Translate -TRANSLATE -

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΥΓΕΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΥΓΕΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2026

Κοτόπουλο: η διατροφική του αξία πέρα από τον μύθο

 


Κοτόπουλο: η διατροφική του αξία πέρα από τον μύθο

Το κοτόπουλο συγκαταλέγεται πολύ σωστά ανάμεσα στις πιο πολύτιμες ανθρώπινες τροφές ζωικής προέλευσης. Αποτελεί μία από τις βασικές πηγές πρωτεΐνης παγκοσμίως και όχι τυχαία γιατί συνδυάζει υψηλή θρεπτική αξία, ελαφρά τροφή με προσιτό κόστος, στοιχεία που το καθιστούν βασικό στοιχείο της σύγχρονης διατροφής.

Πρωτεΐνη υψηλής βιολογικής αξίας

Το κρέας του κοτόπουλου είναι πλούσιο σε πρωτεΐνες υψηλής βιολογικής αξίας, δηλαδή πρωτεΐνες που περιέχουν όλα τα απαραίτητα αμινοξέα στις σωστές αναλογίες για τον ανθρώπινο οργανισμό. Από άποψη ποιότητας, κατατάσσεται αμέσως μετά το ασπράδι του αυγού και το γάλα, ενώ το ψάρι παραμένει διατροφικά κορυφαίο κυρίως λόγω των ω-3 λιπαρών οξέων.

Μία μερίδα 100 γραμμαρίων άπαχου κοτόπουλου καλύπτει περίπου:

  • 50% των ημερήσιων αναγκών σε πρωτεΐνη για έναν ενήλικα άνδρα
  • έως 65% των αντίστοιχων αναγκών για μια γυναίκα

Η διαφορά αυτή σχετίζεται κυρίως με τη μικρότερη μέση μυϊκή μάζα.

Γιατί καταναλώνεται τόσο πολύ;

Η διατροφική αξία του κοτόπουλου υπερβαίνει κατά πολύ την εμπορική του τιμή. Αυτό εξηγεί και τη μαζική παγκόσμια κατανάλωσή του. Από το ψητό κοτόπουλο των ΗΠΑ, το κοκκινιστό της Ιταλίας και τα tacos του Μεξικού, έως τα πιάτα με τζίντζερ της Ασίας και τον κρασάτο κόκορα της Γαλλίας, το κοτόπουλο έχει ενσωματωθεί σε κάθε γαστρονομική κουλτούρα.

Χαρακτηριστικό είναι ότι στις Ηνωμένες Πολιτείες, το 1934, η ετήσια κατανάλωση έφτανε τα 30 εκατομμύρια κιλά. Σήμερα, ξεπερνά τα 35 εκατομμύρια κιλά ημερησίως, γεγονός που δείχνει τη διατροφική και κοινωνική του σημασία.

Εύπεπτο και «φιλικό» στον οργανισμό

Οι πρωτεΐνες του κοτόπουλου είναι:

  • εύπεπτες
  • χαμηλής αλλεργιογονικότητας
  • άμεσα αξιοποιήσιμες από τον οργανισμό

Ωστόσο, η υπερκατανάλωση πρωτεΐνης —σύνηθες φαινόμενο στη σύγχρονη διατροφή— δεν είναι ωφέλιμη. Ο ανθρώπινος οργανισμός δεν διαθέτει αποθήκες πρωτεΐνης. Η περίσσεια ύπαρξή της επιβαρύνει τη νεφρική λειτουργία (αυξημένη ουρία) και τελικά μετατρέπεται σε λίπος.

Θερμίδες, λιπαρά και χοληστερίνη

Το κοτόπουλο υπερέχει σαφώς έναντι του μοσχαριού σε:

  • χαμηλότερες θερμίδες
  • λιγότερα συνολικά λιπαρά
  • χαμηλότερη χοληστερίνη

Η αφαίρεση της πέτσας μειώνει σημαντικά το θερμιδικό φορτίο, αν και η μείωση της χοληστερίνης δεν είναι απολύτως ανάλογη, καθώς μέρος της βρίσκεται ενδομυϊκά.

Το στήθος είναι το πιο άπαχο τμήμα, ενώ το μπούτι, αν και πιο γευστικό, περιέχει περισσότερα λιπαρά λόγω της ενδομυϊκής λιποπεριεκτικότητας.

Ποιοτικά λιπαρά σε σύγκριση με το μοσχάρι

Τα λιπαρά του κοτόπουλου θεωρούνται πιο «φιλικά» για την υγεία, καθώς περιέχουν μεγαλύτερο ποσοστό απαραίτητων ακόρεστων λιπαρών οξέων. Αντίθετα, το μοσχαρίσιο κρέας περιέχει κυρίως κορεσμένα λιπαρά, τα οποία συνδέονται με αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο.

Σε ίσο βάρος, το μοσχάρι μπορεί να περιέχει έως και τριπλάσια ποσότητα λίπους σε σύγκριση με το κοτόπουλο.

Ο τρόπος μαγειρέματος κάνει τη διαφορά

Η διατροφική αξία του κοτόπουλου μπορεί να αλλοιωθεί σημαντικά από τον τρόπο παρασκευής. Έξι nuggets κοτόπουλου τύπου fast food αποδίδουν περίπου:

  • 270 θερμίδες
  • 15 γραμμάρια λίπους

Αντίθετα, ένα ψητό φιλέτο στήθους αποδίδει μόλις 165 θερμίδες. Το επιπλέον λίπος των nuggets προέρχεται κυρίως από υδρογονωμένα φυτικά έλαια, που επιβαρύνουν σοβαρά την υγεία.

Τι ισχύει για τα συκωτάκια

Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται στα συκωτάκια κοτόπουλου. Αν και έχουν λιγότερες θερμίδες, περιέχουν εξαιρετικά υψηλή ποσότητα χοληστερίνης:
631
mg ανά 100 γραμμάρια, έναντι μόλις 85 mg που περιέχει ίση ποσότητα άπαχου στήθους.

Συμπέρασμα

Το κοτόπουλο αποτελεί μία από τις πιο ισορροπημένες επιλογές ζωικής πρωτεΐνης. Όταν καταναλώνεται:

  • χωρίς πέτσα
  • με ήπιο τρόπο μαγειρέματος
  • και σε λογικές ποσότητες

προσφέρει υψηλής ποιότητας πρωτεΐνη, ευνοϊκό προφίλ λιπαρών και χαμηλό θερμιδικό φορτίο. Δεν είναι απλώς φθηνό κρέας — είναι διατροφικά πολύτιμο.

ΠΗΓΕΣ:

ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ

ΕΘΝΟΣ TV (ΣΤ. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ : Τα μυστικά του κοτόπουλου)


Παρασκευή 17 Ιανουαρίου 2025

Υπνωτισμός και Μαγνητισμός

 

Η πόλη της Μαγνησίας (σήμερα Μανίσα) με το όρος Σίπυλος


Υπνωτισμός και Μαγνητισμός

Γράφει η Καίτη Κουναλάκη

Το φαινόμενο του υπνωτισμού ονομάζεται συχνά και μαγνητισμός. Η ονομασία αυτή προέρχεται από τον μαγνήτη, το μέταλλο που έλκει το αντικείμενο.

Από τα αρχαία χρόνια ακόμη, οι άνθρωποι είχαν προσέξει την ιδιότητα που είχε το σιδερένιο αυτό ορυκτό να έλκει το σίδερο. Το όνομά του το οφείλει στη Μαγνησία της Λυδίας, στη Μικρά Ασία, όπου υπήρχε σε αφθονία.

Φυσικά, οι αρχαίοι πρόγονοί μας υπέθεταν πως ο μαγνήτης θα είχε υπερφυσικές θεραπευτικές ιδιότητες. Αρχικά, τον χρησιμοποιούσαν ως φυλακτό. Αργότερα, ο Γαληνός, ο Διοσκουρίδης κι ο Αβικέννας το χρησιμοποιούσαν για τη θεραπεία ορισμένων ασθενειών. Από τον 4ο μ.Χ. αιώνα κιόλας, ο θεραπευτής Μάρκελλος συμβούλευε τους πάσχοντες από πονοκεφάλους να φορούν στο λαιμό τους λίθους από μαγνήτη.

Επίσης, ο Αέτιος ο Αμιδηνός, που ήταν ο διασημότερος γιατρός του 6ου αιώνα μ.Χ., συμβούλευε τους ρευματικούς να κρατούν πάντα στο χέρι τους λίθους από μαγνήτη. Τους ίδιους λίθους χρησιμοποιούσαν ευρέως και οι τσαρλατάνοι του Μεσαίωνα στο ψευτοθεραπευτικό οπλοστάσιό τους.

Το 17ο αιώνα, ο Γάλλος γιατρός Pierre Borel συνιστούσε τον μαγνήτη για τον πονόδοντο, τον οφθαλμόπονο και τις υστερικές παθήσεις.

Τον 18ο αιώνα, ο Ούγγρος Ιησουίτης ιερέας και ξακουστός αστρονόμος, Maximilian Hell, κατασκεύασε μαγνητικές πανοπλίες από κομμάτια μαγνητισμένου σιδήρου, που εφαρμόζονταν ακριβώς στα πάσχοντα μέρη του σώματος. Οι μαγνητικές αυτές πανοπλίες αναγνωρίστηκαν ως πανάκεια και υπήρξαν πολλοί εκείνοι που θεραπεύτηκαν. Βέβαια, είναι γνωστό πως η αυθυποβολή θεραπεύει πολλές ασθένειες, όπως και τις προκαλεί.

Για κάποια χρόνια, η θεραπεία του μαγνήτη λησμονήθηκε. Όμως, τον 19ο αιώνα, ο Γερμανός γιατρός Franz Mesmer επανέφερε στην επικαιρότητα την ίαση μέσω μαγνητισμού και το σύστημα θεραπευτικής του, γνωστό ως μεσμερισμός, θεωρήθηκε πρόδρομος του υπνωτισμού. Έτσι, ξαναέφερε στο προσκήνιο τη χίμαιρα του παγκόσμιου μαγνητικού ρευστού, ανακατεμένη με δεισιδαιμονίες, κομπογιαννιτισμό και μαγεία.

 

Ο ευφυής Franz Mesmer είχε φανατικούς οπαδούς, αλλά και αντιπάλους. Οι τελευταίοι κατόρθωσαν τελικά να αποδείξουν ότι ήταν τσαρλατάνος κι ο Mesmer αναγκάστηκε να φύγει από τη Βιέννη. Αφού περιπλανήθηκε για κάμποσο καιρό στην Ευρώπη, ύστερα βρήκε καταφύγιο στο Παρίσι. Μόλις έφτασε εκεί, τον Φεβρουάριο του 1778, άρχισε αμέσως τα πειράματά του. Βρήκε πλήθος αρρώστων, που ήταν προθυμότατοι να του χρησιμεύσουν ως υλικό. Αν πιστέψουμε τις μαρτυρίες των οπαδών του, πέτυχε θαυμαστές θεραπείες, που του χάρισαν δόξα και χρήμα.

Το 1784, ο Βασιλιάς Λουδοβίκος ΙΣΤ συγκρότησε μια επιτροπή από διακεκριμένους επιστήμονες και γιατρούς, προκειμένου να διερευνήσουν τις αμφιλεγόμενες μεθόδους του Mesmer. Mεταξύ των μελών της επιτροπής ήταν ο Αμερικανός εφευρέτης και πολιτικός Benjamin Franklin και ο Γάλλος χημικός Antoine Lavoisier. Συμπέραναν ότι ο Mesmer δεν ήταν σε θέση να υποστηρίξει επιστημονικά τους ισχυρισμούς του και από τότε το μεσμεριστικό κίνημα αποδυναμώθηκε, ενώ ο ίδιος περιήλθε σε ανυποληψία κι έζησε την υπόλοιπη ζωή του στην αφάνεια.

Αλλά, οι προκαταλήψεις δεν πέθαναν τόσο εύκολα. Παρ’ όλη την επίσημη καταδίκη του, ο μεσμερισμός γνώρισε καινούριες δόξες, χάρη σε έναν Γάλλο μαρκήσιο, τον Marquis de Puysegur, ο οποίος επιδιδόταν σε πειράματα μέσα στον πανέμορφο πύργο του, το Chateau de Buzancy. Ο Μαρκήσιος ασχολήθηκε με την ύπαρξη μαγνητικού υπνοβατισμού: έφερνε τους ασθενείς σε κατάσταση υπνοβασίας, αγγίζοντάς τους απλώς με το χέρι του και τους ασκούσε μαγνητικές δυνάμεις, με σκοπό να τους θεραπεύσει.

 

Εφευρέτης του όρου “υπνωτισμός” υπήρξε ο σπουδαίος Σκώτος γιατρός και χειρουργός, James Braid. Κρατούσε ένα λαμπερό αντικείμενο σε απόσταση μερικών εκατοστών από τα μάτια του υποκειμένου του, που έπρεπε να προσελκύει το βλέμμα του σ’ αυτό και να μην σκέφτεται τίποτα άλλο. Σε λίγα λεπτά οι κόρες των ματιών του συστέλλονταν κι ύστερα, διαστέλλονταν. Τα βλέφαρα σφάλιζαν, υπνωτιζόταν και εν τέλει, αποκοιμιόταν.

Δεν υπάρχει τίποτα το μυστηριώδες στον υπνωτισμό. Απλώς, αν ο εγκέφαλος δεν τροφοδοτείται από συνεχόμενα ερεθίσματα, τότε απλά αποκοιμιέται.

Το 1878, ο Jean Martin Charcot, Γάλλος καθηγητής ανατομικής παθολογίας και θεμελιωτής της σύγχρονης νευρολογίας, ερεύνησε τη σχέση ανάμεσα στην ύπνωση και την υστερία. Ερμήνευσε, μάλιστα, την υπνοβασία, τον λήθαργο, και την καταληψία ως υστερικά φαινόμενα.

Πάνω σε αυτές τις θεωρίες στηρίχτηκε έως και ο Sigmund Freud, ο πασίγνωστος Αυστριακός νευρολόγος και ιδρυτής της Ψυχανάλυσης, για να διεισδύει στα τρίσβαθα της ανθρώπινης ψυχής.

Ο υπνωτισμός, λοιπόν, μπορεί να είναι ένα πολύτιμο επιστημονικό εργαλείο, που δε σχετίζεται καθόλου με τσαρλατάνους και μαγείες.

*Η πόλη της Μαγνησίας (σήμερα Μανίσα) με το όρος Σίπυλος