Translate -TRANSLATE -

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΤΑΛΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΤΑΛΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 9 Οκτωβρίου 2025

Vajont : Το κέρδος πάνω από την ανθρώπινη ζωή

 


Vajont : Το κέρδος πάνω από την ανθρώπινη ζωή

Η Καταστροφή που Άλλαξε την Ιστορία της Ιταλίας

 «Στις 9 Οκτωβρίου του 1963, η βουνήσια μάζα που φιλοξενούσε την τεχνητή λίμνη Vajont κατέρρευσε, μέσα στην λίμνη του φράγματος. Το νερό σηκώθηκε σε τεράστια κύματα και κατέστρεψε τα πάντα στο πέρασμα του — σπίτια, γεφύρια, ανθρώπους.

Όταν άκουσα τα νέα, ένιωσα ένα φρικτό πόνο στην καρδιά: γνώριζα καλά την περιοχή, τον ποταμό, τα βουνά. Ήξερα ότι αυτή η λίμνη δεν ήταν φυσική, ότι υπήρχαν φόβοι για την ανεπιτήρητη διάβρωση των πλαγιών της και για τις ρωγμές στα βράχια.

Δεν ξέρω πόσοι άνθρωποι προειδοποιήθηκαν, πόσοι αγνοούσαν τον κίνδυνο. Το ότι τόσοι πολλοί χάθηκαν — άνδρες, γυναίκες, παιδιά — δείχνει ότι η προσοχή ήταν ανύπαρκτη ή ανεπαρκής.

Και τώρα μένουν πίσω εικόνες φρίκης: οικισμοί που έχουν μετατραπεί σε ερείπια, σώματα διάσπαρτα μέσα στα νερά, κραυγές που αιωρούνται στον αέρα.

Η μνήμη πρέπει να κρατήσει αυτό το γεγονός ζωντανό. Να μην επιτρέψουμε τέτοιες τραγωδίες να επαναληφθούν. Να απαιτούμε πάντα σεβασμό στη φύση, έλεγχο, τεχνική ασφάλεια, ευθύνη των αρχών.

Όποιος δεν σέβεται τη μάζα του νερού και του βράχου δεν καταλαβαίνει τι μπορεί να προκαλέσουν. Και όποιος υποτιμά τη δύναμη της φύσης, θα πληρώσει πολύ ακριβό τίμημα.»

Tina Merlin (1926-1991) στην «l’Unità» 


 


ΣΤΙΣ 9 Οκτωβρίου 1963, μια τεράστια κατολίσθηση από το όρος Τόκ στην Ιταλία προκάλεσε μια καταστροφή που συγκλόνισε τη χώρα και τον κόσμο. Η καταστροφή αυτή, γνωστή ως η καταστροφή του Βάιοντ, είχε σοβαρές επιπτώσεις στις τοπικές κοινότητες και ανέδειξε τις επικίνδυνες συνέπειες της επιπόλαιας ανθρώπινης παρέμβασης στο φυσικό περιβάλλον.

Το φράγμα του Βάιοντ ήταν ένα φιλόδοξο έργο. Κατασκευάστηκε μεταξύ 1957 και 1960 από την εταιρεία SADE (Società Adriatica di Elettricità) στην περιοχή του Βένετο και του Φριούλι. Σκοπός του έργου ήταν η παραγωγή υδροηλεκτρικής ενέργειας μέσω ενός τεχνητού ταμιευτήρα. Το φράγμα, ύψους 262 μέτρων, θεωρήθηκε ένα από τα υψηλότερα στον κόσμο και ένα επίτευγμα της ιταλικής μηχανικής.

Στις 9 Οκτωβρίου 1963, στις 22:39, μια τεράστια κατολίσθηση περίπου 270-300 εκατομμυρίων κυβικών μέτρων από το όρος Τόκ κατέρρευσε στον ταμιευτήρα του φράγματος. Η πρόσκρουση δημιούργησε ένα τεράστιο κύμα που υπερχείλισε το φράγμα, προκαλώντας πλημμύρες καταστρέφοντας τα χωριά Longarone, Pirago, Rivalta, Villanova και Faè στην κοιλάδα του Πιάβε. Η καταστροφή είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο περίπου 1.910 ανθρώπων, με σχεδόν 500 από αυτούς να είναι παιδιά κάτω των 15 ετών.


 

Η καταστροφή του Βάιοντ δεν ήταν αποτέλεσμα φυσικού φαινομένου, αλλά συνέπεια ανθρώπινων λαθών και αμέλειας. Παρά τις προειδοποιήσεις από γεωλόγους και τοπικές κοινότητες για την ασταθή γεωλογική κατάσταση του όρους Τόκ, οι αρμόδιοι φορείς συνέχισαν την πλήρωση του ταμιευτήρα. Η πολιτική και βιομηχανική διαπλοκή, καθώς και η πίεση για παραγωγή ενέργειας, υπερίσχυσαν των μέτρων ασφαλείας.

Η καταστροφή του Βάιοντ είχε σοβαρές ψυχολογικές και κοινωνικές συνέπειες για τους επιζώντες. Μελέτες δείχνουν ότι οι επιζώντες υπέφεραν από μετατραυματικό άγχος, κατάθλιψη και άλλες ψυχικές διαταραχές λόγω της απώλειας αγαπημένων προσώπων και της καταστροφής των κοινοτήτων τους. Η ανασυγκρότηση των περιοχών αυτών ήταν αργή και δύσκολη, με πολλούς κατοίκους να αναγκάζονται να μεταναστεύσουν.

Μετά την καταστροφή, ακολούθησαν δικαστικές διαδικασίες για τον προσδιορισμό των ευθυνών. Το 1971, το ποινικό δικαστήριο καταδίκασε στελέχη της SADE για αμέλεια, ενώ το κράτος βρέθηκε σε δύσκολη θέση, καθώς είχε αναλάβει τον έλεγχο του φράγματος μέσω της ENEL. Η πολιτική αντίδραση ήταν αργή, και οι επιζώντες συχνά αντιμετώπιζαν αδιαφορία και γραφειοκρατία.

 

 

Η καταστροφή του Βάιοντ αποτελεί σημαντικό μάθημα για τη σχέση μεταξύ ανθρώπου και φύσης. Το 2008, η UNESCO αναγνώρισε το αρχείο των ποινικών διαδικασιών ως μέρος της "Μνήμης του Κόσμου", επισημαίνοντας τη σημασία της διατήρησης της ιστορικής μνήμης. Επιπλέον, το 1997, ο ηθοποιός Marco Paolini παρουσίασε το θεατρικό έργο "Vajont" που αναβίωσε τα γεγονότα, συμβάλλοντας στην ευαισθητοποίηση του κοινού.

Η καταστροφή του Βάιοντ αναδεικνύει την ανάγκη για υπευθυνότητα και προσοχή στην ανθρώπινη παρέμβαση στο φυσικό περιβάλλον. Η ιστορία αυτή διδάσκει ότι η βιομηχανική ανάπτυξη δεν πρέπει να γίνεται εις βάρος της ασφάλειας και της ευημερίας των κοινοτήτων. Η μνήμη αυτής της τραγωδίας πρέπει να διατηρείται ζωντανή για να αποτρέψουμε την επανάληψή της στο μέλλον σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου.

 

 K.G

ΠΗΓΕΣ:

WIKIPEDIA

ΕΘΝΟΣ

MSN

mondadorieducation.it 

Σάββατο 25 Ιανουαρίου 2025

Στα Χρόνια της Dolce Vita

 


Στα Χρόνια της Dolce Vita

"Dolce Vita Era" είναι ένας όρος που συνδέεται με την περίοδο της μεταπολεμικής Ιταλίας, ιδιαίτερα τις δεκαετίες του 1950 και του 1960, όταν η Ιταλία βρισκόταν σε μια μεταφασιστική εποχή κοινωνικής και πολιτιστικής αναγέννησης. Η εποχή της "Dolce Vita" (της γλυκιάς ζωής) αποτυπώνεται στο στιλ, την πολυτέλεια και την κοσμοπολίτικη ατμόσφαιρα της Ρώμης, αλλά και άλλων ιταλικών πόλεων, κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου.

Η έννοια της Dolce Vita έχει συνδεθεί με την ταινία του Federico Fellini, La Dolce Vita (1960), η οποία απεικονίζει τις αντιφάσεις και τις φιλοδοξίες της ιταλικής κοινωνίας εκείνης της εποχής. Η ταινία αναδεικνύει μια ζωή γεμάτη πολυτέλεια, ματαιοδοξία, εφήμερη διασκέδαση και ανικανοποίητες επιθυμίες, γεγονός που αντανακλά τις αντιφάσεις της ιταλικής κοινωνίας μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Τα "χρόνια της Dolce Vita" συχνά συνδέονται με την αύξηση του βιοτικού επιπέδου στην Ιταλία, την άνθιση της μόδας, του κινηματογράφου, της τέχνης και της μουσικής, καθώς και την ευημερία που προήλθε από τη μεταπολεμική ανασυγκρότηση. Είναι μια εποχή που η Ιταλία αναδεικνύεται σε ένα από τα πιο σαγηνευτικά και ελκυστικά μέρη στον κόσμο, για τους πολίτες της αλλά και για τους ξένους επισκέπτες.

Η πολιτιστική κληρονομιά των χρόνων της Dolce Vita (1950-1960) στην Ιταλία είναι πλούσια και πολυσύνθετη, και επηρεάζει ακόμα και σήμερα τον πολιτισμό και την αισθητική της χώρας. Αυτή η περίοδος χαρακτηρίζεται από μια ιδιαίτερη συνύπαρξη παραδοσιακών αξιών και νεωτερικών τάσεων, καθώς η Ιταλία προσπαθούσε να ανασυγκροτηθεί μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, και ταυτόχρονα βρισκόταν στο επίκεντρο της παγκόσμιας πολιτιστικής και καλλιτεχνικής σκηνής.

Ας αναφερθούμε λοιπόν πιο αναλυτικά

 


1. Ο Κινηματογράφος

Ο κινηματογράφος διαδραμάτισε κεντρικό ρόλο στην πολιτιστική κληρονομιά της εποχής. Ο Federico Fellini, με την ταινία του La Dolce Vita (1960), έθεσε το σκηνικό για την εποχή και την ίδια την έννοια της "γλυκιάς ζωής". Η ταινία αναδείκνυε τις αντιφάσεις και τις κοινωνικές προκλήσεις της Ιταλίας μετά τον πόλεμο, ενώ παράλληλα απεικόνιζε την ζωή της ελίτ της Ρώμης.

Αλλά δεν ήταν μόνο ο Fellini που εντυπωσίασε. Οι Ιταλοί σκηνοθέτες της εποχής (όπως ο Michelangelo Antonioni, ο Vittorio De Sica και ο Luchino Visconti) συνέχισαν να εξερευνούν τις κοινωνικές, πολιτικές και ανθρώπινες πτυχές της Ιταλίας, συνδυάζοντας τον ρεαλισμό με τον εξπρεσιονισμό και την ποιητική αισθητική.

 

 

2.  Η Μόδα

Η μόδα αποτέλεσε αναπόσπαστο μέρος της "Dolce Vita". Η Ιταλία αναδείχθηκε σε πρωτοπόρο του παγκόσμιου στιλ, με την Ρώμη, το Μιλάνο και άλλες πόλεις να είναι κέντρα μόδας και πολυτέλειας. Η Γκρέτα Γκάρμπο, η Σοφία Λόρεν και άλλες Ιταλίδες ηθοποιοί έγιναν διεθνή σύμβολα μόδας και ομορφιάς. Σχεδιαστές όπως ο Τζιόρτζιο Αρμάνι και ο Βαλεντίνο ανέδειξαν τη μοναδικότητα της ιταλικής αισθητικής.

Η Dolce Vita είναι συνώνυμο με την υπερπολυτέλεια, αλλά και την απλότητα του «καλού γούστου». Η κοινωνία της εποχής εκτιμούσε τη μόδα ως μέρος της καθημερινής ζωής, και κάθε εμφάνιση μπορούσε να αποτελεί δήλωση προσωπικής ταυτότητας.

 

3. Η Μουσική

Στη δεκαετία του 1950 και 1960, η Ιταλία έγινε το λίκνο του ιταλικού τραγουδιού και του έθνικ στυλ. Η μουσική της εποχής, με τραγουδιστές όπως η Κατερινα Βαλέντε, η Μίλβα, η Μίνα, o Ντομένικο Μοντούνιο, η Δαλιδά, το Quartetto Cetra αντανακλούσε τις κοινωνικές αλλαγές και την αναζήτηση της διασκέδασης. Το ιταλικό τραγούδι, γνωστό και ως "Canzone Italiana", έγινε διάσημο σε όλο τον κόσμο, με πολλές από τις μελωδίες εκείνης της εποχής να παραμένουν κλασικές.

Ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα στην ιστορία της ιταλικής ποπ είναι η δημιουργία το 1951 του Festival della canzone italiana  που γενικά αναφέρεται ως Festival di San Remo ή ως Sanremo Music Festival. Κάθε χρόνο, η πόλη του Σαν Ρέμο (La Spezia) φιλοξενούσε και φιλοξενεί το φεστιβάλ στο θέατρο Ariston. Το φεστιβάλ έγινε τόσο διάσημο στην Ευρώπη που ενέπνευσε ακόμη και τον διαγωνισμό τραγουδιού της Eurovision.

Το Φεστιβάλ εξακολουθεί να λειτουργεί και σήμερα, αν και οι περισσότεροι κριτικοί το θεωρούν πολύ mainstream και παραδοσιακό. Ωστόσο, είναι ένα σημαντικό ραντεβού τόσο για τους μουσικούς όσο και για τις οικογένειες.

Τα πρώτα φεστιβάλ μεταδόθηκαν από το ιταλικό εθνικό ραδιοφωνικό κανάλι, και από το 1955, ο διαγωνισμός παρουσιάστηκε και στην τηλεόραση.

 

 

4. Αρχιτεκτονική και Τέχνη

Η Ιταλία, πάντα σε σχέση με την αρχαία κληρονομιά της, συνέχισε να εξελίσσει την αρχιτεκτονική της κατά τη διάρκεια αυτών των χρόνων, με νέες προσεγγίσεις στον εκμοντερνισμό και τον λειτουργισμό. Το Μιλάνο, η Ρώμη και άλλες μεγάλες πόλεις υποδέχτηκαν μοντέρνα κτίρια και μουσεία, ενώ ο παραδοσιακός ιταλικός σχεδιασμός συνέχιζε να εμπνέει τα έργα των καλλιτεχνών.

Η Ιταλία επίσης συνέχισε την παράδοση της κλασικής τέχνης και της γλυπτικής, με καλλιτέχνες όπως ο Ελβετός Αλμπέρτο Τζάκομετι να αποτελούν διακεκριμένα μέλη του διεθνούς καλλιτεχνικού κόσμου.

 

 

5. Πολιτική και Κοινωνία

Η εποχή της "Dolce Vita" για την κοινωνία δεν ήταν απλά μια εποχή διασκέδασης για την ελίτ. Αντίθετα, ήταν μια περίοδος βαθιών κοινωνικών και πολιτικών αλλαγών. Η Ιταλία πέρασε από τον αυστηρό έλεγχο του φασιστικού καθεστώτος σε μια δημοκρατική διακυβέρνηση, και αυτό επηρέασε το πνεύμα της εποχής. Υπήρξε μια άνοδος της μεσαίας τάξης, με τους Ιταλούς να γεύονται την οικονομική ανάπτυξη και τη βελτίωση του βιοτικού τους επιπέδου.

Η ζωή της εποχής της "Dolce Vita" απέδιδε την αντίφαση της αναζητούμενης ελευθερίας και της σύγχρονης ματαιοδοξίας, ενώ ταυτόχρονα συνέχιζε να είναι βαθιά συνδεδεμένη με την πολιτιστική και κοινωνική κληρονομιά της Ιταλίας.

 


 

6. Γαστρονομία

Η ιταλική κουζίνα, πάντοτε κλασική, απέκτησε διεθνή φήμη κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, καθώς οι Ιταλοί, οι Αμερικανοί και άλλοι Ευρωπαίοι έδειξαν ενδιαφέρον για τα χαρακτηριστικά πιάτα. Η διάσημη πίτσα, τα ζυμαρικά και το ελαιόλαδο έγιναν σύμβολα του ιταλικού τρόπου ζωής και εξακολουθούν να είναι βασικά στοιχεία της ιταλικής γαστρονομίας και πολιτιστικής κληρονομιάς.

Αυτά τα στοιχεία του πολιτισμού της Dolce Vita είναι ακόμα ζωντανά σήμερα και συνεχίζουν να καθορίζουν την εικόνα της Ιταλίας ως έναν τόπο συνδυασμού παράδοσης και μοντέρνας πολυτέλειας.

Ποια όμως μπορούν να θεωρηθούν  ως τα βασικά γνωρίσματα της εποχής της DOLCE VITA

Το χαρακτηριστικό γνώρισμα της εποχής είναι η έμφαση που δίνεται στην απόλαυση και την πολυτέλεια της καθημερινής ζωής σε συνδυασμό με μια αίσθηση εφήμερης ματαιοδοξίας και κοινωνικής επιφανειακότητας. Η εποχή αυτή, που διαρκεί περίπου από τα τέλη της δεκαετίας του 1950 μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1960, είναι συνώνυμο με την αναζήτηση της απόλαυσης, της ελευθερίας και της κοσμοπολίτικης ζωής.

Αναλυτικά, τα κύρια χαρακτηριστικά της περιόδου περιλαμβάνουν:

 


 

1. Απόλαυση της Ζωής και Πολυτέλεια

Η "Dolce Vita" αναφέρεται στην επιδίωξη της γλυκιάς και άνετης ζωής, με επίκεντρο τη διασκέδαση, την κοινωνική ζωή, και την πολυτέλεια. Η επιτυχία στην εργασία και η οικονομική ευημερία που ακολούθησαν τη μεταπολεμική ανασυγκρότηση οδήγησαν στη δημιουργία μιας νέας μεσαίας τάξης που μπορούσε να απολαύσει την καθημερινότητα με έναν τρόπο πιο εύκολο και χλιδάτο.

 


 

2. Πολυτέλεια και Κοσμοπολιτισμός

Η περίοδος αυτή συνδυάζει την ελαφρότητα και τη φιλοδοξία του κοσμοπολιτισμού με την έντονη αίσθηση της πολυτέλειας. Οι άνθρωποι της εποχής, ιδιαίτερα οι πλούσιοι και διάσημοι, εμφανίζονταν σε κλαμπ, καφετέριες και παραλιακά θέρετρα της Ρώμης, της Φλωρεντίας και του Κόμο, ενώ η μόδα, το στυλ και οι κινηματογραφικές προσωπικότητες, όπως η Σοφία Λόρεν και η Γκρέτα Γκάρμπο, επηρεάζαν τον κόσμο.

3. Αντίθεση Μεταξύ Εσωτερικής Κενότητας και Εξωτερικής Πολυτέλειας

Το πιο ισχυρό στοιχείο της Dolce Vita, όπως αποτυπώθηκε στην ταινία La Dolce Vita του Federico Fellini (1960), είναι η αντίφαση μεταξύ της εξωτερικής μαγείας και της εσωτερικής κενότητας. Η επιφανειακή απόλαυση της ζωής, τα πάρτι και η πολυτέλεια συχνά αναδεικνύονται ως κενές και φευγαλέες στιγμές, χωρίς να οδηγούν σε πραγματική εκπλήρωση ή νόημα.

 

 

4. Αναζήτηση της Ελευθερίας και της Διασκέδασης

Η "Dolce Vita" συνδέεται με την αναζήτηση προσωπικής ελευθερίας και διασκέδασης, και σε αυτό το πλαίσιο, η κοινωνία των μεγάλων πόλεων (ιδιαίτερα της Ρώμης) μετατράπηκε σε ένα επίκεντρο για την παγκόσμια νεολαία και τους καλλιτέχνες, που ήθελαν να απολαύσουν τη ζωή χωρίς περιορισμούς.

 


 

5. Κοινωνική και Πολιτιστική Αντίφαση

Η Dolce Vita υπήρξε μια κοινωνική και πολιτιστική αντίφαση: από τη μία πλευρά, τα υλικά αγαθά και οι ανέσεις αυξάνονταν, αλλά από την άλλη υπήρχε μια έντονη αίσθηση της ασταθούς και πρόσκαιρης φύσης αυτής της ευημερίας. Υπήρξε μια διαρκής αναζήτηση του "κάτι παραπάνω", μιας εκπλήρωσης που όμως ποτέ δεν φαινόταν να έρχεται.

Συνολικά, η "Dolce Vita" καταγράφει μια περίοδο έντονης κοινωνικής και πολιτιστικής δραστηριότητας, όπου η Ιταλία αναδείχθηκε ως σύμβολο της κομψότητας, της μόδας, της τέχνης και της ελευθερίας, ενώ παράλληλα αποτυπώνει τις αντιφάσεις και τις αναζητήσεις μιας γενιάς που ζούσε στο απόγειο της οικονομικής ευημερίας αλλά με μια αίσθηση υπαρξιακής ανασφάλειας.

 

Κυριακή 12 Ιανουαρίου 2025

Γελώντας με τους Φασίστες

 


Γελώντας με τους Φασίστες

Δεν μπορεί να πει κάποιος πως το φασιστικό καθεστώς του Μουσολίνι είχε την αίσθηση του χιούμορ όμως το τότε φασιστικό κόμμα βρήκε την κωμωδία χρήσιμη για την επιβίωση του σε ορισμένες περιπτώσεις.

Ούτε ο Μπενίτο Μουσολίνι ούτε το φασιστικό καθεστώς που κυβέρνησε την Ιταλία από τη δεκαετία του 1920 έως και τη δεκαετία του 1940 ήταν γνωστά για την αίσθηση του χιούμορ τους. Όπως γράφει ο ιστορικός πολιτισμού Stephen Gundle, το πιο κοντινό στην κωμωδία, οι «ομάδες δράσης» του φασιστικού κινήματος, ήταν  για να κοροϊδεύουν και να εξευτελίζουν τους σοσιαλιστές και τους συνδικαλιστές κόβοντας τα γένια τους ή αναγκάζοντάς τους να πίνουν καστορέλαιο. Όμως, γράφει ο Gundle, οι ολοκληρωτικοί στόχοι των φασιστών σήμαιναν πως η ιδεολογία έπρεπε να προσπαθήσει να διαπλεχθεί με κάθε πτυχή της ζωής - συμπεριλαμβανομένης της κωμωδίας .

Ενώ η ναζιστική κυβέρνηση της Γερμανίας δεχόταν γενικά τα πολιτικά αστεία ως βαλβίδα εκτόνωσης του λαού και δεν τιμωρούσε σκληρά τους ανθρώπους που τα πρόβαλαν, οι Ιταλοί φασίστες, όταν κατέλαβαν την εξουσία, έκλεισαν αμέσως τα δημοφιλή σατιρικά έντυπα. Ακόμη και ένα αστείο που θα ακουγόταν τυχαία θα μπορούσε να θεωρηθεί ποινικό «αδίκημα κατά του αρχηγού της κυβέρνησης», και να προκαλέσει την φυλάκιση αυτού που τόλμησε να το πει. Τις περισσότερες φορές όμως ο δράστης γινόταν στόχος ξυλοδαρμού.

Από την άλλη πλευρά, γράφει ο Gundle, οι άνθρωποι εντός του καθεστώτος μπορούσαν να ξεφύγουν της λογοκρισίας κάνοντας ελαφρό χιούμορ σε βάρος των φασιστών αξιωματούχων, όπως έγινε και με την περίπτωση του γραμματέα του φασιστικού κόμματος Achille Starace που προσπάθησε να καταργήσει τη χειραψία.

Οι Ιταλοί χιουμορίστες βάδισαν στην κόψη του ξυραφιού δηλαδή στη γραμμή μεταξύ υποστήριξης και σατιρίσματος του καθεστώτος με διαφορετικούς τρόπους. Λέγεται ότι ο δημοσιογράφος Leo Longanesi επινόησε το σύνθημα «Ο Μουσολίνι έχει πάντα δίκιο» σαν αστείο που όμως τελικά το υιοθετήσει το καθεστώς, και από εκεί και πέρα ο Longanesi κινήθηκε στη δημιουργία φασιστικής προπαγάνδας.

 


Αυτή όμως η ανοχή του καθεστώτος στην σάτιρα επεκτάθηκε, επίσης τουλάχιστον εν μέρει, στους κωμικούς που τάσσονταν υπέρ του καθεστώτος. Για παράδειγμα, ο Ιταλός ερμηνευτής θεάτρου βαριετέ Ετόρε Πετρολίνι ειδικεύτηκε στην παρουσίαση μια ποικιλίας χαρακτήρων, συμπεριλαμβανομένου ενός μεγαλομανούς αυτοκράτορα Νέρωνα. Αν και αυτός ο χαρακτήρας δεν φαίνεται να βασίστηκε στον Μουσολίνι, μέλη του κοινού του Petrolini έκαναν αυτή τη σύνδεση. Ο Gundle υποστηρίζει ότι ο Petrolini κατάφερε να συνέχιση την παρουσίαση τέτοιων χαρακτήρων εν μέρει επειδή ο Μουσολίνι ήταν μεταξύ των θαυμαστών του - και το αντίστροφο. Το 1929 ο Πετρολίνι έγινε επίτιμος αξιωματικός της Φασιστικής Πολιτοφυλακής.

Ενώ οι φασίστες μιλούσαν μερικές φορές ενάντια στην επιπόλαιη ψυχαγωγία, η διάθεση ολόκληρης της κοινωνίας να την αποδέχεται και να συμμετέχει σήμανε για το καθεστώς ότι οι πολίτες του, που απλώς ήθελαν να συνεχίσουν να ζουν μια κανονική ειρηνική ζωή, δεν έπρεπε να αποξενωθούν από την ψυχαγωγία τους. Ως εκ τούτου, η φασιστική κυβέρνηση υποστήριξε τόσο την προβολή αμερικανικών κωμωδιών, όπως οι ταινίες του Three Stooges  όσο και την προβολή ταινιών με κινούμενα σχέδια που εστιάζονταν στην καθημερινή ζωή.

«Τα κινούμενα σχέδια ήταν αυτά του τύπου που προκαλούσαν χαμόγελα και αυτή η ποιότητα ήταν ιδιαίτερα πολύτιμη για το καθεστώς σε μια περίοδο που έλλειπαν τα καλά νέα», γράφει ο Gundle.

Όταν η κωμωδία έγινε κοινωνική, έτεινε να επικεντρώνεται στην κοροϊδία συγκεκριμένων κοινωνικών «τύπων», συμπεριλαμβανομένων των «μοντέρνων» γυναικών και των «μη αρρενωπών» ανδρών, καθώς και των Εβραίων, των ξένων και των αριστερών.

Καθώς ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος δεν εξελισσόταν καλά για τους φασίστες και η δύναμη του Μουσολίνι εξασθενούσε, οι Ιταλοί αποθαρρύνονταν όλο και περισσότερο να κάνουν φανερά αστεία σε βάρος του Μουσολίνι συμπεριλαμβανομένων και των βρώμικων αστείων που ψιθυρίζονταν για τη σχέση του Μουσολίνι με την Κλάρα Πετάτσι.

Κλείνοντας να πούμε πως μετά το τέλος του πολέμου, πολλοί από τους ερμηνευτές, σκιτσογράφους και άλλους χιουμορίστες που αστειεύονταν υπέρ και για λογαριασμό του φασιστικού καθεστώτος επέστρεψαν στην καριέρα τους, αλώβητοι από τη συμπαιγνία τους με τους φασίστες.

Από κείμενο της Livia Gershon   

Jstor Daily