλαιο, Αιρεσιμότητες εναντίον βιωσιμότητας, παρουσιάζει πώς οι δανειστές επέβαλαν, μαζί με τις δανειακές συμβάσεις, παραβιαστικές αιρεσιμότητες οι οποίες εξάλειψαν άμεσα την οικονομική βιωσιμότητα του χρέους. Αυτές οι αιρεσιμότητες (προϋποθέσεις), στις οποίες οι δανειστές εξακολουθούν να επιμένουν, μείωσαν το ΑΕΠ και αύξησαν τον δημόσιο δανεισμό, επιβαρύνοντας επομένως την αναλογία δημόσιου χρέους / ΑΕΠ, και καθιστώντας έτσι το δημόσιο χρέος ακόμη λιγότερο βιώσιμο. Επιπλέον, επέφεραν δραματικές αλλαγές στην κοινωνία και προκάλεσαν ανθρωπιστική κρίση. Το ελληνικό δημόσιο χρέος μπορεί σήμερα να θεωρηθεί εντελώς μη βιώσιμο.
Το Έκτο Κεφάλαιο, Οι επιπτώσεις των ‘προγραμμάτων διάσωσης' στα ανθρώπινα δικαιώματα, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τα μέτρα τα οποία επιβλήθηκαν στο πλαίσιο των λεγόμενων ‘προγραμμάτων διάσωσης' έπληξαν άμεσα τις συνθήκες ζωής του ελληνικού λαού και παραβίασαν τα ανθρώπινα δικαιώματα, τα οποία ωστόσο οφείλουν, τόσο η Ελλάδα όσο και οι εταίροι της, να σέβονται, να προστατεύουν και να προάγουν σύμφωνα με το εσωτερικό, το ευρωπαϊκό και το διεθνές δίκαιο. Οι δραστικές προσαρμογές, που επιβλήθηκαν στην ελληνική οικονομία και σε ολόκληρη την κοινωνία, προκάλεσαν ραγδαία υποβάθμιση του επιπέδου ζωής και παραμένουν ασύμβατες προς την κοινωνική δικαιοσύνη, την κοινωνική συνοχή, τη δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Το Έβδομο Κεφάλαιο, Νομικά ζητήματα σχετικά με τα μνημόνια και τις δανειακές συμβάσεις, αναλύει ότι υπήρξε παραβίαση των ανθρώπινων δικαιωμάτων από την πλευρά τόσο της ίδιας της Ελλάδας όσο και των δανειστών της, δηλαδή των (πιστωτριών) χωρών της ευρωζώνης, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, που επέβαλαν τα μέτρα αυτά στην Ελλάδα. Όλοι αυτοί οι παράγοντες (κράτη και όργανα ή θεσμοί) παρέλειψαν να εκτιμήσουν τις παραβιάσεις των ανθρώπινων δικαιωμάτων που συνεπάγονταν οι πολιτικές που οι ίδιοι επέβαλαν στην Ελλάδα και, επιπλέον, παραβίασαν άμεσα το ελληνικό Σύνταγμα απογυμνώνοντας ουσιαστικά την Ελλάδα από τα περισσότερα κυριαρχικά δικαιώματά της. Οι συμφωνίες συμπεριλαμβάνουν καταχρηστικούς όρους, που πρακτικά καταναγκάζουν την Ελλάδα να παραδώσει στους δανειστές σημαντικές πλευρές της εθνικής της κυριαρχίας. Αυτό αποτυπώνεται στη ρήτρα εφαρμογής του αγγλικού δικαίου ως εφαρμοστέου στις δανειακές συμβάσεις, η οποία διευκόλυνε την παράκαμψη του ελληνικού Συντάγματος αλλά και των διεθνών υποχρεώσεων σεβασμού των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Οι παραβιάσεις των ανθρώπινων δικαιωμάτων και του εθιμικού δικαίου, πολλές ενδείξεις κακόπιστης συμπεριφοράς εκ μέρους των συμβαλλόμενων μερών, και ο καταχρηστικός χαρακτήρας αυτών των συμβάσεων καθιστούν τις συναφθείσες συμβάσεις άκυρες.
Το Όγδοο Κεφάλαιο, Αποτίμηση του παράνομου, αθέμιτου, επονείδιστου, και μη βιώσιμου χαρακτήρα του χρέους, παρέχει μια αποτίμηση του ελληνικού δημόσιου χρέους με βάση τους ορισμούς του παράνομου, αθέμιτου, επονείδιστου, και μη βιώσιμου χρέους, τους οποίους υιοθέτησε η Επιτροπή Αλήθειας.
Το Όγδοο Κεφάλαιο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το ελληνικό δημόσιο χρέος σήμερα, τον Ιούνιο του 2015, είναι μη βιώσιμο, διότι η Ελλάδα δεν είναι σε θέση να το εξυπηρετήσει χωρίς να πλήξει καίρια την ικανότητά της να αναποκρίνεται στις βασικές υποχρεώσεις της για προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Επιπλέον, το κεφάλαιο περιέχει στοιχεία για ενδεικτικές περιπτώσεις παράνομου, αθέμιτου, και επονείδιστου χρέους προς κάθε έναν δανειστή.
Το χρέος προς το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο πρέπει να χαρακτηριστεί παράνομο διότι η σύναψή του έγινε κατά παράβαση του καταστατικού του ίδιου του ΔΝΤ, ενώ επιπλέον οι όροι του παραβιάζουν το ελληνικό Σύνταγμα, το διεθνές εθιμικό δίκαιο, και τις συνθήκες τις οποίες έχει κυρώσει η Ελληνική Δημοκρατία. Είναι επίσης αθέμιτο, διότι οι όροι του επιβάλλουν πολιτικές οι οποίες παραβιάζουν τις υποχρεώσεις προστασίας των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Τέλος, είναι επονείδιστο (απεχθές), διότι το ΔΝΤ γνώριζε ότι τα μέτρα τα οποία επέβαλλαν οι πολιτικές του ήταν αντιδημοκρατικά και αναποτελεσματικά, και θα οδηγούσαν σε σοβαρές παραβιάσεις των κοινωνικών και οικονομικών δικαιωμάτων.
Το χρέος προς την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα πρέπει να χαρακτηριστεί παράνομο διότι η ΕΚΤ υπερέβη τις αρμοδιότητές της επιβάλλοντας, μέσω της συμμετοχής της στην Τρόικα, την εφαρμογή των προγραμμάτων μακροοικονομικής προσαρμογής (λόγου χάρη, την απορρύθμιση της αγοράς εργασίας). Το χρέος προς την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα είναι επίσης αθέμιτο και επονείδιστο, διότι ο κύριος λόγος ύπαρξης του Προγράμματος Αγοράς Ομολόγων (Securities Market Programme, SMP) ήταν να εξυπηρετηθούν συμφέροντα των χρηματοπιστωτικών οργανισμών, επιτρέποντας στις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές και ελληνικές ιδιωτικές τράπεζες να απαλλαγούν από τα ελληνικά ομόλογα που είχαν στην κατοχή τους.
Το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας παρέχει δάνεια χωρίς μετρητά (cash-less loans) τα οποία πρέπει να θεωρηθούν παράνομα, επειδή παραβιάζουν όχι μόνον το 'Αρθρο 122(2) της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ/TFEU), αλλά και πολλά κοινωνικά και οικονομικά δικαιώματα, καθώς και πολιτικές ελευθερίες. Περαιτέρω, η Συμφωνία Πλαίσιο (Framework Agreement) του ΕΤΧΣ, του 2010, καθώς και η Κύρια Σύμβαση Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης (Master Financial Assistance Agreement) του 2012, περιλαμβάνουν πολλαπλούς καταχρηστικούς όρους, οι οποίοι αποκαλύπτουν σαφώς αθέμιτη συμπεριφορά από την πλευρά του δανειστή. Το ΕΤΧΣ παραβιάζει επίσης με τη δράση του τις δημοκρατικές αρχές, γεγονός που καθιστά αυτά τα συγκεκριμένα χρέη αθέμιτα και επονείδιστα.
Τα διμερή δάνεια πρέπει να θεωρηθούν παράνομα διότι παραβιάζουν τη διαδικασία που προβλέπεται από το ελληνικό Σύνταγμα. Κατά τη σύναψή τους υπήρξε σαφώς αθέμιτη συμπεριφορά εκ μέρους των δανειστών, ενώ επίσης περιέχουν όρους που παραβιάζουν το νόμο και τη δημόσια τάξη. Τόσο το ευρωπαϊκό όσο και το διεθνές δίκαιο παραβιάστηκαν κατά τη σχεδίαση των μακροοικονομικών προγραμμάτων, προκειμένου να παρακαμφθούν τα ανθρώπινα δικαιώματα. Επιπλέον τα διμερή δάνεια είναι αθέμιτα, διότι δεν χρησιμοποιήθηκαν προς όφελος του λαού, αλλά απλώς επέτρεψαν στους ιδιώτες πιστωτές της Ελλάδας να σώσουν τους εαυτούς τους. Τέλος, τα διμερή δάνεια είναι επονείδιστα διότι τόσο οι πιστώτριες χώρες όσο και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή γνώριζαν τις ενδεχόμενες παραβιάσεις, αλλά τόσο το 2010 όσο και το 2012 απέφυγαν να εκτιμήσουν ποιές επιπτώσεις θα είχαν στα ανθρώπινα δικαιώματα η μακροοικονομική προσαρμογή και η δημοσιονομική σταθεροποίηση, που ήταν και οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση των δανείων.
Το χρέος προς τους ιδιώτες δανειστές πρέπει να θεωρηθεί παράνομο διότι οι ιδιωτικές τράπεζες πριν από τη δημιουργία της Τρόικας έδρασαν ανεύθυνα και δεν έδειξαν τη δέουσα επιμέλεια στη διαχείριση του δανεισμού, ενώ ορισμένοι ιδιώτες δανειστές, όπως κεφάλαια αντιστάθμισης κινδύνου (hedge funds), ενήργησαν επίσης κακόβουλα. Μέρος του χρέους προς τις ιδιωτικές τράπεζες και τα κεφάλαια αντιστάθμισης κινδύνου είναι αθέμιτο για τους ίδιους λόγους για τους οποίους είναι και παράνομο. Επιπλέον, οι ελληνικές τράπεζες ανακεφαλαιοποιήθηκαν με αθέμιτο τρόπο από τους φορολογούμενους. Τέλος, το χρέος προς τις ιδιωτικές τράπεζες και τα κεφάλαια αντιστάθμισης κινδύνου είναι επονείδιστο, διότι οι μεγάλοι ιδιώτες δανειστές γνώριζαν ότι τα δάνεια αυτά συνήφθησαν για ίδιο όφελος και όχι για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων του λαού.
Η Προκαταρκτική Έκθεση καταλήγει επισημαίνοντας ορισμένα πρακτικά ζητήματα. Το Ένατο Κεφάλαιο, Νομική θεμελίωση της αποκήρυξης και αναστολής πληρωμών του ελληνικού δημόσιου χρέους, εκθέτει ποιές επιλογές υπάρχουν όσον αφορά την ακύρωση του χρέους, και ιδίως τις συνθήκες υπό τις οποίες ένα κυρίαρχο κράτος μπορεί να ασκήσει το δικαίωμά του να προχωρήσει μονομερώς, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, στην αποκήρυξη του χρέους ή στην αναστολή της αποπληρωμής του.
Τα νομικά επιχειρήματα που επιτρέπουν σε ένα κυρίαρχο κράτος να αποκηρύξει μονομερώς το παράνομο, αθέμιτο και επονείδιστο χρέος είναι πολλαπλά• όσον αφορά την ελληνική περίπτωση, μια τέτοια μονομερής κυριαρχική πράξη θα μπορούσε να θεμελιωθεί στα εξής επιχειρήματα: καταρχάς στην κακή πίστη την οποία επέδειξαν οι δανειστές, ωθώντας την Ελλάδα να παραβιάσει το εσωτερικό της δίκαιο και τις διεθνείς της υποχρεώσεις σε σχέση με τα ανθρώπινα δικαιώματα. Στη νομική υπεροχή και προτεραιότητα των ανθρώπινων δικαιωμάτων απέναντι σε διεθνείς συμφωνίες, όπως εκείνες που υπέγραψαν οι προηγούμενες κυβερνήσεις με τους δανειστές ή με την Τρόικα. Τη χρήση καταναγκασμού. Την επιβολή άδικων και ανεπιεικών όρων, οι οποίοι κατάφωρα παραβιάζουν το Σύνταγμα και την εθνική κυριαρχία. Τέλος, το δικαίωμα το οποίο αναγνωρίζει το διεθνές δίκαιο στο κράτος, να παίρνει μετρα ενάντια σε παράνομες ενέργειες δανειστών, οι οποίες πλήττουν τη δημοσιονομική του κυριαρχία, το υποχρεώνουν να αποδεχθεί παράνομα, αθέμιτα και επονείδιστα χρέη, και παραβιάζουν την οικονομική του αυτοδιάθεση και τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα.
Όσον αφορά τη μη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους, κάθε κράτος έχει νόμιμο δικαίωμα να επικαλείται την ύπαρξη κατάστασης ανάγκης σε εξαιρετικές περιστάσεις, προκειμένου να διαφυλάξει ουσιώδη συμφέροντα τα οποία απειλούνται από κίνδυνο μεγάλο και παρόντα. Σε τέτοια περίπτωση το κράτος μπορεί να απαλλαγεί από την εκπλήρωση των διεθνών υποχρεώσεών του, οι οποίες επαυξάνουν τον κίνδυνο, όπως συμβαίνει με τις εκκρεμείς δανειακές συμβάσεις. Τέλος, τα κράτη έχουν δικαίωμα να κηρύξουν μονομερώς πτώχευση όταν δεν είναι βιώσιμη η εξυπηρέτηση του χρέους, στην οποία περίπτωση δεν διαπράττουν διεθνώς παράνομη πράξη και, επομένως, δεν φέρουν ευθύνη.
Προοίμιο
Η αξιοπρέπεια του λαού βαραίνει περισσότερο από το παράνομο, αθέμιτο, επονείδιστο και μη βιώσιμο χρέος
Έχοντας ολοκληρώσει την προκαταρκτική φάση της έρευνάς της, η Επιτροπή Αλήθειας του Δημόσιου Χρέους θεωρεί ότι η Ελλάδα ήταν και παραμένει θύμα μιας προσχεδιασμένης επίθεσης, η οποία οργανώθηκε από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Αυτό το βίαιο, παράνομο και ανήθικο εγχείρημά τους έχει μοναδικό σκοπό να περάσουν τα ιδιωτικά χρέη στο δημόσιο.
Παρουσιάζοντας τούτη την Προκαταρκτική Έκθεση στις ελληνικές αρχές και τον ελληνικό λαό, η Επιτροπή Αλήθειας του Δημόσιου Χρέους θεωρεί ότι ολοκλήρωσε την πρώτη φάση της εντολής της, η οποία περιγράφεται στην από 4 Απριλίου του 2015 απόφαση της προέδρου της Βουλής. Η Επιτροπή ελπίζει πως η Έκθεση θα αποδειχθεί χρήσιμο εργαλείο ώστε να εγκαταλειφθεί η καταστροφική λογική της λιτότητας, και να προστατευθούν από τους κινδύνους που σήμερα τα απειλούν τα ανθρώπινα δικαιώματα, η δημοκρατία, η αξιοπρέπεια του λαού και το μέλλον των επερχόμενων γενεών.
Σε απάντηση εκείνων που προσπαθούν να επιβάλουν άδικα μέτρα, ο ελληνικός λαός θα μπορούσε να επικαλεστεί τη ρήση του Θουκυδίδη "και όνομα δια το μη ες ολίγους αλλ' ες πλείονας οικείν Δημοκρατία κέκληται" (Θουκυδίδης, Ιστορία του Πελοποννησιακού πολέμου, Επιτάφιος του Περικλή (2.37) - "και ως προς το όνομα καλείται Δημοκρατία επειδή η εξουσία δεν είναι στα χέρια των λίγων, αλλά των πολλών").
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ
capital.gr

Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2015

ΑΝΔΡΕΑΣ Χ. ΖΟΥΛΑΣ : Κυβέρνηση με 151 ή νέες εκλογές



Το Σύνταγμα ορίζει και απαιτεί:
Κυβέρνηση με 151 ή νέες εκλογές
 
Γράφει ο ΑΝΔΡΕΑΣ Χ. ΖΟΥΛΑΣ


Εν όψει του εξαιρετικά αμφίβολου αποτελέσματος των επικειμένων εκλογών και του πιθανότατου ενδεχομένου να μην καταστεί δυνατός ο σχηματισμός κυβερνήσεως που να έχει τη δεδηλωμένη εμπιστοσύνη της νέας Βουλής, διατυπώνονται από αρκετών ήδη ημερών απόψεις και «σενάρια» για τις καταστάσεις που θα προκύψουν. Και προβάλλεται, για την περίπτωση αυτή, ως επικρατέστερη εκδοχή –επιτασσόμενη δήθεν από το Σύνταγμα– η πάση θυσία παράταση του βίου της θνησιγενούς Βουλής, μέχρι να ολοκληρώσει τη διαδικασία εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας. Κατά τις σχετικές απόψεις, τούτο επιβάλλεται διότι η προηγουμένη Βουλή διελύθη ακριβώς γιατί δεν μπόρεσε να εκλέξει Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Το επιχείρημα όμως δεν ευσταθεί, η δε προβαλλόμενη εκδοχή και δεν εδράζεται στο Σύνταγμα και είναι πολιτικά παράλογη και επιζήμια για τη χώρα. 

Αν από τις εκλογές της 25ης Ιανουαρίου προκύψει αδυναμία σχηματισμού κυβερνήσεως που να έχει την εμπιστοσύνη της Βουλής, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είναι υποχρεωμένος από το Σύνταγμα να προχωρήσει στη διάλυση της Βουλής και στην προκήρυξη νέων εκλογών. Η δε σχετική διαπίστωση γίνεται χρονικά πριν συνέλθει η Βουλή. Πράγματι, με αφετηρία την ημερομηνία των εκλογών, η αδυναμία σχηματισμού κυβερνήσεως διαπιστώνεται (με τη διαδικασία των τριών διερευνητικών εντολών κατά το άρθρο 37) εντός εννέα το πολύ ημερών, προκειμένου για κυβέρνηση συνεργασίας κομμάτων. Οι προθεσμίες που τάσσει το Σύνταγμα είναι κυριολεκτικώς ασφυκτικές, ακριβώς γιατί η διαπίστωση επιβάλλεται να γίνει το ταχύτερο, ώστε το ταχύτερο να κινηθούν και οι διαδικασίες (διάλυση της Βουλής και προκήρυξη νέων εκλογών) ώστε να περιοριστεί στο ελάχιστο δυνατόν η περίοδος πολιτικής αβεβαιότητος και ακυβερνησίας. Και είναι τόσο ασφυκτικές που προλαβαίνουν την πρώτη σύγκληση της Βουλής, η οποία προσδιορίζεται με το διάταγμα διαλύσεως της Βουλής και προκηρύξεως των εκλογών, κατά κανόνα την ενδεκάτη ημέρα από την ημέρα των εκλογών. Ακριβώς την ενδεκάτη ημέρα από τις εκλογές έχει ορισθεί (την 5η Φεβρουαρίου) και η σύγκληση της μελλούσης να εκλεγεί Βουλής, γιατί τόσες ημέρες απαιτούνται για να προσδιοριστεί επακριβώς η σύνθεση της Βουλής, με την οριστικοποίηση των αποτελεσμάτων με την τελική καταμέτρηση των ψήφων, ώστε να αναδειχθούν οι εκλεγόμενοι βουλευτές.

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας και όλα τα κόμματα θα έχουν όμως ήδη, από τις 3 Φεβρουαρίου το αργότερο, πιστοποιήσει ότι δεν είναι δυνατή η συγκρότηση κυβερνήσεως της εμπιστοσύνης της Βουλής. Επειδή, δε, το πρώτο και κύριο ζητούμενο των γενικών εκλογών είναι η ανάδειξη Βουλής και κυβερνήσεως, δεν υπάρχει περιθώριο διλήμματος αν πρέπει ή όχι να παραταθεί η ακυβερνησία προκειμένου να εκλεγεί Πρόεδρος Δημοκρατίας. Τη χρονική και θεσμική αυτή «ιεράρχηση» των ενεργειών που ακολουθούν με τη διαπίστωση μιας τέτοιας καταστάσεως, την προσδιορίζει ευθέως το Σύνταγμα, στην παρ. 5 εδ. 2 του άρθρου 32 που καθορίζει τα της εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας. Η σχετική διάταξη ορίζει:

«Αν η Βουλή έχει διαλυθεί με οποιονδήποτε τρόπο, η εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας αναβάλλεται ώσπου να συγκροτηθεί σε σώμα η νέα Βουλή και μέσα σε είκοσι ημέρες, το αργότερο, από τη συγκρότησή της, σύμφωνα με όσα ορίζονται στις παραγράφους 3 και 4, αφού τηρηθούν και οι ορισμοί της παραγράφου 1 του άρθρου 34».

Το Σύνταγμα, δηλαδή, θέτει τον σχηματισμό κυβέρνησης που απολαμβάνει την εμπιστοσύνη της Βουλής σε θέση υπέρτερη της εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας. Και γι' αυτό «δέχεται» (ορίζει) τη δυνατότητα αναβολής της εκλογής μέχρις ότου η Βουλή επιτελέσει τον πρώτο και κύριο ρόλο για τον οποίο εκλέγεται από τον λαό, να στηρίξει κυβέρνηση. Αντίθετα, καμία απολύτως διάταξη του Συντάγματος δεν υπονοεί έστω ότι ανέχεται κυβέρνηση περιορισμένης εμπιστοσύνης και Βουλή περιορισμένου χρόνου ή «ειδικού σκοπού», εν προκειμένω για την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας.

Και τούτο είναι σε απόλυτη αρμονία με τη βασική επιδίωξη που είναι η διακυβέρνηση της χώρας και η αποφυγή καταστάσεων πολιτικής αστάθειας. Η εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας όχι απλώς μπορεί, αλλά επιβάλλεται να περιμένει την κανονική κατά το Σύνταγμα συγκρότηση της πολιτικής εξουσίας, της Βουλής και της κυβέρνησης.

Όσον αφορά, εξάλλου, στο επιχείρημα της αναγκαιότητας να προηγηθεί η εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας από τη νέα Βουλή γιατί η προηγούμενη διαλύθηκε λόγω αδυναμίας της να εκλέξει Πρόεδρο Δημοκρατίας, αυτό όχι μόνο λογικά απορρίπτεται, αλλά και εκμηδενίζεται από την προαναφερόμενη συνταγματική διάταξη περί αναβολής της εκλογής.

Σημειώνεται δε ότι η διάταξη αυτή αναφέρεται σαφέστατα και στην εξεταζόμενη τώρα περίπτωση, στη διάλυση δηλαδή Βουλής («για οποιονδήποτε λόγο» - και εν προκειμένω λόγω αδυναμίας να στηρίξει κυβέρνηση) που προήλθε από εκλογές, μετά από διάλυση Βουλής λόγω αδυναμίας εκλογής Προέδρου Δημοκρατίας. Και αυτό καταφαίνεται από την αμέσως επόμενη συνταγματική διάταξη (παρ. 6 του άρθρου 32) που ορίζει ότι η θητεία του Προέδρου της Δημοκρατίας παρατείνεται αν η διαδικασία για την εκλογή του δεν περατωθεί εγκαίρως. Πράγμα που θα γινόταν οπωσδήποτε με τις σημερινές συνθήκες, αν η σχετική διαδικασία είχε κινηθεί στον προβλεπόμενο από το Σύνταγμα χρόνο (ένα τουλάχιστον μήνα πριν από τη λήξη της θητείας) και όχι τρεις μήνες πριν.


«Αρχή της δεδηλωμένης» και «εμπιστοσύνη»

Ένα συναφές, εξάλλου, θέμα που συζητείται είναι η απαιτούμενη πλειοψηφία με την οποία παρέχεται η εμπιστοσύνη της Βουλής. Διατυπώνεται δε από ορισμένες πλευρές η άποψη πως είναι δυνατόν, μετά τον κύκλο των άκαρπων διερευνητικών εντολών, τα κόμματα να συμφωνήσουν να στηρίξουν κυβέρνηση με «ψήφο ανοχής». Και αυτό για να μπορέσει να συγκροτηθεί η Βουλή και να εκλέξει Πρόεδρο Δημοκρατίας. Υποστηρίζεται δηλαδή πως είναι δυνατή η παροχή ψήφου εμπιστοσύνης σε πρωτοεμφανιζόμενη στη Βουλή κυβέρνηση με πλειοψηφία μικρότερη των 151. Η άποψη όμως αυτή δεν είναι απλώς εκτός γράμματος και πνεύματος Συντάγματος, αλλά και καταστρατηγεί την «Αρχή της δεδηλωμένης», η οποία μόνο με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών τηρείται. Βεβαίως το άρθρο 84 του Συντάγματος ορίζει στην παρ. 6 ότι: «Πρόταση εμπιστοσύνης δεν μπορεί να γίνει δεκτή, αν δεν εγκριθεί από την απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων βουλευτών, η οποία όμως δεν επιτρέπεται να είναι κατώτερη από τα δύο πέμπτα του όλου αριθμού των βουλευτών….».

Όμως, όπως διευκρίνισε ο Κωνσταντίνος Παπακωνσταντίνου (πρόεδρος της Βουλής που προήλθε από τις εκλογές του Νοεμβρίου του 1974 και ουσιαστικός συντάκτης του Συντάγματος του 1975) κατά τη συζήτηση του άρθρου 84, η πλειοψηφία αυτή αφορά την ήδη σχηματισθείσα κυβέρνηση που έχει ήδη λάβει (κατά την «Αρχή της δεδηλωμένης») την εμπιστοσύνη της Βουλής και την ανανεώνει.

Πράγματι, αν ετίθετο διαφορετικά το θέμα θα επρόκειτο περί καταργήσεως της «Αρχής της δεδηλωμένης» και θα είχε προκληθεί σάλος κατά την εμφάνιση του Συντάγματος του 1975, όταν προκαλούσε πολιτικό και αντιπολιτευτικό «σεισμό» ακόμη και η αλλαγή στίξεως σε διάταξη του αρχικού Κυβερνητικού Σχεδίου Συντάγματος. Αντίθετα, στην τότε Αναθεωρητική Βουλή από κανένα απολύτως κόμμα, πολιτικό αρχηγό η και μεμονωμένο βουλευτή δεν ετέθη θέμα καταστρατηγήσεως και πολύ περισσότερο καταργήσεως της «Αρχής της δεδηλωμένης», όπου αναγκαστικά οδηγεί η σήμερα προβαλλόμενη άποψη. Πέραν όμως του πνεύματος και της βουλήσεως του «Συνταγματικού Νομοθέτη», όπως καταγράφονται στα πρακτικά των τότε συζητήσεων, το έωλο της προβαλλόμενης σήμερα απόψεως καταφαίνεται και από τούτο: Αν πράγματι η εμπιστοσύνη της Βουλής μπορούσε να παρασχεθεί σε πρωτοεμφανιζόμενη, ιδίως μετά από εκλογές, κυβέρνηση με σχετική πλειοψηφία, τότε γιατί οι πολιτικοί αρχηγοί να καταθέτουν την εντολή όταν διαπίστωναν αδυναμία να συγκεντρώσουν τους «151»;

Το Σύνταγμα, ειδικά ως προς τις δύο αναφερόμενες εδώ περιπτώσεις, προβλέπει σαφέστατα και πληρέστατα τι ακριβώς επιβάλλεται να γίνει. Απομένει βεβαίως η πολιτική πρακτική, κατά τη βούληση των πολιτικών δυνάμεων, να κινηθεί με λογική και κατά τις συνταγματικές επιταγές. Είναι αρκετή η ασάφεια με την οποία εκφράζεται η λαϊκή βούληση. Ας μη την επιτείνουμε με άτοπες αναζητήσεις «λύσεων», που αν εφαρμοστούν θα παρατείνουν και θα βαθύνουν την πολιτική αστάθεια.

Αν από τις εκλογές δεν προκύψει κυβέρνηση, η μόνη συνταγματικά και πολιτικά ορθή οδός είναι η άμεση προκήρυξη νέων εκλογών. Και αυτό πρέπει να το γνωρίζει ο ψηφοφόρος.

"ΤΟ ΠΑΡΟΝ"


Παρασκευή 3 Φεβρουαρίου 2012

Συζήτηση για το ζήτημα των γερμανικών αποζημιώσεων ζητούν 28 βουλευτές








Ανεξάρτητοι, από το ΠΑΣΟΚ τη ΝΔ και το ΣΥΡΙΖΑ

Συζήτηση για το ζήτημα των γερμανικών αποζημιώσεων ζητούν 28 βουλευτές

Πρόταση με την οποία ζητούν να συζητηθεί στην αρμόδια Επιτροπή της Βουλής το ζήτημα της διεκδίκησης των γερμανικών υποθέσεων, κατέθεσαν 28 βουλευτές (ανεξάρτητοι, από το ΠΑΣΟΚ τη ΝΔ και το ΣΥΡΙΖΑ).

Πιο συγκεκριμένα, με πρωτοβουλία του ανεξάρτητου βουλευτή, Παναγιώτη Κουρουμπλή, και τη συνυπογραφή 27 βουλευτών, κατετέθη σήμερα πρόταση προς τους προέδρους των Επιτροπών Οικονομικών Υποθέσεων, Εθνικής Αμυνας και Δημόσιας Διοίκησης για συζήτηση του ζητήματος του γερμανικού κατοχικού δανείου, των γερμανικών επανορθώσεων για τις υποδομές και των αποζημιώσεων που αφορούν τα θύματα και τους ελληνικούς θησαυρούς.


Όπως επισημαίνεται στη σχετική ανακοίνωση του βουλευτή Αιτωλοακαρνανίας, πρόκειται για την πρώτη φορά από την απελευθέρωση της χώρας από τις κατοχικές δυνάμεις, που επιδιώκεται να οργανωθεί -με την παρουσία της πολιτικής ηγεσίας των υπουργείων Εξωτερικών, Οικονομικών, Δικαιοσύνης και Εθνικής Αμυνας, καθώς και εκπροσώπων του Εθνικού Συμβουλίου για τη Διεκδίκηση των Γερμανικών Οφειλών- συζήτηση για τη διεκδίκηση των γερμανικών αποζημιώσεων.


Στόχος της προσπάθειας αυτής είναι να πάρει θέση το ελληνικό κοινοβούλιο πάνω σε αυτό το κρίσιμο εθνικό ζήτημα, ενώ όπως υπογραμμίζεται, επιτακτική καθίσταται η ανάληψη των αρμόζουσων ενεργειών προς το γερμανικό κοινοβούλιο και κάθε σχετικό ευρωπαϊκό θεσμό όπως το Ευρωκοινοβούλιο «προκειμένου η Γερμανία να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις τις που παράγονται από το διεθνές δίκαιο απέναντι στην Ελλάδα». Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της επιστολής:


«Αξιότιμοι κύριοι Πρόεδροι,


Με τη Συνδιάσκεψη της Ρώμης το 1942, οι Γερμανοί και οι Ιταλοί αυθαίρετα αποφάσισαν ότι η Ελλάδα όφειλε να δανείζει τις δύο χώρες τόσο με σκοπό τη συντήρηση των στρατευμάτων τους, όσο και με επιπλέον ποσά για άλλους σκοπούς. Με αυτόν τον τρόπο η Ελλάδα δάνεισε τις χώρες που την είχαν ουσιαστικά υποδουλώσει. Η χώρα μας από δανειζόμενος μετατράπηκε σε δανειστή την χειρότερη περίοδο της ιστορίας της.


Ενώ, όμως, η Ιταλία αποπλήρωσε το δάνειό της προς την Ελλάδα και ο Χίτλερ είχε ξεκινήσει τις διαδικασίες αποπληρωμής του αντίστοιχου γερμανικού δανείου, οι ενέργειες αυτές σταμάτησαν. Η Γερμανία σήμερα οφείλει στη χώρα μας περίπου 54 δις ευρώ (χωρίς τους τόκους) προκειμένου να αποπληρώσει το δάνειο το οποίο μας επέβαλε.


