Θα ξανακούσουμε και πάλιν απόψε, τους λόγους του Σταυρού, τα λόγια δηλ. που επρόφερε πάνω στο φρικτό μαρτύριό του ο Κύριός μας και θα αναπολήσουμε τη μεγάλη, την ανεπανάληπτη θυσία του χάριν της ανθρωπότητας. Θα αισθανθούμε συγκίνησι, κατάνυξι και μυστικοπάθεια και θα ζήσουμε πάλι για λίγες ώρες το θείο δράμα στην αποκορύφωσί του. Η ορθόδοξη Εκκλησία μας, με τον κατανυκτικό της περίγυρο, θα διευκολύνει τις πνευματικές μας εξάρσεις και θα μας προσφέρει τη δυνατότητα για ένα γόνιμο στοχασμό, χρήσιμο στην προσωπική του καθενός μας πορεία, και στον αγώνα του για καταξίωσι.
Σκέπτομαι πόσο θα κερδίζαμε αν μπορούσαμε να μπούμε βαθύτερα μέσα στην έννοια των λόγων του Ιησού, που τους επρόφερε πάνω στο Σταυρό. Είναι λόγοι οδύνης, μα και σοφίας αληθινής. Τι ωκεανοί αγάπης δεν κρύβονται πίσω από το «Ου γαρ οίδασι τι ποιούσι». Πόσα αποθέματα ανοχής, κατανόησης, υπομονής κι' ελπίδας. Η ανεξικακία σε θεοποίησι, ο οίστρος της πληθωρικής θεϊκής αγάπης σε δυναμική έξαρσι. «Πάτερ, άφες αυτοίς, ου γαρ οίδασι τι ποιούσι». Επίκλησι του ελαφρυντικού της άγνοιας, η συγκαταβατική δικαιολόγησι της ανομίας; Ο σκοτισμένος από το φθόνο και το φανατισμό ανθρώπινος νους είναι ικανός για όλα. Αλλά και η θεία αγάπη μπορεί να καλύπτει όλα. Ακόμη κι' εκείνα που στρέφονται ενάντια στο θέλημά της, κι' εκείνα που καταδυναστεύουν την εικόνα της. «Ω βάθος πλούτου και σοφίας και γνώσεως Θεού. Ως ανεξερεύνητα τα κρίματα αυτού και ανεξιχνίαστοι αι βουλαί αυτού» (Ρωμ. ια', 33).
***
Καθώς ο Κύριος έβλεπε τους ανθρώπους να τον σταυρώνουν αισθάνθηκε την ανάγκη να τους υπερασπισθή εμπρός στα μάτια του Πατέρα. Και ψέλλισε τον βαθύ και απροσπέλαστο στην ανθρώπινη κακία λόγο της συγγνώμης. «Ου γαρ οίδασι τι ποιούσι» είπε για κείνους που συνειδητά γίνονταν θεομάχοι και σταύρωναν τη σαρκωμένη αγάπη του κόσμου. Εκείνος τα ήξερε όλα, ήξερε το άστατο του όχλου, τη δύναμι της τύφλωσής του, την απύθμενη κακία, την αστάθεια των ανθρώπινων, το βύθισμα της άγνοιας. Και ήξερε ότι παντού και πάντοτε οι άνθρωποι θα σταύρωναν στον καιρό τους την αγιότητα, την αρετή, το ήθος. Αλλά για πάντοτε Εκείνος θα προφέρει το λόγο της συγγνώμης, οποιοσδήποτε και αν είναι ο δράστης του εγκλήματος, οσαδήποτε και αν είναι τα κρίματά του, οιαδήποτε η ενοχή του. Τον ακούω και σήμερα την ίδια προσευχή να απευθύνει στον ουρανό για όλους μας, όσοι μιμούμενοι τους σταυρωτές του σταυρώνουμε κάθε μέρα, με την άπρεπη διαγωγή μας, το Χριστό και τους αδελφούς του μέσα στον κόσμο.
***
«Ου γαρ οίδασι τι ποιούσι». Το λέει για κείνους που στερεωμένοι στην πρόσκαιρη δύναμί τους δοκιμάζουν την υπομονή των λαών καταπιέζοντας και τυραννώντας το ανθρώπινο πρόσωπο. Οι κάθε λογής εκμεταλλευτές της βίας, δεν λείπουν από τις κοινωνίες μας. Η δύναμί τους, είτε πολιτική, είτε οικονομική, τους υπαγορεύει μια βάναυση συμπεριφορά, περιφρονητική της απαραβίαστης και ανεπανάληπτης θείας εικόνας, του ανθρώπου δηλ. Κι αυτοί, θωρώντας την μόνιμη και ακλόνητη, αυταπατώνται τραγικά και ναρκισσεύονται, ασεβούντες απέναντι στον ίδιο το Θεό, που έπλασε «εξ’ ενός γένους παν Έθνος ανθρώπων».
«Ου γαρ οίδασι τι ποιούσι». Το λέει για κείνους πού κάνοντας χρήσι του διανοητικού τους ταλάντου, διοχετεύουν στις καρδιές το δηλητήριο της άρνησης και της απιστίας, παρασύρουν τους νέους στον εκμαυλισμό, παριστώντας τους το ψέμα γι' αλήθεια και το σκοτάδι για φως. Αυτοί ναρκοθετούν το δρόμο προς την ευτυχία, τρέφουν τις παραισθήσεις, οργιάζουν στον ξέφραγο αγρό της ανθρώπινης ψυχής. Ο κιτρινισμός σε όλες του τις εκφάνσεις είναι δικό τους γέννημα, κι αυτός με τη σειρά του, γεννάει την οδύνη, τον αποπροσανατολισμό, την αλλοτρίωσι. Κακοποιούν την αλήθεια, θεοποιούν το ένστικτο, κρύβουν το φως. Είναι φονευτές και εξολοθρευτές ψυχών.
***
«Ου γαρ οίδασι τί ποιούσι». Το λέει για κείνους πού ενώ τάχθηκαν να οδηγούν • το λαό, αυτοί, αντίθετα, πέρασαν στην οπισθοφυλακή. Το άλας μ'ωράνθηκε στα χέρια τους, κι' αυτοί έχασαν μεσ' απ' την καρδιά τους τη γονιμότητα μιας αξεπέραστης αποστολής, πού τους δόθηκε σαν ιερή παρακαταθήκη, προκειμένου να δείχνουν το δρόμο του χρέους, πού όμως αυτοί πρώτοι παρεβίασαν. Μεγάλωσαν την άπόστασι ανάμεσα στα λόγΓα καί στα έργα τους, έγιναν αναξιόπιστοι κι έχρεωκόπησαν στίς ανθρώπινες συνειδήσεις. Κανείς πια δεν τους εμπιστεύεται, μαζί τους κινδυνεύουν να πέσουν σε ανυποληψία καί οί θεσμοί πού εκπροσωπούν.
«Ου γαρ οίδασι τί ποιοϋσι». Το λέει για κείνους που ενώ τάχθηκαν να παιδαγωγούν τη νεότητα, αυτοί οπλίζουν τα νεανικά χέρια με πέτρες, που πετιούνται στον αέρα και αγριεύουν την πλάσι. Είτε γονείς λέγονται αυτοί, είτε παιδαγωγοί κάνουν ό,τι μπορούν για να απομακρύνουν από τα παιδιά το φως του Χριστού. Εγκληματικά γι’ αυτούς, για την κοινωνία και για τα ίδια τα παιδιά, κρύβουν απ' αυτά τη σωφρονίζουσα ηθική της Εκκλησίας και πασχίζουν να διαπλάσουν χαρακτήρες αναιμικούς και ατροφικούς, αποξενωμένους από τις σωστικές αλήθειες της πίστεως. Τις συνέπειες βέβαια της τακτικής τους τις γεύεται σήμερα η ανθρωπότητα όλη, και μαζί της και η κοινωνία μας, καθώς τρίβει τα μάτια της εμπρός στις συγκλονιστικές εκδηλώσεις της χωρίς Θεό και πίστι νεολαίας, που ζητεί να διοχετεύσει το δυναμισμό της στα κανάλια της συμφοράς, της άρνησης, και της καταστροφής.
***
«Ου γαρ οίδασι τι ποιούσι». Το λέει για κείνους, που, πιστοί στην οιαδήποτε ιδεολογία τους, είτε μάχονται και διώκουν, είτε στραγγαλίζουν την πίστι και τις εκδηλώσεις της σε όλα τα πλάτη και τα μήκη της γης• Γεμίζουν σήμερα τα «ψυχιατρικά» άσυλα από αντιφρονούντες και στέλλονται κατά δεκάδες στην εξορία οι άνθρωποι που μόνο τους έγκλημα είναι ότι δεν άφησαν την πίστι να τους εγκαταλείψει. Σταυρώνονται κάθε μέρα χιλιάδες απ' αυτούς, καθώς μεθοδεύεται ο αποχρωματισμός τους και βιάζεται η λατρεία του Θεού και περιφρονείται η Εκκλησία του.
***
«Ου γαρ οίδασι τι ποιούσι». Το λέει για κείνους που καταχρώνται των αγαθών με τα οποία τους επροίκισε για να εκμεταλλεύωνται τον αδύνατο, να στρώνουν με τριβόλους το δρόμο του, να δοκιμάζουν την υπομονή του. Πόσοι και πόσοι τέτοιοι εκμεταλλευτές, άνθρωποι της αδικίας, σκοταδιστές αληθινοί δεν περπατούν ανάμεσά μας. Πόσοι δεν ρουφούν το αίμα του φτωχού, δεν δυναστεύουν τον .αδύνατο, δεν τρώνε τις σάρκες του. Κι' όμως και γι' αυτούς υπάρχει χώρος στη θεία αγάπη. Κι' αυτοί κάποτε πρέπει να ψελλίσουν το «ήμαρτον...»
***
Ναι, αυτό το νόημα έχει ο θεϊκός λόγος. Δεν μπορεί να σημαίνει αμνήστευσι του κακού, συγχωροχάρτι της ανομίας. Ο θείος λόγος έχει την έννοια μιας προθεσμίας, που θα αναβάλει την εκδήλωσι της θείας οργής, που θα σταματήσει τη διαδικασία της άμεσης κύρωσης, του κεραυνού που θα έπρεπε να εκσφενδονισθή πάνω στις κεφαλές των ενόχων. Έχει την έννοια της θείας ανοχής, που ξέρει να περιμένει τη μετάνοια του αμαρτωλού, τη συναίσθησι των εγκλημάτων του, την επανόρθωσι των αδικιών. Μια τέτοια έννοια, καθαρά φιλάνθρωπη, ας μας φέρει όλους στην αυτογνωσία. Η σημερινή ημέρα προσφέρεται για τούτο. Είναι η μέρα της μεγάλης ενοχής, και της μεγάλης ενοχής, και της μεγάλης ανοχής. Απ' τη μια μέχρι την άλλη τώρα η απόσταση δεν είναι μεγάλη. Τα απλωμένα χέρια του Χριστού, ενώνουν τώρα τα διεστώτα. Και ο λόγος του, πάνω απ' το Σταυρό, μεθοδεύει την πορεία μας προς τη λύτρωσι. Μια λύτρωσι που στην αφετηρία της έχει τα δικά μας βήματα, και στο τέρμα της τη θεία ευσπλαχνία.
Αρχές της Άνοιξης. Εποχή που η ζωή φοράει τα γιορτινά της, η αισιοδοξία μας γνέφει, η δημιουργία περνάει πάνω από όλα και τα μπολιάζει με τη δύναμη της αναγέννησης. Ένας συνδυασμός όμορφιάς όπου γιορτάζουν ο Άνθρωπος και η Φύση. Μια εποχή μέσα στην οποία υπάρχει μια από τις μεγαλίτερες γιορτές της Ορθοδοξίας, το Πάσχα.
Μέρες Λαμπρής,μέρες πόνου και χαράς, μέρες περισυλλογής. Μέρες που η πατρίδα μας τις τιμά ιδιαίτερα. Μέρες που ηφαντασία του λαού μας, για να δώσει στην ανάμνηση του μαρτυρίου και της δόξας του Χριστού όλο τους το μεγαλείο και για να εκφράσει τη χαρά του για το μεγάλο γεγονός, δημιούργησε διάφορες εκδηλώσεις, που, σιγά-σιγά, με το πέρασμα των αιώνων, έγιναν έθιμα, παράδοση. Μέρες λοιπόν που ο λαός μας τις γιορτάζει με τον δικό του ξεχωριστό τρόπο σύμφωνα ακόμη και με τις αρχέγονες παραδόσεις και τα έθιμα των Ελλήνων που και αυτά τα προσάρμοσε στην νέα του θρησκεία τον Χριστιανισμό.
Τα πασχαλινά έθιμα και οι παραδόσεις μας, ξεχωριστές και ποικιλόμορφες, πολλές φορές διαφορετικέςαπό τόπο σε τόπο, είναι ότι ομορφότερο έχουν αφήσει οι παλιότερες γενιές στις νεότερες.Τα έθιμα αυτά έχουν ταυτισθεί τόσο πολύ με τη θρησκευτική λατρεία, που δεν είναι δυνατόν να σκεφτεί κανείς το ένα χωρίς το άλλο.
Η ημερομηνία εορτασμού του Πάσχα, καθορίστηκε από την Πρώτη Οικουμενική Σύνοδο της Βιθυνίας στη Νίκαια, το 325 μ.Χ. Αποφασίστηκε να γιορτάζεται την πρώτη Κυριακή μετά την πανσέληνο της εαρινής ισημερίας και μετά το Πάσχα των Ιουδαίων.
Σε πολλά μέρη της Ελλάδας την Κυριακή του Πάσχα ψήνουν το αρνί στη σούβλα, μαζί με το κοκορέτσι. Είναι δε αυτό «το έθιμο του οβελία» πανελλήνιο και μοναδικό στη χριστιανοσύνη και γιάυτό σφραγίζει και χαρακτηρίζει αποκλειστικά το ελληνικό Πάσχα.
Το αρνί που τρώμε το Πάσχα συμβολίζει τον Χριστό που θυσιάστηκε σαν τον αρνί για την σωτηρία όλης της ανθρωπότητας.
Το Πάσχα, δεν είναι μόνον εκδήλωση θλίψης και πένθους, λόγω των Θείων Παθών. Είναι και γιορτή χαράς και αγαλλιάσεως, λόγω της Αναστάσεως του Σωτήρος. Διότι, αυτό ακριβώς σημαίνει «Πάσχα»: Τη διάβαση δηλαδή από το πένθος στη χαρά, από τον πόνο στην ανακούφιση, από την απορία στην ελπίδα, από το παγερό σκότος, στο θερμό φως. Από τον χειμέριο θάνατο, στην εαρινή αναγέννηση!
«Πάσχα» στα αραμαϊκά, σημαίνει Πέρασμα, όπως Πεσάχ στα εβραϊκά και Πισάχ στα αιγυπτιακά: Πέρασμα από το βάρος των σφαλμάτων στην ελαφρότητα και τη γαλήνη της αλήθειας. Πέρασμα κάθαρσης. Πέρασμα από τις αμφιβολίες στη βεβαιότητα. Πέρασμα από την απορία στη φωτεινή διέξοδο.
Μεγάλη Πέμπτη
Μεγάλη Πέμπτη λοιπόν και καθώς το θείο δράμα πλησιάζει στην κορύφωση του οι νοικοκυρές σε όλη την Ελλάδα ξεκινούν την προετοιμασία για το Πάσχα. Όπως σε όλες τις περιοχές της Ελλάδας έτσι και στη Μακεδονία και τη Θράκη τα έθιμα της Μεγάλης Πέμπτης εξακολουθούν να αναβιώνουν παρά την εξέλιξη που απειλεί να τα εξαλείψει.
Η παράδοση θέλει οι νοικοκυρές σε όλη την Ελλάδα να βάφουν τα κόκκινα αβγά τους τη Μεγάλη Πέμπτη. Για το κόκκινο χρώμα των αβγών, η λαϊκή παράδοση έχει να παρουσιάσει ενδιαφέροντες μύθους, με ισχυρές αντιστάσεις στο χρόνο. Σύμφωνα με μια βορειοελλαδική παράδοση, όταν διαδόθηκε ότι ο Χριστός αναστήθηκε, πολλοί δεν το πίστευαν. Μια γυναίκα, που κρατούσε αβγά σε ένα καλάθι, αμφισβήτησε ότι θα μπορούσε να συμβεί κάτι τέτοιο, λέγοντας: «Θα ήταν σαν να μου λέτε ότι τα άσπρα αβγά που κρατώ θα γίνουν κόκκινα». Τότε, ως εκ θαύματος, τα αβγά της νοικοκυράς άλλαξαν χρώμα.
Στο Αμύνταιο την πρώτη σειρά από τα αβγά που βάφουν τη Μεγάλη Πέμπτη τη βάζουν χωριστά. Από εκεί παίρνουν τα αβγά τους με το πρώτο χτύπημα της καμπάνας που θα σημάνει την Ανάσταση το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου και κρατώντας τις λαμπάδες βαδίζουν στην εκκλησία. Μετά την Αναστάσιμη ακολουθία τα μέλη της οικογένειας παραδίνουν τα αγιασμένα αβγά στην μητέρα που τα αραδιάζει κοντά στην εικόνα του Αγίου. Ένα από αυτά θα μείνει όλο το χρόνο κοντά στην εικόνα και όταν βρέχει και αστράφτει η μητέρα το βγάζει στο μπαλκόνι με την πυροστιά και προσεύχεται στο Θεό να απομακρύνει τον κεραυνό, το χαλάζι και τις πλημμύρες από το χωριό.
Αξίζει να σημειωθεί ότι το έθιμο αυτό είναι γνωστό και στη Ξυλαγανή της Ροδόπης, φερμένο από την Ανατολική Θράκη. Τα υπόλοιπα αγιασμένα αβγά θάβονται μετά τη γιορτή της Ζωοδόχου Πηγής στα αμπέλια και τα χωράφια για να προστατεύονται σε όλη τη διάρκεια του χρόνου και να δίνουν καλή σοδειά.
Σε πολλά χωριά τη δεύτερη μέρα της Λαμπρής μετά την εκκλησία συνηθίζουν να ρίχνουν τα αβγά κάτω από έναν βράχο. Στο χωριό Μαργαρίτα της Έδεσσας πιστεύουν ότι αν μια χρονιά δεν ρίξουν κόκκινα αβγά στο βράχο η σοδειά τους θα καταστραφεί.
Στο Αμύνταιο κρατούν ακόμη το αγιασμένο νερό που διανυκτέρευσε στον Εσταυρωμένο τη νύχτα της Μεγάλης Πέμπτης σε ένα μπουκάλι με λίγα λουλούδια και σε κάθε πονοκέφαλο ή αδιαθεσία ραντίζουν με αυτό, που θεωρείται ιαματικό, τον άρρωστο.
Σε κάποια χωριά της Μακεδονίας όπως οι Ελεύθερες, μέχρι πριν από λίγα χρόνια με την μπογιά που είχε χρησιμοποιηθεί για το βάψιμο των αβγών σημάδευαν το κεφάλι και την πλάτη των μικρών αρνιών.
Τα αυγά είναι το χαρακτηριστικό του Πάσχα και τα πρώτα αβγά που έβαφαν οι παλιές νοικοκυρές τα έστελναν μαζί με τσουρέκια στα πεθερικά τους.
Πέραν από τα αβγά, τη Μεγάλη Πέμπτη ετοιμάζονταιμέχρι σήμερα και τα τσουρέκια. Παλιότερα, όταν η πίστη διατηρούσε ακόμη κάποια στοιχεία δεισιδαιμονίας,μία από τις κουλούρες της Μεγάλης Πέμπτης φυλαγόταν στο εικονοστάσι για να καταναλωθεί την Πρωτομαγιά, για να προστατεύονται τα μέλη της οικογένειας από τα μάγια.
Μεγάλη Παρασκευή
Τη Μεγάλη Παρασκευή το θείο δράμα κορυφώνεται. Σε κάθε γωνιά της γης, η ορθοδοξία με κατάνυξη, ευλάβεια και συντριβή, βιώνει τα πάθη του Θεανθρώπου. Οι πιστοί συρρέουν στις εκκλησίες και παρακολουθούν την τελετή της αποκαθήλωσης.
Το βράδυ, από άκρη σε άκρη της γης, οι Έλληνες, οι Ορθόδοξοι, ψάλλουν το «Ω γλυκύ μου έαρ», καθώς το πένθος κορυφώνεται. Κρατώντας αναμμένα κεριά, ακολουθούν τις περιφορές των Επιταφίων, που είναι στολισμένοι με πολύχρωμα λουλούδια.
Καθώς το πένθος κορυφώνεται τη Μεγάλη Παρασκευή ένα αρχαίο πένθιμοέθιμο αναβιώνει ακόμη και σήμερα σε κάποια από τα χωριά της Μακεδονίας. Την ώρα που περνά ο Επιτάφιος οι νοικοκυρές βγάζουν στην εξώπορτα ένα πιάτο με φυτρωμένους σπόρουςκαι το ξαναπαίρνουν μέσα στο σπίτι τα ξημερώματα.
Ο στολισμός και η περιφορά του Επιταφίου είναι το κυριότερο έθιμο της Μεγάλης Παρασκευής. Παλιότερα γινόταν ένας συναγωνισμός ανάμεσα στις ενορίες για τον ομορφότερο στολισμό του Επιταφίου.
Πρώτα πήγαιναν τα λουλούδια για τον στολισμό του Επιταφίου οι ελεύθερες και ύστερα οι παντρεμένες. Από κάτω περνούσαν όλοι από μία φορά ενώ πίστευαν πως αν τα ζωηρά παιδιά περάσουν τρεις φορές θα φρονιμέψουν. Τρεις φορές έπρεπε να περάσουν και οι άρρωστοι για να γειάνουν.
Τα λουλούδια που παίρνουν οι πιστοί από τον Επιτάφιο θεωρούνται ευλογημένα και τοποθετούνται στο εικονοστάσι του σπιτιού. Παλιότερα οι γυναίκες έκαναν από τα λουλούδια αυτά φυλαχτά για τους ναυτικούς ενώ ορισμένοι τα χρησιμοποιούσαν και σαν γιατρικό για τον πονοκέφαλο.
Από τα κατά τόπους έθιμα, που σχετίζονται με την περιφορά του Επιταφίου, αξιοσημείωτο είναι αυτό που τηρείται στις Σέρρες, στη συνοικία του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου, παραπέμποντας στο τελετουργικό μιας αρχαιοελληνικής παράδοσης.
Όταν ο Επιτάφιος πλησιάζει, κάθε νοικοκυρά τοποθετεί στο κατώφλι του σπιτιού της ένα τραπεζάκι, πάνω στο οποίο έχει τοποθετηθεί θυμίαμα και η εικόνα του Εσταυρωμένου, πλαισιωμένη από πασχαλιές και άλλα άνθη. Επιπλέον, ετοιμάζεται ένα πιάτο με χλόη κριθαριού ή φακής, έθιμο που παραπέμπει στους «Αδώνιδος Κήπους» της αρχαιότητας. Συμβολίζουν τη νιότη που χάνεται γρήγορα και άδικα όπως και ο Άδωνις που πέθανε από δάγκωμα κάπρου. Την πρώτη μέρα του εθίμου γινόταν αναπαράσταση της κηδείας του και τη δεύτερη μέρα η γιορτή για την ανάσταση του.
Οι παραδόσεις, που κάνουν το ελληνικό Πάσχα μοναδικό ανά τον κόσμο, εξακολουθούν να επιβιώνουν. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι, ακόμη και σήμερα, σε κάποια χωριά οι κάτοικοι δεν στρώνουν καν τραπέζι. Το μοναδικό γεύμα της Μεγάλης Παρασκευής αποτελείται από ένα πιάτο ξύδι, όπου όλοι βουτούν το ψωμί και το γεύονται, συμμεριζόμενοι το Θείο Πάθος.
Σύμφωνα με την παράδοση, τη Μεγάλη Παρασκευή το ράψιμο και το κάρφωμα είναι δουλειές απαγορευμένες. Τα ρούχα που ράβονταν εκείνη την ημέρα θεωρούνταν κακότυχα καθώς πίστευαν ότι θα είχαν την τύχη των ρούχων του Χριστού. Ένα αρχαίο πένθιμο έθιμο αναβιώνει ακόμη και στις ημέρες μας την Μεγάλη Παρασκευή σε κάποια από τα χωριά της Μακεδονίας.
Η περιφορά του Επιταφίου, που παλιότερα ελάμβανε χαρακτήρα διαγωνισμού μεταξύ των διαφόρων ενοριών για τον ομορφότερο στολισμό, εξακολουθεί να δημιουργεί κατανυκτική ατμόσφαιρα ακόμη και σήμερα σε όποιο σημείο της Ελλάδας κι αν γίνεται.
Μεγάλη Παρασκευή. Το θείο δράμα.
«Σήμερα μαύρος ουρανός,
σήμερα μαύρη μέρα,
σήμερα όλοι θλίβονται
και τα βουνά λυπούνται»
όπως ακόμη μοιρολογούν στα χωριά της Μακεδονίας.
Η Μ. Παρασκευή είναι ημέρα απόλυτου πένθους για τους χριστιανούς.
Επειδή η Μεγάλη Παρασκευή θεωρείται η μέρα των νεκρών, οι άνθρωποι ευπρεπίζουν τους τάφους γιατί πιστεύουν ότι με την Ανάσταση θα έρθουν από τον κάτω κόσμο και πρέπει να βρουν τους τάφους τους περιποιημένους.
Παλιότερα σε πολλά χωριά της Μακεδονίας οι νέοι και οι νέες έβαφαν, την Μεγάλη Παρασκευή, τα πρόσωπα τους με μπογιά προερχόμενη από φυτά και στόλιζαν τους τάφους με κίτρινα αγριολούλουδα. Ο στολισμός του επιταφίου είναι έθιμο το οποίο συνδυαζόταν με τα παιχνίδια των νέων, που συναγωνιζόταν, για να φέρουν πρώτοι τα πιο όμορφα αγριολούλουδα από τα γύρω λιβάδια.
Μεγάλο Σάββατο
«Δεύτε λάβετε φως»! Στη Λειτουργία του Μεγάλου Σαββάτου, παρέχεται το αναστάσιμο Φως. Μεταφέρεται για να θρέψη την ενότητα της Κοινωνίας, όπως γινοταν στα αρχαία χρόνια με το ακοίμητο φως που από τις αρχαίες μητροπόλεις, ταξίδευε μακριά στις νέες τους αποικίες. Το χαρμόσυνο τούτο μήνυμα ακτινοβολεί. Γι' αυτό στην Ορθόδοξη Ανατολή το Πάσχα, η Διάβαση, καλείται Λαμπρή.
Το Μεγάλο Σάββατο, οι πιστοί αρχίζουν να προετοιμάζονται για το χαρμόσυνο μήνυμα της Ανάστασης. Το βράδυ της ίδιας ημέρας ο ιερέας βροντοφωνάζει το «Χριστός Ανέστη» μέσα σε θορυβώδεις εκδηλώσεις (από εδώ και η παροιμιακή φράση «Έγινε ανάστα ο Θεός»). Οι λαογράφοι και εθνολόγοι συσχετίζουν το στοιχείο των θορύβων με τη διαδεδομένη δοξασία ότι τα βλαβερά και εχθρικά πνεύματα διώχνονται με εκφοβιστικούς κρότους.
Ένα από τα βασικότερα τελετουργικά στοιχεία της Ανάστασης είναι το αναστάσιμο φως, με κορυφαία στιγμή την πρόσκληση του ιερέα «Δεύτε λάβετε φως». Παίρνουν τότε οι πιστοί το αναστάσιμο φως και το μεταφέρουν στα σπίτια τους.
Μπαίνοντας στο σπίτι, «σταυρώνουν» πρώτα το ανώφλι της εξώπορτας ενώ παλαιότερα ανανέωναν και το φως του καντηλιού ή ακόμη μεταδίδανε το καινούργιο φως στα στείρα ζώα και τα άκαρπα δέντρα, για να τους εξασφαλίσουν τη γονιμότητα.
Στο παρελθόν αρκετά διαδεδομένη ήταν η αναπαράσταση της σκηνής των «κεκλεισμένων θυρών». Μπροστά στην πόρτα της εκκλησίας, όταν επέστρεφε η πομπή με τα αναμμένα κεριά της Ανάστασης, ο ιερέας, που παρίστανε τον Χριστό ενώπιον των πυλών της Κόλασης, έψελνε τους διαλογικούς στίχους 7-10 του ΚΓ ψαλμού του Δαυίδ «Άρατε πύλας, οι άρχοντες υμών και επάρθητε πύλαι αιώνιοι και εισελεύσεται ο Βασιλεύς της δόξης».
Ο διάκος από μέσα, που παρίστανε το διάβολο, προσπαθούσε να εμποδίζει την είσοδο. Τελικά ο ιερέας έσπρωχνε ορμητικά, άνοιγε τη θύρα και έμπαινε μέσα ως ο λυτρωτής των αμαρτωλών. Τέλος, μετά τη «δεύτερη» Ανάσταση, ακολουθούσε λιτανεία των εικόνων και χορός, που όχι σπάνια, τον έσερνε πρώτος ο ιερέας της ενορίας.
Η Κυριακή του Πάσχα
Σε πολλές περιοχές της Βόρειας Ελλάδας, την Κυριακή του Πάσχα έριχναν στη φωτιά το ομοίωμα του Ιούδα ή του Οβριού. Το έθιμο, που απαντάται ακόμη και σήμερα σε ορισμένες περιοχές, αποτελεί ένδειξη αγανάκτησης των πιστών για την πράξη προδοσίας του Ιούδα.
Πάντως, ελληνικό Πάσχα χωρίς τον παραδοσιακό οβελία δεν νοείται. Οι ρίζες του εθίμου κρατούν από τις θυσίες των αρχαίων Ελλήνων. Ο Όμηρος αναφέρει πάρα πολλές θυσίες σφαχτών στους θεούς για παράκληση ή ευχαριστίες. Κι έσμιγε, μας λέει, η σπονδή του γλυκόπιοτου κρασιού με την κνίσα του ψημένου στη θράκα θύματος, και ανέβαινε η ευωδιά ως την κορυφή του Ολύμπου και ξύπναγε το κέφι και τη διάθεση των θεών, κι έτσι παραστέκονταν με καλοσύνη στους θύτες.
Το έθιμο του ψητού σφαχτού, του οβελία, το συναντούμε σε μεγάλη έκταση τον καιρό της Τουρκοκρατίας στα αρματολίκια. «Είχαν αρνιά και ψένανε, κριάρια και σούβλιζαν», λέει το δημοτικό μας τραγούδι. Ο οβελίας στους αρματολούς δεν ήταν μόνο πασχαλινή εκδήλωση. Ήταν και ένα πολεμικό «διάλειμμα», μα προ παντός συμβόλιζε τη θυσία του Γένους και την αναμενόμενη ανάσταση του. Έτσι, το ιερό σφάγιο του Πάσχα για τον Έλληνα συμβολίζει τη θεϊκή και την εθνική θυσία και Ανάσταση.
Στα χωριά της Μακεδονίας η σφαγή του οβελία ακολουθεί συγκεκριμένο τελετουργικό, συμβολίζοντας τη θυσία του Χριστού. Μάλιστα, στις ορεινές περιοχές της Βόρειας Ελλάδας οι άνθρωποι εξακολουθούν να πιστεύουν ότι το πασχαλινό αρνί διαθέτει προφητικές δυνάμεις και έτσι οι χωρικοί και ιδιαίτερα οι βοσκοί, επιδίδονται στην «ωμοπλατοσκοπία», προφητεύοντας το μέλλον, με «οδηγό» την πλάτη του σφαγίου.
Αυτά λοιπόν ήταν μερικά από τα Πασχαλινά έθιμα της Πατρίδας μας.