Translate -TRANSLATE -

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΥΨΕΛΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΥΨΕΛΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 19 Μαρτίου 2019

Πώς γλεντούσαν στην Κυψέλη το 1935



Πώς γλεντούσαν στην Κυψέλη το 1935

«Η συνοικία της Κυψέλης είνε νέα. Όλα εκεί πάνω είνε καινούργια. Δεν έχουν καθόλου ιστορία. Προπολεμικώς στο κέντρο της, όπου τώρα απλώνεται η νέα πλατεία με τ’ άνθη της και με τα πλήθη των καρεκλών, υπήρχαν έρημες ανηφοριές, μια ρεμματιά  και απάτητοι γκρεμοί. Σπίτια δεν υπήρχαν σ’ αυτά τα μέρη. Ούτε κέντρα φυσικά, ούτε γλεντζέδες. Αραιά και που εδιάβαιναν άνθρωποι που πήγαιναν κατά το Γαλάτσι. Κάπου-κάπου έφθανεν ως εκεί και καμμιά φτωχογυναίκα για να μαζέψη αγριολάχανα.
Τώρα σ’ εκείνες τις παλαιές ερημιές είνε η ωραία πλατεία με τα κέντρα της, τα μεγάλα καφενεία, ταβερνεία, κινηματοθέατρο… Τίποτε πια δεν λείπει στον κάτοικο της Κυψέλης που θέλει να διασκεδάση. Τα έχει όλα γύρω στην πλατεία του.
Μόλις ανεβαίνουμε προς την Κυψέλη βλέπουμε την πρόοδο της συνοικίας αυτής. Τα κέντρα της αυξάνουν και πληθύνονται. Τώρα μάλιστα που η διπλή γραμμή του τραμ ετοιμάσθη πια, η συγκοινωνία επυκνώθη και ο δρόμος έγινε βατός και πολυσύχναστος. Η οδός Κυψέλης κατέστη πια μια σπουδαία αρτηρία της πόλεως και ολοένα αποκτά νέα μαγαζιά και νέα κέντρα.
Πριν ακόμη πάρουμε τον ανήφορο μια νέα ταβέρνα ετοιμάζεται: «Η παπαρούνα» θ’ ανοίξη μόλις ψηθούν οι νέοι μούστοι. Μα παραπάνω στην οδόν Κυψέλης μας καλεί ανοικτή και φωτισμένη, με πλήθος καρέκλες μεταξύ σωρών ξύλων και κάρβουνων η ταβέρνα «Η ρομάντσα». Είνε και αυτή κατά το σύστημα των παλαιών Αθηναϊκών μαντρών: Καρβουνοξυλάδικο και κρασοπουλειό μαζί. Και κάθε βράδυ η «Ρομάντσα» γεμίζει από ρομαντικούς πότας. Η μάνδρα γίνεται πηγή τραγουδιού και κεφιού της γειτονιάς.
Προχωρούμε. Παραπάνω το καφεζυθοπωλείον Παπαδούκα «Το Νέον Κέντρον» γεμάτο κόσμο. Κι’ άλλα μικρότερα μαγαζάκια μαζεύουν τους Κυψελιώτες κατά τα βράδυα. Η οδός Κυψέλης έχει πια κόσμο πολύ και κέντρα άφθονα.
Αλλ’ ας βρεθούμε πια στην μεγάλη πλατεία, στο τέρμα του τραμ. Εκεί είνε το κοσμικό κέντρον της Κυψέλης. Δεν μοιάζει εκεί πάνω σαν Αθηναϊκή συνοικία με το γνωστό στυλ. Μοιάζει πιο πολύ με το κέντρο περιποιημένης και πλούσιας μικρής πόλεως. Σαν να βρίσκεται κανείς σε μια άλλη κοινωνία, σε μια άλλη πολιτεία, ήσυχη και ευγενική.
Στη μέση της πλατείας κήπος με άνθη. Αν και ακόμη τα παρτέρια φαίνωνται νέα και τίποτε δεν έχει φουντώση. Στο κάτω δε μέρος μια προέκτασις της πλατείας μόλις τώρα ισοπεδώνεται για να γίνη κι’ αυτή ωραίος ανθόκηπος.
