Σάββατο, 2 Ιανουαρίου 2016

ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΕΦΕΡΗ : Πρωτοχρονιά 1940

Ακρόπολη 1940



ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΕΦΕΡΗ : Πρωτοχρονιά  1940


Δευτέρα,  Πρωτοχρονιά
Το πρωί, προτού ξημερώσει, σαν και πέρσι, με τη Μαρώ στην Ακρόπολη. Το φεγγάρι ακριβώς μισό, πίσω από τα κουρελιασμένα σύννεφα πού φεύγουν κατά το νοτιά. Δεν ξέρω αν το φώς είναι του φεγγαριού ή της αυγής. Ένα άστρο πάνω από τον Αρειο Πάγο, εξαιρετικά λαμπρό. Ελάχιστα παράθυρα φωτισμένα-χαμηλώνουν σιγά-σιγά, καθώς η μέρα δυναμώνει. Πρώτα λεωφορεία : φρέσκα σαν ξεκουρασμένα σώματα. Λίγοι άνθρωποι στους δρόμους, γλεντζέδες ή εργατικοί πού πηγαίνουν να κοιμηθούν. Στην οδό Διονυσίου Αρεοπαγίτου ως πάνω στην Ακρόπολη, ατμόσφαιρα χωριού : κοκόρια. Κάτι βουκολικό σε τούτο το πρωινό, θα 'λεγες ευοίωνο.
Ένας ρευματισμός ή δεν ξέρω-τί στην ωμοπλάτη με βασανίζει αυτές τις μέρες· κυρίως όταν σκύβω στο γραφείο μου. Το χειρότερο : ακατάλληλος για κάθε γράψιμο. Έσκισα πέντε φύλλα χωρίς να μπορέσω να τελειώσω ένα γράμμα στον Β. Β.  Ψυχική  δύσπνοια.
Γιατί το δειλινό τραβάει περισσότερο ορισμένους ποιητές, από τις άλλες ώρες; Κάποιους ποιητές πού αργοπορούν (κυριολεξία). Η αυγή είναι πολύ πιο τραγική, αλλά έντονη. Τούτο φαντάζομαι τους ενοχλεί. υπάρχει μια αποσύνθεση στο δειλινό, πού διευκολύνει. Η διάθεση αυτή αντιπροσωπεύεται σήμερα στην Ελλάδα από τους στιχουργούς του ταγκό («κρεπούσκουλο») και τους λογοτέχνες πού τους μοιάζουν . και είναι ασφαλώς κατώτεροι τους.
Ό Μαλακάσης στην Έκθεση του Βιβλίου. Φυλλομετρά μια ποιητική συλλογή και διαβάζει, : «Αχ! να ήμουν Πίνδαρος. . .» Κλείνει τ6 βιβλίο ψιθυρίζοντας : «Να ήμουν Πίνδαρος. . . Να ήμουν Πίνδαρος; για να κάνω τι; γ. . . το Θεό  μου.»
Αυτό μου θυμίζει μιαν άλλη κουβέντα του, πριν χρόνια, στο Παρίσι, όταν τον πρωτογνώρισα. Παραπονιόμουν για την αμορφωσιά κάποιου Έλληνα συγγραφέα. Με κοίταξε, σχεδόν με συμπόνια, σα να του φαινότανε παιδικό το παράπονο μου. «Μόρφωση», παρατήρησε, «τι να την κάνεις τη μόρφωση; Μήπως ο Όμηρος ήξερε τον Σαίξπηρ;»
Γιώργου Σεφέρη "Μέρες Γ'"

Δεν υπάρχουν σχόλια: