Translate -TRANSLATE -

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 30 Μαΐου 2026

Από το Βυζάντιο στην Άλωση: Η επική ιστορία της Κωνσταντινούπολης

 


Από το Βυζάντιο στην Άλωση: Η επική ιστορία της Κωνσταντινούπολης

Υπάρχουν πόλεις που γεννήθηκαν για να υπηρετήσουν την ιστορία. Υπάρχουν όμως και πόλεις που γεννήθηκαν για να τη διαμορφώσουν. Η Κωνσταντινούπολη υπήρξε μία από αυτές.

Χτισμένη πάνω σε μια στενή λωρίδα γης που ενώνει την Ευρώπη με την Ασία και ελέγχει τη δίοδο ανάμεσα στον Εύξεινο Πόντο και τη Μεσόγειο, η θέση της υπήρξε μοναδική. Από την αρχαιότητα ακόμη, το ελληνικό Βυζάντιο, αποικία των Μεγαρέων που ιδρύθηκε τον 7ο αιώνα π.Χ., κατείχε στρατηγική σημασία. Ωστόσο, κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί το πεπρωμένο που την περίμενε.

Το 324 μ.Χ., μετά τη νίκη του επί του Λικινίου, ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ο Μέγας αναζήτησε μια νέα πρωτεύουσα για τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Η παλιά Ρώμη βρισκόταν πλέον μακριά από τα κρίσιμα σύνορα του κράτους, ενώ οι μεγάλες προκλήσεις προέρχονταν από την Ανατολή και τον Δούναβη. Ο Κωνσταντίνος επέλεξε το Βυζάντιο, αναγνωρίζοντας τα τεράστια στρατηγικά του πλεονεκτήματα.

Στις 11 Μαΐου του 330 εγκαινιάστηκε επίσημα η νέα πρωτεύουσα. Επισήμως ονομάστηκε «Νέα Ρώμη», όμως πολύ γρήγορα επικράτησε το όνομα «Κωνσταντινούπολις», η πόλη του Κωνσταντίνου.

Η νέα πρωτεύουσα στολίστηκε με φόρα, ανάκτορα, λουτρά, μνημεία και πλατείες. Αγάλματα μεταφέρθηκαν από κάθε γωνιά της αυτοκρατορίας, ενώ οι καλύτεροι τεχνίτες της εποχής εργάζονταν αδιάκοπα για να μετατρέψουν τη νέα πόλη σε αντάξια διάδοχο της Ρώμης.

Όταν το 395 η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία χωρίστηκε οριστικά σε Ανατολική και Δυτική, η Κωνσταντινούπολη έγινε το αδιαμφισβήτητο κέντρο της ανατολικής αυτοκρατορίας. Λίγες δεκαετίες αργότερα, το 476, η Δυτική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία κατέρρευσε. Η Κωνσταντινούπολη έμεινε πλέον ως η μοναδική συνέχεια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, διατηρώντας ζωντανή την κληρονομιά της για σχεδόν μία χιλιετία ακόμη.


 

Τα τείχη που προστάτευσαν έναν κόσμο

Ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα της πόλης ήταν τα Θεοδοσιανά Τείχη. Κατασκευασμένα τον 5ο αιώνα επί Θεοδοσίου Β΄, αποτελούσαν ένα από τα πιο εξελιγμένα αμυντικά συστήματα της ανθρώπινης ιστορίας.

Για περισσότερο από χίλια χρόνια, τα διπλά και τριπλά αυτά οχυρωματικά έργα απέκρουσαν αμέτρητες επιθέσεις. Ούννοι, Άβαροι, Πέρσες, Άραβες, Βούλγαροι και Ρως βρέθηκαν μπροστά τους χωρίς να κατορθώσουν να τα διασπάσουν.

Η επιβίωση της Κωνσταντινούπολης δεν οφειλόταν μόνο στα τείχη της. Ο βυζαντινός στόλος και το περίφημο «υγρόν πυρ» – ένα μυστικό εμπρηστικό όπλο που έκαιγε ακόμη και πάνω στο νερό – έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην άμυνα της πόλης.

 


 

Ο Ιουστινιανός και το όραμα της παγκόσμιας αυτοκρατορίας

Κανένας αυτοκράτορας δεν σφράγισε την Κωνσταντινούπολη περισσότερο από τον Ιουστινιανό Α΄ (527–565).

Ο Ιουστινιανός οραματιζόταν την ανασύσταση της ενιαίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Οι στρατηγοί του ανακατέλαβαν τη Βόρεια Αφρική από τους Βανδάλους, την Ιταλία από τους Οστρογότθους και τμήματα της Ισπανίας.

Την ίδια στιγμή, η Κωνσταντινούπολη μετατρεπόταν σε λαμπρό κέντρο πολιτισμού, δικαίου και θρησκείας.

Η πιο δραματική στιγμή της βασιλείας του ήρθε το 532 με τη Στάση του Νίκα. Η εξέγερση ξεκίνησε από τους δήμους του Ιπποδρόμου και γρήγορα εξελίχθηκε σε απειλή για τον ίδιο τον θρόνο.

Η πόλη τυλίχθηκε στις φλόγες. Δημόσια κτίρια καταστράφηκαν και χιλιάδες εξεγερμένοι κατέκλυσαν τους δρόμους.

Όταν ο αυτοκράτορας σκέφθηκε να εγκαταλείψει την πρωτεύουσα, η αυτοκράτειρα Θεοδώρα τον απέτρεψε με τα περίφημα λόγια της:

«Η βασιλεία είναι το ωραιότερο σάβανο.»

Ο Ιουστινιανός παρέμεινε στην πόλη. Ο Βελισάριος και ο Ναρσής περικύκλωσαν τους στασιαστές στον Ιππόδρομο και κατέστειλαν την εξέγερση με πρωτοφανή σκληρότητα.

Από τις στάχτες της καταστροφής γεννήθηκε το μεγαλύτερο αρχιτεκτονικό αριστούργημα του Βυζαντίου.

 

 

Η Αγία Σοφία – το θαύμα της Χριστιανοσύνης

Η Αγία Σοφία που γνωρίζουμε σήμερα ολοκληρώθηκε το 537.

Όταν ο Ιουστινιανός εισήλθε στον νέο ναό, η παράδοση αναφέρει ότι αναφώνησε:

«Νενίκηκά σε, Σολομών!»

Ο τεράστιος τρούλος της προκαλούσε δέος στους επισκέπτες. Οι ξένοι προσκυνητές πίστευαν πως αιωρείται στον αέρα. Για σχεδόν μία χιλιετία παρέμεινε ο μεγαλύτερος ναός της Χριστιανοσύνης.

Εκεί στέφονταν οι αυτοκράτορες, εκεί τελούνταν οι μεγαλύτερες θρησκευτικές τελετές και εκεί χτυπούσε η καρδιά της Ορθοδοξίας.

 


Η πόλη που άντεξε τις πολιορκίες

Η Κωνσταντινούπολη αντιμετώπισε με επιτυχία πολιορκίες που θα είχαν αφανίσει οποιαδήποτε άλλη πόλη.

Το 626 άντεξε την πολιορκία Αβάρων και Περσών.

Το 674–678 και το 717–718 απέκρουσε τις μεγάλες αραβικές επιθέσεις, σώζοντας όχι μόνο το Βυζάντιο αλλά και τη χριστιανική Ευρώπη από την ισλαμική επέκταση.

Για πολλούς ιστορικούς, οι νίκες αυτές συγκαταλέγονται στα σημαντικότερα γεγονότα της παγκόσμιας ιστορίας.

 

 

Η τραγωδία του 1204

Εάν υπάρχει μία ημερομηνία που σημάδεψε ανεξίτηλα την πορεία της πόλης πριν από το 1453, αυτή είναι το 1204.

Η Δ΄ Σταυροφορία, αντί να κατευθυνθεί στους Αγίους Τόπους, στράφηκε εναντίον της Κωνσταντινούπολης.

Οι Σταυροφόροι εισέβαλαν στην πόλη και για τρεις ημέρες την παρέδωσαν στη λεηλασία. Πολύτιμα χειρόγραφα, έργα τέχνης, ιερά κειμήλια και αμέτρητοι θησαυροί χάθηκαν για πάντα.

Τα περίφημα χάλκινα άλογα που σήμερα κοσμούν τη Βενετία αποτελούν μόνο ένα μικρό δείγμα όσων αφαιρέθηκαν από την Πόλη.

Πολλοί Βυζαντινοί θεωρούσαν την Άλωση του 1204 μεγαλύτερη καταστροφή ακόμη και από εκείνη του 1453.

 

Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος
 

Οι τελευταίοι αιώνες

Το 1261 ο Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος ανακατέλαβε την Κωνσταντινούπολη.

Όμως η αυτοκρατορία δεν ήταν πλέον η ίδια. Οι οικονομικές δυσκολίες, οι εμφύλιες συγκρούσεις και η Μαύρη Πανώλη του 1347 αποδυνάμωσαν δραματικά την πόλη.

Καθώς η δύναμη των Βυζαντινών μειωνόταν, οι Οθωμανοί κυριαρχούσαν όλο και περισσότερο στη Μικρά Ασία και στα Βαλκάνια.

Στις αρχές του 15ου αιώνα η αυτοκρατορία είχε ουσιαστικά περιοριστεί στην Κωνσταντινούπολη και σε λίγες ακόμη περιοχές.

 


Η Άλωση του 1453

Στις 6 Απριλίου 1453 άρχισε η τελική πολιορκία.

Απέναντι σε περισσότερους από 80.000 Οθωμανούς στρατιώτες, οι υπερασπιστές της πόλης αριθμούσαν μόλις λίγες χιλιάδες άνδρες. Επικεφαλής τους βρισκόταν ο τελευταίος αυτοκράτορας, ο Κωνσταντίνος ΙΑ΄ Παλαιολόγος.

Για σχεδόν δύο μήνες αντιστάθηκαν με πείσμα. Τα γιγάντια κανόνια του Μωάμεθ Β΄ σφυροκοπούσαν αδιάκοπα τα τείχη που επί χίλια χρόνια θεωρούνταν απόρθητα.

Τα ξημερώματα της 29ης Μαΐου η τελική έφοδος πέτυχε.

Ο αυτοκράτορας έπεσε μαχόμενος στα τείχη, αρνούμενος να εγκαταλείψει την πόλη του.

Η Κωνσταντινούπολη είχε χαθεί.

Όμως η μνήμη της δεν χάθηκε ποτέ.

Η Βασιλίδα των Πόλεων συνέχισε να ζει μέσα στις παραδόσεις, στα τραγούδια, στους θρύλους και στη συλλογική μνήμη των λαών της Ανατολής και της Δύσης.

Για περισσότερα από χίλια χρόνια υπήρξε το κέντρο μιας αυτοκρατορίας, το προπύργιο της Ορθοδοξίας, η γέφυρα ανάμεσα σε δύο ηπείρους και το σημείο όπου συναντήθηκαν πολιτισμοί, θρησκείες και λαοί.

Γι' αυτό και η Κωνσταντινούπολη δεν είναι απλώς μια πόλη της ιστορίας.

Είναι ένα από τα σπουδαιότερα σύμβολα του παγκόσμιου πολιτισμού.

 


 

Παρασκευή 31 Μαΐου 2024

1453, εάλω η Πόλις και ο κόσμος άλλαξε

 


1453, εάλω η Πόλις και ο κόσμος άλλαξε

Σαν προχθές, 29 Μαΐου, το 1453 και ημέρα Τρίτη, πριν από 571 χρόνια «εάλω η Πόλις», αλώθηκε η Κωνσταντινούπολη από τον νεότατο Τούρκο σουλτάνο Μωάμεθ και έγινε η πρωτεύουσα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ο Έλληνας αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ΙΑ', ο Παλαιολόγος, έπεσε μαχόμενος και από τότε στοιχειώνει τα όνειρα μας.

Από τότε αναφερόμαστε σε αυτόν την ημερομηνία με θρήνο και οδυρμό και η άλωση της Πόλης κατέλαβε στη συνείδηση μας την πιο κεντρική θέση σαν η μεγαλύτερη εθνική απώλεια. Η Τρίτη της 29ης Μαΐου 1453 είναι αποφράς ημέρα και όταν σήμερα επισκεπτόμαστε την Κωνσταντινούπολη με απομεινάρια πλέον Ελλήνων, αλλά πάμπολλα τα σημάδια από το πέρασμα τους, με αβάσταχτη μελαγχολία θυμόμαστε ότι «κάποτε ήταν δικά μας». Είναι δύσκολο να απαλλαγούμε από την καταθλιπτική μνήμη και να δεχθούμε ότι σχεδόν κανένα κράτος στην Ευρώπη δεν είναι σήμερα όμοιο με εκείνο που υπήρξε πριν από 550 χρόνια. Έτσι και το δικό μας κράτος, η σύγχρονη Ελλάδα, δεν είναι όμοιο με εκείνο που άλωσε ο Μωάμεθ Β'.

* • *

Ο Μωάμεθ Β', από τη στιγμή που νεότατος διεδέχθη τον αποθανόντα αιφνιδίως πατέρα του Βαγιαζήτ Α', από την πρωτεύουσα του Αδριανούπολη είχε σταθερά το βλέμμα στραμμένο στην Κωνσταντινούπολη. «Προφητείες και θρύλοι του οθωμανικού κόσμου ωθούσαν το βλέμμα του προς τα κει, αλλά και ο ίδιος είχε βαθιά αίσθηση της ιστορίας, παρά το νεαρό της ηλικίας του. Γνώριζε ότι η Κωνσταντινούπολη επί χίλια και πλέον χρόνια μέσα από μεγάλες περιπέτειες παρέμενε η αναμφισβήτητη πρωτεύουσα της Ευρώπης και της Ασίας, σύμβολο δύναμης και ισχυρού κράτους. Φιλοδοξούσε, μωαμεθανός αυτός, να διαδεχθεί τους χριστιανούς αυτοκράτορες και να συνεχίσει τη χιλιόχρονη ιστορία.

Εμείς θυμόμαστε την άλωση ως εθνική απώλεια. Ο Μωάμεθ Β' είχε ευρύτερη αντίληψη του γεγονότος. Ήξερε ότι ήταν η «μεγάλη στιγμή της Ιστορίας» και ήταν αυτός που θα την ενσάρκωνε και θα θεμελίωνε αυτό που αργότερα-(πολύ σύντομα) γνώρισε ο κόσμος, την Οθωμανική Αυτοκρατορία ως παγκόσμια δύναμη. Με σύγχρονους όρους, η άλωση της Κωνσταντινούπολης σημάδευε την αρχή μιας μεγάλης γεωπολιτικής αλλαγής, που οι συνέπειές της είναι ακόμη εμφανείς, ιδιαίτερα στη Βαλκανική.

* • *

Όταν ο Μωάμεθ με ισχυρό στράτευμα (πεζούς, ιππικό, πυροβολικό και ναυτικό) άρχισε, στις 6 Απριλίου 1453, να πολιορκεί την Κωνσταντινούπολη, το βυζαντινό κράτος ήταν σκιά του εαυτού του, μικρότερο και ασθενέστερο παρά ποτέ. Ουσιαστικά ολόκληρο το κράτος ήταν η πόλη και ο πληθυσμός της, αλλά και αυτός αποδεκατισμένος από τις επιδρομές και τις επιδημίες. Με δύο ισχυρές κοινότητες Ενετών και Γενουατών.

Αλλά επί Κωνσταντίνου ΙΑ' και γενικότερα την εποχή των Παλαιολόγων το κράτος της Κωνσταντίνουπολης ήταν το ελληνικότερο παρά ποτέ. Τόσο στον πληθυσμό όσο και στη διοίκηση. Τίποτα πλέον δεν θύμιζε την ισχυρή πρωτεύουσα μιας αυτοκρατορίας με ρωμαϊκή καταγωγή. Την ίδια εποχή των Παλαιολόγων η Κωνσταντινούπολη και άλλες περιοχές, γνήσια ελληνικές, στον Πόντο και στην Πελοπόννησο, γνώρισαν αιφνίδια και παράδοξη, σε σχέση με την αποδυνάμωση της κρατικής ισχύος, αναγέννηση των ελληνικών γραμμάτων και της τέχνης που μοιραία ανακόπηκε από την τουρκική κατάκτηση και δεν πρόλαβε να λάβει την έκταση και τη σημασία που την ίδια εποχή είχε η Αναγέννηση στη Δύση. Σήμερα αισθανόμαστε τη μειονεξία ότι δεν γνωρίσαμε Αναγέννηση όπως η Δύση. Και όμως, υπάρχουν πολλά ξεπετάγματα   Αναγέννησης   και στους τελευταίους αιώνες του Βυζαντίου αλλά και κατά τη διάρκεια των ποικίλων κατακτήσεων του ελλαδικού χώρου από τους Οθωμανούς, τους Ενετούς, τους Γενουάτες...

* • *

Ο Κωνσταντίνος ΙΑ', παρά τις μάλλον. φεουδαρχικές του περιπέτειες στην Πελοπόννησο, πριν στεφθεί αυτοκράτορας στην Κωνσταντινούπολη (τέσσερα μόλις χρόνια πριν από την άλωση), είχε πλήρη συνείδηση ότι ήταν Έλληνας ηγεμόνας ελληνικού κράτους. Όλοι οι λαοί έχουν να επιδείξουν ηρωισμούς και ηρωικούς ηγεμόνες. Αλλά η απάντηση του Κωνσταντίνου ΙΑ' στην πρόσκληση του Μωάμεθ να παραδώσει την Πόλη και ο ίδιος να εγκατασταθεί όπου θέλει, σώος και αβλαβής, έχει πνοή Αρχαίας Ελλάδας και αρχαίων δημοκρατικών πόλεων: «Το δε την πόλιν σοι δούναι ούτ' εμόν εστίν, ούτ' άλλου των κατοικούντων εν ταύτη. Κοινή γαρ γνώμη πάντες αυτοπροαιρέτως αποθανούμεν και ου φεισόμεθα της ζωής ημών».

Ο Κωνσταντίνος ΙΑ' Παλαιολόγος έπεσε μαχόμενος κοντά στην Πύλη του Ρωμανού, το πρωί της 29η5 Μαΐου 1453. Εκτός από αυτό τίποτε άλλο δεν είναι ιστορικώς βεβαιωμένο. Δεν είναι βέβαιο ότι βρέθηκε το πτώμα του και αυτό διήγειρε τη λαϊκή φαντασία και αμέσως άρχισαν να πλάθονται λαϊκοί μύθοι και θρύλοι που τελικά συμπυκνώθηκαν στο θρύλο του «Μαρμαρωμένου Βασιλιά», που με τη συγκίνηση που προκαλεί έπαιξε μοιραίο ρόλο στο νεότερο ελληνικό κράτος.

Την άλωση της Κωνσταντινούπολη περιγράφουν με πάθος οι χρονογράφοι Φραντζής, στενός φίλος και συνεργάτης του Κωνσταντίνου ΙΑ', Δούκας και Κριτόβουλος, φίλος του Μωάμεθ Β', που ζούσε στην αυλή του. Οι ίδιοι περιγράφουν τη ζωή, τον χαρακτήρα και τις τελευταίες μέρες του αυτοκράτορα.

+ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΑΡΚAΓΙΑΝΝΗΣ (1932-2010)

ΠΗΓΗ : ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 31.5.2009

 

Σάββατο 25 Μαρτίου 2023

ΟΙ ΜΕΡΕΣ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΚΗΡΥΞΗ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΣΤΗΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ

 


 

ΟΙ ΜΕΡΕΣ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΚΗΡΥΞΗ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΣΤΗΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ

ΚΑΙ Ο ΑΠΑΓΧΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ

Κατά την 29ην Μαρτίου άρχισαν οι εκτελέσεις κορυφαίων Ελλήνων. Αποκεφαλίσθηκαν ο ένας μετά τον άλλον ο Νικόλαος Σκαναβής, ο Μιχαήλ Μάνος, ο Θεόδωρος Ρίζος και ο Αλέξανδρος Φωτεινός ενώ συνεχιζόντουσαν και οι επιθέσεις εναντίον των έγκλειστων στα σπίτια τους Ελλήνων καθώς και οι σφαγές τους. Δεν υπήρχε ανάγκη να προσκομισθούν στοιχεία για την ενοχή τους και αρκούσε η παραμικρή υποψία για να θανατωθεί ο οποιοσδήποτε. Απλά αρκούσε το ότι ήταν Ελληνικής καταγωγής. Αγχόνες είχαν στηθεί παντού και οι σφαγές συστηματοποιήθηκαν με την εγκατάσταση σε ορισμένες θέσεις της πόλεως συνεργείων σφαγέων. Τότε ο Ρώσος πρεσβευτής προέβη σε διάβημα προς την Πύλη για όλα τα εγκλήματα που συνέβαιναν και έλαβε την απάντηση ότι επρόκειτο περί μικρών αταξιών οι οποίες προκλήθηκαν από την αποστασία των Ελλήνων της Μολδοβλαχίας.

Ο κεραυνός της αναγγελίας δι' εφίππων απεσταλμένων του Χουρσίτ, των επαναστατικών γεγονότων της Πελοποννήσου, έπεσε σαν κεραυνός στην Κωνσταντινούπολη κατά το δειλινό της 31ης Μαρτίου. Ακολούθως την 4ην Απριλίου έφθασαν άλλοι αγγελιαφόροι με νεωτέρες ειδήσεις για την επέκταση της επαναστάσεως. Τα συνταρακτικά νέα διακηρύχθηκαν αμέσως στην Πόλη υπό των μαινόμενων στις Ελληνικές συνοικίες γενιτσάρων. Στα ανάκτορα και στην Πύλη έγιναν συσκέψεις και υπό το κράτος της οργής, άλλα και του φόβου εκ τού επεκτεινομένου κινήματος, αποφασίστηκε κατά πρώτον να κτυπήσουν τον Ελληνικό πληθυσμό της Κωνσταντινουπόλεως και να τον παραλύσουν δια του τρόμου. Τώρα πλέον οι οχλαγωγίες και οι σφαγές κατευθυνόντουσαν από την Πύλη και από τα ανάκτορα. Εντός της ημέρας μεγάλη διαδήλωση στην οποία μετείχαν και Λαζοί περιήλθε τις συνοικίες και διαπράχθηκαν ανήκουστα εγκλήματα. Τα Ελληνικά σπίτια παραβιαζόντουσαν το ένα μετά το άλλο και σφαγές και λεηλασίες γινόντουσαν παντού.  Τέλος ο όχλος επιτέθηκε και κατά της εκκλησίας της Ζωοδόχου Πηγής, όπου είχαν καταφύγει αρκετοί Έλληνες. Διηρπάγησαν τα ιερά σκεύη ενώ όσοι πιστοί βρέθηκαν εκεί θανατώθηκαν από τους Λαζούς ως σφάγια επί της αγίας τραπέζης και η εκκλησία παραδόθηκε στις φλόγες. Κατά την αυτήν ημέρα αποκεφαλίστηκε δια πελέκεως ο μέγας διερμηνεύς της Πύλης Κωνσταντίνος Μουρούζης.

Οι πρέσβεις των Ευρωπαϊκών κρατών προέβησαν τότε σε παραστάσεις δια την έλλειψη κάθε ασφαλείας και έλαβαν την απάντηση ότι η Πύλη βρισκόταν σε αδυναμία να συγκράτηση τον ευρισκόμενο σε ιερή αγανάκτηση Τουρκικό λαό. Ο πρέσβης της Ρωσίας Στρογγανώφ ζήτησε να γίνει δεκτή μία επέμβαση της Ρωσίας προς τους επαναστάτες για να εξευρεθεί λύσις διασφαλίζουσα την ειρήνη χωρίς ζημιά του γοήτρου της Τουρκίας, αλλά ο μέγας Βεζύρης του απάντησε: «Η μεγάλειότης του δεν συνηθίζει να διαπραγματεύεται με επαναστάτες!». Την επόμενη μέρα κλήθηκε ο πατριάρχης στην Πύλη και ο μέγας Βεζύρης τον ρώτησε αν εγγυάται για την ησυχία των Ελλήνων υπηκόων του σουλτάνου και εκείνος απάντησε ότι ως εθνάρχης των πρέπει να θεωρείται και εγγυητής της ησυχίας των Χριστιανών, αλλά ότι αρμοδιότεροι αυτού ήταν οι κατά τόπους διοικητές του κράτους. Ακολούθως του ζητήθηκε ένας πλήρης κατάλογος των Ελληνικών οικογενειών του Φαναρίου και εκείνος τους απάντησε ότι τοιούτος κατάλογος δεν υπήρχε στο Πατριαρχείο. Η καταγραφή έγινε δι' άλλου τρόπου υπό γενιτσάρων πού γνώριζαν Ελληνικά, αλλά ήδη ο πατριάρχης ερχόταν σε φανερή αντίθεση προς την Πύλην. Τότε τον συμβούλευσαν οι περί αυτόν να φύγει, αλλά εκείνος αρνήθηκε. Τουναντίον τέλεσε ο ίδιος μνημόσυνο για τον Κ. Μουρούζην.

Το ίδιο διάστημα συνεχιζόντουσαν οι ομαδικές πλέον σφαγές και καταζητούντο περισσότερο οι καταγόμενοι εκ της Πελοποννήσου. Έγινε εισβολή του όχλου στην Ισπανική πρεσβεία ενώ έγινε και απόπειρα να παραβιαστεί και η Ρωσική πρεσβεία. Παντού κατεζητούντο "Έλληνες. Οι ακτές γέμισαν από τα πτώματα των πνιγμένων κατά τις νύκτες Ελλήνων. Επειδή οι δήμιοι των καθοριζομένων για τις θανατώσεις τόπων δεν ήταν αρκετοί για τα τόσα θύματα, παλαιά πλοία φορτώνονταν με τους συλλαμβανομένους και καταποντιζόντουσαν τα βράδια στο πέλαγος.

 Με επίσημη διαταγή της Πύλης εκτελέστηκαν ο Αντώνιος Τσιμάς, ο γιος του Στέφανος, ο Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος, ο αδελφός του Ιωάννης, ο Δημήτριος Σκαναβής, ο Παναγιώτης Τσογκής, ο πρώην διερμηνεύς του στόλου Μ. Χατζερής, ο Γ. Μαυροκορδάτος, ο Χατζηβασίλης, ο Δημ. Κάλφας, ο X. Πανανός, ο Κ. Μάνος, ο Αλ. Μαυροκορδάτος, ο Κ. Ήμερος, ο Έμμ. Δανέζης, ο Δημ. Χατζερής, ο Αλ. Ράλλης, ο Τσαλίκης, ο Δημ. Λεβίδης και ό αδελφός του Στέφανος. Κατεσφάγη επίσης και ο ευρισκόμενος ακόμα σε υπηρεσία διερμηνέας του στόλου Νικόλαος Μουρούζης γνωστός για την μεγάλη του μόρφωση και την αρχαιοφιλία του, ο όποιος προ ενός έτους τότε είχε προσπαθήσει ματαίως να σώσει από τα χέρια των Γάλλων το περίφημο άγαλμα της Αφροδίτης της Μήλου, που το άρπαξαν από τα υπόγεια της μονής όπου φυλασσόταν και φορτώθηκε επί του Γαλλικού πλοίου «Εσταφέτ» κατόπιν πραγματικής μάχης προς τους ανίσχυρους κατοίκους της νήσου.

Το κακόν είχε φθάσει στο αποκορύφωμα του. Κατά το δειλινό του Μεγάλου Σαββάτου 9ην Απριλίου πέντε χιλιάδες περίπου γενίτσαροι ένοπλοι έτοιμοι προς μάχη πλημμύρισαν την ενορία του Πατριαρχείου. Περιφερόντουσαν διαρκώς χωρίς να ενοχλούν κανένα, άλλα και μόνη η επίμονος εκείνη παρουσία τους ήταν αρκετή για να προκαλέσει τον τρόμο στους ευρισκομένους εντός του μεγάλου εκκλησιαστικού ιδρύματος. Φοβόντουσαν ότι θα ακολουθούσαν ομαδικές σφαγές όταν θα συγκεντρώνονταν οι Χριστιανοί για την λειτουργία της Αναστάσεως. Ο πατριάρχης εξεδήλωσε το προαίσθημα του ενωρίς. Επρόκειτο περί προγραφής αυτού του ιδίου. Περνούσε ώρες αγωνίας. Εν τούτοις όταν έφθασε η ώρα της λειτουργίας φόρεσε τα καλύτερα του άμφια και κατέβηκε στην εκκλησία όπου παρά την τρομοκρατία είχαν προσέλθει αρκετοί πιστοί και λειτούργησε. Όταν μετά την λειτουργία ανήλθε στο Πατριαρχείο αντί να κατακλιθεί κάθισε σε ένα καναπέ και έμεινε εκεί προσπαθώντας να αναπαύσει το κεφάλι του επάνω σε ένα προσκέφαλο, άλλα χωρίς να κατορθώσει να ηρεμήσει. Κατά την 11ην πρωινή του ανήγγειλαν ότι έφτασε ο νέος μέγας διερμηνεύς Στ. Αριστάρχης και τον περίμενε στην μεγάλη αίθουσα. Ο Γρηγόριος έσπευσε να προσέλθει και βρήκε την αίθουσα πλημμυρισμένη από τους κληθέντας συνοδικούς και από τους ανωτέρους αξιωματούχους της Πύλης. Μεταξύ τούτων παρίστατο και ο Κεσεδάρης - ο αρχιδήμιος. Τότε ο Αριστάρχης ανέγνωσεν εν μέσω νεκρικής σιγής το φιρμάνι δια του οποίου ο πατριάρχης Γρηγόριος «επειδή έφάνη ανάξιος του πατριαρχικού θρόνου αχάριστος και άπιστος προς την Πύλην» κηρυσσόταν έκπτωτος του Πατριαρχικού Θρόνου και του προσδιοριζόταν διαμονή στο Καδίκιοϊ. Ο αρχιδήμιος τον παρέλαβε αμέσως, αλλά αντί να τον οδηγήσει στο Καδίκιοΐ τον παρέδωσε στις φύλακές του Μποστατζήμπασι. Από εκεί μετ' ολίγον τον μετέφεραν με βάρκα με τα χέρια δεμένα πισθάγκωνα ως επικίνδυνο κακούργο στο Φανάρι. Ο δήμιος περίμενε εκεί και με την συνοδεία αλαλάζοντος όχλου και Εβραίων τον επήγαν προς τον δρόμο του Πατριαρχείου και σταμάτησαν προ της εξωτερικής πύλης όπου τον απαγχόνισαν. Ταυτοχρόνως απαγχονίστηκαν και τρεις εκ των κρατουμένων ως ομήρων Ιεραρχών. Ο νεκρός του Γρήγορου παραδόθηκε εις τον όχλο και μεταφέρθηκε μέχρι της ακτής συρόμενος κατά Γής και από εκεί παραλήφθηκε από βάρκα και ρίχτηκε στην θάλασσαν. Μετά τρεις ημέρας επιπλέοντας το νεκρό σώμα του στη θάλασσα αναγνωρίσθηκε από τον Κεφαλλήνιο πλοίαρχο Σκλάβον και μεταφέρθηκε στην Οδησσό, όπου η Ορθοδοξία κήδευσε τον μέγα εθνομάρτυρα.

Ο απαγχονισμός του πατριάρχου Γρηγορίου προκάλεσε φρίκη στα μεγάλα Ευρωπαϊκά κέντρα και αποδοκιμάσθηκε από όλα τα ανακτοβούλια ακόμη και της Βιέννης. Ενεργήθηκε υπό της Πύλης ως πολιτική πράξη αλλά απέμεινε οικτρό έγκλημα που προκάλεσε εις βάρος των δραστών του τον αποτροπιασμό του πολιτισμένου κόσμου. Ταυτοχρόνως έγιναν διώξεις και σφαγές στην Σμύρνη όπου οι ζεϊμπέκηδες διέπραξαν όσα οι γενίτσαροι έκαναν στην Κωνσταντινούπολη, και στην Κύπρο ο τούρκος διοικητής Κιουτσούκ Μεχμέτ με σύμβουλο τον Φραγκολεβαντίνο Γεώργ. Λασιέρ θανάτωσε πολλούς προκρίτους, τον μητροπολίτη Κυπριανό και τους αρχιερείς της Πάφου, του Κιτίου και της Κυρήνειας. Σφαγές έγιναν επίσης στην Κώ, στην Λήμνο, στην Θάσο και στην Αδριανούπολη, όπου απαγχονίστηκε ο πρώην οικουμενικός πατριάρχης Κύριλλος.

Ετίθετο έν τώ μεταξύ επί τού διπλωματικού πεδίου το Ελληνικό κίνημα, όχι ως ζήτημα ταραχών και αποστασίας υπηκόων του σουλτάνου, όπως είχε καθαρισθεί στο συνέδριο του Λάϋμπαχ – σύμφωνα με τον χαρακτηρισμό που απέδιδε η Πύλη στα γεγονότα και την εισήγηση του Μέττερνιχ- αλλά ως εθνική επανάσταση που δημιουργούσε ένα ζήτημα στο οποίο όφειλαν να δώσουν προσοχή και να το λύσουν οι μεγάλες Δυνάμεις. Η επιτυχία αυτή για τους Έλληνες ήταν έργον του Ιωάννη Καποδίστρια. Η μεταστροφή της Ρωσικής πολιτικής, Η οποία και βάρυνε περισσότερο απέναντι των άλλων ανακτοβουλίων επί των ζητημάτων της Ανατολής, υπήρξε ραγδαία. Όταν ο Ρώσος αυτοκράτορας Αλέξανδρος αναχωρούσε για την Αγία Πετρούπολη αποχαιρετούσε στις 12ην Μαΐου στο Λάϋμπαχ τον Μέττερνιχ ήταν αιχμάλωτος της πολιτικής του και ο Αυστριακός καγκελάριος φαινόταν απόλυτος κύριος της κατάστασης στο διπλωματικό πεδίο σχετικά με την ειρήνη στη περιοχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Όμως κατά την ώρα της αναχώρησης του ο Αλέξανδρος έλαβε γνώση, εκ των μόλις αφιχθέντων από την Κωνσταντινούπολη διπλωματικών φακέλων όλα τα σχετικά με τις  φρικαλεότητες που προκαλούσε ο τουρκικός όχλος, με την ανοχή αλλά και την συμμετοχή του επίσημου κράτους, στην Κωνσταντινούπολη, καθώς επίσης για τον απαγχονισμό του Πατριάρχου.. Συγκινήθηκε, έφριξε και οργίστηκε κατά της Πύλης για την περιφρόνηση της προς τα διαβήματα του πρεσβευτή του και προς την Ρωσική σημαία. Τόε ο Καποδίστριας που τον συνόδευε στο ταξίδι του χρησιμοποίησε την περίσταση και έφθασε σε αποτέλεσμα ευνοϊκό για την Ελληνική Επανάσταση. Στην διαδρομή της επιστροφής ο αυτοκράτορας Αλέξανδρος αποφάσισε να αλλάξει την πολιτική της Ρωσίας  απέναντι στην Τουρκία, αλλά και απέναντι των συμμάχων του συνεδρίου του Λάϋμπαχ. Οι αντιφάσεις της πολιτικής του ηγεμόνα αυτού εξηγούνται εκ της ιδιοσυγκρασίας του που επηρεαζόταν τόσο από το περιβάλλον του όσο και από τα γεγονότα και τους αντιμαχόμενους δαιμόνιους διπλωμάτες της εποχής του. Δέσμιος της γοητείας του Μέττερνιχ στο Λάϋμπαχ, απέβη ολίγον αργότερα όργανο των εθνικών επιδιώξεων του Έλληνα υπουργού του, ο οποίος ενισχυόταν από το φιλοπόλεμο αντιτουρκικό κόμμα στην Πετρούπολη και μάλιστα μέχρι και τα μέσα του 1822 που  η Ελληνική Επανάσταση στερείτο άλλου φίλου στα ανακτοβούλια της Ευρώπης και είχε ανάγκη να τεθεί απέναντι στην υφιστάμενη διπλωματία των ξένων. Ο ευρισκόμενος στην Κωνσταντινούπολη φιλέλληνας ρώσος πρεσβευτής έλαβε τέτοιες εντολές από την Κυβέρνησή του, ώστε προχωρώντας από διάβημα σε διάβημα, έφτασε και σε  προσωπικές ακόμη έριδας και αντεγκλήσεις με τον ρεήζ έφένδην και τον μέγαν βεζύρην. Την 6ην Ιουλίου του 1821 επέδωσε προς την Πύλην τελεσίγραφο διακοίνωση, που είχε συνταχτεί από τον Καποδίστρια. Με την διακοίνωση αυτή η Πύλη καθίστατο υπεύθυνος ουσιωδών παραβάσεων του διεθνούς δικαίου και κάθε ανθρωπιστικής αρχής και των απέναντι της Ρωσίας υποχρεώσεων της και ζητιόταν να σταματήσουν οι καταδιώξεις, να γίνουν επανορθώσεις των αδικημάτων, ν' αναγνωρισθεί το δίκαιον των αθώων Χριστιανών υπηκόων του σουλτάνου και να δοθούν εγγυήσεις για την ασφάλεια του. Δηλωνόταν τέλος ότι αν η Πύλη δεν έδιδε απάντηση ότι αποδεχόταν τις αξιώσεις αυτές εντός οκτώ ήμερων, ο Ρώσος πρέσβης θα αναχωρούσε από την Κωνσταντινούπολη με ολόκληρο το προσωπικό της πρεσβείας. Η Πύλη δεν απήντησε εις αυτά και ο Στρογγανώφ αναχώρησε για την Ρωσία. Οι διπλωματικές σχέσεις της Ρωσίας και της Τουρκίας είχαν διακοπή. Τότε επιδόθηκε και μια άλλη διακοίνωση της Ρωσίας προς τις συμμάχους Δυνάμεις, με την οποία γνωστοποιούνταν τα σχετικά με την διακοίνωση που παραδόθηκε την 6ην Ιουλίου στον ρεήζ έφένδην, και αποδιδόταν στην Πύλη η πρόθεση να ταπείνωση την Χριστιανική Εκκλησία, να εξολόθρευση όχι μόνον τους επαναστάτες άλλα ολόκληρο τον Ελληνικό λαό  διεξάγοντας όχι αγώνα εναντίον επαναστάσεως, άλλα πόλεμο του Ισλαμισμού κατά του Σταυρού και ζητιόταν η σύμπραξη και των άλλων Δυνάμεων προς λήψιν κοινών αποφάσεων απέναντι της Τουρκίας, η όποια αποδείκνυε ότι «δεν ήδύνατο πλέον νά συνυπάρχη μετά τών Χριστιανικών κρατών». Προτεινόταν κατόπιν τούτου η σύγκληση διάσκεψης με την δήλωση ότι η Ρωσία δεν επεδίωκε τίποτε για αυτήν, άλλα μόνον την είρήνη, την σταθερότητα της Ευρωπαϊκής ισορροπίας και «αύτοδιοίκησιν τών Ελληνικών χωρών της Ευρωπαϊκής Τουρκίας». Τέλος καθίστατο γνωστόν ότι «τά Ρωσικά στρατεύματα ήσαν έτοιμα προς επιβολήν τών αποφάσεων του αύτοκράτορος». Τούτο απετέλεσε και την πρώτη μεγάλη πολιτική νίκη της Επαναστάσεως, αφού ετίθετο η Ελληνική υπόθεσης επί της τραπέζης της Ευρωπαϊκής διπλωματίας, νίκη η οποία οφειλόταν κατά κύριο λόγο στον Καποδίστρια.