Τετάρτη, 20 Ιανουαρίου 2016

Η ΚΑΡΜΙΚΗ ΣΧΕΣΗ ΤΟΥ ΜΠΟΟΥI ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ



Ο Ντέιβιντ Μπόουι ποζάρει στον φακό με φόντο την Πάτμο. Στο νησί βρέθηκε αρκετές φορές τη δεκαετία του '80 ως φιλοξενούμενος στην έπαυλη του πρίγκιπα Αγά Χαν.

Η ΚΑΡΜΙΚΗ ΣΧΕΣΗ ΤΟΥ ΜΠΟΟΥI ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
Οι άγνωστες διακοπές του Λευκού Δούκα στην Πάτμο των 80s
H σχέση του Ντέιβιντ Μπόουι με την Ελλάδα ήταν καρμική. Σε διαφορετικές φάσεις της ζωής του το ελληνικό στοιχείο τον σημάδεψε. Δεν είναι μόνο η πασίγνωστη αγάπη του για την Κύπρο, την οποία γνώρισε από την πρώτη του σύζυγο, την Κύπρια Αντζι Μπόουι, και μητέρα του γιου του Ντάνκαν Τζόουνς, αλλά και η καλά κρυμμένη... αδυναμία που είχε για το νησί της Αποκάλυψης, την Πάτμο, εκεί που του άρεσε να περνάει πολλά από τα καλοκαίρια του.
Εξάλλου είναι γνωστό πως οι κεραίες του ήταν πάντα ευαίσθητες και ανοιχτές σε καθετί καινούργιο.
Από τη δεκαετία του ’80 και πολλά χρόνια μετά ο «Πικάσο της ποπ» Ντέιβιντ Μπόουι, ο οποίος βρισκόταν στο απόγειο της δόξας του και γευόταν τους καρπούς της επιτυχίας του, είχε επιλέξει το γραφικό αιγαιοπελαγίτικο νησί -τότε όχι ιδιαίτερα κοσμοπολίτικο- ως το προσωπικό του καταφύγιο.Εξάλλου, λίγες Χώρες νησιών στην Ελλάδα γεννούν τέτοια συναισθήματα, όπως της Πάτμου.
Τα ολόλευκα τετραγωνισμένα σπίτια με τις καμάρες, τα γραφικά καρνάγια, οι δεκάδες εκκλησίες και το εναλλασσόμενο τοπίο με τους πολλούς κολπίσκους, τις μικρές πεδιάδες και τους εντυπωσιακούς βράχους που υψώνονται επιβλητικά στις κορυφές των λόφων χαρακτηρίζουν τον τόπο που ο μοναδικός Ziggy Stardust λάτρεψε και του άρεσε να επισκέπτεται με πολύ διακριτικό τρόπο.
Πολλοί Πατινιώτες (έτσι αποκαλούν τους Πάτμιους στη... γειτονιά των Δωδεκανήσων), με τους οποίους μιλήσαμε, έβλεπαν τον μεγάλο σταρ της ροκ να κυκλοφορεί ανάμεσά τους, αλλά αυτό που θυμούνται όλοι ήταν η απλότητα και η ευγένεια που τον διέκριναν.

 Στο πιο παλιό μπαρ της Χώρας, την «Αστοιβή», συνήθιζε να πίνει τζιν με τόνικ ο Ντέιβιντ Μπόουι.

Ο Ντέιβιντ Μπόουι, αυτός ο υμνητής της διαφορετικότητας, ποτέ δεν έκρυψε την ταυτότητά του στους κατοίκους του νησιού, ωστόσο ήταν τόσο μεγάλο το καλλιτεχνικό του εκτόπισμα που αυτό από μόνο του δημιουργούσε μια απόσταση... ασφαλείας! Η ψηλόλιγνη φιγούρα του, που δεν άλλαξε ποτέ, έχει μείνει χαραγμένη στη μνήμη όλων.
Είναι μύθος ότι ο Ντέιβιντ Μπόουι αγόρασε σπίτι στην Πάτμο, παρότι αγαπούσε πολύ το νησί και του άρεσε να μιλάει στους δικούς του ανθρώπους για τα καλοκαίρια του εκεί. Ηταν πάντοτε φιλοξενούμενος! Είτε στον πρίγκιπα Αγά Χαν, ο οποίος ήταν και ο πρώτος που απέκτησε δική του έπαυλη στο νησί, είτε στον λόρδο Ντρέικ που επίσης το σπίτι του πίσω από το μοναστήρι ήταν ανοιχτό και μπορούσε να μείνει ο μεγάλος καλλιτέχνης.

 Του άρεσε πολύ να κολυμπάει στην Ψιλή Άμμο

Aπαρατήρητος
Ήταν τόσο απλός που περνούσε σχεδόν απαρατήρητος. Τις περισσότερες φορές ήταν μόνος του. Απολάμβανε τη μοναξιά του. Καθόταν στα καφενεδάκια στη Χώρα και έπινε τον καφέ του ή πήγαινε βόλτα στο Αλώνι.
Του άρεσε πολύ να κολυμπάει στην Ψιλή Άμμο, στον Κάμπο και στη Λάμπη, γνωστή παραλία για τα σπάνια πολύχρωμα βότσαλά της. Ξυπνούσε το πρωί και περπατούσε προς τους Μύλους για να απολαύσει τη θέα του νησιού.
Κάποια βράδια τον πετύχαινες στην «Αστοιβή», στο πιο παλιό μπαρ της Χώρας, όπου έπινε το αγαπημένο του ποτό -τότε- τζιν με τόνικ.
Εκεί, στα ταρατσάκια με τις βουκαμβίλιες και στις πέτρινες αίθουσες που χτίστηκαν το 1673, ο Ντέιβιντ Μπόουι κάποιες φορές, όπως θυμάται ο Γιάννης Πουλιέζος, παλιός ιδιοκτήτης του μαγαζιού, έκανε πάρτι με τον λόρδο και μια παρέα περίπου δέκα ατόμων.
Για να μην τους ενοχλεί κανείς τούς έδιναν το μέσα δωμάτιο, έφερναν τα βινύλιά τους και ένας φίλος τους έπαιζε μουσική.
Πολλές φορές θα έβλεπες και τον Αγά Χαν με τους εκλεκτούς προσκεκλημένους του.
Τα βράδια στην Πάτμο δεν κοιμάσαι, ονειρεύεσαι, περπατάς ξυπόλητος σε στενοσόκακα και θαυμάζεις όσα αφανέρωτα σου φανερώνουν πόρτες μπλε, κλειστές, ανοιχτές στο μυαλό! Κάποιοι που βρήκαν ενέργεια αρχέγονη. Γι’ αυτό αγάπησε πολύ αυτό το νησί ο «Λεπτός Λευκός Δούκας», ο φανταστικός αστροναύτης Major Tom που ό,τι πασπάλιζε με την αστερόσκονή του το έκανε να λάμπει.


Για την Κύπρο
Ο Ντέιβιντ Μπόουι είχε ιδιαίτερους δεσμούς με την Ελλάδα.
Η γνωριμία του με την Κύπρο αποτυπώθηκε και σε ένα από τα τραγούδια του, το «Move on», που κυκλοφόρησε το 1979, στο οποίο λέει: «Η Κύπρος είναι το νησί μου / Όταν τα πράγματα είναι δύσκολα / Θα ήθελα να σε βρω / Κάπου, σε ένα μέρος σαν αυτό» και πηγή έμπνευσης ήταν η σύζυγός του, Αντζι Μπόουι, πρώην Μπαρνέτ, που είχε γεννηθεί στον Άγιο Δομέτιο της Κύπρου το 1949. Έζησε με τον Ντέιβιντ για δέκα ολόκληρα χρόνια, μοιράστηκε μαζί του τις καλύτερες στιγμές της καριέρας του και δεν διστάζει να δηλώσει Κύπρια εκ πεποιθήσεως μέσα από την προσωπική ιστοσελίδα της. Το 1972 μαζί της ήρθαν ο Μπόουι και ο γιος τους Ντάνκαν.
Ο Μπόουι μαγεύτηκε από τις ομορφιές του νησιού. Πήγαν στην Κερύνεια και στα Λεύκαρα, όπου -όπως θυμάται- αγόρασε ένα χειροποίητο κεντητό τραπεζομάντιλο.
Η τελευταία επίσκεψη έγινε το 1974 πριν από τον Αττίλα.
Έφυγε με ένα από τα τελευταία αεροπλάνα που πέταξαν από τη Λευκωσία πριν από την τουρκική εισβολή.
«Αποχαιρετήσαμε την παιδική μας ηλικία. Δεν έχω επιστρέψει από τότε. Δεν μπορώ να πάω ως τουρίστρια. Θέλω να δω το σπίτι μου και τα μέρη που έπαιζα. Δεν νομίζω ότι είναι ακόμα εκεί. Οπότε ίσως μια μέρα, όταν θα είμαι ικανοποιημένη με το να ξαπλώσω στην παραλία, θα επισκεφτώ το στολίδι της Μεσογείου. ''Θα επισκεφτώ'', δεν θα ''γυρίσω σπίτι''» αναφέρει η ίδια.



Το αντίο
Γι’ αυτήν την καρμική σχέση με τη χώρα μας και τη γνωριμία του με τον Ντέιβιντ Μπόουι έγραψε και ο γνωστός μουσικός παραγωγός και συγγραφέας Γιάννης Πετρίδης, προσπαθώντας να πει το δικό του αντίο στον εμβληματικό καλλιτέχνη που λίγο μετά τα 69α γενέθλιά του έχασε τη μάχη με τον καρκίνο.
Οπως σημειώνει, «δεν αποτελεί πρωτοτυπία βέβαια το ότι ο Ντέιβιντ αγαπούσε την Ελλάδα. Στις τρεις μέρες που φιλοξενήσαμε αυτόν και τον φίλο του Ιγκι Ποπ μαζί με τον αξέχαστο φίλο Μίκη Κορίνθιο, ταξιδεύαμε για τρεις μέρες στους αρχαιολογικούς τόπους της πατρίδας μας και εκτός από μουσική μιλάγαμε για την ιστορία μας και το πόσο σημαντικό ρόλο έχει παίξει στην ιστορία όλου του πλανήτη.
Εντυπωσιάστηκαν και οι δύο, όπως και η γραμματέας που τους συνόδευε και ήταν στριμωγμένη μαζί τους στο πίσω κάθισμα του Austin, από την επίσκεψη στους Δελφούς και την απέραντη γαλήνη που προσφέρει το τοπίο και η θέα στο Σούνιο».
Μαρίνα Ζιώζιου
marina@pegasus.gr
http://www.ethnos.gr/article.asp?catid=22768&subid=2&pubid=64317418


Ντέιβιντ Μπάουι: Ο σούπερμαν της μουσικής έπεσε στη γη
Αυτός έδινε ελπίδα, όταν οι άλλοι χάριζαν τρία λεπτά διασκέδασης
H πρώτη εικόνα του Ντέιβιντ Μπάουι που θυμάμαι ήταν το εξώφυλλο της ζωντανής ηχογράφησής του, «Stage». Ένα άλμπουμ που βρέθηκε στο πατρικό μου σπίτι ως δώρο. Θυμάμαι αυτή την τόσο τέλεια δομημένη έκφρασή του να με κοιτά παγερά, κριτικά, σαν να μου λέει «ακόμη δεν με ξέρεις». Σε μία μεταχουντική Ελλάδα που μάζευε τα τραύματά της ακούγοντας με καθυστέρηση τα αριστουργήματα της δεκαετίας του '60 και φυσικά τόνους πολιτικού τραγουδιού. Και μετά ήταν η φωνή του, ή τουλάχιστον η μία από αυτές, εκείνη του κρούνερ. Βαριά, επιβλητική, δεν άφηνε περιθώρια αμφισβήτησης. Αυτή τη φωνή ακολουθήσαμε πιστά τα εκατομμύρια των θαυμαστών του σε ολόκληρο τον πλανήτη. Γιατί μας έδωσε ελπίδα εκεί που οι περισσότεροι απλώς μας χάριζαν τρία λεπτά διασκέδασης. Γιατί με τις τόσες αλλαγές κόντρα στη συντηρητική κοινωνία μιλούσε στον καθέναν ξεχωριστά και του έλεγε «είσαι διαφορετικός αλλά θα τα καταφέρεις». Γιατί τίποτε πάνω του δεν θύμιζε ένα κοινό θνητό. Ο Μπάουι ήταν ο σούπερμαν της μουσικής, ο starman, ένα πλάσμα έξω από τα συνηθισμένα. Στην πορεία της ζωής μου θα τον γνώριζα, θα έγραφα τη βιογραφία του και η μαγεία θα μεγάλωνε αλλά ποτέ δεν θα αντικαθιστούσε τις πρώτες εφηβικές ακροάσεις των βινυλίων του.