Η καταστροφή, υλική και ανθρώπινη, που προκάλεσε η Γερμανία στην Ελλάδα, ήταν απαράμιλλης σκληρότητας.

Εκτός από το αναγκαστικό δάνειο, η Γερμανία χρωστάει στην Ελλάδα τόσο τις επανορθώσεις που σχετίζονται με την, κατά τη διάρκεια της κατοχής, καταστροφή της ελληνικής οικονομίας, όσο και με τις αποζημιώσεις που συνδέονται με τους αρχαιολογικούς θησαυρούς και τα πολιτιστικά αγαθά που έκλεψαν ή λεηλάτησαν οι Γερμανοί. Το ποσό για την καταστροφή των υποδομών της ελληνικής οικονομίας που μας οφείλει η Γερμανία ανέρχεται στα 108 δις ευρώ (χωρίς τους τόκους).

Σημειωτέον δε ότι η Γερμανία έχει αποπληρώσει όλες τις χώρες τις οποίες κατέκτησε και πολέμησε, στη βάση των επανορθώσεων που όρισε η διασυμμαχική επιτροπή των Παρισίων το 1946, πλην της Ελλάδας. Η αδικία είναι προφανής.


Σήμερα αθροίζονται, το λιγότερο, 65 ψηφίσματα προς την ελληνική κυβέρνηση, από ποικίλους φορείς, με θέμα τη διεκδίκηση των γερμανικών οφειλών.


Ζητάμε να συζητηθεί το ζήτημα του γερμανικού κατοχικού δανείου, των γερμανικών επανορθώσεων και των αποζημιώσεων που αφορούν τα θύματα και τους ελληνικούς θησαυρούς.


Παρακαλούμε πολύ όπως κληθούν σύμφωνα με το άρθρο 41Α του κανονισμού της Βουλής ενώπιον των τριών συναρμόδιων Επιτροπών:


α)Ο Υπουργός Οικονομικών κ. Ε. Βενιζέλος

β)Ο Υπουργός Εξωτερικών κ. Σ. Δήμας
γ)Ο Υπουργός Εθνικής ’μυνας κ. Δ. Αβραμόπουλος
δ)Ο Υπουργός Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρώπινων Δικαιωμάτων κ. Μ.Παπαϊωάννου
ε) Εκπρόσωποι των φορέων που ασχολούνται με τα εν λόγω ζητήματα»

Την επιστολή συνυπέγραψαν οι κ.κ. βουλευτές


Παναγιώτης Κουρουμπλής(ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟΙ)

Τσίπρας Αλέξιος(Πρόεδρος Κ.Ο. ΣΥ.ΡΙΖ.Α.)
Αντωνακόπουλος Παναγιώτης ΠΑ.ΣΟ.Κ.
Βαλυράκης Ιωσήφ (ΠΑ.ΣΟ.Κ.)
Γρηγοράκος Λεωνίδας(ΠΑ.ΣΟ.Κ.)
Δρίτσας Θεόδωρος (ΣΥ.ΡΙΖ.Α)
Θεοδωρίδης Ηλίας(ΠΑ.ΣΟ.Κ)
Καϊλή Ευδοξία-Εύα(ΠΑ.ΣΟ.Κ.)
Καμμένος Παναγιώτης(Ανεξάρτητοι)
Καραγκούνης Κωνσταντίνος(Ν.Δ.)
Καρύδης Δημήτριος(ΠΑ.ΣΟ.Κ.)
Λαφαζάνης Παναγιώτης(ΣΥ.ΡΙΖ.Α)
Μαρκόπουλος Κωνσταντίνος(Ν.Δ.)
Μουλόπουλος Βασίλειος(ΣΥ.ΡΙΖ.Α.)
Νταλάρα Άννα(ΠΑ.ΣΟ.Κ.)
Οικονόμου Βασίλειος(ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟΙ)
Παπαδημούλης Δημήτριος(ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟΙ)
Παπαδόπουλος Αθανάσιος(ΠΑ.ΣΟ.Κ.)
Παπαχρήστος Ευάγγελος(ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟΙ)
Παπουτσής Δημήτριος(ΠΑ.ΣΟ.Κ.)
Σακοράφα Σοφία(ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟΙ)
Σκραφνάκη Μαρία(ΠΑ.ΣΟ.Κ.)
Στασινός Παύλος(ΠΑ.ΣΟ.Κ.)
Τζαβάρας Κωνσταντίνος(Ν.Δ.)
Τόγιας Βασίλειος(ΠΑ.ΣΟ.Κ.)
Τσόνογλου-Βυλλιώτη Βασιλική (ΠΑ.ΣΟ.Κ.)
Τσούκαλης Νικόλαος(ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟΙ)
Χαρακόπουλος Μάξιμος(Ν.Δ.)

http://www.protothema.gr/politics/article/?aid=174621