Translate -TRANSLATE -

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΝΔΡΙΤΣΑΙΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΝΔΡΙΤΣΑΙΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 5 Ιουνίου 2025

ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΕΣ ΤΗΣ ΠΡΟΠΟΛΕΜΙΚΗΣ ΑΝΔΡΙΤΣΑΙΝΑΣ : ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΠΟΥΤΗΣ

 

                                                                       ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΑΙΘΟΥΣΑΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ 1930

 

Περί του βίου του ΓΙΑΝΝΑΚΟΥ ΜΠΟΥΤΗ

Στο φύλο 113 (Νοεμβρίου –Δεκεμβρίου 1988) της τοπικής εφημερίδας «ΑΝΔΡΙΤΣΑΙΝΑ» υπάρχει στην τελευταία σελίδα ένα άρθρο που με εντυπωσίασε. Είναι ένα πολύ καλογραμμένο άρθρο του Αριστείδη Μπαρούνη και αναφέρεται σε μια προσωπικότητα της Προπολεμικής Ανδρίτσαινας τον βουλευτή, δικηγόρο των πτωχών και αντιστασιακό Γιαννάκο Μπούτη. Προσωπικά από το περιβάλλον μου δεν μου έτυχε να ακούσω για κανένα από τους δύο. Στο διαδίκτυο μάλιστα γκουγκλάροντας δεν κατάφερα να βρω πληροφορίες που θα με διαφώτιζαν περισσότερο. Μάλιστα μπορώ να πω ότι βρήκα περισσότερα στοιχεία για τον συγγραφέα που έχει πεθάνει παρά για τον βιογραφούμενο.

Στην περιγραφή του συγγραφέα μου έκανε εντύπωση η αναφορά για Δικαστήρια στην Ανδρίτσαινα κάτι που από την έρευνά μου δεν προέκυψε καθώς από το βιβλίο «Δικηγορικός-Συμβολαιογραφικός Οδηγός της Ελλάδος του 1932-33»  πουθενά δεν αναφέρεται Δικαστικό Κατάστημα στην Ανδρίτσαινα. Σε ερώτησή μου αν υπήρξαν ποτέ δικαστήρια στην Ανδρίτσαινα η απάντηση ήταν:

"Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες που να επιβεβαιώνουν την ύπαρξη μόνιμων δικαστηρίων στην Ανδρίτσαινα. Ωστόσο, υπάρχουν ενδείξεις ότι δικαστικές διαδικασίες πραγματοποιούνταν στην περιοχή, πιθανόν με τη μορφή περιοδεύοντων δικαστηρίων ή έκτακτων συνεδριάσεων για την επίλυση τοπικών διαφορών.

Η Ανδρίτσαινα έχει πλούσια ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά, με σημαντικά κτίρια και ιδρύματα όπως η Νικολοπούλειος Βιβλιοθήκη και το Λαογραφικό Μουσείο. Αν και δεν υπάρχουν συγκεκριμένες αναφορές για τη χρήση αυτών των κτιρίων ως δικαστήρια, είναι πιθανό ότι φιλοξενούσαν διάφορες διοικητικές και κοινοτικές λειτουργίες στο παρελθόν.

 Επιπλέον, η Ανδρίτσαινα έχει αναδείξει σημαντικές προσωπικότητες στον τομέα της δικαιοσύνης, όπως ο Δημήτριος Κιουσόπουλος, ο οποίος διετέλεσε εισαγγελέας του Αρείου Πάγου και υπηρεσιακός πρωθυπουργός της Ελλάδας . Αυτό υποδηλώνει την ύπαρξη νομικής παράδοσης στην περιοχή, αν και δεν επιβεβαιώνει την ύπαρξη δικαστικών ιδρυμάτων".

Τελικά στο βιβλίο «Δικηγορικός-Συμβολαιογραφικός Οδηγός της Ελλάδος του 1932-33»  αναζήτησα και βρήκα ότι ο Ιωάννης Μπούτης ήταν Δικηγόρος Ανδριτσαίνης και μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας. Άλλοι δικηγόροι Ανδριτσαίνης ήταν την ίδια περίοδο οι: Αιλιανός Αθανάσιος, Αμπαριώτης Πολυχρόνης, Κυριλλόπουλος Διομήδης, Παπαδημητρίου Δημήτρης, Πολυχρονόπουλος Μιχαήλ και ο Πρίγκουρης Παναγιώτης .

 

Πρωτοδικείο Κυπαρισσίας

 

ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΕΣ ΤΗΣ  ΠΡΟΠΟΛΕΜΙΚΗΣ   ΑΝΔΡΙΤΣΑΙΝΑΣ

ΓΙΑΝΝΑΚΟΣ ΜΠΟΥΤΗΣ:

Ο βουλευτής, ο Δικηγόρος των πτωχών, ο Αντιστασιακος

Του Αριστείδη Μπαρούνη

Είναι Πέμπτη πρωινό. Μια ημέρα σαν όλες τις άλλες για τους περισσότερους κατοίκους της μεσαιωνικής κωμόπολης της Ανδρίτσαινας. Οι κάτοικοι του ενεργού πληθυσμού από το πρωί βρίσκονται στις θέσεις τους. Οι καταστηματάρχες στα μαγαζιά τους, οι δημόσιοι, υπάλληλοι στα γραφεία τους, οι μαθητές με τα πηλίκια και τις τσάντες κατευθύνονται στα σχολεία τους. Μερικοί αργόσχολοι (και υπάρχουν αρκετοί τέτοιοι) έχουν πιάσει τις ίδιες πάντα θέσεις στα καφενεία και στα ουζοπωλεία. Ορισμένοι και στα κρασοπωλεία. Όμως μια ασυνήθιστη κίνηση παρατηρείται στην ανατολική πλατεία, σ' αυτήν που καλύπτει, με τα τραπέζια του το Ζαχαροπλαστείο του Ν. Μπαρούνη. Κοντά στα δικαστήρια. Βλέπεις εκεί ανθρώπους κάθε λογής και προέλευσης ως επί το πλείστον αρειμάνιους χωριάτες (μερικοί από αυτούς κρατούν γκλίτσες) αλλά και περιποιημένους μικροαστούς, όλοι βγαλμένοι από το ίδιο πάντα μαθηματικό υποσύνολο των κατ' επάγγελμα ή από χόμπι θαμώνων των  δικαστηρίων.

Το πλήθος κινείται προς κάθε κατεύθυνση. Άλλοι πίνουν καφέδες συνήθως βαρύ γλυκούς άλλοι πίνουν ούζα και άλλοι έχουν (ψιλή αλλά σοβαρή κουβέντα με κάποιους άψογα ντυμένους κυρίους που κρατούν χαρτοφύλακες με δικαστικά έγγραφα. Είναι οι δικηγόροι της προπολεμικής Ανδρίτσαινας 12 έως 15 τον αριθμό. Πρόκειται για μια δικάσιμο των δικαστηρίων της Ανδρίτσαινας. Ανάμεσα τους προς αποφυγήν εκτρόπων μπορείς να διακρίνεις τους κρατικούς αξιωματούχους της ασφάλειας με τις απαστράπτουσες σαρδέλες στα μανίκια της τότε βαθυπράσινης στολής των χωροφυλάκων. Μπορείς ακόμα να διακρίνεις καμιά φορά και μερικούς κληρικούς ιερωμένους κυρίως από τα πέρα χωριά που προς στιγμή ξέχασαν τα χριστιανικά πρότυπα της «άλλης παρειάς» ή «τον ζητείτε, και δόσουσιν» και βρέθηκαν εκεί για να υποστηρίξουν κάποιο νόμιμο κατ' αυτούς δικαίωμα ή καμία φορά αμφισβητούμενης νομιμότητας δικαιώματά τους. Ανάμεσα στο αεικίνητο πλήθος ξεχωρίζει ένας λεβεντόκορμος συμπαθητικός κύριος, πρώτο ανάστημα, με αριστοκρατική εμφάνιση και πρόσωπο σπαθί, που τονίζει μια γκρίζα γραβάτα ή παπιγιόν να δένει απόλυτα με ένα κομψό συνήθως γκρι κοστούμι τελευταία λέξη της τότε μόδας. Κάτω από το αυστηρό και σοβαρό παρουσιαστικό του αριστοκράτη και του διανοούμενου μπορείς να διακρίνεις το γλυκό βλέμμα του μεγάλου   ανθρωπιστή.

Είναι ο Γιαννάκος Μπούτης, πρώην βουλευτής και το νούμερο ένα των δικηγόρων της προπολεμικής  Ανδρίτσαινας.

Συνήθως του αναθέτουν τις πιο σοβαρές ή δύσκολες υποθέσεις   με   την   βεβαιότητα   ή   την ελπίδα άτι θα τις φέρει σε αίσιο πέρας. Και αυτό συμβαίνει τις περισσότερες φορές, γιατί ο Γιαννάκος, πρώτον διαλέγει τις δουλειές που αναλαμβάνει αποφεύγοντας τις άδικες και χαμένες υποθέσεις και δεύτερο γιατί όταν αγορεύει στο δικαστήριο η  στεντόρεια φωνή του και η αδιάλειπτη ροή του λόγου του καθηλώνει δικαστές και ακροατήριο σε βαθμό που δύσκολα θα βγει απόφαση αντίθετη με τις νομικά (θεμελιωμένες προτάσεις του.

Εκτός όμως από τις δύσκολες υποθέσεις ο Μπούτης αναλαμβάνει και τις υποθέσεις των πτωχών. Στο Γιαννάκο μπορούσε κάποιος να απευθυνθεί για δικαστική του υπόθεση και όταν δεν είχε στην τσέπη του λεπτά περισσότερα από όσα χρειάζονται για έναν καφέ. Στην ερώτηση του πελάτη μετά από την ως επί το πλείστον ευνοϊκή γι' αυτόν έκβαση της υπόθεσης του, για το ύψος της αμοιβής, η απάντηση, εάν είναι πτωχός, είναι στερεότυπη: «Να πας στην ευχή της Παναγιάς».

Ευκατάστατος από προσωπική εργασία, πατρική περιουσία και ένα πετυχημένο γάμο με την μοναχοκόρη του πλούσιου κτηματία και τσέλιγκα του Φαναριού Πάπαρη, ο Μπούτης δεν περιμένει τίποτα από την δικηγορία, την βλέπει σαν ένια χόμπι και ένα τρόπο να εξυπηρετεί τους πολιτικούς του φίλους όπως συνήθιζε να κάνει από την εποχή που ήτανε βουλευτής του κόμματος των Φιλελευθέρων στην περίοδο 1932-1936.

Πέρα όμως από αυτή την σκοπιμότητα, ο Μπούτης αγαπά την δικηγορία γιατί ταιριάζει στον χαρακτήρα του και ξέρει ότι το να αγαπάς το επάγγελμα που κάνεις είναι η πρώτη και κύρια προϋπόθεση για να επιτύχεις σε αυτό. Βεβαίως αγαπάει και την υψηλού επιπέδου δικηγορία γιατί είναι δύσκολο να φαντασθούμε τον Μπούτη επικεφαλής συνεργείου δικαστικών κλητήρων να εποπτεύει μια έξωση. Είναι ικανός να πληρώσει εξ ιδίων τα καθυστερούμενα ενοίκια παρά να αναλάβει  μια  τέτοια υπόθεση.

Τα μεσημέρια μετά τα δικαστήρια ή φεύγοντας από το γραφείο του, πίνει ούζο με τον διοικητή της Ασφάλειας, τους γιατρούς της πόλης, τους πελάτες του τις περισσότερες φορές, με τον ποιητή Γιάννη Κοσμόπουλου, με τον οποίο ανταλλάσσει ελαφρό χιούμορ και με κάθε συμπολίτη άσχετα από την κοινωνική του θέση. Η καλοσύνη του γίνεται ακόμη περισσότερο έκδηλη με τον τρόπο που αντιμετωπίζει τα   μικρά   παιδιά,   όλα   ανεξαιρέτως τα παιδιά, άσχετα αν είναι φτωχά ή πλούσια. Ένα αλαφρό τσίμπημα στο μάγουλο και μετά ακολουθεί η στερεότυπη ερώτηση : Καλό παιδί ή παλιόπαιδο; Πρέπει να απαντήσεις καλό παιδί για να σε αφήσει να φύγεις.

Τα βράδια μετά την βόλτα στην οποία δίνει συνήθως το παρόν με το άψογο ντύσιμο του γεννημένου αριστοκράτη, παίζει μπριτζ με τον υπομοίραρχο Μουσαγέα, τον έφορο Φούλια, τον Χρήστο Κότσικα και άλλους επαΐοντες του παιχνιδιού αυτού. Σε όλη την διάρκεια του παιχνιδιού στο οποίο θεωρείται εξπέρ, κριτικάρει σε έντονο αλλά και καλόπιστο ύφος το παίξιμο των συμπαικτών του ή την εξέλιξη του παιχνιδιού. Οι συμπαίκτες του, που γνωρίζουν την αδυναμία του αυτή τον αντιμετωπίζουν στωικά, μόνο ο Μουσαγέας πού και πού του αντιμιλά.

Τον υπόλοιπο χρόνο τον καταναλίσκει ασχολούμενος με τα κοινά, ή δίνοντας συμβουλές σε κάθε συμπολίτη του για κάθε θέμα που τον απασχολεί.

Έχει λεπτή αίσθηση του χιούμορ και απέραντη καλοσύνη προς όλους.

 

Η ΚΑΤΟΧΗ ΚΑΙ Ο ΕΜΦΥΛΙΟΣ

 

 

Τα ευτυχισμένα χρόνια του μεσοπολέμου πέρασαν και ήλθε ο πόλεμος του 1940 και η κατοχή. Μεταξύ 1941 και αρχών 1942 ενεφανίσθη στην ελληνική ύπαιθρο μια αριστερίστικη οργάνωση, το ΕΑΜ, η οποία στην Ολυμπία σαν πρώτο μέλημα της έβαλε να προσεγγίσει τον Μπούτη. Παρά το γεγονός ότι ιδεολογικά η οργάνωση του ήτανε ξένη, ο Μπούτης κατατάγηκε σε αυτήν σαν υπεύθυνος της εαμικής οργάνωσης Ανδρίτσαινας. Οι σκοποί της οργάνωσης στο σύνολο τους είτε έγιναν αντιληπτοί από τον Μπούτη άμεσα είτε έγκαιρα πάντα δεν ταυτιζόταν με την ιδεολογία ενός ακραιφνή δημοκράτη.

Φαίνεται ότι ο Μπούτης αγνοούσε ή έβαλε σε δεύτερη μοίρα τους άλλους σκοπούς και πρόσεξε μόνο τον ένα, τον κατά τη γνώμη του βασικό. Την αντίσταση κατά των  Γερμανών.

Η παρουσία του Μπούτη στο ΕΑΜ της Ανδρίτσαινας είχε πλην των άλλων σαν αποτέλεσμα την άμβλυνση των παθών που αναπτύχθηκαν από την σύγκρουση της οργάνωσης του ΕΑΜ με άλλες αντιστασιακές ομάδες εθνικιστών που εμφανίσθηκαν στα βουνά της Ολυμπίας. Το σπέρμα του εμφυλίου πολέμου είχε ριχθεί αλλά ο Μπούτης έκανε ό,τι του   ήτανε   δυνατόν  για  να   τον αποφύγει τουλάχιστον στην Ολυμπία. Αυτό το πέτυχε με αποτέλεσμα να μην υπάρξουν στην Ανδρίτσαινα τουλάχιστον αιματηρές εξελίξεις όπως εκτελέσεις αντιφρονούντων από το ΕΑΜ κλπ., όπως έγιναν στις περισσότερες γειτονικές προς την Ανδρίτσαινα  οργανώσεις.

Στα πλαίσια των προσπαθειών του αυτών για την αποφυγή συγκρούσεων εντάσσεται η προσπάθεια του Μπούτη να αποφευχθεί η επίθεση των ομάδων του Ναπολέοντα κατά του αποσπάσματος Θεοχαρόπουλου μέσα στην Ανδρίτσαινα, επίθεση για την οποία τα τιμήματα του ΕΑΜ είχαν ήδη πάρει θέσεις (Αύγουστος 1942). Βέβαια ο Μπούτης θα ήθελε να ματαιωθεί τελείως αυτή η επίθεση η οποία έγινε την επομένη στα Νιβιτσοχώρια, αλλά κάτι τέτοιο ήτανε πέραν των  δυνάμεων του.

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ — ΔΡΑΜΑ


Χειμώνας 1943. Η Ανδρίτσαινα εγκαταλελειμμένη από το μεγαλύτερο μέρος των κατοίκων, μοιάζει νεκρή πολιτεία. Άλλοι φιλοξενούνταν σε γειτονικά χωριά, άλλοι μένουν σε αγροικίες κοντά ή μακριά από το χωριό και άλλοι έχουν βγει στο Αντάρτικο. Μόνο οι γέροι και ορισμένα παιδιά έχουν μείνει σε κάποιες γειτονιές μια και πληροφορίες Εαμίτικης προέλευσης φέρνουν σαν επικείμενη μια εκκαθαριστική επιχείρηση του γερμανικού στρατού κατοχής στην ανταρτοκρατούμενη ορεινή Ολυμπία. Μετά από λίγες ημέρες κάποιο χειμωνιάτικο πρωινό στον αυχένα του βουνού κοντά στα Κανελέικα αλώνια διαγράφηκαν οι σκιές μιας ομάδας    Γερμανών   μοτοσικλετιστών. Μια άλλη ομάδα πλαγιοφυλακής πέρασε από τις πλαγιές του Μουριά στον Αγιολιά και απ’ εκεί στο Πανωχώρι. Ήτανε οι εμπροσθοφυλακές μιας μεγάλης μηχανοκίνητης γερμανικής φάλαγγας η οποία σε λίγο είχε αναπτυχθεί σε όλο το μήκος του κεντρικού δρόμου από τα Σουλινάρια μέχρι την Καμπενίτσα. Ξαφνικά ένα απόσπασμα αποχωρίσθηκε από την κύρια φάλαγγα κι από τρείς κατευθύνσεις κατηφορίζει τα στενά προς τον Αίγιο Γιάννη. Μερικοί άνδρες του αποσπάσματος ακροβολίζονται πάνοπλοι στα γύρω σπίτια και στο  δρόμο.

Κάποιοι άλλοι του Μηχανικού σπρώχνουν κάτι χονδρά βαρέλια με εύφλεκτο υγρό προς το σπίτι το Μπούτη. Η αντίστροφη μέτρηση είχε αρχίσει. Ο επικεφαλής του αποσπάσματος ρίχνει μια βόμβα μολότοφ ανάμεσα στα βαρέλια και σε  χρόνο   μηδέν το  σπίτι του Μπούτη με την βαριά επίπλωση και την απέραντη οικοσκευή έχει γίνει παρανάλωμα της φωτιάς. Ιδρώτας και εργασία μισού αιώνα ζωής είχαν θυσιαστεί στο όνομα ενός αντιστασιακού αγώνα που από άλλους χειροκροτήθηκε και από άλλους κατακρίθηκε. Οι κατακτητές είχαν εκδικηθεί τον υπ' αριθμόν 1 αντιστασιακό   της  Ολυμπίας.

Το κτύπημα για κάθε άλλον θα ήτανε εξουθενωτικό αλλά ο Μπούτης απαλλαγμένος από μικροαστικές προκαταλήψεις και αποδεσμευμένος από το σύνδρομο του καλοπερασάκια μικροαστού, το αντιμετώπισε ηρωικά σαν φυσική συνέπεια μιας δικής του πράξης για την οποία αναλάμβανε πέρα για πέρα την ευθύνη. Ο άρχοντας που ζούσε στο τριώροφο βολεύθηκε σε ένα γειτονικό ισόγειο σπίτι, μέχρι το τέλος του βίου του.

Το 1944 που ακολούθησε, έφερε μια νέα μεγαλύτερη απογοήτευση για τον Μπούτη, όταν οι κομμουνιστές του ΕΑΜ αρνήθηκαν να τον ορίσουν εκπρόσωπο της Ολυμπίας στην ΠΕΕΑ, προτιμώντας αντί για τον γνήσιο αντιστασιακό, έναν ιδεολόγο κομμουνιστή από τα Πάνω χωριά,   τον   γιατρό   Φωτόπουλο.

Ήρθε η απελευθέρωση το 1945 και οι εκλογές του 1946.

 

 

Ο Μπούτης απογοητευμένος από την εξέλιξη του απελευθερωτικού αγώνα σε εμφύλιο πόλεμο, από την μεταχείριση που του επεφύλαξαν οι κομμουνιστές συναγωνιστές του και από την προσωπική του περιπέτεια, αποούρεται από τα κοινά. Άλλωστε δεν υπάρχει θέση στους συνδυασμούς των αστικών κομμάτων γα έναν αντιστασιακό του ΕΑΜ. Έτσι τελείωσε η πολιτική καριέρα του Μπούτη, ο οποίος θα ήτανε σίγουρος βουλευτής και υπουργός αργότερα, αν μετείχε των εκλογών με το κόμμα των Φιλελευθέρων.

Αποτραβηγμένος οπό τα κοινά, αφοσιώθηκε στην δικηγορία του, μέχρι το τέλος του βίου του. Πέθανε σε όχι πολύ βαθύ γήρας, εκεί γύρω στα 77 χρόνια. Οι κακουχίες του αγώνα και η, απογοήτευση από τους συναγωνιστές του τον έστειλαν πριν την ώρα του   στον   τάφο.

Ο Μπούτης υπήρξε αναμφισβήτητα μια από τις μεγαλύτερες Ολυμπιακές προσωπικότητες για τον 20ό αιώνα. Η Ολυμπία και η Ανδρίτσαινα του οφείλουν πολλά. Οι Ανδριτσάνοι όταν θα θέλουν να περηφανευθούν, τέτοιους βγάζει η πόλη μας, πρέπει να λένε.

Ο στίχος επίγραμμα του Καβάφη του ταιριάξει απόλυτα :  

Aνδρείοι σεις που πολεμήσατε και πέσατ' ευκλεώς·
τους πανταχού νικήσαντας μη φοβηθέντες.
Άμωμοι σεις, αν έπταισαν ο Δίαιος κι ο Κριτόλαος.
Όταν θα θέλουν οι Έλληνες να καυχηθούν,
«Τέτοιους βγάζει το έθνος μας» θα λένε
για σας. Έτσι θαυμάσιος θάναι ο έπαινός σας. —

"ΑΝΔΡΙΤΣΑΙΝΑ 1988" 

                                                  ΓΙΑΝΝΑΚΟΣ  ΜΠΟΥΤΗΣ
 

Ο Γιαννάκος Μπούτης δεν ήταν απλώς μια αξιοσέβαστη προσωπικότητα της τοπικής κοινωνίας· υπήρξε σύμβολο ανθρωπιάς, δικαιοσύνης και πολιτικής εντιμότητας. Σε μια εποχή γεμάτη αντιφάσεις και κοινωνικούς κραδασμούς, κατάφερε να διατηρήσει αταλάντευτη τη δημοκρατική του συνείδηση και να σταθεί δίπλα στον λαό, είτε μέσα στις αίθουσες των δικαστηρίων είτε στα ταραγμένα χρόνια της Αντίστασης. Η παρουσία του στην Ανδρίτσαινα, όπως περιγράφεται γλαφυρά στο άρθρο του Μπαρούνη, δεν αφήνει περιθώρια αμφιβολίας για την εμβέλεια της προσφοράς του. Η ιστορική μνήμη έχει καθήκον να τον διαφυλάξει και να του αποδώσει τη θέση που του αξίζει, όχι μόνο στις τοπικές αφηγήσεις, αλλά και στη συλλογική εθνική συνείδηση. Ανθρώποι όπως ο Μπούτης μάς υπενθυμίζουν πως η Ιστορία δεν γράφεται μόνο από τους επώνυμους ήρωες, αλλά και από εκείνους που έζησαν με αξιοπρέπεια και συνέπεια απέναντι στον εαυτό τους και την κοινωνία.

ΚΑΓ 

 

ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ

 

Sotiris Papazafeiropoulos

Θυμάμαι πόσες φορές η γιαγιά μου η Όλγα, μου είχε διηγηθεί την ιστορία, για το πως οι Γερμανοί έκαψαν το σπίτι του Μπούτη. Για τις μηχανοκίνητες φάλαγγες των Γερμανών που τους έβλεπαν να έρχονται απο τη δημοσιά πέρα από τα Σουληνάρια. Για τους στρατιώτες που σταμάτησαν στην αγορά πήραν τα βαρέλια και ανέβηκαν στο σπίτι. Για τις φωνές τους όταν έδιναν διαταγές να περιχύσουν το σπίτι με το περιεχόμενο των βαρελιών και στο τέλος να το κάψουν. Για την είδηση που μεταδίδοταν από στόμα σε στόμα "έκαψαν το σπίτι του Μπούτη"

 

George Galanopoulos

Ο Γιαννάκος Μπούτης όντως ήταν μια ξεχωριστή προσωπικότητα της Ανδρίτσαινας και η φήμη του έφτανε και στα γύρω χωριά της περιοχής. Ήταν όπως περιγράφεται στο άρθρο, το απάγκιο τον φτωχών και κατατρεγμένων. Επιβεβαιώνεται για μια ακόμη φορά, ότι τα φωτεινά μυαλά σκέπτονται αριστερά!

Η φήμη του μπάρμπα Γιαννννάκου (έτσι τον αποκαλούσαν) κυκλοφορούσε σε όλα τα χωριά όπως και στο χωριό μου. Για κάποια σκληραίικη δικαστική υπόθεση, του είχε δωθεί μάλλον ως αποζημίωση ένα χωράφι κοντά στο ξωκλήσι της Αγίας Παρασκευής το οποίο ποτέ δεν καλλιέργησε και ήταν ελευθέρας βοσκής σε όλα τα κοπάδια! Όλοι το ήξεραν και μερικοί ακόμη το ξέρουμε ως "Το χωράφι του Μπούτης".

Είναι αυτός που αποκαλούσε τους Ανδρίτσαινας και ας τον συγχωρέσουν "Τοκιστές και σουλατσαδόρους".

Κυκλοφορούσε και μια ευτράπελη ιστορία, που τον φέρει να πετάει το ραδιόφωνο από το παράθυρο του σπιτιού του, επειδή τα εκλογικά αποτελέσματα που μεταδίδοντο δεν ήταν ευνοϊκά για τον ίδιο(1958 ή 1961).

Τέλος στην Ανδρίτσαινα λειτουργούσε Ειρηνοδικείο μέχρι την δεκαετία του '70 σε διάφορες αίθουσες σπιτιών της κωμόπολης μια φορά κάθε μήνα τουλάχιστον, το οποίο συνερχόταν και δίκαζε και στο χωριό Αμπελιώνα μέχρι την δεκαετία του '60.

Ας είναι αναπαυόμενος..

 




Δευτέρα 26 Μαΐου 2025

ΕΝΑ ΑΝΔΡΙΤΣΑΝΙΚΟ ΠΡΟΙΚΟΣΥΜΦΩΝΟ ΠΡΙΝ ΕΚΑΤΟΝ ΠΕΝΗΝΤΑ ΧΡΟΝΙΑ

 


ΕΝΑ ΑΝΔΡΙΤΣΑΝΙΚΟ ΠΡΟΙΚΟΣΥΜΦΩΝΟ 

ΠΡΙΝ ΕΚΑΤΟΝ ΠΕΝΗΝΤΑ ΧΡΟΝΙΑ

 

Τα προικοσύμφωνα υπήρξαν αναπόσπαστο κομμάτι της κοινωνικής και οικονομικής ζωής στην Ελλάδα του 19ου αιώνα. Μέσα από αυτά τα νομικά έγγραφα αποτυπώνονταν όχι μόνο οι υλικές αξίες που μεταβιβάζονταν με τον γάμο, αλλά και η νοοτροπία, οι κοινωνικές σχέσεις και οι αντιλήψεις της εποχής για τον ρόλο της γυναίκας και της οικογένειας.

 

Ο θεσμός της προίκας είχε βαθιές ρίζες στην ελληνική κοινωνία και αποτέλεσε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία του παραδοσιακού γαμήλιου εθιμοτυπικού. Παρακάτω συνοψίζονται τα βασικά στοιχεία γύρω από την ιστορία, τις λειτουργίες και την κοινωνική σημασία του θεσμού:

 

Ιστορική προέλευση

 

Η προίκα απαντάται ήδη στην αρχαιότητα, ως περιουσία που δινόταν από την οικογένεια της νύφης στον γαμπρό για την υποστήριξη της νέας οικογένειας. Η λέξη, προερχόμενη από το αποθετικό «προΐσσομαι (ζητώ δώρο, επαιτώ) και κατά άλλους από τη σύνθεση των «προ» και «ικνέομαι-ούμαι» (έρχομαι από πριν), απαντάται ακόμη και στα ομηρικά έπη!

Στο Βυζάντιο, ο θεσμός θεσμοθετείται με αυστηρούς νομικούς όρους, κυρίως για να διασφαλιστεί η οικονομική ασφάλεια της γυναίκας.

Κατά την Οθωμανική περίοδο και στη νεότερη Ελλάδα, η προίκα παραμένει πανίσχυρη ως θεσμός, αναλαμβάνοντας σημαντικό ρόλο στον γάμο.

 

Η προίκα μπορούσε να είναι:

·        Ακίνητη περιουσία (χωράφια, σπίτια)

·        Κινητή περιουσία (χρήματα, κοσμήματα, ζώα, ρουχισμός)

·        Οικιακός εξοπλισμός (σκεύη, υφαντά, ρουχισμός, προικιά όπως σεντόνια, τραπεζομάντιλα, κ.λπ.)

Η προίκα καταγραφόταν σε συμβόλαιο (προικοσύμφωνο), πολλές φορές παρουσία συμβολαιογράφου και μαρτύρων.

Αν ο γάμος διαλυόταν ή ο σύζυγος πέθαινε, η γυναίκα είχε δικαίωμα να διεκδικήσει την επιστροφή της προίκας.

Η μη ύπαρξη προίκας μπορούσε να δυσχεράνει πολύ τον γάμο μιας γυναίκας, ιδιαίτερα σε αγροτικές ή μικρές κοινότητες.

 

Τις εποχές εκείνες η προίκα λειτουργούσε ως κοινωνικός μηχανισμός εξισορρόπησης: φτωχότερες οικογένειες με μεγάλη προίκα μπορούσαν να αποκαταστήσουν κοινωνικά τις κόρες τους. Ήταν όμως και αιτία κοινωνικής αδικίας ή οικογενειακών συγκρούσεων, ιδίως σε περιπτώσεις διακρίσεων ανάμεσα σε κόρες και γιους.

 

Τελικά ο θεσμός της προίκας καταργήθηκε νομικά το 1983 στην Ελλάδα, με τον νόμο 1329/1983, στο πλαίσιο του νέου Οικογενειακού Δικαίου, ως ένα βήμα προς την ισότητα των δύο φύλων.

 


Ένα Ανδριτσάνικο προικοσύμφωνο 150 ετών

 

Παρακάτω σας παρουσιάζουμε ένα προικοσύμφωνο που συντάχθηκε στην Ανδρίτσαινα στις 23 Μαΐου 1875 και μας προσφέρει ένα σπάνιο παράθυρο στην καθημερινότητα, τις αξίες και τις συνήθειες των ανθρώπων εκείνης της εποχής. Για λόγους μάλιστα ιστορικής αναδρομής παρουσιάζεται και στην γλώσσα που συντάχτηκε τότε.

 

Πρόκειται για μια λεπτομερή καταγραφή της προίκας της Γεωργούλας Μιχαλοπούλου, την οποία παραχωρεί ο αδελφός της στον μελλοντικό της σύζυγο, Δημήτριο Μιχαλόπουλο. Το έγγραφο, τυπικό και αυστηρό, συντάσσεται ενώπιον συμβολαιογράφου και μαρτύρων, δείχνοντας τον επίσημο και καθοριστικό ρόλο τέτοιων συμφωνιών στη διαμόρφωση του θεσμού του γάμου.

«Ἀριθ. 30.

ν νδριτσαίν σήμερον τ εκοστ τρίτ το μηνς Μαου το τους 1875, μέρ Παρασκευ πρ μεσημβρίας, ν τ δημασί γραφεί μου, πάρχοντος ν τ τρίτ ρόφ το κατ τν γορν νδριτσαίνης κειμένου ργαστηρίου το σημάκη Λεωνίδου κα Γρηγορίου δελφν σημακοπούλου, παγομένου ες τν κυριότητα γίου Νικολάου, νώπιόν μου το Συμβολαιογράφου νδριτσαίνης Γεωργίου Δ. Πατσοπούλου, κατοίκου κα δρεύοντος νταθα, κα τν μαρτύρων κυρίων παμεινώνδα Τσαντήλη, μπόρου, κα νδρέου Γ. Γιαννούλη, γεωργοκτηματίου, γνωστν μοι νηλίκων πολιτν λλήνων, κατοίκων νδριτσαίνης, σχέτου πρς μ κα πρς λλήλους πάσης συγγενείας κα μ ποκειμένων ες οδεμίαν ξαίρεσιν, νεφανίσθησαν ο πρς μ κα σχέτως συγγενείας κύριοι Νικόλαος Μιχαλόπουλος, γεωργς, κα δελφ ατο Γεωργούλα, παγγελομένη τ γυναικεα ργα, φ’ νς, κα φ’ τέρου Δημήτριος Μιχαλόπουλος, γεωργός, παντες κάτοικοι το χωρίου γίου Σώστη, κα τήσαντο τν σύνταξιν το παρόντος προικοσυμφώνου γγράφου, συνοιμολογήσαντες τ ξς:

πρτος Νικόλαος Μιχαλόπουλος μολογε τι δίδωσι τν δελφν ατο Γεωργούλαν ες τν Δημήτριον Μιχαλόπουλον, ς νόμιμον σύζυγον ατο, κα ες πρτον γάμον παρεχώρησε κα παρέδωκε πρς ατν ς προκα τς ερημένης αταδέλφης του κα πρς τελείαν ποζημίωσιν δι τ ναλογον ατ μερίδιον ξ λης τς πατρομητρικς ατς κληρονομίας, τ ξς πράγματα κα κτήματα, τοι: δεκαπέντε ποκάμισα, δεκαπέντε φορέματα, τρία στρώματα μάλλινα, τρία προσκέφαλα μοα, μία βελέτζα, μία νδρομίδα, ν νδρόμιδι, μία λιοπάνα, ξίας παντα τ νωτέρω πράγματα δραχμν τετρακοσίων τριάκοντα, ριθ. 430, δέκα κάδες χάλκωμα ες διάφορα γγεα, ξίας δραχμν πεντήκοντα, ριθ. 50, μίαν γελάδα ξίας δραχμν βδομήκοντα, ριθ. 70, δύο κασσέλες ξίας δραχμν εκοσι πέντε, ριθ. 25, δύο γιούρντες ξίας δραχμν τριάκοντα, ριθ. 30, δεκαπέντε μανδήλες ξίας δραχμν δεκαπέντε, ριθ. 15, ξ σακούλια ξίας δραχμν δεκαπέντε, ριθ. 15, να γρν ξηρικόν, κείμενον ες «Βαρυκούλια» το χωρίου Σκληρο, στρέμματα, ς γγιστα, τέσσερα, συνορευόμενον γύρωθεν με μοίους γρος Φωτίου Καραχαλίου, Βασιλείου Θάνου, με μοίους το δίου Νικολάου Μιχαλοπούλου, διαχωριζομένους με άχιν κα με δρόμους, ξίας δραχμν τετρακοσίων δέκα, ριθ. 410, κα μίαν μπελον κειμένην ες θέσιν «Μούσγα» το χωρίου γίου Σώστη, μετ τν ν ατ δένδρων, κ στρέμματος, ς γγιστα, νς κα μίσεως, κα συνορευομένης γύρωθεν με μοίους νδρέου Κανελλόπουλου, Δημητρίου Θεοδωροπούλου, Δημητρίου Κανελλοπούλου, κα τν κληρονόμων τν δελφν Σιαπέρα, ξίας δραχμν κατν πεντήκοντα, ριθ. 150. Τ λον τς ξίας τς νωτέρω προικς δραχμς χιλίας κατν νενήκοντα πέντε, ριθ. 1195.

δ μελλόνυμφος Γεωργούλα Μιχαλοπούλου μολόγησεν τι λαμβάνουσα παρ το αταδέλφου της Νικολάου Μιχαλοπούλου τ νω ρηθέντα πράγματα κα κτήματα δι προκα ατς, τ ποα παρέλαβε, μελλόγαμβρός της Δημήτριος Μιχαλόπουλος θεωρε αυτν ντελς κανοποιημένην δι τ πιβάλλον ατ μέρος κ τς πατρομητρικς ατς κληρονομίας, κα οδεμίαν χει κατ το ερημένου αταδέλφου της ξίωσιν.

δ Δημήτριος Μιχαλόπουλος μολόγησε τι παρέλαβε παντα τ νωτέρω πράγματα κα κτήματα δι προκα τς μελλονύμφου του Γεωργούλας, κα πόσχεται τν σύναψιν κα τέλεσιν το γάμου.

Πρς βεβαίωσιν ον συνετάχθη τ παρν προικοσύμφωνον γγράφως, ναγνωσθν εκρινς ες πήκοον πάντων τν ερημένων παρόντων, πεγράφη παρ’ ατν κα μο, κτς τς Γεωργούλας Μιχαλοπούλου κα Δημητρίου Μιχαλοπούλου, μολογησάντων γνοιαν γραμμάτων.

Συμβολαιογράφος
Γ. Δ. ΠΑΤΣΟΠΟΥΛΟΣ

Συμβαλλόμενος
ΝΙΚ. ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ

Ο Μάρτυρες
. ΤΣΑΝΤΙΛΗΣ
ΝΔΡ. ΓΙΑΝΝΟΥΛΗΣ»

Το προικοσύμφωνο αναφέρεται να προέρχεται από το αρχείο του/της ΑΛΚ.Γ.ΜΙΧ και δημοσιεύτηκε στην τοπική εφημερίδα ΑΜΠΕΛΙΩΝΑ τον Ιανουάριο του 1974

 


 

Για να γίνει κατανοητό το κείμενο του Προσυμφώνου το παραθέτουμε και στην καθομιλουμένη ελληνική με σχολιασμό

«Αρ. 30

Στην Ανδρίτσαινα, σήμερα, Παρασκευή 23 Μαΐου 1875, προμεσημβρινές ώρες, στο δημόσιο γραφείο μου, που βρίσκεται στον τρίτο όροφο του εργαστηρίου των Ασημάκη Λεωνίδου και Γρηγορίου Ασημακόπουλου, επί της αγοράς της Ανδρίτσαινας, το οποίο ανήκει στον Άγιο Νικόλαο, ενώπιόν μου, του Συμβολαιογράφου Ανδρίτσαινας Γεωργίου Δ. Πατσοπούλου, κατοίκου και εγκατεστημένου εδώ, καθώς και παρουσία των μαρτύρων κυρίων Επαμεινώνδα Τσαντήλη, εμπόρου, και Ανδρέα Γ. Γιαννούλη, γεωργοκτηματία — οι οποίοι είναι γνωστοί σε εμένα, ενήλικοι Έλληνες πολίτες, κάτοικοι Ανδρίτσαινας, χωρίς συγγενική σχέση μεταξύ τους ή με εμένα, και χωρίς κάποιο νομικό κώλυμα — εμφανίστηκαν οι κύριοι Νικόλαος Μιχαλόπουλος, γεωργός, και η αδερφή του Γεωργούλα, η οποία ασχολείται με οικιακές εργασίες, αφενός, και αφετέρου ο Δημήτριος Μιχαλόπουλος, επίσης γεωργός, όλοι κάτοικοι του χωριού Άγιος Σώστης, και ζήτησαν τη σύνταξη του παρόντος προικοσύμφωνου, συμφωνώντας στα εξής:

Ο Νικόλαος Μιχαλόπουλος δηλώνει ότι δίνει την αδελφή του Γεωργούλα σε γάμο με τον Δημήτριο Μιχαλόπουλο, ως νόμιμη σύζυγό του, και της παραχωρεί ως προίκα, εξολοκλήρου και ως πλήρη αποζημίωση για το μερίδιο που της αναλογεί από την πατρική και μητρική της κληρονομιά, τα εξής αντικείμενα και ακίνητα:

  • Δεκαπέντε πουκάμισα
  • Δεκαπέντε φορέματα
  • Τρία μάλλινα στρώματα
  • Τρία μαξιλάρια
  • Μία βελέτζα (κουβέρτα)
  • Μία ανδρομίδα και ένα ανδρόμιδι (παπλώματα/ρουχισμός)
  • Μία λιόπανα (λινή κουβέρτα ή τραπεζομάντηλο)
    Όλα τα παραπάνω αντικείμενα, συνολικής αξίας 430 δραχμών

Επιπλέον:

  • Δέκα οκάδες χάλκινα σκεύη, αξίας 50 δραχμών
  • Μία αγελάδα, αξίας 70 δραχμών
  • Δύο κασέλες (σεντούκια), αξίας 25 δραχμών
  • Δύο γιούρντες (μεγάλα πήλινα δοχεία), αξίας 30 δραχμών
  • Δεκαπέντε μαντήλια, αξίας 15 δραχμών
  • Έξι σακούλια, αξίας 15 δραχμών

Καθώς και:

  • Ένα ξερικό χωράφι, στη θέση «Βαρυκούλια» του χωριού Σκληρός, περίπου τεσσάρων στρεμμάτων, συνορεύει με χωράφια του Φωτίου Καραχαλίου, του Βασιλείου Θάνου και του ίδιου του Νικολάου Μιχαλόπουλου, αξίας 410 δραχμών
  • Ένα αμπέλι στη θέση «Μούσγα» του χωριού Άγιος Σώστης, με τα δέντρα του, έκτασης περίπου 1,5 στρέμματος, συνορεύει με τους Ανδρέα Κανελλόπουλο, Δημήτριο Θεοδωρόπουλο, Δημήτριο Κανελλόπουλο και τους κληρονόμους των αδελφών Σιαπέρα, αξίας 150 δραχμών.

Η συνολική αξία της προίκας ανέρχεται σε 1.195 δραχμές.

Η μέλλουσα νύφη Γεωργούλα Μιχαλοπούλου δήλωσε ότι, λαμβάνοντας από τον αδελφό της τα παραπάνω είδη και ακίνητα ως προίκα, τα οποία παρέλαβε, και μέσω του μελλοντικού συζύγου της Δημητρίου Μιχαλόπουλου, θεωρεί ότι έχει αποζημιωθεί πλήρως για το μερίδιό της από την πατρική και μητρική της κληρονομιά και δεν έχει καμία απαίτηση κατά του αδελφού της.

Ο Δημήτριος Μιχαλόπουλος δήλωσε ότι έλαβε όλα τα παραπάνω είδη και ακίνητα ως προίκα της μέλλουσας συζύγου του Γεωργούλας και υπόσχεται τη σύναψη και τέλεση του γάμου.

Για επιβεβαίωση των παραπάνω, συντάχθηκε το παρόν προικοσύμφωνο, διαβάστηκε καθαρά ενώπιον όλων των παριστάμενων και υπογράφηκε από αυτούς και από εμένα, εκτός από τη Γεωργούλα και τον Δημήτριο Μιχαλόπουλο, οι οποίοι δήλωσαν ότι δεν γνωρίζουν γράμματα.

Ο Συμβολαιογράφος
Γ. Δ. Πατσοπούλος

Ο Συμβαλλόμενος
Νικ. Μιχαλόπουλος

Οι Μάρτυρες
Ε. Τσαντήλης
Ανδρ. Γιαννούλης»

Σχόλια:

Το κείμενο είναι προικοσύμφωνο του 1875, δηλαδή συμβολαιογραφικό έγγραφο με το οποίο κατοχυρώνεται η προίκα μιας γυναίκας πριν τον γάμο της. Παρότι η πράξη αφορά οικογενειακή υπόθεση, συντάσσεται παρουσία συμβολαιογράφου και μαρτύρων, γεγονός που δείχνει τη βαρύτητα τέτοιων συμφωνιών στη νεοελληνική κοινωνία του 19ου αιώνα.

Στην Ανδρίτσαινα, λοιπόν, στις 23 Μαΐου 1875, στο συμβολαιογραφείο του Γ.Δ. Πατσοπούλου που βρίσκεται στην αγορά της εμφανίζονται τα πρόσωπα που θα συμμετάσχουν στην διαδικασία σύναψης ενός προικοσύμφωνου και που είναι οι:

o    Γεωργούλα Μιχαλοπούλου: μέλλουσα νύφη.

o    Νικόλαος Μιχαλόπουλος: αδερφός της και δωρητής της προίκας.

o    Δημήτριος Μιχαλόπουλος: μελλοντικός σύζυγος.

o    Δύο μάρτυρες.

Η Προίκα της Γεωργούλας είναι πλούσια και ποικιλόμορφη καθώς περιλαμβάνει ρουχισμό, οικιακά είδη, ζώα και ακίνητα. Ολόκληρη είναι καταγεγραμμένη με λεπτομέρεια και με εκτιμημένη την αξία της σε δραχμές. Η συνολική της αξία ανέρχεται στις 1.195 δραχμές, που για την εποχή θεωρείται σημαντικό ποσό.

Στα χρόνια εκείνα και μέχρι την κατάργησή της η  προίκα αποτελούσε μια μορφή οικογενειακής αποζημίωσης για την κόρη, καθώς θεωρείται ότι η γυναίκα δεν θα συμμετάσχει πλέον στην πατρική περιουσία.  Η συμφωνία γινόταν επίσημα και δημόσια. Η παρουσία μαρτύρων και συμβολαιογράφου εξασφάλιζαν την νομική εγκυρότητα και αποφυγή μελλοντικών διαφορών.

Το κείμενο του προικοσύμφωνου αποτυπώνει τη δομή της παραδοσιακής ελληνικής κοινωνίας του 19ου αιώνα, όπου οι γάμοι ρυθμίζονταν μέσα από αυστηρές συμφωνίες, με επίκεντρο την οικονομική μεταβίβαση της προίκας. Παρουσιάζει επίσης τη νομική τυπολατρία της εποχής και τον τρόπο με τον οποίο διασφαλίζονταν τα δικαιώματα των γυναικών μέσω των ανδρών συγγενών τους.

Το Ανδριτσάνικο αυτό προικοσύμφωνο δεν είναι απλώς ένα νομικό κείμενο· είναι ένα ντοκουμέντο που αποκαλύπτει με μοναδικό τρόπο την κοινωνική και οικογενειακή δομή του 19ου αιώνα. Η προίκα της Γεωργούλας —με τα ρούχα, τα σκεύη, τα ζώα και τα κτήματα— καταγράφεται με ακρίβεια, επιβεβαιώνοντας τη σημασία της ως συμβολικού και πρακτικού κεφαλαίου στα βάρη του γάμου. Η παρουσία συμβολαιογράφου και μαρτύρων υπογραμμίζει τη θεσμική βαρύτητα της πράξης. Παράλληλα, η απλή ομολογία των πρωταγωνιστών ότι δεν γνωρίζουν γράμματα φέρνει στο φως τη μορφωτική πραγματικότητα των απλών ανθρώπων της υπαίθρου.

Μέσα από τέτοια κείμενα, διασώζεται η άυλη πολιτιστική κληρονομιά ενός τόπου, καθιστώντας τα πολύτιμες μαρτυρίες για τους ερευνητές και τους αναγνώστες του σήμερα.

Κων. Γραικιώτης

ΠΗΓΕΣ

Εφημερίδα ΑΜΠΕΛΙΩΝΑ

https://www.iefimerida.gr/stories/i-diadromi-tis-proikas-stoys-aiones

 https://el.wikipedia.org/wiki/Προίκα

 ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΠΟ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ

 

Eleni Koutsandrea
 
Κύριε Γραικιώτη, θα ήθελα να συμπληρώσω πως στην Δημόσια Βιβλιοθήκη της Ανδρίτσαινας υπάρχει προικοσύμφωνο του 1828 καθώς και στο Λαογραφικό Μουσείο της ίδιας εποχής . Πηγές: Ιστοσελίδα Λαογραφικού Μουσείου, Κατηγορία: «Έθιμα της Ανδρίτσαινας»
 
Σχετικό :
 

Τα έθιμα του γάμου

Για να γίνει ένας γάμος έπρεπε να πραγματοποιηθεί μια σειρά από έθιμα. Γινόταν πρώτα το προξενιό, συνεφωνείτο η προίκα, συντασσόταν το προικοσύμφωνο, γινόταν η συνάντηση των συμπεθέρων, ακολουθούσε ο αρραβώνας και όλες οι προετοιμασίες του γάμου, συμπληρώνονταν οι ελλείψεις της προίκας, ακολουθούσε η παραλαβή των προικιών, την Κυριακή το απόγευμα γινόταν η τελετή του γάμου και το ίδιο βράδυ το γαμήλιο τραπέζι. Πολλά ζευγάρια πήγαιναν γαμήλιο ταξίδι και αυτά που δεν πήγαιναν επισκέπτονταν τη Δευτέρα το πρωί μια βρύση και αλληλοβρέχονταν με νερό.
Το προξενιό: Οι γάμοι παλιά γίνονταν πάντα με προξενιό. Ποτέ ο υποψήφιος γαμπρός δεν ζητούσε ο ίδιος την κοπέλα που ήθελε, αλλά έστελνε το συμπεθεροφτιάχτη (προξενητή), που συνήθως ήταν γυναίκα που είχε φιλικές σχέσεις με την οικογένεια της κοπέλας. Η συμπεθεροφτιάχτρα πήγαινε στο σπίτι της υποψήφιας νύφης πάντα αργά το βράδυ για να μην την δουν οι γείτονες και μεταβίβαζε την επιθυμία του γαμπρού και τις αιτήσεις του για την προίκα.

Όταν συμφωνούσαν και τα δύο μέρη ο συμπεθεροφτιάχτης κανόνιζε ένα ραντεβού τους συμπεθέρους που συζητούσαν τις λεπτομέρειες και έδιναν τα χέρια. Το προξενιό γινόταν πολλές φορές ερήμην της υποψήφιας νύφης, γιατί η απόφαση του πατέρα ήταν τελεσίδικη, δεν χωρούσε καμιά αντίρρηση και σε σπάνιες περιπτώσεις ρωτούσαν την κοπέλα αν συμφωνεί με την επιλογή των γονιών της. Ακολουθούσε η επίσκεψη του γαμπρού, στο σπίτι της νύφης, που συνοδευόταν από 5 ή 7 ή 9 άτομα, πάντοτε μονά ποτέ διπλά. Στρωνόταν τραπέζι που το ετοίμαζε η νύφη για να δείξει τη νοικοκυροσύνη στο οποίο απαγορευόταν ο κόκορας μήπως κάνει φτερά και φύγει ο γαμπρός. Από εκείνο το βράδυ κοινοποιείτο το γεγονός που μέχρι τότε κρατιόταν μυστικό.

Ο Αρραβώνας: Ο αρραβώνας γινόταν συνήθως Σαββατόβραδο με πολλούς προσκεκλημένους στο σπίτι της νύφης. Ο γαμπρός με τους δικούς του καλεσμένους πήγαινε τραγουδώντας, ενώ νωρίτερα είχε στείλει το κανίστρι με τα δώρα, καθώς και ένα σφαχτό, ψωμί και κρασί για το βραδινό τραπέζι. Μπαίνοντας στο σπίτι, που τους υποδεχόταν στην πόρτα η νύφη με τους συμπεθέρους, αμέσως άλλαζαν τις βέρες. Τις βέρες τις άλλαζε ο πατέρας του γαμπρού, ο οποίος τις σταύρωνε απάνω στο εικόνισμα του Χριστού, λέγοντας τρεις φορές «Αρραβωνιάζεται ο δούλος του Θεού τάδε τη δούλη του Θεού δείνα στο όνομα του Πατρός και του υιού και του Αγίου Πνεύματος» σταυρώνοντας πρώτα το γαμπρό. Επαναλάμβανε το ίδιο αρχίζοντας πλέον από τη νύφη, «Αρραβωνιάζεται η δούλη του Θεού κ.λ.π. ». Κατόπιν φόραγε του καθενός τη βέρα, τους φίλαγε, τους ευχόταν να ζήσουν και τους έδινε την ευχή του. Χαιρέταγαν και όλοι οι προσκεκλημένοι και άρχιζε το τραγούδι.

Τα προικιά: Μια βδομάδα πριν το γάμο ερχόντουσαν στο σπίτι της νύφης πολλές κοπέλες για να πλύνουν και να σιδερώσουν τα προικιά της. Την Πέμπτη, την εβδομάδα του γάμου, έρχονταν όλες οι συγγένισσες, φίλες και γειτόνισσες στο σπίτι της νύφης έντυνα τα προικιά και έστηναν το «γιούκο» με τα χοντρικά. Τα τραγουδάγανε και χορεύανε ως αργά τη νύκτα, αρχίζοντας με το τραγούδι:

" Ωραία που είναι η νύφη μας
ωραία τα προικιά της
ωραία και η παρέα της
που κάνει τη χαρά της"
“Ένα τραγούδι θα σας πω
επάνω στο κεράσι
το αντρόγυνο που έγινε
να ζήσει να γεράσει."

Τα Προικοσύμφωvα: Το Προικοσύμφωνο είναι συμβόλαιο που συνάπτεται μεταξύ του γαμπρού και των γονιών της νύφης, περιέχει δε κατάλογο των κινητών και ακινήτων πραγμάτων που δίνονται ως προίκα. Επί Τουρκοκρατίας η προίκα αποδεικνύεται κατά το Τουρκικό Δίκαιο με ιδιωτικό προικοσύμφωνο.

https://andritsainamuseum.gr/έθιμα/