Πρωτιά στην πρωτοπορία
Στα πενήντα χρόνια που μεσουράνησε στην ποπ κουλτούρα ο Ντέιβιντ Μπάουι, η ζωή του και η καριέρα του αναγκαστικά περιγράφονται με νούμερα. Με πρωτιές που δεν αφορούν απαραίτητα πωλήσεις αλλά κυρίως πρωτιές στον πειραματισμό και στην πρωτοπορία.
Από την πρώτη μεγάλη επιτυχία του, το «Space Oddity», φάνηκε ότι ο κόσμος δεν θα αργούσε να μιλήσει για έναν διαφορετικό καλλιτέχνη, για τον πρώτο σπουδαίο μετά την παρακμή του χιπισμού και της δεκαετίας του '60.
Ο Ντέιβιντ Μπάουι ήρθε να μας πει μέσω της περσόνας του Ziggy Stardust ότι η σεξουαλική απελευθέρωση δεν ήταν αρκετή. Το νέο μότο ήταν πλέον «η μητέρα σου δεν ξέρει αν είσαι αγόρι ή κορίτσι» μιλώντας έτσι σε εκατομμύρια εφήβους «κλεισμένους στην ντουλάπα» πως υπήρχε εκεί αυτός για εκείνους. «Δεν είσαι μόνος, δώσε μου το χέρι σου» τους τραγουδούσε στο «Rock n roll suicide».
Ήταν όπως τον περιέγραφε πάντα ο Μπράιαν Ινο, o καλύτερος μεταφορέας της υψηλής τέχνης στις μάζες, είχε το ταλέντο να κάνει ό,τι έπιανε στα χέρια του δικό του. Είναι αυτό που έλεγε ο φίλος του Μικ Τζάγκερ: «Ποτέ μη φορέσεις ένα καινούργιο ζευγάρι παπούτσια δίπλα στον Μπάουι. Την επόμενη ημέρα θα το φορά αυτός και θα είναι σαν να φορέθηκε για πρώτη φορά». Αυτός ήταν που έμαθε στο ευρωπαϊκό κοινό τους Velvet Underground, έκανε τον Μπάροουζ οικείο στο άμαθο πολλές φορές ροκ κοινό. Η μέθοδος των cut ups που χρησιμοποίησε κατά κόρον στις ηχογραφήσεις του ήταν η αγαπημένη των ντανταϊστών. Ο Μπουνιουέλ και ο Νίτσε παρήλασαν μέσα από αριστουργήματα όπως είναι το άλμπουμ «The Man Who Sold The World». Η μαύρη μουσική ήρθε πιο κοντά στο λευκό ακροατήριο όταν ηχογράφησε το «Young American» και ήταν ο πρώτος λευκός μουσικός που κάλεσαν στην εκπομπή «Soul Train». Eφερε το ευρύτερο κοινό πιο κοντά στη γερμανική πρωτοπορία, το Krautrock και τον γερμανικό εξπρεσιονισμό όταν ηχογράφησε την περίφημη τριλογία του στο Βερολίνο.
Ερμήνευσε το «Πέτρος και ο Λύκος» του Τσαϊκόφσκι υπό τη διεύθυνση του Γεβγκένι Ορμαντι, έπαιξε τον Baal του Μπρεχτ για το BBC την ίδια ώρα που καθήλωνε τον κόσμο με τους χορευτικούς ήχους του Let's Dance. Επανεφηύρε το εαυτό του κάθε φορά που ένιωθε ότι βρισκόταν σε τέλμα και κάθε φορά παρουσίαζε έναν καινούργιο άσο από το μανίκι, μία νέα περσόνα στη σκηνή. Στον κινηματογράφο παρότι δεν ήταν το δυνατό χαρτί του κατάφερε να ξεχωρίσει με μία τουλάχιστον τριάδα ρόλων στις ταινίες «O άνθρωπος που έπεσε στη γη», «Καλά Χριστούγεννα, κύριε Λόρενς» και «Prestige». Είναι ο άνθρωπος που πήρε την τελευταία συνέντευξη του γαλλοπολωνού σπουδαίου μοντέρνου εικαστικού Balthus, ενώ ο Ντέμιεν Χιρστ υπήρξε φίλος του.


