Translate -TRANSLATE -

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΙΗΓΗΜΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΙΗΓΗΜΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 22 Απριλίου 2022

Μια Μεγάλη Παρασκευή στη Μεσσαρά

 


Μια Μεγάλη Παρασκευή στη Μεσσαρά

 

Βρέθηκα ένα βράδυ της Μ. Παρασκευής στο σπίτι της κυρα-Στασούλας σε κάποιο χωριό της Μεσσαράς. Μια γυναίκα βασανισμένη, πονεμένη και σημαδεμένη από τις πίκρες της ζωής.

Όταν τη ρώτησα, πώς τα περνά, μου είπε με παράπονο: «Βάσανα, παιδί μου, βάσανα, μα κάθισε να σε φιλέψω κατιτί. Άσπρισαν τα μαλλιά μου. Κύρτωσε το κορμί μου. Έχουν περάσει χρόνια από τότε που το μαντάτο έφτασε στο χωριό. Ήταν τέτοια μέρα, τέτοια βραδιά. Μα κάτσε, παιδί μου, κάτσε ψυχή μου. Ο Θεός σ' έστειλε για να πιο τον πόνο μου να ξαλαφρώσω.

Εκτός από το κορμί μου και το μυαλό μου δεν έχω τίποτε άλλο. Ούτε μια χούφτα χώμα να με σκεπάσει. Μια φορά ήτανε όλα όμορφα».

Η γριά αναστέναξε βαθιά. Με δυσκολία σηκώθηκε ορθή και στηρίχτηκε στο ραβδί της. Τα πόδια της έτρεμαν.

«Τα βάσανα βλέπεις! Όλα έχουν, παιδί μου, ένα τέλος κι αυτό πολλές φορές είναι κακό».

Προχώρησε λίγο, κοντοστάθηκε, αναστέναξε, κοίταξε το εικονοστάσι και πάλι αναστέναξε.

«Θυμούμαι, παιδί μου, τα χρόνια κείνα. Ήτανε όλα όμορφα, χαρούμενα. Φτωχικά, δύσκολα, μα χαρούμενα. Σαν τούτη τη βραδιά το παιδί μου με την παρέα του σήκωσαν τον Επιτάφιο. Ξαφνικά ακούστηκαν τα σήμαντρα. Ξυπνούσαν το χωριό να περάσει κάτω από τον επιτάφιο κατά το έθιμο.

Παιδιά γελούσαν, άλλα έκλαιγαν, φώναζαν, οι σκύλοι γαύγιζαν. Όλοι ακολουθούσαν την πομπή του Επιταφίου. Οι κοπέλες με τα παρδαλά φουστάνια, οι γριές κουκουλωμένες με τις μαύρες μαντίλες. Στα λιβανιστήρια έκαιγε λιβάνι. Μοσχομύριζε ο τόπος. Νεκρός περνούσε, παιδί μου, ο Χριστός μας. Λίγο το 'χεις;

Σε κάθε σπίτι ύψωναν τον Επιτάφιο και περνούσαν όλα τα άτομα της οικογένειας από κάτω. Μερικοί και δύο και τρεις φορές, προσκυνώντας με ευλάβεια το σώμα του Χριστού.

Η βραδιά ήταν θολή και γλυκιά. Τα μάτια τρέχαν δάκρυα ασταμάτητα. Θρηνούσαν το δράμα του Κυρίου».

Ξαφνικά σταμάτησε να μιλεί. Χαμήλωσε τα μάτια στη γη. Σταυροκοπήθηκε. Παρ' όλη την αδυναμία της έβαζε λιβάνι. Στήλωσε το βλέμμα της στο εικονοστάσι ενώ δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια της.

«Θα μ' αξιώσει ο Θεός να περάσω και φέτος κάτω από, τον Επιτάφιο; Τούτη η χαρά μ' απόμεινε, παιδί μου».

Για μια στιγμή λυγίζει, μα δεν πέφτει. Στηρίζεται στον τοίχο. Σηκώθηκα να τη βοηθήσω να καθίσει. Έκανε δυο βήματα και κάθισε. Ύστερα σηκώθηκε πάλι όρθια, τίναξε το κορμί της, χτύπησε το στήθος της με το δεξί της χέρι, σταυροκοπήθηκε και ησύχασε. Προσπαθώ να τη βοηθήσω. Σφίγγεται η καρδιά μου από συγκίνηση.

«Να ζήσεις, παιδί μου. Να ζήσεις, ψυχή μου. Να μη σε βρουν βάσανα στη ζωή σου».

Και ησυχάζει. Μοναδικές στιγμές συγκίνησης και συμπόνοιας στη ζωή μου. Η συγκίνηση μου κορυφώνεται. Σηκώνομαι να φύγω.

«Κάτσε, παιδί μου. Κάτσε. Σε λίγο θα περάσει ο Επιτάφιος».

Ιδρώτας πέφτει από το μέτωπο μου.

Οι στράτες τώρα είναι έρημες. Παντού βασιλεύει ησυχία.

Την κοίταξα με σεβασμό και ευγνωμοσύνη. Θυμήθηκα τη μάνα τη δική μου, που νοιαζότανε για όλους. Μόνο τον εαυτό της δεν πρόσεχε.

«Κάπως έτσι θα ήτανε αν ζούσε», σκέφτηκα.

Δυστυχισμένη γυναίκα, αλλά περήφανη με γενναία ψυχή. Εκείνη συνέχισε:

«Πέρασα νύχτες και μέρες πικρές, παιδί μου. Όμως, τι μπορεί ν' αλλάξει το θέλημα του μεγάλου Θεού;» τόλμησε να ψελλίσει.

«Μη με κρίνεις, παιδί μου. Είναι βαριά η πληγή».

Αναστέναξε πάλι.

Δεν μπορεί ν' αλλάξει το ριζικό του ανθρώπου. Όλοι έχουν να κλάψουν κάποιο δικό τους. Καθένας έχει το δικό του τον πόνο. Ο Θεός είναι μεγάλος. Μπροστά στο έλεος του η ζωή είναι μηδέν. Σίμωνε το Πάσχα», συνεχίζει. «Το βράδυ εκείνο της Μ. Παρασκευής η ψυχή μου ήταν βαριά. Προαισθανύμουνα ότι κάτι κακό θα συμβεί. Προσευχήθηκα κι έπεσα να κοιμηθώ. Ο ύπνος δεν με είχε πάρει ακόμη, όταν άκουσα μια δυνατή βοή. Μου φάνηκε πως κουνήθηκε συθέμελα το σπίτι. «Θεέ μου» είπα και πετάχτηκα ολόρθη. Πήγα στο εικονοστάσι και σταυροκοπήθηκα. «Το παιδί μου!» σκέφθηκα. Το μονάκριβο παλικάρι μου. Ταξιδεύει τούτη τη βραδιά. Πολλά μπήκαν στο μυαλό μου. Φόβος με κυρίεψε. Θεέ μου! βοήθησε το να 'ρθεί με το καλό να γιορτάσομε την Ανάσταση του Κυρίου!

Ξαφνικά αστραπές έσχισαν τον ουρανό. Ο δυνατός αέρας ούρλιαζε. Τα σκυλιά αλυχτούσαν κι ο φόβος με κυρίεψε περισσότερο. Σκοτάδι βαθύ παντού. Ερημιά στους δρόμους, στη γειτονιά.

Λες να βούλιαξε το καράβι; Λες τα κύματα να το αναποδογύρισαν, να το σύντριψαν; Τι μπορεί να 'γινε; Μα δεν είναι δυνατόν. Ο γιος μου είναι δοκιμασμένος θαλασσινός. Και το σκαρί είναι γερό.                                            

Βγήκα έξω στην αυλή. Ήταν όλα θεοσκότεινα. Όλα μαύρα κι άραχνα.  Ο ουρανός άρχισε πάλι ν' αστραποβροντά. Λες και ο Θεός φανέρωνε την οργή του. Έκανα το σταυρό μου και μπήκα μέσα. Στάθηκα λίγο μπροστά στο εικονοστάσι και προσευχήθηκα. Ξάπλωσα και τυλίχτηκα στις κουβέρτες. Ένας φόβος με κυρίεψε

Το μαντάτο έφτασε στο χωριό. Το καράβι βούλιαξε και το πλήρωμα χάθηκε. Πώς σηκώθηκα από το κρεβάτι δεν ξέρω. Δεν ξέρω πού βρισκόμουνα. Μια φωνή αντηχούσε στα αυτιά μου»

 

«Κλάψε, κυρά μου, κλάψε.

Πάντα, παντέρμε λογισμέ, ήσυχη δε μ'αφήνεις,

γιάντα, παντέρμε λογισμέ, γιάντα με βασανίζεις;»

 

Της φίλησα με σεβασμό το χέρι, την ευχαρίστησα με ευγνωμοσύνη κι έφυγα. Βγήκα από το σπίτι, έστριψα τη γωνία και απομακρύνθηκα. Μάταια αναζητούσα το αυτοκίνητο μου. Τα είχα χαμένα, κυριολεκτικά. Η σκέψη μου έμεινε εκεί στη σεβάσμια γερόντισσα. Εκεί στο έρημο σπίτι της.

 

Από το βιβλίο του καθηγητή
κ. Βασίλη Χαραλαμπάκη
"ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ"

Η φωτογραφία είναι του Hector Christiaen

 

 

Τρίτη 7 Απριλίου 2015

Παπαδιαμάντης: Δυο άγνωστα πασχαλινά άρθρα του 1887




Παπαδιαμάντης: Δυο άγνωστα πασχαλινά άρθρα

Γράφει ο  Φώτης Δημητρακόπουλος

Δημοσιεύθηκαν πριν από 128 χρόνια, το 1887 και έμειναν εκτός φιλολογικής βιβλιογραφίας
Στην εφημερίδα Ακρόπολις, τη Μεγάλη Εβδομάδα του 1887, από 29 Μαρτίου έως 5 Απριλίου, δημοσιεύεται σειρά θρησκευτικών άρθρων, αβιβλιογράφητων, δύο εκ των οποίων φέρουν την υπογραφή Μ. (=Μωραϊτίδης) και άλλα δύο την υπογραφή Π.   (=Παπαδιαμάντης).   Το   θέμα αυτό   αποτελεί  μέρος της εργασίας «Ο Μωραϊτίδης και η θρησκευτική αρθρογραφία. Έλεγχος της Ακροπόλεως, 1883-1908» με έρευνα της μαθήτρια του, φιλολόγου, Σοφίας Μπόρα.
Από τη σειρά αυτή είχε αναδημοσιεύθει στην Καθημερινή 21. 4.1992 το άρθρο για την Μεγάλη Παρασκευή που έχει τίτλο «Η μεγάλη ημέρα του χριστιανισμού».
Το δεύτερο παπαδιαμαντικό άρθρο της σειράς αυτής, με τον τίτλο «Παραμονή»,   δημοσιεύτηκε  στην εφημερίδα "Ακροπολις" το Σάββατο, 4 Απριλίου 1887. Στην ίδια εφημερίδα, την  Πέμπτη 23 Απριλίου 1887, δημοσιεύτηκε ένα επίσης άγνωστο θρησκευτικό άρθρο του Παπαδιαμάντη με τον τίτλο «Αγιος Γεώργιος ο μεγαλομάρτυς» και την υπογραφή Π. (=Παπαδιαμάντης).
Φαίνεται  περίεργο,   τελικώς  όμως δεν είναι, το γεγονός ότι και σήμερα ακόμη εντοπίζουμε άγνωστα κείμενα του Παπαδιαμάντη. Εν γένει, στην καθαυτό φιλολογική μελέτη του Παπαδιαμάντη δεν έχει γίνει σχεδόν τίποτε. Ισχύει κι εδώ η γενική παρατήρηση ότι στη Νεοελληνική Φιλολογία υπεραφθονούν οι αναλύσεις, αναγνώσεις, προσεγγίσεις κ.λπ., ερήμην της σοβαρής φιλολογικής έρευνας. Στην παπαδιαμαντική φιλολογία αυτό το σύμπτωμα έχει πάρει διαστάσεις νεοπλάσματος.
Τα άρθρα αναδημοσιεύονται εδώ, για πρώτη φορά, με την ορθογραφία του πρωτοτύπου.

 Ο Άγιος Γεώργιος. Εικόνα των αρχών του 18ον αιώνα, διαστάσεων 64X51,5X2 εκ. Μουσείο Αντιβουνιώτισσας Κέρκυρα. (Από το βιβλίο του Παναγιώτη Α. Βοκοτόπουλου «Εικούς της Κέρκυρας» - Έκδοση Μορφωτικού Ιδρύματος της Εθνικής Τραπέζης. Αθήνα 1990).

Άγιος Γεώργιος ο Μεγαλομάρτυς
Οι πλείστοι των αναγνωστών της «Ακροπόλεως» θα αγνοώσι το κατά τον Άγιον Γεώργιον τον μεγαλομάρτυρα, ου την μνήμην εορτάζει σήμερον η εκκλησία. Και τούτο βεβαίως δεν προέρχεται τόσον εκ της χαλαρώσεως του παρ' ημίν θρησκευτικού αισθήματος, όσον εκ της ελλείψεως πάσης προσπάθειας εκ μέρους των αποτελούντων τον κλήρον και την Εκκλησίαν της Ελλάδος, όπως ή διά της εκδόσεως καταλλήλων βιβλίων και εγχειριδίων, ή και διά της από του άμβωνος διδασκαλίας, καταστήσωσι γνωστάς τας πράξεις και τον βίον των διασημότερων τουλάχιστον αγίων εις το χριστεπώνυμον πλήρωμα. Νομίζομεν δε, ότι ουδέν προλέγομεν το απίθανον, εάν ισχυρισθώμεν ότι και σήμερον, ουδείς ιεροκήρυξ εν ουδενί ναώ της πρωτευούσης θέλει ποιήσει ανάλυσιν του βίου και των πράξεων του Αγίου Γεωργίου.
Τούτου ένεκεν, δεν κρίνομεν περιττόν να παράσχωμεν ενταύθα σημειώσεις τινάς περί του αγίου τούτου, ας εκ του προχείρου ηδυνήθημεν να αρυσθώμεν. Ο Αγιος Γεώργιος ήν Μικρασιάτης. Καππαδόκης την πατρίδα εξ οικογενείας δε ευγενέστατης και λίαν ευπόρου. Έζη επί της βασιλείας του Διοκλητιανού, κατά τας τελευταίας δεκαετηρίδας του τρίτου αιώνος· είχεν υπηρετήσει εις τον ρωμαϊκόν στρατόν και είχε προαχθή εις το αξίωμα του κόμητος.
Όταν ο Διοκλητιανός εκήρυξε τον δέκατον και τελευταίον κατά των Χριστιανών διωγμόν, ει δε μη προσκυνούντες τα είδωλα ήρχισαν να φονεύωνται σωρηδόν, άνευ οίκτου και επιεικείας, ο Άγιος Γεώργιος πρωτεύων μεταξύ των Χριστιανών κατοίκων των χωρών εκείνων, ηρνήθη να εξομώση τον Χριστιανισμόν και λα-τρεύση τα είδωλα συγκρατών ούτω διά του παραδείγματος του πολλάς χιλιάδας επτοημένων Χριστιανών εις την πίστιν διότι οι μικροί ακολουθούσι πάντοτε το παράδειγμα και ισχυρών Χριστιανών ανθίστατο κατά των διωκτών της πίστεως και υφίστατο το μαρτύριον, οι περί αυτόν μικρότεροι και εις την πενεστέραν τάξιν ανήκοντες ενισχύοντο εις την αντίστασιν και ενέμενον εις την πίστιν μέχρι του μαρτυρίου· όταν τουναντίον οι μεγάλρι εσώζοντο προσκυνούντες τα είδωλα, κατά φυσικόν τον λόγον και οι μικροί από δειλίαν απεθαρρύνοντο και κατά το πλείστον, αν ουχί άπαντες, τους εμιμούντο.
Δια τούτο ουδόλως παράδοξον, εάν αι καταδιώξεις και τα βασανιστήρια, άτινα υπό των ρωμαϊκών αρχών υπέρ της χριστιανικής πίστεως υπέστη ο Αγ. Γεώργιος, συνετέλεσαν τότε, ου μόνον εις το να συγκρατήσωσιν εις τον χριστιανισμόν χιλιάδας πιστών, αλλά και εθνικούς ακόμη να φέρωσιν εις επίγνωσιν της αληθείας.
Ο άγιος Γεώργιος μετά τοσαύτης καρτερίας και ανδρείας υπέστη τα βασανιστήρια, ώστε ενώ πας άλλος εις την θέσιν του θα επέθνησκεν, αυτός έμεινε σώος και υγιής, χλευάζων εκείνους, οίτινες δια τοιούτων άνανδρων μέσων προσεπάθησαν να κλονίσωσι τας θρησκευτικός πεποιθήσεις του.
Πολλά θαύματα αναφέρονται υπό των συναξαριστών, ως εκτελεσθέντα υπ' αυτού κατά την περίοδον ταύτην της δοκιμασίας· εκ τούτων αναφέρομεν το εξής, ως ενέχόν τι το επιβλητικώτερον και μάλλον χαράκτηριστικόν.
Μίαν ημέραν ο άγιος, εισελθών εις ναόν ειδώλων, παρόντος πολλού πλήθους λαού, απευθύνθη προς εν των εκεί ξοάνων και είπε:
«Λάβε ανθρωπίνην φωνήν και ειπέ εις τους ανθρώπους τούτους» εάν τα είδωλα εισί θεοί και αξίζωσι να λατρεύωνται». Εις την διαταγήν του αγίου, το λίθινον ξόανον έλαβε αμέσως λαλιάν ανθρώπου και ωμολόγησεν, ότι τα είδωλα είνε ανάξια λατρείας και ότι μόνος ο Ιησούς είναι ο αληθής θεός. Συν ταις λέξεσι ταύταις, άπαντα τα αγάλματα του ναού πεσόντα αυτομάτως συνετρίβησαν, όλος δε ο εκεί συνηθροισμένος κόσμος επίστευσεν εις Χριστόν.
Επί τέλους, η κυβέρνησις του αυτοκράτορος Διοκλητιανού, βλέπουσα πόσον επιζήμιος τη ήτο η περαιτέρω παράτασις της ζωής του αγίου, διέταξε την αποκεφάλισιν αυτού.
Ούτως, ο άγιος Γεώργιος εμαρτύρησεν αποτμηθείς την κεφαλήν διά ξίφους. Έκτοτε δε η εκκλησία, επί έτη πλείονα των χιλίων εξακοσίων, δεν επαύσατο εορτάζουσα την μνήμην του εκάστην 23ην Απριλίου.   
Π.

Παραμονή
Ουδεμίαν θα έλεγεν υπερβολήν ο ισχυριζόμενος, ότι, σχεδόν πάντοτε, πραγματική εορτή καταντά να γίνη η παραμονή εορτής τίνος. Το τοιούτον, εάν αληθεύη κατά το μάλλον ή ήττον και διά τας άλλας πάνδημους θρησκευτικάς εορτάς του ενιαυτού, διά το Πάσχα όμως είνε αναμφισβήτητος πραγματικότης. Κατά την παραμονήν, η εν ταις αγοραίς τοις οψοπωλείοις και τοις εμπορικοίς καταστήμασι κίνησις και ζωηρότης ανέρχεται εις το ζενίθ αυτής, η δ' εορτάσιμος παρασκευή των παντοπωλείων, κρεοπωλείων, κηροπωλείων κ.λπ. ως και η συρροή εύθυμου πληθύος ανθρώπων παντός φύλου και πάσης ηλικίας, σπευδόντων να ποιήσωσι τας προμηθείας αυτών διά της αύριον την μεγάλην ημέραν, προσδίδουσιν εις την πόλιν αληθούς πανηγύρεως όψιν.
Αλλά δεν είνε μόνον τούτο· η πανήγυρις δεν προορίζεται μόνον εις τας αγοράς και τας οδούς της πόλεως· εντός των οικιών υπάρχει άλλη πανήγυρις, άλλη χαρά, άλλη ζωηρότης, μικρότερων μεν διαστάσεων, γλυκύτερα όμως, και αναμφισβητήτως μείζον ενέχουσα το θέλγητρον.
Εις τας πενεστέρας οικογενείας, ένθα δεν εισέρχεται το κρέας τοσούτο συχνά κατά το επίλοιπον διάστημα του ενιαυτού -και αίτινες, καθ' ό στερούμενοι της μορφώσεως και του πολιτισμού των ευπορωτέρων τάξεων, ενήστευσαν καθ' όλην την τεσσαρακοστήν -εις τας πενεστέρας, λέγω, οικογενείας, είνε απερίγραπτος η χαρά των τε μικρών και των μεγάλων, διά τον αμνόν και τα άλλα πολυτελή εδέσματα, τα ετοιμαζόμενα διά την αύριον υπό της μητρός.
Αλλά και παρά ταις ευπόροις οικογενείαις και παρ' αυταίς έτι ταις αριστοκρατικαίς, η χαρά και η ζωηρότης δεν είνε ελάσσονες. Και παρ' αυταίς η μαμά εγείρεται ολίγον ενωρίτερον του συνήθους, και αφίνουσα δι' ολίγας ώρας ήσυχον την καμαριέρα της, καταδέχεται να επισκεφθή το μαγειρείον και να δώση διαταγάς και οδηγίας περί της αύριον εις την μαγείρισσάν της· τινές μάλιστα προβαίνουσι και μέχρι της αυταπαρνήσεως του να παραμείνωσιν εν τω μαγειρείω όπως επιβλέψωσι την εκτέλεσιν των διαταγών των. Επί μίαν ημέραν λησμονείται η τουαλέττα, η δε κυρία της αριστοκρατίας αποδίδεται εις την οικογένειαν και εις τα τέκνα της, όπως και η πτωχότερα γυνή του λαού.
Αλλ' εκτός της οικογενειακής ταύτης χαράς και ευδαιμονίας, αι εύποροι δέσποιναι, αι υπό της μοίρας ευνοηθείσαι θνηταί, απολαύσουσι και ετέρας ευδαιμονίας, ήτις, τοσούτο μάλλον είνε υψηλότερα, καθ' όσον αποκλειστικόν αυτών τυγχάνει προνόμιον, των πτωχότερων μη δυναμένων ποτέ να την απολαύσωσιν. Η ευδαιμονία αύτη συνίσταται εις το βοηθείν κατά τας αγίας ταύτας ημέρας, απόρους οικογενείας, φυλακισμένους, ασθενείς, ορφανά και χήρας και παρέχειν εις τα ηδικημένα ταύτα όντα μικρόν μέρος της πλημμυρούσης τας εαυτών οικίας ευπορίας και αφθονίας.
Ολα ταύτα γίνονται κατά την παραμονήν· ενώ κατά την ημέραν του Πάσχα, η απόλαυσις, περιοριζόμενη εις μόνον σχεδόν τον στόμαχον, καταντά αρκούντως μονότονος, η δε ημέρα, μέχρι της ώρας του εσπερινού, παρέρχεται σχεδόν εν σιγή. Αλλά, μήπως μόνον διά τας εορτάς συμβαίνει τούτο; Μήπως εις απάσας τας ευτυχίας μας, εις απάσας τας χαράς μας, εις απάσας εκείνος τα στιγμάς ών την έλευσιν μετά πόθου προσδοκώμεν και χάριν των οποίων από μακρού χρόνου παρασκευαζόμεθα, το αυτό δεν συμβαίνει; Ποσάκις δεν μας συνέβη, αφού τύχωμεν του αγαθού, το οποίον επί μακρόν χρόνον εποθήσομεν, να αισθανθώμεν, ότι πράγματι ευδαίμονες ήσαν δι' ημάς μόναι αι βραχείαι στιγμαί, αι προηγηθείσαι της απολαύσεως αυτού;
Πρεσβύται και νέοι, παιδιά και μητέρες, γυναίκες και άνδρες, ας χαρώμεν σήμερον εν τω μέσω της γενικής ζωηρότητας, των προετοιμασιών, και των βελασμάτων των πασχαλινών αμνών. Ας χαρώμεν διότι και η σήμερον και η αύριον θα παρέλθωσι, και ημείς πάλιν, ως οι μεγάλοι αμαρτωλοί του ελληνικού ταρτάρου, θα επα-ναρχίσωμεν κυλίοντες τον λίθον μας επί του όρους της ζωής! 
Π.                                                                     

Σάββατο 1 Νοεμβρίου 2014

Στρατή Μυριβήλη : "Η γοργόνα και ο Μεγαλέξανδρος"




Η  ΓΟΡΓΟΝΑ ΚΑΙ Ο ΜΕΓΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ
Απ' όλους τους συμμαθητές του ο Στάθης τα ταίριαζε πιο πολύ με τον Πετρή, το γιό του καπετάν Νικήτα.
Ο Πετρής ήταν ένα γερό παιδί. Φαινόταν πιο μεγάλος από την ηλικία του. Δεν ήταν πολύ έξυπνος και με δυσκολία έπαιρνε τα γράμματα. Ήταν όμως γενναίος και ανοιχτόκαρδος. Θαύμαζε και το Στάθη, πού  διάβαζε ένα σωρό βιβλία, εξόν από τα σχολικά, και του έλεγε πλήθος άλλες ιστορίες, ελληνικές και ξένες.
Μα και αυτός του έλεγε τις ιστορίες, πού άκουγε από τον πατέρα του· ιστορίες για ταξίδια, για ναυάγια και για άλλα περιστατικά της θαλασσινής ζωής.
 Μια ημέρα ο Πετρής ερώτησε το Στάθη, αν ξέρει την ιστορία της Γοργόνας:
«Ποιανής Γοργόνας;» ρώτησε ο Στάθης απορώντας πώς δεν την ξέρει αυτή την ιστορία.
—« Είναι μια ιστορία της θάλασσας» λέγει ό Πετρής «Την άκουσα απ' τον πατέρα μου. Είναι πολύ παράξενη.  Άκουσε την και συ:
« Στα μεγάλα ταξίδια των τα καράβια βρίσκονται καμιά φορά ολομόναχα στις μακρινές θάλασσες εκεί, πού δεν υπάρχει τίποτε άλλο από θάλασσα και ουρανό. Εκεί λοιπόν μεσοπέλαγα, ενώ ο καπετάνιος ξάγρυπνος διευθύνει το δοιάκι του τιμονιού και οι ναύτες θυμούνται την πατρίδα και τους δικούς των, άξαφνα ακούεται ένας μεγάλος θόρυβος πίσω στην πρύμη. Σα να είναι κανένα μεγάλο ψάρι, δελφίνι να πούμε ή καρχαρίας, πού δέρνει τα νερά με την πελώρια ουρά του και τα κάνει ν' αφρίζουν.
Κάνει να γυρίσει τότε το δοιάκι του ο καπετάνιος, μα νοιώθει πώς δε γυρίζει μήτε δεξιά μήτε αριστερά. Σα να ριζώνει στη θάλασσα, μένει όλως διόλου ακίνητο.
Γυρίζει πίσω το κεφάλι και τί να δει! Μια γυναίκα να στέκεται πίσω από τό καράβι όρθια. Είναι πελώρια· βαστιέται από το τιμόνι και την κουπαστή. Το κορμί της ως τη μέση είναι γυναικείο, και ψαρίσιο από τη μέση και κάτω, γεμάτο γυαλιστερά λέπια.
Τα μάτια της αστράπτουν και τα μαλλιά της είναι βρεγμένα απ' τη θάλασσα.
Αυτή λοιπόν ρωτά τον καπετάνιο με φωνή λυπητερή:
«Ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος;» Είναι, καταλάβαινες, η αδελφή του Μεγαλέξανδρου. Οι καπεταναίοι, πού την ξέρουν, της απαντούν: « Ζει και βασιλεύει, κυρά μου!»
Τότε ή Γοργόνα χαμογέλα ευχαριστημένη· αφήνει το τιμόνι και βουλιάζει πάλι σιγά - σιγά μέσα στο νερό.
"Αν όμως κανένας καπετάνιος της αποκριθεί πώς ό βασιλιάς Αλέξανδρος είναι πεθαμένος, θυμώνει η Γοργόνα, αγριεύει και με τα κτυπήματα της ουράς της τσακίζει το καράβι».
—«Ωραία Ιστορία» λέγει ενθουσιασμένος ο Στάθης μου αρέσει πολύ. Τί δε θα έδινα να ήμουν μέσα σε καράβι την ώρα, πού βγαίνει μες από το νερό η Γοργόνα αυτή!».
—« Θα της μιλούσες, Στάθη; Εγώ θαρρώ πώς θα απόμενα ξερός απ' την τρομάρα».                     
—« Θα της μιλούσα, Πετρή, και θα της έλεγα: «Ζει και βασιλεύει, κυρά μου, ο βασιλιάς "Αλέξανδρος. Όλα Τα καράβια, πού ταξιδεύουν στα τετραπέρατα της γης με τη γαλάζια σημαία μας, είναι δικά του. Και το όνομα του είναι γραμμένο στις καρδιές όλων των Ελλήνων».
—« Γιά πες μου, Στάθη» λέγει τότε ό Πετρής σιγά. «Αλήθεια τα πιστεύεις εσύ αυτά ; Ό πατέρας μου τα πιστεύει και βάζει πείσμα πώς είναι αλήθεια. Μα ο πατέρας μου είναι ένας απλός άνθρωπος·  δεν ξέρει και γράμματα, σαν και μας. Εσύ όμως πιστεύεις πώς βγαίνει στ' αλήθεια αυτή η Γοργόνα, η αδελφή του Μεγαλέξανδρου; Πιστεύεις ακόμα πώς ο Μεγαλέξανδρος ζει και βασιλεύει;»
—«Μ' αφού υστερ' από δυο χιλιάδες διακόσια τόσα χρόνια δεν έφυγαν και οι δυό από τη θύμηση και αυτών ακόμα των αγράμματων θαλασσινών μας, δεν καταλαβαίνεις, Πετρή, πώς είναι αθάνατοι και οι δυό των;»
—«Αλήθεια, Στάθη!» απάντησε ο Πετρής ικανοποιημένος από την εξήγηση αυτή.
Διασκευή από το διήγημα του Στρατή Μυριβήλη "Η γοργόνα και ο Μεγαλέξανδρος" από το αναγνωστικό "Στάθης Σταθάς"