Γύρω-γύρω στη νεογέννητη πλατεία της Κυψέλης κέντρα μεγάλα και μικρά είνε αραδιασμένα κ’ εξαποστέλλουν πλήθη καρεκλών στα πεζοδρόμια της πλατείας πλάι στα παρτέρια. Μια νέα καρεκλο-πλατεία του Συντάγματος γεννιέται εκεί πάνω. Μόλις εξεφύτρωσαν τ’ άνθη στα παρτέρια, εξεφύτρωσαν πολύ περισσότερες καρέκλες…
Στην κάτω πλευρά της πλατείας είνε ο μεγάλος κινηματογράφος της Κυψέλης: το «Αττικόν». Κομψό κινηματοθέατρο, αναπαυτικό και δροσερό. Έργα πολλά και εκλεκτά. Έτσι ο Κυψελιώτης έχει πρώτης τάξεως κινηματογράφο στη γειτονιά του. Προς τι λοιπόν να ροβολήση προς το κέντρο;
Απέξω από το «Αττικόν» μεγάλο, καινούργιο και καθαρώτατον καφενείο καλεί τους πελάτες. Είνε το μεγαλείτερο κέντρο κοσμοσυρροής επάνω στην πλατεία.
Το πιο μεγάλο και κοσμικό ταβερνικόν κέντρον της Κυψέλης είνε του Κοράκη. «Τα Βαρδούσια». Μάντρα με παραρτήματα και εξαρτήματα, με ψησταριά και με τραπεζάκια στην πλατεία. Ταβέρνα κοσμική και κέντρον γλεντζέδων. Όχι μόνον επίδειξις αλλά και κρασί καλό και μεζές. Εκεί τα βράδυα μεσουρανεί το Κυψελιώτικο γλέντι…
Αλλά και του Α. Μαστρομανώλη το ταβερνείον μαζεύει κόσμο διασκεδαζόντων, τρωγόντων και πινόντων. Απάνω στην πλατεία κι’ αυτό. Κοσμικό κι’ αυτό.
Από πάνω από το τέρμα του τραμ, στην κορυφή ενός λόφου, που τον έκοψαν κατακορύφως για να διαβούν οι γραμμές του τραμ, υπάρχει ένα μικρό και παλαιό ταβερνάκι. Είνε ένα καφεζυθοπωλείο των ρομαντικών. Απ’ εκεί η θέα της συνοικίας και της Αθήνας ξαπλώνεται κάτω ωραία και γοητευτική…
Στην άλλη πλευρά της πλατείας, την επάνω, αρκετά κέντρα στη σειρά συγκεντρώνουν κόσμο που ζητεί ανάπαυσιν και διασκέδασιν. Το καφενείον «Ο Φοίβος» απλώνει τα τραπεζάκια του στην πλατεία και καλεί πελάτες. Παρακεί του Ι. Γκίκα το μπακάλικο έχει διοργανώσει και τμήμα ταβέρνας. Το κρασί είνε καλό και οι μεζέδες ποικιλώτατοι. Εκεί το ήρεμο γλέντι προχωρεί κάθε βράδυ ανεμπόδιστα. Πλάι, ολίγον κοσμικόν και ολίγο απόκοσμον το ζαχαροπλαστείο  της εταιρείας «ΕΒΓΑ». Κι’ εκεί κομψός κόσμος της συνοικίας συγκεντρώνεται τα βράδυα.
Αντίκρυ, στην γωνία της πλατείας εμφανίζονται δύο παράδεισοι. Εκεί το καφενείο «Παράδεισος» σκορπίζει τις καρέκλες του ανάμεσα στα παρτέρια, αλλά και από κάτω, στο υπόγειο, εμφανίζεται ο «Υπόγειος Παράδεισος. Αυτός ίσως είνε ο πιο ενδιαφέρων. Είνε η ταβέρνα του Ι. Βρανά. Οι γλεντζέδες σπεύδουν άφθονοι εκεί, ιδιαίτερα όταν η φθινοπωρινή δροσιά τους αναγκάζει να μετακομίζουν από το ύπαιθρον στο υπόγειο…
Η Κυψέλη λοιπόν έχει πλήρη ανεξαρτησία και αυτονομία γλεντιού. Έχει το θέαμά του, τα ακροάματά του, αλλά και το κρασάκι του μ’ εκλεκτό μεζέ.
Όταν ο Δήμαρχος κ. Κοτζιάς άρχισε τις υπαίθριες λαϊκές συναυλίες, πρώτη εθυμήθηκε την Κυψέλη. Η συναυλία έγινε εκεί πάνω στη νεογέννητη πλατεία που είδαμε. Εμαζεύθηκαν όμως τόσες χιλιάδες κόσμου, ώστε οι περισσότεροι δεν άκουσαν την συναυλίαν. Μόνον… την είδαν!». 
«Νέον Φως», 1935, Φ. Γιοφύλλης

Πέμπτη 15 Μαρτίου 2018

ΕΝΑΣ ΠΑΛΙΟΣ ΔΡΟΜΟΣ ΞΑΝΑΖΕΙ.



ΕΝΑΣ ΠΑΛΙΟΣ ΔΡΟΜΟΣ ΞΑΝΑΖΕΙ!

Μακριά πλέον από τα βλέμματα των πολλών, ο ιστορικός πεζόδρομος της Κυψέλης ζει τη δική του ιδιότυπη αναγέννηση προσελκύοντας νέους ανθρώπους, που έρχονται για τα υπέροχα αστικά διαμερίσματα με τα φθηνά ενοίκια και ανακαλύπτουν μια γειτονιά αυθεντική και πλούσια σε μυθολογία που δεν φαντάζονταν ποτέ.

Φωκίωνος Νέγρη....ο δρόμος των σταρ και των καλλιτεχνών της Αθήνας μετά τον πόλεμο.
Εκεί οι παλιοί Αθηναίοι φρόντισαν να αγοράσουν σπίτια ...
Δελεάστηκαν από τα πλατάνια τα συντριβάνια...
Πλατάνια μέσα στο Κέντρο της Αθήνας ήταν κάτι το ασυνήθιστο.
Και έγινε στέκι· φυσιολογικό ήταν....
Ηθοποιοί γνωστά ονόματα της εποχής ...τραγουδιστές έπιναν τον καφέ τους και απ΄έξω ουρά οι θαυμαστές για μια φωτογραφία ασπρόμαυρη με αυτόγραφο που πάντα κουβαλούσαν στην τσέπη τα ινδάλματά τους.
Ένα από τα γνωστά φωτογραφεία που πήγαιναν ηθοποιοί ήταν στην Χαλκοκονδύλη.
Έβαζε και την φίρμα του ο φωτογράφος πίσω από την φωτογραφία ...φυσικά με το αζημίωτο για τον φιρμάτο ηθοποιό.
Ένα από τα ζαχαροπλαστεία στην περιοχή ήταν το Σελέκτ με το ονομαστό παγωτό Σικάγο.
Εκεί έδιναν ραντεβού τα ζευγαράκια.
Κέντρα διασκέδασης με πρώτο την Quinta του Μουτσάτσου με πελάτες σταθερούς το ζευγάρι Βουγιουκλάκη-Παπαμιχαήλ αλλά και τον μεγιστάνα Ωνάση.
Η Φωκίωνος Νέγρη ήταν το αγαπημένο στέκι της Μοσχολιού του Δομάζου....του Σταυρίδη...του Ρίζου.
Αρκούσε μια βόλτα τότε για να δείς από κοντά πολλά γνωστά ονόματα.
Εκεί και ένα φιλικό σπίτι ....
Από το μπαλκόνι έβλεπες την Φωκίωνος Νέγρη το βράδυ με φώτα και κίνηση και φεύγοντας έπεφτες σε συνωστισμό.
Σήμερα ο παλιός αυτός δρόμος δεν έχει καμιά σχέση με αυτόν που είχαν την τύχη να γνωρίσουν οι παλιοί.

Από το ’60 στο σήμερα


Τη δεκαετία του ’60, το να βρεις να μείνεις στη Φωκίωνος Νέγρη δεν ήταν εύκολο. Οι εγκατεστημένοι κάτοικοί της δεν επέτρεπαν να εισέλθει κανείς στο άβατο που είχαν στήσει. Ήταν η εποχή που ήταν δρόμος ακόμα, γειτονιά ηθοποιών και καλλιτεχνών, είχε εμπορικά καταστήματα με ρούχα εισαγωγής, θρυλικά εστιατόρια, ζαχαροπλαστεία και μπαρ όπου μαζευόταν η ανφάν γκατέ της εποχής για να διασκεδάσει. Η Βία Βένετο της Αθήνας.
Σήμερα, αν ρωτήσεις τους Αθηναίους να σου πουν πώς είναι η Φωκίωνος Νέγρη, οι περισσότεροι θα σου την περιγράψουν ως γκέτο. Η μαζική φυγή των Κυψελιωτών προς τα προάστια και η έλευση των μεταναστών και των προσφύγων στα πέριξ του δρόμου δημιούργησαν την αίσθηση στους ανθρώπους που έχουν να την επισκεφτούν δεκαετίες ότι πρόκειται για μια επικίνδυνη περιοχή, ένα άλλο Μπρονξ. Ανυπόστατες φήμες, που δεν επιβεβαιώνονται ούτε από τη ζωή εκεί ούτε από τα στοιχεία της αστυνομίας.
Στην πραγματικότητα η Φωκίωνος, μακριά πια από τα βλέμματα των πολλών, ζει τη δική της αναγέννηση ως αυθεντική γειτονιά με την πιο πλούσια μυθολογία. Ευλογημένη με ορισμένες από τις πιο όμορφες πολυκατοικίες της Αθήνας, ο μόνος δρόμος που σχεδιάστηκε από αρχιτέκτονες, που φιλοξένησε από πρωθυπουργούς (Μεταξάς), δημάρχους (Κοτζιάς), σταρ του παλιού ελληνικού κινηματογράφου, ποιητές, μουσικούς και καλλιτέχνες της παλιάς Αθήνας (Σακελλάριος, Βλαχοπούλου, Καλουτά, Καζάκος, Θύμιος Καρακατσάνης, Γκάτσος) μέχρι και τον Άστον Κούτσερ σε διακοπές του στην πόλη, σήμερα δεν είναι καθόλου τρέντι, αλλά αρχίζει να προσελκύει ένα νέο κοινό: ανθρώπους νέους που είτε βρίσκονται εδώ για τα φθηνά ενοίκια είτε επιστρέφουν από τα προάστια στα παρατημένα σπίτια των γονιών τους και στην πορεία ανακαλύπτουν μια γειτονιά που δεν φαντάζονταν.

Σκηνή από την ταινία «Πιάσαμε την καλή» του 1955. Φωκίωνος Νέγρη Πάπιες.
Όσο για το παρελθόν της οι παρακάτω στίχοι τα λένε όλα....
Στη Φωκίωνος Νέγρη
τριγυρνάν μπλουτζινάτοι
πλέι μπόις αλέγροι
με μαλλί ως την πλάτη
στη Φωκίωνος Νέγρη
στη Φωκίωνος Νέγρη

Πεντακόσια μπαρ και ζαχαροπλαστεία
κάθε βράδυ μαχαιρώματα στ’ αστεία
παρεϊτσα και ποτήρι
ψησταριές για το ψηστήρι
και ζωή κάνουν μεγάλη
μια σουσού κι ένα ρεμάλι

Σταυροπόδι έξω πλάτη έξω γάμπα
οι κυρίες ξαπλωτές στις πολυθρόνες
κι απ’ αντίκρυ οι θαμώνες
κάθε βράδυ βλέπουν τσάμπα
έξω πλάτη έξω γάμπα
τελεβίζιον στις οθόνες

Βια Μπένετο Ντόπια
σε νεότερη κόπια
το πρωί παίζουν τόπια
και το βράδυ σορόπια
Βια Μπένετο Ντόπια
Βία Μπένετο Ντόπια

Ξημερώματα στις τέσσερις και κάτι
ξεφορτώνει στη γωνιά μια Μαζαράτι
βεντετούλες που γυρίζουν
απ’ τα κλαμπ κι από τα πάρτι
είχαν φύγει τη Δευτέρα
κι επιστρέφουν την Τετάρτη

Της Κυψέλης ο δρόμος
χρόνια ζει παρανόμως
κι απ’ τα αμάξια έχει γίνει
τώρα πια λαιμητόμος
της Κυψέλης ο δρόμος
της Κυψέλης ο δρόμος

Μες στα δέντρα νυχτοπούλια και τζιτζίκια
και στα κέντρα τα ντονέρ και τα τζατζίκια
τα σουβλάκια και οι πίτες
χουρχουρίζουσες γρανίτες
ταξιτζήδες καβγατζήδες
και γρου γρου οι βιολιτζήδες

Οι γαμπροί με λιμουζίνες δέκα δέκα
τριγυρνάν ξελιγωμένοι για γυναίκα
και τριγύρω από τις πάπιες
αμαξάτες κάνουν κάποιες
τη ζωή τη βραδινή τους
Ντόλτσε Βίτα με το Ν τους

Στη Φωκίωνος Νέγρη
νεαροί στις ταράτσες
με απίθανες φάτσες
ξεφωνίζουν σαν νέγροι
στη Φωκίωνος Νέγρη
στη Φωκίωνος Νέγρη

Οι Ντιντήδες, οι Λουλούδες κι οι Μιράντες
κάθε βράδυ κάνουν πάρτι στις βεράντες
γιε γιε γιε γραμμή τσιρίζουν
και χτυπιούνται λυσσαλέα
και οι γέροι μουρμουρίζουν
γιε γιε γιε, τι νεολαία….

Στίχοι Ηλίας Λυμπερόπουλος
Μουσική Γιώργος Μουζάκης
Ερμηνεία Γιάννης Βογιατζής

Πίσω λοιπόν στα παλιά

Σάββατο 9 Αυγούστου 2014

Νίκου Αμμανίτη : "Dolce vita" αλλά ελληνικά


Μια Φορά Και Έναν Καιρό
  "Dolce vita" αλλά ελληνικά
 Του ΝΙΚΟΥ ΑΜΜΑΝΙΤΗ

Ήταν περί τα τέλη του '50 και αρχές της δεκαετίας του '60 όταν ο Έλληνας και ειδικότερα ο Αθηναίος άρχισε να μαθαίνει τι σημαίνει ακριβώς «γλυκιά ζωή». Πολλά συνέτειναν να τον βγάλουν από το καβούκι του, όπου χρόνια και χρόνια ήταν κλεισμένος, για να αρχίσει «να απολαμβάνει μικρές χαρές».

Και το πρώτο που του ομόρφυνε τη ζωή ήταν το «αυτοκίνητο», καθώς έπαψε να αποτελεί ένα όνειρο άπιαστο και «όνειρο για τους λίγους», αλλά άρχισε να γίνεται ένα «καταναλωτικό αγαθό» όλο και για περισσότερους… μικρομεσαίους, που μέρα με τη μέρα γέμιζε η τσέπη τους. Κάτι τα στρατιωτικά τζιπ των συμμάχων αλλά και τα… εχθρικά φολκσβάγκεν των Γερμανών, που παρέμειναν στη χώρα μας από τα χρόνια του πολέμου, τα οποία διάφοροι μερακλήδες μαστόροι -με περίσσια φιλοκαλία- τα μεταποίησαν σε επιβατικά, στολίζοντάς τα με «χρωμέ» τάσια και προφυλακτήρες και μπόλικα άλλα μπιχλιμπίδια. Ήταν και αρκετοί παραλήδες κάτοχοι αυτοκινήτων από προπολεμικά, που «βάλανε για σκότωμα» τα ντεμοντέ αμάξια τους προκειμένου να αγοράσουν καινούριο. Έτσι πέσανε οι τιμές και τονώθηκε η αγορά του μεταχειρισμένου. Τη μεγάλη όμως έκρηξη στην αγορά την προκάλεσαν οι αντιπροσωπείες, που σε πολυτελείς εκθέσεις παρουσίαζαν γυαλιστερά «κουρσάκια», θηρία σε αντοχή, οικονομικά στα καύσιμα, που αποκτούσες με μικρή προκαταβολή και πολλές δόσεις. 

Ως η άμμος της θαλάσσης ήσαν οι μάρκες των αυτοκινήτων -όλες ευρωπαϊκές-, που δεν υπάρχουν πια. Προβάλλονταν οι θέσεις που γίνονταν και κρεβάτι, προβάλλονταν επίσης ως προσόν εάν ήταν τετράθυρο, αν ο «λεβιές των ταχυτήτων» ήταν τοποθετημένος πλάι στο τιμόνι και το κυριότερο ότι «καίει το δοχείο στα 300…». Για τους νεωτέρους, το δοχείο που αποτελούσε, τρόπον τινά, μετρητή… καταναλώσεως, είχε 4,5 γαλόνια βενζίνης, το δε γαλόνι, με το οποίο πωλούντο τα καύσιμα μέχρι τη χούντα, είχε περίπου 4 λίτρα. Τους «πειρασμούς» ενίσχυαν καταχωρήσεις στον Τύπο, με φωτορεπορτάζ του Ράλι Ακρόπολις ή φωτογραφίες διασημοτήτων με το κουρσάκι τους σε μακρινές εκδρομές, π.χ., στη Βάρκιζα ή τη Λούτσα και σε άλλες εξωτικές τοποθεσίες, που γαργάλιζαν τις επιθυμίες και κατέληγαν στο… δόγμα: «Τέσσερις ρόδες να 'χει και να τσουλάει...». Οι «σχολές οδηγών» φύτρωναν καθημερινά, πλήθαιναν επίσης συνεχώς και τα γραφεία «ενοικιάσεως αυτοκινήτων», όπου με κανένα κατοστάρικο νοίκιαζες αυτοκίνητο και σου έφευγε ο νταλκάς. 

Ήταν κατόπιν οι δύο αυτοκινητόδρομοι, Αθήνα-Χαλκίδα και Αθήνα-Μέγαρα, που έβγαλαν τους προνομιούχους εκτός των τειχών. Φόρτωνες την οικογένεια, την παρέα ή την γκόμενα, ενίοτε και αντιστρόφως, και πεταγόσουν στα Μέγαρα, στην Πάχη να φας λιαστό χταπόδι στου Γεράσιμου ή να πιείς το καφεδάκι σου στο ολοκαίνουργιο πολυτελές ξενοδοχείο «Λούση» στη Χαλκίδα, η οποία με τον «καινούργιο δρόμο» έγινε προάστιο της Αθήνας. Έλεγες πως «πετάχτηκες ως τη Χαλκίδα και γύρισες» και σε θεωρούσαν τερατολόγο, διότι χρειαζόταν άλλοτε να περάσεις βουνά και άγρια ρουμάνια, με αφάνταστη ταλαιπωρία, σε μια διαδρομή διαρκείας δύο ωρών για να φτάσεις.



Άλλο κομμάτι που ανέβασε ποιοτικά τη ζωή μας, ήσαν τα «ταξίδια στο εξωτερικό», που γίνονταν -λόγω αυτοκινήτου- πιο οικονομικά και πιο εύκολα. Το φέρι μποτ «Εγνατία», που εγκαινίασε δρομολόγια διαρκείας ολίγων μόνο ωρών ανάμεσα στην Ηγουμενίτσα και το Μπρίντεζι, με φθηνό εισιτήριο, άνοιξε τις πύλες της Ευρώπης και ο «έλληνας τουρίστας» γνώρισε ιδίοις όμμασι μέρη που ως τότε είχε μόνο ακουστά. Με το γιωταχί του και με την ένδειξη GR, δηλαδή Greece, πλάι στην πινακίδα, τριγύρισε την καρδιά της Ευρώπης, απ' όπου έστελνε σε φίλους και συγγενείς καρτ ποστάλ «Με αγάπη» από τα ωραία μέρη που επισκεπτόταν. Έριξε κέρμα στη Fontana di Trevi, για να ξαναρθεί στη Ρώμη, ήπιε «μπύρα ποτήρι» στις μπυραρίες του Μονάχου, σερβιρισμένη από ξανθές «κελνερίνες» κοπελάρες -να τις πιείς στο ποτήρι-, με μικρή ποδιά στη μέση και… μεγάλο ντεκολτέ στο στήθος, και επιστρέφοντας, είχε ατέλειωτες εντυπώσεις να διηγείται στην παρέα τα βράδια.

Ο μεγάλος δάσκαλος όμως, που δίδαξε το Know how της γλυκιάς ζωής στους Αθηναίους, ήταν ο Φεντερίκο Φελίνι, με την ομώνυμη ταινία του «Dolce Vita», όπου με ντεκόρ την πολυσύχναστη Via Vittorio Veneto, τη γεμάτη φώτα και λαμπρότητα, όπου συνωστίζονταν τη νύχτα στα καφέ με τα κομψά τραπεζάκια και τις πολύχρωμες ομπρέλες κάθε καρυδιάς καρύδι, όπου εκτυλίσσονταν πρωτόγνωρες σκηνές για την Ελλάδα με τους… «Celebrities», ενώ αδίστακτοι «παπαράτσι» και δημοσιογράφοι κυνηγούσαν την «είδηση» και την «αποκλειστικότητα» χωρίς κανέναν φραγμό.

Καθώς η Αθήνα προόδευε, έγιναν σύντονες προσπάθειες να αναβιώσει μια ανάλογη Βιτόριο Βένετο made in Greece, πολύ πιο αθώα και χωρίς πολλές… ξεδιαντροπιές. Πολλά πολυσύχναστα σημεία της Αθήνας, με νυκτερινή ζωή, κοινώς με ξενυχτάδικα, όπου κυριαρχούσε αφόρητο βαρετό κουβεντολόι, διεκδίκησαν την τιμή να ανταγωνισθούν τη Βένετο, τη Ρώμη και τον… Φελίνι. Ο κλήρος έπεσε τελικά στη Φωκίωνος Νέγρη, όπου με πυρήνα τα διάσημα στέκια «Σελέκτ» και «Φλόκα» γινόταν, ειδικά τα καλοκαιρινά βράδια, πανδαιμόνιο. Απ’ όλα είχε ο μπαξές, που λένε. Και διανοούμενους και στάρλετ και κομπάρσους και δημοσιογράφους και εμπόρους που θα χρηματοδοτούσανε ταινίες και ταλαντούχους σκηνοθέτες που θα έκλειναν τον Φίνο και ένα μάτσο «χορευτές» με τους μουστακαλήδες θαυμαστές τους. Και ανάμεσά τους γέμιζε ασφυκτικά την περιοχή το ανώνυμο πλήθος, που έκανε χάζι και είχε την ψευδαίσθηση πως συμμετείχε στην «Ντόλτσε Βίτα». 



Δεν έκλειναν μάτι από τον θόρυβο και τις εξατμίσεις οι περίοικοι των πανάκριβων διαμερισμάτων της τότε «αριστοκρατικής Κυψέλης». Σπορτίβικα αμάξια με ένα τεράστιο νούμερο στην πόρτα, ένδειξη πως μετέχει τάχα σε ράλι, μαρσάρανε τις μηχανές τους και μοστραρίζονταν στον κόσμο. Αυτοκίνητα με αγωνιστική αξιοπρέπεια ήταν τα Saab, τα Μίνι, εφόσον ήταν Cooper, και η Volvo 544 με την καμπούρα, που λες πως έπασχε από ραχίτιδα. Όλα τα άλλα ήσαν απλώς… αυτοκίνητα.

Αργά τη νύχτα, καταφθάνανε θορυβωδώς, για να «χτυπήσουν καμιά γκόμενα», οι «γιαλαντζί ραλιτζήδες», που ο Νίκος Μαστοράκης αποκαλούσε «ασπρολαστιχάδες», διότι υποδύονταν τους αγωνιστές με άσπρα λάστιχα στα αυτοκίνητα. Σμόκιν με τσαρούχια, να πούμε.

Και μια και ο λόγος περί αμφιέσεως, καθώς η υψηλή κοινωνία έσκαγε κατακαλόκαιρο από την «ευπρεπή αμφίεση», ο βασιλεύς Παύλος, αναζητώντας λίγη δροσιά, επινόησε και λανσάρισε το «ιματίδιον», ένα πετσοκομμένο σακάκι δηλαδή, που έμοιαζε με… γιλέκο. Φυσικά, λόγω πρωτοκόλλου, σε κάθε επίσημη τελετή, όλοι φορούσαν υποχρεωτικά το αντιπαθές ιματίδιο, που η «Εστία» το βάφτισε «Εμετίδιο…».  

"ΤΟ ΠΑΡΟΝ"