Translate -TRANSLATE -

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 25 Αυγούστου 2026

Ο ΒΡΥΚΟΛΑΚΑΣ ΤΩΝ ΜΑΛΙΩΝ

 

 

Ο ΒΡΥΚΟΛΑΚΑΣ ΤΩΝ ΜΑΛΙΩΝ

Εκείνα τα πολύ παλιά χρόνια του 19ου αιώνα στα μικρά χωριά με τους λιγοστούς κατοίκους δεν υπήρχαν οργανωμένα νεκροταφεία και οι νεκροί θάβονταν κοντά σε ερημοκλήσια ή εκκλησίες. Έτσι γινόταν και στα Μάλια. Στα τέλη όμως του 19ου αιώνα οι ταφές στα Μάλια άρχισαν να γίνονται γύρω από ένα προϋφιστάμενο και απομακρυσμένο από τον οικισμό εκκλησάκι κοντά στην παραλία των Μαλίων. Ήταν το εκκλησάκι της Ζωοδόχου Πηγής.

Η ιστορία που θα σας διηγηθώ αφορά τα Μάλια και ένα λαϊκό μύθο που μετέφερε ο συγγραφέας Ιωάννης Κονδυλάκης μέσα από το διήγημα του «ο βρυκόλακας» που περιλαμβάνεται στην συλλογή διηγημάτων του «Όταν ήμουν δάσκαλος και άλλα διηγήματα» που εκδόθηκε το 1916 από τον εκδοτικό οίκο Φέξη.

Την αφορμή για να φέρω αυτή την διήγηση στην επιφάνεια μου την έδωσε ένας καλός Μαλιώτης φίλος μου, ο Μιχάλης Φαζός, όταν καθίσαμε και συζητήσαμε ένα παλαιότερο ερώτημά μου στο διαδίκτυο αν το υπάρχον νεκροταφείο Μαλίων βρισκόταν πάντα στην ίδια θέση που είναι σήμερα. Τότε ο Μιχάλης μου μίλησε για το διήγημα του Κονδυλάκη που φανερώνει ότι στα τέλη του 19ου αιώνα με αρχές του 20ου υπήρχε νεκροταφείο στα Μάλια και μάλιστα μου μίλησε και για την διήγηση του Κονδυλάκη και τον σχετικό λαϊκό μύθο που αγνοούσα.

 Ήταν λοιπόν καλοκαίρι όπως και τώρα και ο Κονδυλάκης ταξίδευε από το Μεραμπέλλο προς το Ηράκλειο. Επειδή η ζέστη στην διάρκεια της ημέρας ήταν βαριά και, αφού εκείνη την εποχή η Κρήτη ήταν ασφαλής για τους ταξιδιώτες, προτίμησε να ξεκινήσει τη νύχτα από την Νεάπολη για να γλιτώσει τον καυτό ήλιο και να απολαύσει τη δροσιά του δρόμου.

Ο άνθρωπος που πήρε για αγωγιάτη από τη Νεάπολη ήταν ένας Κρητικός με το παρατσούκλι Μαλλιώτης. Όταν πλησιάσανε στα Μάλια αυτός σήκωσε το χέρι του και του έδειξε με καμάρι τα λιγοστά φώτα που φαίνονταν μέσα στο σκοτάδι λέγοντάς του :

— Να το χωριό μου!

Η νύχτα ήταν ήσυχη. Το φεγγάρι δεν είχε ακόμη φανεί, μα ο ουρανός ήταν αρκετά φωτεινός. Δεξιά του δρόμου απλωνόταν ένας χαμηλός, αλμυρός τόπος. Από εκεί κάτω έφτανε στα αυτιά τους ο μακρινός ήχος της θάλασσας.

Κάποια στιγμή ο Κονδυλάκης διέκρινε ένα ασπριδερό κτίσμα στην άκρη του δρόμου και ρώτησε τον αγωγιάτη αν αυτό ήταν ένα χάνι.

Αυτός τότε χαμογέλασε.

— Όχι, εκκλησά είναι και γύρω της το νεκροταφείο του χωριού, του είπε.

Λίγο πιο κάτω βρήκαν ένα χάνι και σταματήσανε. Άλλωστε ήταν περασμένα μεσάνυχτα και τα Μάλια είχαν βυθιστεί πια στην ησυχία και το σκοτάδι

Ο Κονδυλάκης κάθισε έξω από το χάνι και άρχισε σιγά σιγά να αποκοιμιέται.

Τον ξύπνησε όμως η φωνή του αγωγιάτη γιατί έπρεπε να συνεχίσουνε.

Ξαναπήραν λοιπόν τον δρόμο. Ο Κονδυλάκης μισοκοιμισμένος πάνω στο μουλάρι πάλευε να κρατήσει τα μάτια του ανοιχτά. Το κατάλαβε ο αγωγιάτης και για να περάσει η ώρα, άρχισε να του διηγείται την ιστορία ενός παράξενου γέρου Μαλιώτη που τον φώναζαν Τζιρίτη και έζησε πριν κάποια χρόνια.

Ο γερο-Τζιρίτης, όπως λέγανε οι χωριανοί, ήταν τόσο παράξενος, που όλοι τον θεωρούσαν τρελό. Μερικοί μάλιστα έλεγαν πως ήταν νεραϊδοπαρμένος.

Ήταν μάλιστα γνωστό πως δεν είχε κοντινούς συγγενείς και ζούσε ολομόναχος σε ένα παλιόσπιτο. Δεν είχε δική του περιουσία, αλλά ούτε ζητούσε βοήθεια από κανέναν. Αν δεν τον λυπόντουσαν οι γυναίκες του χωριού και δεν του άφηναν κανένα κομμάτι ψωμί στο κατώφλι, μάλλον θα πέθαινε από την πείνα.

Κανείς δεν γνώριζε τι υπήρχε μέσα στο σπίτι του, γιατί ο Τζιρίτης δεν άφηνε ποτέ άνθρωπο να περάσει την πόρτα του. Όποια γυναίκα τολμούσε να του πάει φαγητό, του το άφηνε απ' έξω και αφού χτυπούσε την πόρτα περίμενε από απόσταση μέχρι να το πάρει.

Ήταν γερο-παράξενος ο Τζιρίτης και αν κάποιος επιχειρούσε να μπει στο σπίτι του με το ζόρι, μπορούσε ακόμη και να τον σκοτώσει. Και το πιο παράξενο ήταν η συνήθειά του να μιλάει μόνος του ασταμάτητα βγάζοντας ένα παράξενο μουρμουρητό.

Οι χωριανοί πίστευαν ότι ο Τζιρίτης δεν μιλούσε μόνος του αλλά μιλούσε με κάποια νεράιδα που του είχε πάρει τα μυαλά και που ζούσε μαζί του μέσα στο κλειστό σπίτι και γι’ αυτό δεν ήθελε κανέναν να μπει εκεί μέσα.

Μερικοί ψαράδες πάλι ορκίζονταν πως τον είχαν δει αργά τη νύχτα να περπατά μόνος στην ακρογιαλιά, μέσα στον δυνατό άνεμο και στη βοή των κυμάτων και διέδιδαν πως στο πλάι του περπατούσε και η νεράιδά του.

Έτσι πέρασαν τα χρόνια.


 

Όμως εκείνη την εποχή οι άνθρωποι πίστευαν ακόμη πως κάποιοι νεκροί μπορούσαν να επιστρέψουν στον κόσμο των ζωντανών. Στην Κρήτη το έλεγαν κακαθρώπισμα ή βρυκολάκιασμα και όλοι στα Μάλια είχαν ήδη αποφασίσει ότι αυτό θα συνέβαινε στον Τζιρίτη όταν θα πέθαινε.

Αυτός ο άνθρωπος, έλεγαν, αποκλείεται να μην γίνει βρυκόλακας.

Μόνο που ο Τζιρίτης δεν έλεγε να πεθάνει και εξακολουθούσε να τριγυρίζει τα βράδια στην ακρογιαλιά.

Ώσπου μια μέρα, το μεσημέρι, οι χωριανοί παρατήρησαν ότι η πόρτα του σπιτιού του δεν είχε ανοίξει.

Χτύπησαν. Φώναξαν. Καμία απάντηση.

— Μωρέ, μήπως πέθανε;

Έσπασαν τελικά την πόρτα και τον βρήκαν νεκρό, ξαπλωμένο πάνω σε κάτι παλιά ρούχα. Ο γέρος Τζιρίτης είχε πεθάνει.

Και τότε ήρθε η ώρα να γίνει αυτό που όλοι περίμεναν.

Τον πήγαν στην εκκλησία του νεκροταφείου.

Εκείνη την εποχή, επειδή δεν υπήρχαν γιατροί στα χωριά, οι νεκροί έμεναν όλη τη νύχτα στην εκκλησία όπου τους ξενυχτούσαν οι συγγενείς τους και θάβονταν την επόμενη ημέρα. Ήταν ένας τρόπος να βεβαιωθούν ότι ο άνθρωπος είχε πραγματικά πεθάνει.

Τον Τζιρίτη όμως τον πήγαν και τον άφησαν μόνο του στο εκκλησάκι του νεκροταφείου γιατί δεν είχε κανέναν δικό του να ξενυχτήσει κοντά του και οι συγχωριανοί του φοβόντουσαν.

Μόλις νύχτωσε, σηκώθηκε ένας δυνατός αέρας και τα καντήλια έσβησαν. Ο  νεκρός Τζιρίτης έμεινε μόνος μέσα στο απόλυτο σκοτάδι.

Συνέβηκε όμως την ίδια νύχτα, ένας άλλος άνθρωπος να κατεβαίνει από τον δρόμο του Μεραμπέλλου. Ήταν ένας φτωχός, ηλικιωμένος άνθρωπος, καμπουριασμένος από τα χρόνια, που στηριζόταν σ' ένα ραβδί.

Ο αέρας ήταν δυνατός και παγωμένος. Και ο γέρος κάθε τόσο σταματούσε, ακουμπούσε πάνω στο ραβδί του και έπαιρνε ανάσα. Προχωρούσε δύσκολα, μέχρι που έφτασε μπροστά στο νεκροταφείο.

Εκεί πια δεν άντεχε.

Το χωριό βέβαια ήταν λίγο πιο πέρα, αλλά πού να πήγαινε; Ποιος θα άνοιγε την πόρτα του τέτοια ώρα σ' έναν φτωχό διακονιάρη;

Τότε θυμήθηκε τότε το μικρό εκκλησάκι όπου είχε ξανακοιμηθεί κάποτε.

Πλησίασε και έσπρωξε την πόρτα που άνοιξε με ένα βαρύ, ανατριχιαστικό τρίξιμο.

Ο γέρος μπήκε.

— Ευχαριστώ σε, Θεέ μου, που δεν διώχνεις κανέναν από το σπίτι σου είπε και έκανε τον σταυρό του. Στην συνέχεια πήγε και κούρνιασε σε μια γωνιά αποφασισμένος ότι εκεί, μέσα στο σκοτάδι, θα περνούσε τη νύχτα.

Το πρωί ο παπάς του χωριού ξεκίνησε για το νεκροταφείο.

Ήθελε πολύ να ξεμπερδεύει με την ταφή του Τζιρίτη γρήγορα, γιατί ήταν καθημερινή και είχε κι άλλες δουλειές.

Ο ουρανός ήταν ακόμη συννεφιασμένος και δεν είχε ξημερώσει καλά.

Έφτασε στην εκκλησία και έσπρωξε την πόρτα.

Μπαίνοντας, είπε αστειευόμενος προς τον νεκρό:

— Πώς τα πέρασες απόψε, ευλογημένε, με τέτοιον αέρα και τέτοιο κρύο;

Και τότε, όπως περιγράφει ο Κονδυλάκης, συνέβη το απίστευτο.

Από το σκοτάδι ακούστηκε μια τρεμάμενη φωνή:

— Ο Θες κ’ γ κατέχω πς πέρασα!

Ο παπάς πάγωσε.

Έμεινε ακίνητος στην πόρτα.

Το πρόσωπό του άσπρισε και τα γένια του άρχισαν να τρέμουν.

Τι άλλο μπορούσε να σημαίνει αυτό;

Ο Τζιρίτης είχε βρυκολακιάσει!

Και πριν προλάβει να σκεφτεί οτιδήποτε άλλο, είδε μέσα από το σκοτάδι να ξεπροβάλλει ένα γεροντικό κεφάλι.

Δεν χρειάστηκε δεύτερη σκέψη. Ο παπάς γύρισε και το έβαλε στα πόδια.

Όταν έφτασε στο σπίτι του, έπεσε στο κρεβάτι με πυρετό.

Μέσα στο παραλήρημά του διηγούνταν σε όλους πως είχε δει τον Τζιρίτη βρυκολακιασμένο.

Οι χωριανοί δεν χρειάζονταν και πολλά για να τον πιστέψουν.

Το περίμεναν.

Το είχαν αποφασίσει από πριν.

Ο Τζιρίτης ήταν νεραϊδοπαρμένος.

Ο Τζιρίτης μιλούσε με νεράιδες.

Ο Τζιρίτης, φυσικά, θα γινόταν βρυκόλακας.

Έφεραν λοιπόν έναν παπά από άλλο χωριό και ξανάθαψαν τον Τζιρίτη με τον τρόπο που συνήθιζαν τότε να θάβουν όσους θεωρούσαν βρυκολακιασμένους.

Κανείς δεν έμαθε ποτέ την αλήθεια.

Κανείς, δηλαδή, εκτός από τον φτωχό γέρο που είχε περάσει τη νύχτα στην εκκλησία.

Ο «βρυκόλακας» δεν ήταν παρά ένας ταλαιπωρημένος άνθρωπος που γύρευε ένα καταφύγιο από τον άνεμο και το κρύο.

Κι έτσι, μέσα σε μια σκοτεινή νύχτα, ένας αθώος άνθρωπος, ένας πεθαμένος και ένας φοβισμένος παπάς έφτιαξαν χωρίς να το καταλάβουν έναν ολόκληρο θρύλο.

Και ο γέρο Τζιρίτης έμεινε για πάντα στη μνήμη των χωριανών ως ο βρυκόλακας των Μαλίων.

Αυτή ήταν η ιστορία που μου μετέφερε ο φίλος μου ο Μιχάλης Φαζός. Μια τυχαία σύμπτωση, η άγνοια και οι παλιές λαϊκές δοξασίες δημιούργησαν έναν ολόκληρο θρύλο γύρω από τον γέρο Τζιρίτη και τον βρυκόλακα των Μαλίων.

Όπως σας είπα την ιστορία δεν την γνώριζα και δεν είχε τύχει να διαβάσω και το βιβλίο του Κονδυλάκη «Όταν ήμουν δάσκαλος». Πιστεύω ότι και πολλοί Μαλιώτες δεν την γνωρίζουν και για αυτό την συμπεριέλαβα στις αναρτήσεις μου. Πάντως όποιος θέλει να την διαβάσει και στο πρωτότυπο μπορεί να κατεβάσει το βιβλίο του Κονδυλάκη δωρεάν από την διεύθυνση : https://digital.lib.auth.gr/record/135509?ln=el

Κωνσταντίνος Αντ. Γραικιώτης

 

Τρίτη 24 Μαρτίου 2026

Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

 


Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Γράφει ο Κ. Γραικιώτης

Σε μια εποχή όπου οι πολιτικές και στρατιωτικές ηγεσίες, από την κομπορρημοσύνη του Τράμπ μέχρι τον αμοραλισμό του Ντενάχιου και τον θρησκευτικό φανατισμό του Ιράν, συχνά φαίνεται να αγνοούν τις συνέπειες των πράξεών τους, μια φωνή από το παρελθόν έρχεται να μας ταρακουνήσει. Είναι η φωνή του μεγάλου Αμερικανού συγγραφέα Mark Twain, που με το αιχμηρό του δοκίμιο Η Προσευχή του Πολέμου (The War Prayer) υπενθυμίζει ότι οι αποφάσεις για νίκη και δόξα συνοδεύονται πάντα από ανθρώπινο πόνο — και ότι η ηθική ευθύνη δεν μπορεί να παρακαμφθεί.

Το The War Prayer είναι ένα σύντομο αλλά εξαιρετικά αιχμηρό αντιπολεμικό δοκίμιο του Mark Twain, το οποίο έχει ενδιαφέρουσα ιστορία όσον αφορά τη συγγραφή και τη δημοσίευσή του.

Ο Twain έγραψε το κείμενο γύρω στα 1905, λίγο μετά τον Ισπανοαμερικανικό Πόλεμο του 1898 και ενώ η αμερικανική κοινωνία βρισκόταν σε κλίμα πατριωτικού ενθουσιασμού.

Το δοκίμιο αντικατοπτρίζει την κυνική κριτική του Twain για τον πόλεμο και τη θρησκευτική και όχι μόνο υποκρισία που τον συνοδεύει.

Η αφορμή ήταν η παρατήρηση ότι οι άνθρωποι προσεύχονταν για νίκη και «ευλογούσαν» τα στρατεύματά τους, χωρίς να συνειδητοποιούν το ηθικό κόστος για αυτούς και τους εχθρούς τους.

Περιεχόμενο και μήνυμα

Το κείμενο παρουσιάζει μια εκκλησία γεμάτη με πατριώτες που προσεύχονται για τη νίκη των στρατευμάτων τους.

Ξαφνικά εμφανίζεται ένας «αγγελιοφόρος του Θεού», που τους αποκαλύπτει το σκοτεινό νόημα της προσευχής τους: κάθε αίτημα για νίκη συνεπάγεται αίτημα για καταστροφή και θάνατο των αντιπάλων.

Το κείμενο καυτηριάζει την υποκρισία της θρησκευτικής και πατριωτικής ρητορικής και μας αναγκάζει να σκεφτούμε τις ηθικές συνέπειες των πράξεών μας.

Αν και γράφτηκε το 1905, δεν δημοσιεύτηκε όσο ζούσε ο Twain.

Οι εκδότες θεώρησαν ότι το κείμενο ήταν πολύ προκλητικό και επικίνδυνα αντιπολεμικό, κυρίως λόγω της κριτικής του προς τον πατριωτισμό και τη θρησκευτική ευσέβεια.

Τυπικά δημοσιεύτηκε μετά τον θάνατό του, το 1916, περίπου έναν χρόνο μετά τον θάνατό του.

Θεωρείται ένα από τα πιο αιχμηρά αντιπολεμικά έργα στην αμερικανική λογοτεχνία και δείχνει την ικανότητα του Twain να χρησιμοποιεί σαρκασμό και ειρωνεία για να αποκαλύψει τις ηθικές αντιφάσεις της κοινωνίας.

Το έργο παραμένει επίκαιρο για τη κριτική του στη συλλογική ψευδαίσθηση, την υποκρισία και τη θρησκευτική νομιμοποίηση της βίας.

Παρακάτω παραθέτω σε ελεύθερη μετάφραση το αρχικό κείμενο

 


Η Προσευχή του Πολέμου

Mark Twain 

 

Ήταν εποχή πολέμου. Οι εκκλησίες ήταν γεμάτες, και οι ιερείς κήρυτταν πατριωτισμό και προσεύχονταν για τη νίκη. Οι νέοι άνδρες έφευγαν για το μέτωπο, και οι σημαίες ανέμιζαν, και τα τύμπανα ηχούσαν, και οι καρδιές φλέγονταν από ενθουσιασμό.

Την Κυριακή το πρωί, η εκκλησία ήταν κατάμεστη. Οι στρατιώτες που επρόκειτο να αναχωρήσουν κάθονταν μαζί, περιτριγυρισμένοι από συγγενείς και φίλους. Ο ιερέας μίλησε με θέρμη για το δίκαιο της υπόθεσης, για τη βοήθεια του Θεού, και για τη βέβαιη νίκη. Στο τέλος, ύψωσε τα χέρια του στον ουρανό και έκανε μια ένθερμη προσευχή:

«Ω Κύριε των Δυνάμεων, προστάτεψε τα γενναία παλικάρια μας. Δώσε τους δύναμη και θάρρος. Οδήγησέ τα στη νίκη. Σύντριψε τον εχθρό μας, ταπείνωσέ τον, και κάνε τη σημαία μας να θριαμβεύσει πάνω από τα πεδία της μάχης. Ευλόγησε τα όπλα μας, και χάρισε μας μια ένδοξη νίκη.»

Η εκκλησία αντήχησε από ένα δυνατό «Αμήν».

Εκείνη τη στιγμή, ένας παράξενος, ηλικιωμένος άνδρας σηκώθηκε και προχώρησε προς τον άμβωνα. Το πρόσωπό του ήταν σοβαρό, σχεδόν απόκοσμο. Κανείς δεν τον γνώριζε.

Στάθηκε δίπλα στον ιερέα και είπε:

«Έρχομαι ως αγγελιοφόρος του Θεού. Μου δόθηκε να μεταφέρω σε εσάς το πλήρες νόημα της προσευχής σας. Διότι δεν το γνωρίζετε, αλλά ζητήσατε περισσότερα απ’ όσα ειπώθηκαν.»

Το εκκλησίασμα πάγωσε.

Ο γέρος συνέχισε:

«Η προσευχή σας για νίκη περιέχει και μια άλλη προσευχή — μια που δεν ειπώθηκε φωναχτά. Αν θέλετε να κερδίσετε, πρέπει να τολμήσετε να ζητήσετε και το αντίθετο για τους εχθρούς σας.

Ακούστε, λοιπόν, το υπόλοιπο της προσευχής σας:

«Ω Κύριε, βοήθησέ μας να κατασπαράξουμε τους εχθρούς μας. Βοήθησέ μας να σπείρουμε τα πτώματά τους στα πεδία. Βοήθησέ μας να πνίξουμε τη γη στο αίμα τους. Βοήθησέ μας να συντρίψουμε τα σπίτια τους, να αφήσουμε τις γυναίκες τους να θρηνούν και τα παιδιά τους να περιπλανώνται άστεγα και πεινασμένα. Βοήθησέ μας να γεμίσουμε τις καρδιές τους με πόνο και απελπισία.»

Διότι αυτό ζητάτε, όταν ζητάτε νίκη.

Ένα ρίγος διαπέρασε το πλήθος.

Ο γέρος κοίταξε γύρω του.

«Αν αυτό είναι που θέλετε — αν αυτό είναι που τολμάτε να ζητήσετε από τον Θεό — τότε πείτε το. Πείτε το ολοκληρωμένα. Διαφορετικά, μείνετε σιωπηλοί.»

Κανείς δεν μίλησε.

Ο άνδρας αποχώρησε όπως είχε έρθει — σιωπηλός.

Οι άνθρωποι έμειναν ακίνητοι. Και μετά από λίγο, κάποιος ψιθύρισε:

«Ήταν τρελός.»

 


Συμπεράσματα

Το κείμενο του Mark Twain είναι μια από τις πιο αιχμηρές αντιπολεμικές σάτιρες της λογοτεχνίας. Κάτω από την απλότητά του, κρύβονται πολύ δυνατές ιδέες:

1. Η «αόρατη» πλευρά κάθε προσευχής για νίκη

Ο Twain αποκαλύπτει μια ηθική αλήθεια που συνήθως αγνοούμε ότι κάθε ευχή για νίκη εμπεριέχει αναγκαστικά μια ευχή για καταστροφή του άλλου.

Δηλαδή:

«Να νικήσουμε» επομένως «να πεθάνουν αυτοί»

«Να σωθούμε» επομένως «να υποφέρουν άλλοι»

Ο γέρος απλώς λέει αυτό που όλοι σκέφτονται αλλά κανείς δεν τολμά να το αρθρώσει.

2. Η υποκρισία της θρησκευτικής ρητορικής

Ο ιερέας παρουσιάζει τον πόλεμο ως ιερό και δίκαιο.

Ο Twain δείχνει πόσο εύκολα η θρησκεία μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να «αγιάσει» τη βία.

Όμως το σοκ έρχεται να ταρακουνήσει το ποίμνιο όταν η ίδια προσευχή μεταφράζεται σε ωμή πραγματικότητα και γίνεται σχεδόν βλάσφημη ενάντια στην ηθική και τα κηρύγματα αγάπης του Χριστού και της Εκκλησίας.

3. Ο συλλογικός ενθουσιασμός και η τύφλωση

Οι άνθρωποι που βρίσκονται στην εκκλησία είναι καλοπροαίρετοι, αγαπούν τους δικούς τους, πιστεύουν ότι κάνουν το σωστό. Και όμως συμμετέχουν σε κάτι καταστροφικό χωρίς να το συνειδητοποιούν. Για αυτό και ο Twain καυτηριάζει τη «μαζική ψευδαίσθηση» του πατριωτισμού.

4. Ο «τρελός» ως φορέας αλήθειας

Η αντίδραση στο τέλος («Ήταν τρελός») είναι κρίσιμη. Γιατί η αλήθεια και το ξεσκέπασμα  είναι πολύ σκληρό και γι’αυτό ο απλός παρασυρμένος άνθρωπος προτιμά να τη χαρακτηρίσει παράλογη. Ο «αγγελιοφόρος» λειτουργεί σαν προφήτης — αλλά απορρίπτεται.

5. Αντιπολεμικό μήνυμα

Το έργο γράφτηκε σε περίοδο πολεμικού ενθουσιασμού και δεν δημοσιεύτηκε όσο ζούσε ο Twain, γιατί θεωρήθηκε υπερβολικά προκλητικό. Βλέπετε ο πόλεμος δεν είναι ηρωισμός — είναι συμμετρική καταστροφή που απλώς τη βλέπουμε από τη μία πλευρά.

Συνοψίζοντας

Το δοκίμιο του Twain δεν είναι απλώς ένα ιστορικό ή λογοτεχνικό κείμενο· είναι ένας καθρέφτης που αντικατοπτρίζει τις πιο σκοτεινές πτυχές της ανθρώπινης φύσης και των συλλογικών ψευδαισθήσεων. Μας αναγκάζει να σκεφτούμε τι πραγματικά σημαίνει η λέξη «νίκη» και ποιο είναι το ηθικό κόστος της. Και ίσως, πάνω απ’ όλα, μας υπενθυμίζει ότι η αλήθεια, όσο δυσάρεστη κι αν είναι, αξίζει πάντα να ακουστεί — ακόμα κι αν ο κόσμος τη χαρακτηρίσει «τρελή».

 


(*) Ο Mark Twain (Σάμιουελ Λάνγκχορν Κλέμενς 1835-1910) υπήρξε μια από τις πιο εμβληματικές μορφές της αμερικανικής λογοτεχνίας, γνωστός για το καυστικό του χιούμορ, την κοινωνική του κριτική και τα έργα που σημάδεψαν την παγκόσμια λογοτεχνία.

κγ