Το όνομά του μετοχή
Ηταν ο πρώτος που κατέβασε δικό του τραγούδι στο Internet με το «Telling Lies» στις 11 Σεπτεμβρίου του 1996 βλέποντας το μέλλον και αργότερα έγινε ο πρώτος άνθρωπος που έκανε το όνομά του μετοχή κερδίζοντας μέσα σε μία ημέρα 55 εκατομμύρια δολάρια.
Του άρεσε να σκηνοθετεί τον εαυτό του σε κάθε περίοδο της ζωής του και σε αυτό ήταν συνεπής μέχρι τον θάνατό του. Έχοντας δεκαετή αποχή από τη δημοσιότητα και τη δημιουργία λόγω του προβλήματος που είχε με την καρδιά του, το 2013 ταράζει τα νερά με την κυκλοφορία του «Where Are We Now?» και λίγο αργότερα του άλμπουμ «The Next Day». Το διάστημα που μεσολαβεί μέχρι τον θάνατό του ετοιμάζει πυρετωδώς το θεατρικό «Lazarus» που έκανε πρεμιέρα τον Νοέμβριο στη Νέα Υόρκη. Ταυτόχρονα με τη βοήθεια εξαιρετικών τζαζ μουσικών της Νέας Υόρκης ηχογραφεί αυτό που έμελλε να γίνει το κύκνειο άσμα του, το άλμπουμ «Blackstar». Μόνο που αυτός το ήξερε. Το βιντεοκλίπ του τραγουδιού «Lazarus» κυκλοφόρησε μόλις μία ημέρα πριν από τα 69α γενέθλιά του και εμείς ανύποπτοι δεν καταλάβαμε ότι σκηνοθετούσε τον ίδιο τον θάνατό του. Είχε ήδη προετοιμάσει φίλους, συνεργάτες και συγγενείς για το αναπόφευκτο αφού ο καρκίνος στο συκώτι τον ταλαιπωρούσε ήδη 18 μήνες και μας άφησε το καλύτερο δώρο που θα μπορούσε, ένα ακόμη υπέροχο άλμπουμ. Μία εξαιρετική δουλειά όπου όλος ο πειραματισμός των τελευταίων δεκαετιών αποκτά υπόσταση, έτη φωτός και πάλι μακριά από τις σύγχρονες αδιάφορες κυκλοφορίες. Η αξιοπρέπειά του ακόμη και στο τέλος σε «εξοργίζει». Αποτεφρώνεται μόνος του χωρίς συγγενείς και φίλους γιατί θέλει να τον θυμόμαστε μόνο για αυτό που υπήρξε. Αυτό που τόσο έξυπνα έλεγε εκείνο το παλιό διαφημιστικό μότο «Υπάρχει το παλιό κύμα, υπάρχει το νέο κύμα και υπάρχει και ο Ντέιβιντ Μπάουι». Και θα υπάρχει.
Αντίο.
Σάκης Δημητρακόπουλος
http://www.tovima.gr/culture/article/?aid=769291

Δεν υπάρχουν σχόλια: