Translate -TRANSLATE -

Δευτέρα 1 Μαΐου 2017

Πρωτομαγιά: Τα έθιμα, το μαγιάτικο στεφάνι και τα αρχέγονα λατρευτικά στοιχεία




Πρωτομαγιά: Τα έθιμα, το μαγιάτικο στεφάνι και τα αρχέγονα λατρευτικά στοιχεία

Γράφει η ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΠΟΛΥΜΕΡΟΥ-ΚΑΜΗΛΑΚΗ

Ο μαγεμένος Μάης
Η Πρωτομαγιά ανοιξιάτικη γιορτή, πολύ πριν γίνει εργατική γιορτή, κοντά πάντοτε στο Πάσχα, συνδυάζει αρχέγονα λατρευτικά στοιχεία που σχετίζονται με τη λατρεία των νεκρών (Λεμούρια, Ροζάρια) και την αναγέννηση της φύσης. Θεωρείται παρετυμολογικά ευνοϊκή για τα μάγια, όπως και ολόκληρος ο μήνας Μάιος.


Το μαγιάτικο στεφάνι
Το στεφάνι που πλέκεται την παραμονή της Πρωτομαγιάς είναι το μοναδικό σχεδόν έθιμο, που εξακολουθεί να μας δένει με την παραδοσιακή πρωτομαγιά, μια γιορτή της άνοιξης και της φύσης με πανάρχαιες ρίζες πλούσια σε εκδηλώσεις σε παλιότερες εποχές. Το στεφάνι κατασκευαζόταν με βέργα από ευλύγιστο και ανθεκτικό ξύλο κρανιάς ή κλήματος και στολιζόταν με λουλούδια και θαλερά κλαδιά από καρποφόρα δέντρα (αμυγδαλιά με αμύγδαλο, συκιά με τα σύκα, ροδιά με ρόδι ) αλλά και στάχυα από σιτάρι και κριθάρι, κρεμμύδι και σκόρδο για το μάτι.
Η χρησιμοποίηση πρασινάδας και όχι τόσο λουλουδιών με σκοπό τη μετάδοση της θαλερότητας και της γονιμότητάς τους στον άνθρωπο είναι το κύριο χαρακτηριστικό των μαγιάτικων συνηθειών. Στον αγροτικό μάλιστα χώρο δεν ήταν απαραίτητο το πλέξιμο στεφανιών αλλά η τοποθέτηση πάνω από την πόρτα του σπιτιού δέσμης από χλωρά κλαδιά  ελιάς, συκιάς, νερατζιάς, πορτοκαλιάς κ.ά.  μαζί με λουλούδια. Απαραίτητη ήταν η ύπαρξη μεταξύ των λουλουδιών και χλωρών κλαδιών φυτών αποτρεπτικών του κακού, όπως  τσουκνίδα, σκόρδο, δαιμοναριά, αγκάθια. Σε ορισμένες περιοχές οι μαγικές ενέργειες για υγεία συνοδεύονται από ομαδικές εκδηλώσεις, όπως αγερμούς (παιδιά στεφανωμένα με λουλούδια και κρατώντας κλαδιά καρποφόρων δένδρων έλεγαν τραγούδια του Μάη:

Μάη, Μάη χρυσομάη,
τι μας άργησες;
να μας φέρεις τα λουλούδια
και την άνοιξη;
ή
Μάη, Μάη δροσερέ κι Απρίλη λουλουδάτε (με τα ρόδα)  κ.ά.

Στην Κέρκυρα για παράδειγμα περιέφεραν κορμό τρυφερού κυπαρισσιού στολισμένου με λουλούδια, μαντήλια, κορδέλες και φρούτα της εποχής (μούσμουλα) και χορταρικά. Αυτό ήταν το μαγιόξυλο .
Η Πρωτομαγιά είναι εθιμικά μια από τις δημοφιλέστερες γιορτές του ελληνικού λαού ιδιαίτερα στο βορειοελλαδικό χώρο. Ο βαρύς χειμώνας, ο οποίος συνήθως επικρατεί στη Μακεδονία και κυρίως στην κατ’ εξοχήν ορεινή περιοχή της, με τις πολλές βροχές, τα χιόνια, τον παγετό, το δυνατό κρύο και τις ομίχλες, κάνει εντονότερη την προσδοκία της άνοιξης και του καλοκαιριού. Έτσι την Πρωτομαγιά γιορτάζεται χαρακτηριστικά και πανηγυρικά η βελτίωση του καιρού, η επικράτηση της άνοιξης και η επικείμενη έλευση του καλοκαιριού, η αναγέννηση προπαντός της φύσης.


Η Πρωτομαγιά στη Δυτική Μακεδονία συνδέεται με ποικίλα έθιμα γονιμικού  κυρίως χαρακτήρα, και τραγούδια. Έτσι, στη Βλάστη Κοζάνης πρωΐ πρωΐ αδειάζουν  τα αγγεία και φέρνουν φρέσκο νερό από τη βρύση. Τα παιδιά κόβουν κλάδους οξυάς και τους φέρνουν στους γύρω από το χωριό λόφους, όπου κυρίως τα κορίτσια  στήνουν χορούς, « πιάνοντας το Μάη». Στολίζουν τις μέσες τους με λυγαριές, για να μην τους πονάει  τον Ιούνιο στον θερισμό.
Στο Τσακνοχώρι Βοϊου στολίζουν τις πόρτες των σπιτιών με πρασινάδες, ενώ στη Γαλατινή κρεμούν στη βρύση ένα πράσινο κλαδί και τρώνε κάτι πρωΐ - πρωΐ, για να « μην τους τσακίσ΄ ο κούκος».


Στην πόλη της Φλώρινας πρωϊ ανεβαίνουν στον  λόφο του Αγίου Παντελεήμονα και συναγωνίζονται ποιος θα μαζέψει πρώτος λουλούδια, να φτιάξουν στεφάνια που στεφανώνονται οι ίδιοι και φροντίζουν και να τα κρεμάσουν πρώτοι στην εξώπορτα του σπιτιού τους και να πιάσουν πρώτοι τον Μάη, για το καλό, για γούρι. Εκεί στον λόφο οι Φλωρινιώτες παραδοσιακά μέχρι σήμερα χαίρονται τη φύση, χορεύουν και τραγουδούν. Επικαλούνται επίσης τον άγιο Ιερεμία, που γιορτάζει τη Πρωτομαγιά, για να φύγουν από τα σπίτια τους ποντίκια, φίδια κλπ. με την έλευση του Μάη. Έτσι χτυπώντας τον μασά, ένα μέλος της οικογένειας, γυρίζει την παραμονή όλο το σπίτι και τους βοηθητικούς χώρους του φωνάζει μεταξύ άλλων: «Γιερεμία, συντελεία στα ποντίκια ( ή στα φίδια κλπ. )», ή «φύγετε γάτες, φίδια, ποντίκια, γιατί έρχεται ο Μάης ».
Και στα τραγούδια της Πρωτομαγιάς οι κάτοικοι της Δυτικής Μακεδονίας θεωρούν τον Μάη ως τον κατ’ εξοχήν μήνα της άνοιξης και τον προπομπό του καλοκαιριού. Έτσι το παρακάτω πολύ γνωστό και ευρύτατα διαδεδομένο τραγούδι το τραγουδούν την Πρωτομαγιά στην Κοζάνη και αλλού, όταν οι οικογένειες γυρίζουν στολισμένες με πρασινολούλουδα από την εξοχή. Είναι η εποχή που με τη βελτίωση του καιρού είναι πλέον εφικτά τα μακρινά ταξίδια και η επιστροφή των ξενιτεμένων στο γενέθλιο τόπο τους:

Τώρα Μαγιά, τώρα δροσιά, τώρα το καλοκαίρι,

Τώρα φουντώνουν τα κλαριά και βγάζ΄ η γη χορτάρι,

τώρα κι ο ξένος βούλεται να πάγει στα δικά του.

Νύχτα σελώνει τ’ άλογο, νύχτα το καλιγώνει.

Βάζει τα πέταλα αργυρά, καρφιά μαλαματένια.

Βάζει τα φτερνιστήρια του, ζώνει κι του σπαθί του

Κι η κόρη που τον αγαπά κρατεί κερί και φέγγει.

Με το ‘να χέρι το κερί, με τ’ άλλο το ποτήρι

κι όσα ποτήρια τον κερνά, τόσες βουλές του λέει:

 - Πάρε μ΄, αφέντη μ΄, πάρε με κι εμένανε κοντά σου,

να μαγειρεύω να δειπνάς, να στρώνω να κοιμάσαι,

να γίνω κι ασημόκουπα να πίνεις το κρασί σου.

 Εσύ να πίνεις το κρασί κι εγώ να λάμπω μέσα.

 - Κει που πηγαίνω, κόρη μου, γυναίκες δεν διαβαίνουν,

 Κει ’ναι λύκοι στα βουνά και κλέφτες στα ντερβένια

 κι εσένα παίρνουν, κόρη μου, κι εμένα με σκλαβώνουν.



Σε χορευτικό τραγούδι ακολουθεί παραλλαγή του από τον Πελεκάνο Βοϊου, ο λαός εκδηλώνει την προσμονή του για τον Μάη και την άνοιξη που φέρνει:

Μάη, Μάη , χρυσομάη, τι μας άργησες και δεν φάνηκες,

να μας φέρεις τα λουλούδια και την άνοιξη;

Λούσου κι άλλαξε, μπεΐνα, κοντά μου πλάγιασε.

Για ’τος, για ’τος από πέρα, με τριαντάφυλλα, με καρόφυλλα.

Σε άλλο τραγούδι, πολύ διαδεδομένο επίσης στον δυτικομακεδονικό χώρο, ο Μάης θεωρείται  ο μήνας, που παράλληλα με το ξύπνημα της φύσης μετά τη βαρυχειμωνιά, προκαλεί διέγερση ερωτικών αισθημάτων, γι’ αυτό και διατυπώνονται σχετικές συμβουλές. Άλλωστε γενικότερα ο Μάης, καθώς έχει συνδεθεί παρετυμολογικά με τη μαγεία, είναι  μήνας συνδεδεμένος με ποικίλες προλήψεις και δεισιδαιμονίες.

Κι εμείς το Μάη τον ξέρουμε πως είναι σκανταλιάρης,

που σκανταλίζει όμορφες χήρες και μαυρομάτες !

Το Μάη κρασί μην πίνετε, όξω μην κοιμηθείτε.

Τρία παιδιά παλάβωσαν και πήραν τα σοκάκια.

Σέρνουν ψωμί για τα σκυλιά και κρέας για τ’ αγρίμια,

σέρνουν κι αγαποβότανο γι΄ αυτές τις μαυρομάτες.

Στο παρακάτω τραγούδι από τα πολλά σχετικά της επαρχίας Βοϊου Κοζάνης, διατυπώνονται οι προσδοκίες όχι  μόνο του ανθρώπου, αλλά και των άλλων ζωντανών οργανισμών, από τον όμορφο μήνα της άνοιξης, που στ΄ όνομά του εξυμνούνται οι ομορφιές της φύσης και της ζωής:

Απρίλη, Απρίλη δροσερέ, Μάη καμαρωμένε,

σε μήνυσαν, Μάη μου, τα πρόβατα ν΄ αξιώνεις ( = αυξάνεις ) τα χορτάρια,

Σε μήνυσαν οι όμορφες ν΄ αξιώνεις τα λουλούδια,

σε μήνυσαν και τα πουλιά της άνοιξης τ΄ αηδόνια

ν΄ αξιώνεις τα κοντά κλαδιά και τα ψιλά δενδράκια.

Την ίδια μέρα οι γυναίκες συνηθίζουν να συγκεντρώνουν τα χόρτα που χρησιμοποιούν για τα φάρμακα (βότανα) και να βγάζουν το ασπρόχωμα ή ασημόχωμα που προορίζεται για λούσιμο όλο το χρόνο. Πιστεύουν ότι έτσι η ψώρα και οι λειχήνες εξαλείφονται. Μάλιστα η εξαγωγή του χώματος  αυτού από συγκεκριμένο σημείο γινόταν με συμμετοχή πολλών γυναικών μαζί και με τραγούδια.
Ο σεβασμός προς τους νεκρούς, οι οποίοι ευρίσκονται ακόμη πάνω στη γη και ετοιμάζονται να ξαναμπούν στους τάφους οδηγεί τις γυναίκες στα νεκροταφεία προκειμένου να καθαρίσουν τους τάφους από τα χόρτα, να τους ασβεστώσουν και να τους περιποιηθούν, να ανάψουν κεριά και όταν γυρίσουν στα σπίτια να φτιάσουν πίττα που μοιράζουν στη γειτονιά και στους φτωχούς για συχώριο.


Στον καταραμένο τόπο το Μάη χαλαζώνει......
Το χαλάζι, όπως είναι γνωστό, προκαλεί μεγάλες καταστροφές στη γεωργική  παραγωγή, όταν μάλιστα πέφτει την εποχή που  ανθίζουν τα φυτά (αμπέλια, δέντρα) ή ωριμάζουν οι καρποί τους. Αυτός είναι και  ο λόγος που ο γεωργός το θεωρεί κατάρα και θεομηνία, όπως εύκολα μπορεί να συμπεράνει κανείς από σχετικές παροιμίες και παροιμιώδεις εκφράσεις π.χ. «στον καταραμένο τόπο το Μάη μήνα χαλάζι ρίχνει», «αντά ’πρεπε δεν έβρεχε κι ο  Μάης χαλαζώνει».
Ειδικότερα  ο λαός πιστεύει ότι με το χαλάζι εκδηλώνεται η οργή του θεού για κάποιο ηθικό παράπτωμα των ανθρώπων. Τέτοια παραπτώματα που μπορούν, σύμφωνα πάντοτε με τη λαϊκή αντίληψη, να προκαλέσουν χαλαζοθύελλα είναι πολλά. Αναφέρω ενδεικτικά την παραβίαση της αργίας ορισμένων εορτών, την εγκατάλειψη νόθου παιδιού, δοξασία  με πλατειά διάδοση σε χαλαζόπληκτες ελληνικές περιοχές αλλά και στον ευρωπαϊκό χώρο,  τον ανόσιο έρωτα μεταξύ συγγενών εξ αίματος, όπως συχνά  αναφέρεται στα δημοτικά μας τραγούδια, την εξωμοσία χριστιανού, τη φθορά εκκλησιαστικής – μοναστηριακής περιουσίας.
Ο  γεωργός για να αποφύγει την καταστροφή του μόχθου του ο γεωργός καταφεύγει στη μαγεία, στη θρησκεία  αλλά συνήθως και στα δύο  μαζί. Με τη βοήθεια της μαγείας επιχειρεί «να καταδέσει το χαλάζι», να το  «καρφώσει» και να το «γυρίσει πίσω» χρησιμοποιώντας μέσα και τους τρόπους, όπως πυροστιά, μαυρομάνικο μαχαίρι, κεριά και άνθη του Επιταφίου, κόκκινο αβγό του Πάσχα, επωδές, που χρησιμοποιεί, όπως είναι γνωστό, και σε άλλες περιστάσεις.
Άγιοι προστάτες  από το χαλάζι
Τη βοήθεια της θρησκείας εξασφαλίζει με την αυστηρή τήρηση  της αργίας ορισμένων εορτών ή μνήμης αγίου, που θεωρείται προστάτης από το χαλάζι και θεωρεί την  παραβίασή της από  τις πιό σοβαρές αιτίες για τη χαλαζόπτωση. Έτσι π.χ. τηρούνται αυστηρά σαν αργίες από τους αμπελουργούς και τους κηπουρούς σ’ όλες σχεδόν τις χαλαζόπληκτες περιοχές η Μεγάλη Πέμπτη, η Πέμπτη της Διακαινησίμου, η ημέρα της Αναλήψεως, της Πεντηκοστής. Αυτές τις ημέρες δεν πλένουν, δεν απλώνουν ρούχα, δεν λούζονται, δεν γνέθουν και δεν πηγαίνουν στο αμπέλι.


Άη Γιάννης ο Χαλαζιάς
Στην Κεντρική Ελλάδα «κρατούν την αργία του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου (8 Μαίου), που τον λένε μάλιστα «χαλαζιά», γιατί πιστεύουν ότι  ο άγιος «στέλνει το χαλάζι και καταστρέφει τα σπαρτά». Στη Μακεδονία την αργία του Αγίου Γεωργίου και της Αγίας  Ελένης που «φυλάει από το χαλάζι. Το σηκώνει στο μανίκι της», ενώ στην περιοχή της Γορτυνίας τη γιορτή της Αγίας Τριάδας  και του Αγίου Αντωνίου.
Σε διάφορες άλλες περιοχές  καταφεύγουν σε αγίους που θεωρούνται γενκότερα προστάτες της βλαστήσεως από ασθένειες ή δυσμενείς καιρικές συνθήκες, όπως ο άγιος Τρύφων και ο Προφήτης Ηλίας ή τοπικούς αγίου, όπως ο άγιος  Αχίλλειος (Κόνιτσα),  ο Κοσμάς ο Αιτωλός (Ήπειρος), ο άγιος  Αρσένιος (Παραμυθιά Θεσπρωτίας). Ενώ όμως η λατρεία των αγίων που προαναφέρθηκαν είναι περιορισμένη τοπικά, η λατρεία του αγίου Χριστοφόρου, ως προστάτη από το χαλάζι, καλύπτει όλο το βορειοελληνικό χώρο, από την Ήπειρο μέχρι την Ανατολική Θράκη.
Ειδικότερα στην Ήπειρο πιστεύεται ότι ο άγιος Χριστόφορος «γυρίζ’ με το χαλάζ’ στον κόρφο», για αυτό και τηρούν την αργία της γιορτής του (9 του Μάη) με μεγάλη αυστηρό-τητα. «Έχ’ νι σκόλ’ όλοι, γιατί πεισμών’ ου άγιους». «...Επειδή πολλοί ζητούσι με εις πόλιν έχειν ή χώραν ή αγρόν, ή εν οιωδήποτε τόπω μη επέλθη αυτοίς εκεί, Δέσποτα, χάλαζα, μηδέ θυμός μηδέ αφορία αμπέλου, αλλ’ ει και ποτε ηδικούντο, απελθόντος μου εκείσε, φύλαξον τους τόπους αυτών, όπως ούτοι αφθόνως λαμβάνουσι τας αιτήσεις αυτών...» Του Αγίου Χριστοφόρου δε μπαίνουν στους κήπους και στα χωράφια, γιατί, αν δουλέψουν, «θα πέση χαλάζι και θα τους χαλάσει τη σοδειά» «Ο Αη Χριστόφορος, λένε, στέκεται με το χαλάζι στο χέρι» και αλλού πως το έχει στην ποδιά του το χαλάζι κι ίσια το ρίχνει, άμα εργαστείς στη γιορτή του».
Από την ίδια περιοχή προέρχεται μια παράδοση που αιτιολογεί την καθιέρωση της αργίας στις 9 Μαϊου: Όταν ακόμη η ημέρα δεν είχε καθιερωθεί ως αργία, θέλησε ο άγιος Χριστόφορος να παρουσιαστεί στο θεό και να παραπονεθεί, αλλά ο φύλακας άγγελος της Πύλης τον ρώτησε τί θέλει και μαθαίνοντας την αιτία τον συμβούλεψε: - Αφού δε σου κρατούν την ημέρα, χτύπα τους με λιθάρια από δω ψηλά. - Πού να βρω τα λιθάρια, εδώ δεν έχουμε, είπε ο άγιος. - Έχουμε το χαλάζι. Έτσι και έγινε. Επήρε το μεγαλύτερο χαλάζι χτύπησε τους γεωργούς και κατάστρεφε τους αγρούς και τους κήπους τους. Από τότε κρατούν την ημέρα αυτή» .
Στη Μακεδονία (περιοχή Πέλλης) «για να μη πέφτει χαλάζι και καταστρέφει τα σπαρτά, τα δέντρα - ακόμη και τα ζώα σκοτώνει - φυλάνε την ημέρα του αγίου Χριστοφόρου». Και στη Χαλκιδική «εκείνη την ημέρα οι γεωργοί δεν οργώνουν». Στο χωριό Καρπερό των Γρεβενών στις 9 Μαϊου η λειτουργία συνοδεύεται από δημοτελή θυσία και «εγκατόρυξη» (ταφή) των υπολειμμάτων από την από κοινού κατανάλωση του σφαγίου. «Συγκεντρώνονται οι κάτοικοι της περιοχής στο εξωκλήσι του Αγίου Χριστοφόρου και μετά τη λειτουργία θυσιάζουν ένα μαύρο αρνί. Η θυσία γίνεται σ’ ένα λάκκο κοντά στο άγιο βήμα, σκεπασμένο με μια πέτρα. Στο λάκκο αυτό χύνεται το αίμα, το δέρμα και τα κόκκαλα του αρνιού μετά από το κοινό τραπέζι».
Όταν υπάρχει κίνδυνος να πέσει χαλάζι μαζεύεται ο κόσμος στον άγιο Χριστόφορο. Έρχεται και ο παπάς. «Ανοίγουν και βγάζουν μερικά κόκκαλα από μέσα. Ο παπάς φέρνει την εικόνα του αγίου Χριστοφόρου. Την ακουμπάει πάνω στην πέτρα, ανάβει και μια λαμπάδα, διαβάζει την ευχή και το σύννεφο δια-λύεται». Η τελετή της εκταφής των οστών του θυσιασθέντος ζώου συνηθίζεται και σε περιπτώσεις ανομβρίας στην ίδια περιοχή. Τη γιορτή τηρούσαν και οι Τούρκοι... Στη Θράκη για τον ίδιο σκοπό και με την ίδια αυστηρότητα τηρούν την αργία του αγίου.
Στο Φανάρι Κομοτηνής «κάθε χρόνο στη γιορτή τ’ αποβραδύ έκαμναν αγρυπνία και την ώρα που έβγαινε τ’ άστρο, ο αυγερινός, ανέβαιναν έξω στα χωράφια κι έκαμναν δέησι να μη ρίχνει χαλάζι. Κείν’ τη μέρα δεν δούλευαν κι οι Τούρκοι του Γιαπατζή. Ρωτούσανε πότε ήτανε η γιορτή τ’ για να μη δουλέψουν».
Στην Κομοτηνή, τέλος, όπως αναφέρει ο Στίλπων Κυριακίδης, «του Χριστοφόρου δε δ’ λεύουν». Είνι για του χαλάζ’». Ο άγιος Χριστόφορος (250 περ. π.Χ.) ανήκει στους λαϊκούς μάρτυρες τόσο της Ανατολικής όσο και της Δυτικής Εκκλησίας και θεωρείται από το ελληνικό λαό καθώς και τους ευρωπαϊκούς λαούς προστάτης από διάφορες συμφορές, όπως είναι οι επιδημίες, η κακοκαιρία, τα ατυχήματα κ.ά. Η εικονογραφική παράδοση είναι διττή. Η μία τον θέλει Κυνοκέφαλο, επειδή ήταν πολύ όμορφος και παρακάλεσε το Θεό να τον κάνει άσχημο.
Η σύνδεσή του με τα απότομα καιρικά φαινόμενα, όπως είναι η χαλαζόπτωση, αποτελεί ενδεχομένως ένα στοιχείο για την συσχέτισή του με τους αιγυπτιακούς Κυνοκεφάλους δαίμονες. Στην απόδοση της ιδιότητας του προστάτη από το χαλάζι στον άγιο Χριστόφορο συνετέλεσε προφανώς η εποχή που γιορτάζει (9 Μαϊου) που θεωρείται η πιο κρίσιμη για τις επιπτώσεις της χαλαζόπτωσης στη γεωργική παραγωγή. Η άλλη παράδοση τον παριστάνει με κανονικά χαρακτηριστικά να κουβαλάει στον ώμο το Χριστό, τον οποίο περνάει από ένα ποτάμι (Χριστοφόρος).
Ως Χριστοφόρος είναι σήμερα ο προστάτης των αυτοκινητιστών. Στο εύλογο ερώτημα, γιατί η λατρεία του αγίου αυτού εντοπίζεται ειδικά στο Βόρειο Ελληνικό χώρο, όπως τουλάχιστον προκύπτει από τη σχετική έρευνα τόσο σε έντυπα όσο και στο χειρόγραφο υλικό του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών, και γιατί έχει τέτοια διάδοση σε σύγκριση με την περιορισμένη τοπικά λατρεία άλλων αγίων, την απάντηση δίνει η διάδοση της λατρείας του αγίου Χριστοφόρου στον βορειοελληνικό χώρο οφείλεται στις καιρικές συνθήκες που επικρατούν την εποχή της εορτής του αγίου ή σε τοπική λατρεία του αγίου, προερχομένη από τη Μ. Ασία (Καππαδοκία), που απλώθηκε στο χώρο αυτό, όπου επικρατούν οι ίδιες δυσμενείς συνθήκες κλίματος. Την υπόθεση αυτή ενισχύει και η παρουσία εικόνων του αγίου Χριστοφόρου σε ναούς των Μικρασιατών Ελλήνων προσφύγων στους τόπους όπου εγκαταστάθηκαν.
Στο ερώτημα εξ άλλου, γιατί αποδίδεται στον άγιο η ιδιότητα του προστάτη από το χαλάζι, η απάντηση θεωρούμε ότι δίδεται από τη διήγηση που υπάρχει στο συναξάριο του αγίου - που σώζεται σε κώδικα του ΙΑ΄ αιώνα - και απηχεί ασφαλώς παλαιότερη παράδοση, όπου αναφέρεται ότι ο άγιος σε προσευχή του προς τον θεό, όταν τον οδηγούσαν στο μαρτύριο είπε: «Κύριε, δος χάριν τω σώματί μου, ίνα πας ο έχων λείψανόν μου φανερώς δύναται δι αυτού απελαύνειν τους δαίμονας. Αλλά και επειδή πολλοί ζητούσι με εις πόλιν έχειν ή χώραν ή αγρόν, ή εν οιωδήποτε τόπω μη επέλθη αυτοίς εκεί, Δέσποτα, χάλαζα, μηδέ θυμός μηδέ αφορία αμπέλου, αλλ’ ει καί ποτε ηδικούντο, απελθόντος μου εκείσε, φύλαξον τους τόπους αυτών, όπως ούτοι αφθόνως λαμβάνουσι τας αιτήσεις αυτών... Και ήλθεν αυτώ φωνή εκ του ουρανού. Κατά το αίτημά σου έσται σοι, και ου μη λυπήσω σε έως του αιώνος. Και εν τούτω θαυμασθήσει..»


Οι Μάηδες στο Πήλιο...
Στο Πήλιο ο ερχομός του Μάη γιορταζόταν παλιότερα– και αναβίωσε κάποιες φορές από το 1957 και εξής στη Μακρινίτσα - με ιδιαίτερες εκδηλώσεις. Κατά μία περιγραφή, την παλαιότερη, του Ζωσιμά Εσφιγμενίτη το 1892 «Τη α΄ Μαϊου άγουσι τινές νουμηνίαν μετημφιεσμένοι και προσωπιδοφορημένοι όντες εν συνεταιρισμώ και συνοδεία δέκα έως δώδεκα, ων έκαστος φέρει ίδιον όνομα, ως ιατρός, γενίτσαρος, αράπης κτλ. Έχοντες μεθ’ εαυτών και νεανίαν τινά όλον κεκαλυμμένον δι’ ανθέων, όν ονομάζουσι « μαγιόπουλον» και περιερχόμενοι ανά τας οδούς και ρύμας του χωρίου άδουσι και χορεύουσιν επί προαιρετική αμοιβή.

Τα αδόμενα δε ιδιόρρυθμα άσματα εισί τάδε:

Μάη μου, Μάη δροσερέ κι Απρίλη λουλουδάτε,

Ο Μάης με τα τριαντάφυλλα κι Απρίλ’ς με τα λουλούδια,

Όλον τον κόσμο γέμουσι τ’ άθη και το λουλούδι,

Το νιόνε περικύκλουσες μες της κυράς την πόρτα.

Άνοιξε, πόρτα της κυράς, πόρτα της μαυρομάτας,

Να μπω να διώ τη λιγυρή, πώς στρώνει, πώς κοιμάται,

Πώς στρώνει στα τριαντάφυλλα, κοιμάται στα λουλούδια.

Πώς να την πω να σηκωθεί, πώς να την πω να κάτσει.

Να την ειπώ αγιόκλημα, το κλήμα κόμπους έχει,

Να την ειπώ τριαντάφυλλο κι από τ’ αγκάθι βγαίνει,

Να την ειπώ βασιλικό κι από τη μυρουδιά του.

Ακόμη: Αφέντη κι αφεντούτσικε, πέντε φορές αφέντη,

Λύσε τ(ο), αφέντη μ’, λύσε το, το χρυσομάντηλό σου,

Κι αν έχεις γρόσια δός μας τα, φλουργιά μη τα λυπάσαι,

Κι αν τα λυπάσαι τα φλουριά, δός μας δεκαπεντάρια.

Δός μας τα, αφέντη, δός μας τα, να πούμε για την υγειά σου,

Για την υγειά σ’, αφέντη μου, για την καλή χρονιά σου,

Να ζήσης χρόνους εκατό και να τους ξεπεράσεις,

Κι απ’ τους διακόσιους κι εμπροστά, ν’ ασπρίσεις, να γεράσεις,

Ν’ ασπρίσεις σαν τον Όλυμπο, σαν τ’ άσπρο περιστέρι. Και του χρόνου.

Το έθιμο έχει ζωγραφίσει στις αρχές του 20ού αιώνα ο λαϊκός ζωγράφος Θεόφιλος Χατζημιχαήλ, ενώ ο Γεώργιος Αδρακτάς κάνοντας λόγο για την σηροτροφία (καματερός) στο Πήλιο αναφέρεται στη συνήθεια των γυναικών για προληπτικούς λόγους «κατά την πρωτομαγιάν αποσπώσιν εκ του μάη ήτοι του παιδός, όστις εστολισμένος δι’ ανθέων χορεύει κατά την πρώτην του Μαϊου προ των οικιών υπό τον ήχον τυμπάνου, τεμάχιον ορμαθιάς από μαϊολούλουδα, ταύτα δε μετά χαράς κρεμώσιν εις την πρώτην σταντοσιάν, επειδή τούτο θεωρείται ως συντελεστικόν καλής εσοδείας».
Περιγραφή των Μάηδων στο Πήλιο μας δίνει το 1931 στη Νέα Εστία ο Γιάνης Κορδάτος. Μετά την αναβίωσή τους (1957) οι περιγραφές είναι πολλές (Κ. Λιάπης, Αποστολία Νάνου-Σκοτεινιώτη. Δ. Λαμπαδάρης, Κ. Καρυδάκης κ.ά.) και αφορούν σε όλα τα χωριά του Πηλίου.
Σύμφωνα με τις καταγεγραμμένες πληροφορίες ομάδες ανδρών ντυμένων με διάφορα ρούχα και προσωπίδες παράσταιναν τον αράπη, το γιατρό, το γέρο και τη γριά, τον φουστανελά, τον γενίτσαρο, τη χανούμισσα και στη μέση πάντοτε έναν νέο στολισμένο με λουλούδια, που κρατούσε ένα ξύλο στολισμένο επίσης με λουλούδια, το μαγιόξυλο. Η ομάδα συνοδευόταν από οργανοπαίχτες με ζουρνά, νταούλι, βιολί και περιερχόταν τα σπίτια και τα μαγαζιά και παρίστανε πως ο νέος πέθαινε και ο γιατρός με τη βοήθεια και της γριάς τον ξανάφερναν στη ζωή. Τραγουδούσαν και τα παραπάνω τραγούδια.
Ως προς τις λεπτομέρειες οι περιγραφές που διαθέτουμε διαφέρουν μεταξύ τους. Ωστόσο κοινό στοιχείο που χαρακτηρίζει το μαγικοθρησκευτικό δρώμενο του Πηλίου και το συνδέει με ανάλογα ανοιξιάτικα δρώμενα του ελληνικού χώρου (Ζαφείρης, Φουσκοδέντρι, «Πεθαμένος») είναι η συμβολική μιμική αναπαράσταση θανάτου και ανάστασης στο αποκορύφωμα της άνοιξης και στην αρχή της καρποφορίας. Όπως έχει γράψει για την παλιά « Αθηναϊκή Πρωτομαγιά » ο Δημ. Καμπούρογλους, η « η πρώτη Μαϊου συνεκέντρωσε την ελπίδα της βλαστήσεως, την χαράν της ανθίσεως και την αθανασίαν της καρπώσεως, εκπροσωπήσασα συμβολικώς και την άνοιξιν ολόκληρον».
*Η Δρ Αικατερίνη Πολυμέρου-Καμηλάκη, είναι τ. Διευθύντρια του Κέντρου Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών
 

Οριάννα Φαλάτσι : Η τελευταία μέρα της ζωής του Αλέκου Παναγούλη



Η τελευταία μέρα της ζωής του Αλέκου Παναγούλη


Γράφει η Οριάννα Φαλάτσι



Η τελευταία μέρα της ζωής σου ανέτειλε μέσα σ' ένα γκρίζο, μολυβένιο ουρανό. Όλη την εβδομάδα είχε κάνει κάτι λιακάδες καλοκαιριάτικες κι ούτε ένα σύννεφο δεν είχε σκοτεινιάσει το γαλάζιο τού ουρανού. Αλλά το προηγούμενο βράδυ, ξαφνικά, ο ορίζοντας είχε χλωμιάσει από ένα παγωμένο φώς και είχε σηκωθεί ένας δυνατός άνεμος, η θάλασσα είχε φουσκώσει χτυπώντας δυνατό θόρυβο στην παραλία, και η καταιγίδα είχε ξεσπάσει από την Αθήνα ως την Κόρινθο. Όλη τη νύχτα, σαν να 'χε ανάψει καβγάς ανάμεσα σε εξαγριωμένους θεούς, οι κεραυνοί είχαν σχίσει τον ουρανό, η βροχή είχε πλημμυρίσει τους δρόμους, και μόνο την αυγή είχε πέσει ησυχία με κείνο τον γκρίζο, μολυβένιο ουρανό, προμήνυμα συμφορών. Ξύπνησες νωρίς. Περιέργως είχες κοιμηθεί καλά και όταν ή μητέρα σου σού έφερε τον καφέ, ήσουν κιόλας όρθιος και κοίταζες απορροφημένος τον κήπο, τις ζημιές πού είχαν γίνει στα δέντρα. Η καταιγίδα είχε αποκεφαλίσει τις τριανταφυλλιές και ακρωτηριάσει τα δέντρα, πορτοκάλια και λεμόνια κείτονταν πάνω σ' ένα χαλί από κομμένα κλαδιά και φύλλα, είχε πέσει ακόμη και το μάτσο με τα σκόρδα πού ήταν δεμένο σε μια σχίζα της φοινικιάς για να διώχνει την κακοτυχία. ….
Πλύθηκες και ντύθηκες καλά, …. Ξυρίστηκες με σχολαστική προσοχή,… γέμισες τίς τσέπες με τά αντικείμενα πού κουβαλούσες πάντα επάνω σου: πίπα, πουράκια, καπνό, στυλό, ατζέντες, μπλοκ, ψαλιδάκι, αποκόμματα εφημερίδων. Στην εσωτερική τσεπούλα έκρυψες ένα ντοκουμέντο για τον Αβέρωφ πού δίσταζες να το βγάλεις σε φωτοαντίγραφα. Το είχες πει και σε έναν από τους φίλους σου: «Είναι πάρα πολύ σημαντικό. Είναι επικίνδυνο να το βγάλω σε φωτοαντίγραφα. Καλύτερα να το κουβαλάω επάνω μου». ..  Αφού ετοιμάστηκες, βάλθηκες να γυρνάς πάνω κάτω στο σπίτι σαν να μήν ήθελες να βγεις ή σαν να 'ψαχνες για κάτι. Μια λυπηρή νοσταλγία, μια θύμηση; Σέρνοντας τις παντόφλες η μητέρα σου ερχόταν από πίσω σου έκπληκτη: «Τί θέλεις;» «Τίποτα. Σκαφτόμουν. Μένει ένας μήνας και δυό μέρες για τα γενέθλια μου. Τριάντα εφτά χρονών, στις 2 Ιουλίου. Γέρασα». Τελικά βγήκες ρίχνοντας μια ματιά στο μάτσο με τα σκόρδα πού κρεμόταν τώρα γερά από τη σχίζα της φοίνικας. Όμως φτάνοντας στην αυλόπορτα, σταμάτησες, γύρισες πάλι πίσω και με μια απότομη κίνηση το έκοψες και το έριξες στη γη: «Δεν πρέπει να 'μαστε προληπτικοί!» Εκείνη ανατριχιασμένη από τη φρίκη, αγανακτισμένη, μουρμούριζε ακόμη όταν κάθισες στο βολάν της  Άνοιξης και έφυγες μπαίνοντας στην οδό Βουλιαγμένης: στο δρόμο πού είχες κάνει χιλιάδες φορές και πού ήξερες κάθε του μέτρο, κάθε στροφή, κάθε λακκούβα. Γύρισες το κεφάλι περνώντας μπροστά από το γκαράζ με την επιγραφή Τexaco; Με μένα γύριζες πάντα γκρινιάζοντας ότι ή απουσία ενός μικρού τοίχου έκανε την κατηφοριά επικίνδυνη, μια καταπακτή για να φας το κεφάλι σου. Έδειχνες την πινακίδα πάνω από την κατηφοριά, Καλό Ταξίδι, και: «Καλό ταξίδι με σπασμένο κεφάλι!»
Στις εννιά ήσουν στην οδό Κολοκοτρώνη και πάρκαρες την Άνοιξη ακριβώς μπροστά στο μαγαζί με τις υφαντικές μηχανές, εκείνο δίπλα στην εξώπορτα σου, πού είχε κοινό τοίχο και τζαμαρία με το διάδρομο πού οδηγούσε στο ασανσέρ. Το μαγαζί ήταν ανοιχτό, υπήρχε κιόλας μέσα ένας πελάτης: ένας νεαρός με στρογγυλό πρόσωπο, γεμάτο ελιές. Ήταν ό ίδιος πού τον Ιούλιο τού εβδομήντα πέντε είχε έρθει στη Φλωρεντία μ' έναν έλληνα ναζιστή για να μείνει μια βδομάδα: ακριβώς την εβδομάδα πού είχες φύγει από την Αθήνα λέγοντας ότι πήγαινες στη Φλωρεντία και αντίθετα είχες πάει στην Κύπρο. Ό ίδιος πού είχε καυχηθεί τόσο στη Φλωρεντία για τις επιχειρήσεις του σαν καμικάζι, για τους δύσκολους ελιγμούς πού μπορούσε να κάνει με το Πεζώ του: χτύπημα με τη μούρη, χτύπημα με την ουρά και το άλλο αυτοκίνητο πετάγεται πέρα σαν βλήμα. Ό ίδιος πού στη διάρκεια της Χούντας είχε δουλέψει στο ατελιέ της Δέσποινας Παπαδοπούλου, και είχε ταξιδέψει πολύ στις χώρες όπου υπήρχαν πολλοί πολιτικοί εξόριστοι για παρακολούθηση, άλλα κυρίως στον Καναδά όπου είχε πάρει μέρος στους αγώνες ανοιχτού σιρκουί, στους τρομερούς αγώνες όπου συμμετέχεις για να καταστρέψεις τα άλλα αυτοκίνητα με ελιγμούς μούρη - ουρά, και κείνος πού νικάει είναι αυτός πού έχει το πιο ψυχρό μυαλό, το πιο γρήγορο μάτι. Με μια κουβέντα ο Μιχάλης Στέφας. Σήμερα παπανδρεϊκός σοσιαλιστής, υπάλληλος σε μια επιχείρηση ρουχισμού, στη Heim Fashion. και κάτοχος ενός ασημί Πεζώ 504. Και δες σύμπτωση: είχε έρθει κι άλλες φορές εκείνες τις μέρες στο μαγαζί με τις υφαντικές μηχανές.


Μπήκες στο γραφείο και δώ σε περίμενε o δικηγόρος. Τού διηγήθηκες τον καβγά με τον δράκο και: «Όπως βλέπεις ακολούθησα τη συμβουλή σου, άλλα είναι αδύνατο να έρθουμε σε συμφωνία. Δεν έχω τώρα πια άλλη επιλογή από το να φτάσω ως το τέλος αυτής της ιστορίας, κι ας μού στοιχίσει ό,τι στοιχίσει. Τη Δευτέρα θα κάνω τη σούπερ επερώτηση στον Καραμανλή». «Δε θα πετύχεις και σπουδαία πράγματα». «Το ξέρω. O Καραμανλής δε θα αφήσει να τον βγάλω από τη μέση (σς εννοεί τον τότε υπουργό Ευ. Αβερωφ) και δεν έχω κανένα με τη μεριά μου. Κανέναν». «Και λοιπόν;» «Λοιπόν τίποτα. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου για να νικήσεις χρειάζεται να δώσεις ακόμη και την αναπνοή σου». «Και μετά την επερώτηση;» «Θα πάω στην Ιταλία για μερικές μέρες, κι από κει στην Κύπρο». Ο δικηγόρος σε παρατηρούσε με αμηχανία: ήσουν τόσο ήρεμος εκείνο το πρωί, τόσο σίγουρος. Ακόμη κι όταν ανέφερες τις βρισιές πού ανταλλάξατε με τον Αβέρωφ. Η φωνή σου δεν πρόδινε κανένα πάθος. Αλλά τί ήθελες να πεις με τη φράση υπάρχουν - περιπτώσεις - όπου - για - να - νικήσεις -χρειάζεται - να --δώσεις - ακόμη - και - την - αναπνοή - σου; Κυριευμένος από μια υποψία Ο δικηγόρος οδήγησε τη συζήτηση στα απειλητικά τηλεφωνήματα, την καταδίωξη με τ' αυτοκίνητα, το πόσο άστοχο ήταν να οδηγείς κάθε βράδυ μόνος σου μέσα σε έρημους δρόμους, να πηγαίνεις στη Γλυφάδα. «Τί βαρετοί πού γίνεστε όλοι σας», τού αποκρίθηκες, «τι θα 'θελες και συ, να κυκλοφορούσα με σωματοφύλακες, να γινόμουνα γελοίος;» Έπειτα σήκωσες το ακουστικό τού τηλεφώνου πού χτυπούσε και μίλησες με κάποιον, με τα χείλια τραβηγμένα σ' έναν ενοχλημένο μορφασμό. Τί σπάσιμο. Κάποια Σουγιουμτζόγλου σέ προσκαλούσε σε δείπνο για λογαριασμό τού γαμπρού της Βίκτωρα Νόλι, ενός Έλληνα από τη Μελβούρνη. Αυτόν τον Νόλι τον είχες γνωρίσει στη Ρώμη το εξήντα οχτώ, και πριν από κάνα μήνα είχε ξαναδώσει σημεία ζωής μέσω της Σουγιουμτζόγλου, πού ήταν αδελφή της γυναίκας του. Τώρα ήταν στην Αθήνα και ήθελε να σε βγάλει για φαγητό με τις δυό γυναίκες. «Ακριβώς σήμερα! Το τελευταίο πράγμα πού θα 'θελα να κάνω είναι να περάσω το βράδυ με τρείς μπούφους». «Έλα να φάμε μαζί. Θα 'ρθω να σε πάρω με το αυτοκίνητο κι έπειτα θα σε συνοδέψω εγώ στη Γλυφάδα, έτσι για μια φορά δε θα γυρίσεις μόνος μέσα στη νύχτα», συμβούλεψε ό δικηγόρος ξαναφέρνοντας τη συζήτηση στο σημείο όπου είχε διακοπεί από το τηλεφώνημα της Σουγιουμτζόγλου. «Όχι, ευχαριστώ. Ακόμη κι αν δε βγω μαζί τους, πρέπει να δειπνήσω με τον διευθυντή του Ολυμπία Εξπρές, οπότε είναι το ίδιο. Θα ιδωθούμε αύριο». «Σύμφωνοι, θα ιδωθούμε αύριο, άλλα σού το επαναλαμβάνω: μη γυρνάς μόνος τη νύχτα, και πήγαινε στη Γλυφάδα όσο λιγότερο γίνεται. Δε με πείθει καθόλου αυτή ή ιστορία με τους δυό πού σε ακολουθούν μόλις σκοτεινιάσει». «Ότι πρέπει να είναι θα είναι, ότι πρέπει να γίνει θα γίνει». Χωρίσατε μ' αυτά τα λόγια και αργότερα ξανατηλεφώνησες στον Νόλι: να ερχόταν εκεί κατά τις πέντε το απόγευμα και έπειτα, αν κατάφερνες να ακυρώσεις το ραντεβού με τον διευθυντή τού Ολυμπία Εξπρές, θα δειπνούσες μαζί μ' αυτόν, τη γυναίκα του και την κουνιάδα του. Στο μεταξύ ό Μιχάλης Στέφας (σς οδηγός του ΠΕΖΩ που κτύπησε το αυτοκίνητο του Παναγούλη) είχε φύγει από το μαγαζί με τις υφαντικές μηχανές και είχε πάει με ένα ταξί στη Heim Fashion. Χρησιμοποιούσε ταξί γιατί eδώ κι ένα μήνα δεν είχε το Πεζώ στην Αθήνα, θα έλεγε. Το είχε στην Κόρινθο, μπροστά στο σπίτι των γονιών του, γιατί είχε ακόμη γαλλικές πινακίδες και έπρεπε να πάρει ελληνικό αριθμό. Πριν ένα μήνα είχε διακινδυνέψει εκεί στην Αθήνα να φάει ένα γερό πρόστιμο εξαιτίας των πινακίδων.

Έφυγες από το γραφείο στις δυόμισι και ξαναγύρισες στις τρεισήμισι για να ακυρώσεις την υποχρέωση με το διευθυντή τού Ολυμπία Εξπρές, και από αυτή τη στιγμή αρχίζει ό συγχρονισμός των κινήσεων σου και των κινήσεων τού Στέφα. Στις πέντε ήρθε o Νόλις και τού είπες ναι, θα τον έβλεπες για δείπνο, άλλα προσκαλούσες εσύ αυτόν, τη γυναίκα του και την κουνιάδα του σε ένα εστιατόριο στη Γλυφάδα. Την ίδια ώρα, στις πέντε, o Στέφας κατέβασε το στορι της Heim Fashion και ήταν έτοιμος να παίξει το ρόλο του. Στις έξι απαλλάχτηκες από τον Νόλι, κανονίζοντας να πάς να τον πάρεις πριν από το δείπνο από την οδό Αλκυόνης 8 όπου έμενε και την ίδια ώρα, στις έξι, ό Στέφας πήγε στον Βασίλη Γεωργόπουλο: φίλο του και άλλοθι του. Στις εννέα σού τηλεφώνησε η Σουγιουμτζόγλου λέγοντας ότι είχε χαλάσει το αυτοκίνητο της: πριν πάς στην οδό Αλκυόνης, θα μπορούσες να περάσεις από αυτήν στην οδό Ανδρούτσου 15Α; Την ίδια ώρα, στις εννιά, ο Στέφας ανέβηκε στο πούλμαν για την Κόρινθο, για να πάει να πάρει το Πεζώ και να το φέρει στην Αθήνα. (Και οι γαλλικές πινακίδες πού έπρεπε να αλλαχτούν; Και ό κίνδυνος να φάει πρόστιμο; Ο Γεωργόπουλος τού είχε προτείνει, θα δικαιολογούνταν, να περάσουν την Πρωτομαγιά με δυό κοπέλες στην Αίγινα κι αυτό τον είχε κάνει να ξεχάσει κάθε προφύλαξη. Μα δεν είναι νησί ή Αίγινα; Δεν πάει κανείς με πλοίο στην Αίγινα; Τί νόημα είχε να τρέξει από την Αθήνα στην Κόρινθο με το πούλμαν, να πάρει το Πεζώ πού δεν είχε ελληνικό αριθμό, να το φέρει στην Αθήνα, να το επιβιβάσει στο πλοίο, να το αποβιβάσει, να το ξαναεπιβιβάσει, να το ξανααποβιβάσει, να το ξαναπάει στην Κόρινθο την επόμενη μέρα; Κανένα φυσικά. Μα ποιος είπε ότι το Πεζώ θά χρησίμευε πραγματικά για μια εκδρομή με τις κοπέλες στην Αίγινα; Θα μπορούσε πολύ καλά να χρησιμεύσει για κάτι άλλο, λογού χάρη για μια εκδούλευση, για μια χάρη πού απαιτεί ψυχρό μυαλό, γρήγορο μάτι, ικανότητα στους ελιγμούς μούρη - ουρά και οπωσδήποτε ένα παρελθόν καμικάζι εξασκημένου στις πίστες τού Καναδά στους αγώνες ανοιχτού σιρκουί και ένα γερό αυτοκίνητο πού ν' αντέχει στις συγκρούσεις περισσότερο από κάποιο πολύ ανοιχτό - σχεδόν - άσπρο αυτοκίνητο, πού τις προηγούμενες μέρες είχε δείξει να μην μπορεί ν' ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της δουλειάς. Στις εννιάμισι έφυγες από την οδό Κολοκοτρώνη γιά να περάσεις από τη Σουγιουμτζόγλου και να πάς στους Νόλι. Στις δέκα ήσουν στην οδό Αλκυόνης στους Νόλι πού σε κράτησαν για ένα απεριτίφ, μια γουλιά ουίσκι πού όμως δε σού άρεσε και έμεινε ανέπαφο στο ποτήρι. Στίς δέκα και τέταρτο βγήκες μαζί τους. Και ήταν δέκα ή ώρα όταν το πούλμαν με τον Στέφα έφτασε στην Κόρινθο, ό Στέφας κατέβηκε και έφτασε στην πλατεία όπου είχε το Πεζώ. Ήταν δέκα και τέταρτο όταν έφτασε στην πλατεία, ανέβηκε γρήγορα στο Πεζώ. Ήταν δέκα και είκοσι πέντε όταν μπήκε στον αυτοκινητόδρομο Κορίνθου-Άθήνας. Την ίδια ώρα εσύ πάρκαρες την Άνοιξη μπροστά στον Ψαρόπουλο, έπειτα μπήκες με τους Νόλι και τη Σουγιουμτζόγλου στον Ψαρόπουλο…….
Παράγγειλες το δείπνο ξαναμμένος. Ξαφνικά ή ηρεμία πού σε χαρακτήριζε το πρωί, η αταλάντευτη ισορροπία, η απουσία παθών, είχε δώσει το προβάδισμα σε μια απρόσμενη ευφορία. Έμοιαζες ξαναμμένος. Μιλούσες αδιάκοπα, αστειευόσουν, διηγιόσουν γελώντας για τα αρχεία και για τον Αβέρωφ και για τον Τσάτσο, για τη σούπερ επερώτηση πού θα 'κανες τη Δευτέρα στον Καραμανλή, για το σεισμό πού θα προξενούσες παραδίνοντας τα έγγραφα πού είχε απαγορέψει ο Ζούβελος.  Ακόμη εμπιστεύτηκες ότι έγραφες ένα βιβλίο, το είχες αρχίσει κιόλας, έλεγες, και τα προβλήματα το είχαν σταματήσει στη μέση, όμως τώρα το Μάη θα το ξανάπιανες για να το τελειώσεις μέσα στο χρόνο. ..  Υποσχέθηκες, ακόμη, να κάνεις ένα ταξίδι στην Αυστραλία: «Ναι, θέλω να μετακινηθώ, να γνωρίσω τον κόσμο. Μόλις τελειώσω το βιβλίο, θά 'ρθω πραγματικά στην Αυστραλία». Ήταν σα να 'χες μπροστά σου ένα ατέλειωτο μέλλον, γεμάτο υποσχέσεις, επιτυχίες, χαρά· Και τα μάτια σου έλαμπαν, τα χέρια σου έτρεμαν, όλα σού άρεσαν. Η συντροφιά των τριών ηλικιωμένων, το φαγητό, ο κόσμος. … Κάποια στιγμή, φέρνοντας το ποτήρι στα χείλη σου, είχες πει ότι οι σχέσεις σου με το κρασί είχαν επιδεινωθεί: είχες ξαναανακαλύψει τις αρετές της πορτοκαλάδας. «Και δε λυπάμαι, γιατί το σκοτάδι είναι γεμάτο παγίδες, σκιές πού ενεδρεύουν. Πρέπει να 'χω το μυαλό καθαρό και τα αντανακλαστικά σε ετοιμότητα».


Στο μεταξύ ο Μιχάλης Στέφας οδηγούσε βρίζοντας για τη βροχή πού είχε ξαναρχίσει δυνατή ανάμεσα στην Κόρινθο και τα Μέγαρα και τον εμπόδιζε να τρέξει όπως είχε την πρόθεση. Όμως έτρεχε αρκετά δεδομένου ότι στις δώδεκα παρά δέκα ήταν πάλι στο σπίτι τού Γεωργόπουλου, τού άλλοθι του, ως τη μιάμιση. (Περίεργη αυτή ή επιστροφή του σ' αυτόν μες στα μεσάνυχτα, αυτή η επιδίωξη λεπτομερών μαρτυριών). Και το κόκκινο Μπεεμβέ; Υπήρχε κι αυτό, δεν περίμενε φυσικά το Πεζώ τού Στέφα για να 'ρθει να σε συναντήσει. Αφού σε είχε ακολουθήσει ως το εστιατόριο, είχε απομακρυνθεί για να περιμένει τη σωστή στιγμή δίχως να χτυπάει στο μάτι και είχε διαπράξει ένα σημαντικό λάθος. Ήταν γύρω στα μεσάνυχτα όταν ένας τρομαγμένος πολίτης παρουσιάστηκε στην αστυνομία γιά να καταγγείλει ότι στην οδό Βουλιαγμένης ένα βυσσινί Μπεεμβέ τον είχε ακολουθήσει από απόσταση για κάνα δυό χιλιόμετρα και ξαφνικά είχε χιμήσει κατά πάνω του, είχε περάσει ξυστά από δίπλα του με την καθαρή πρόθεση να τον πετάξει έξω από το δρόμο. Είχε αποφύγει την καταστροφή κρατώντας γερά το βολάν και σταματώντας το συντομότερο δυνατό, και όχι: δεν ήταν τυχαίο. Μπορούσε να το αποδείξει γιατί, ενώ στεκόταν εκεί να πάρει μια ανάσα, να αναρωτηθεί για ποιο λόγο τού επιτέθηκαν, το βυσσινί Μπεεμβέ είχε ξαναεμφανιστεί. Και είχε σταματήσει. Και οι δυό άντρες πού το επέβαιναν τον είχαν κοιτάξει καλά, έπειτα είχαν απομακρυνθεί με μια κίνηση απογοήτευσης: σαν να 'χαν κάνει λάθος στο πρόσωπο ή σαν να 'βριζαν τους εαυτούς τους για την ηλιθιότητα τους. Φέρνοντας στο νού τους ότι σέ είχαν αφήσει στον Ψαρόπουλο, είδαν ότι δεν μπορούσες να είσαι κιόλας στην οδό Βουλιαγμένης. Ό τρομαγμένος πολίτης είχε μουστάκι κι ένα πράσινο αυτοκίνητο. Όχι ζωηρό πράσινο, άλλα στο σκοτάδι σχεδόν ίδιο με το δικό σου.
Άφησες τον Ψαρόπουλο λίγο μετά τη μία το πρωί, και στο κατώφλι τού εστιατορίου προέκυψε μια μικρή συζήτηση: ήθελες να συνοδέψεις τους καλεσμένους σου στο σπίτι και κείνοι επέμεναν να πάρουν ταξί. Κοιμόσουν στη Γλυφάδα και το εστιατόριο ήταν στη Γλυφάδα, επαναλάμβαναν και οι τρείς, ήταν παράλογο να πάς ως την οδό Αλκυόνης και την οδό Ανδρούτσου, και οι δυό σε μακρινές συνοικίες, για να ξαναγυρίσεις έπειτα στη Γλυφάδα. Εσύ, μη δίνοντας σημασία, τους ανάγκασες να ανέβουν στην Άνοιξη, πρώτος σταθμός στην οδό Αλκυόνης, και ήταν σε μια πάροδο της οδού Αλκυόνης όταν, αφού χαιρέτησες τους Νόλι, συνέβη κάτι περίεργο: ένα ταξί σε προσπέρασε και σού έκλεισε το δρόμο φρενάροντας στη μέση της οδού. Φρενάρισες και συ και κατέβηκες λέγοντας: «Τώρα και τα ταξί! Θέλω πραγματικά να δω ποιος είναι». Έπειτα κατευθύνθηκες προς τον οδηγό και ή Σουγιουμτζόγλου σε είδε να μιλάς έντονα μαζί του για μερικά λεπτά. Άλλα όταν γύρισες πίσω έμοιαζες ξαλαφρωμένος: «Όχι, δε με ακολουθούσε. Είναι από τη Γλυφάδα, τον γνωρίζω». Ξανάβαλες μπρος και έστριψες στην οδό Ποσειδώνος. «Το ζήτημα είναι ότι έχω γίνει τώρα πια πολύ καχύποπτος με τα αυτοκίνητα». «Γιατί;» αναφώνησε η Σουγιουμτζόγλου. Δεν απάντησες. Ίσως και να μην την άκουσες. Με τα χείλη σφιγμένα, το μέτωπο συνοφρυωμένο, κοίταζες στο όπισθοσκοπικό καθρεφτάκι. Ξαφνικά: «Ελένη, έχετε διάθεση να πάμε για λίγο στα μπουζούκια; Όσο για να πιούμε μια πορτοκαλάδα και ν' ακούσουμε λίγη μουσική. Υπάρχει ένα μαγαζί εδώ κοντά, προς την άλλη μεριά». Η Σουγιουμτζόγλου δεν κατάλαβε, μαζεύτηκε. Όχι, ευχαριστώ, ήταν αργά, στην ηλικία της δεν πάνε στα μπουζούκια με όμορφους νεαρούς. «Εμπρός, ελάτε, Ελένη». «Όχι, ευχαριστώ, αλήθεια». «Δεν πειράζει». Και με το βλέμμα συνεχώς καρφωμένο στο οπισθοσκοπικό καθρεφτάκι, πάτησες γκάζι μπαίνοντας με μεγάλη ταχύτητα στη λεωφόρο Συγγρού. Μόλις έφτασες μπροστά στο ΦΙΞ φρέναρες απότομα, ζήτησες βιαστικά συγνώμη: δεν εγκατέλειπες συνήθως τις κυρίες στα πεζοδρόμια τη νύχτα άλλα ή οδός Ανδρούτσου δεν ήταν μακριά και το 15Α της οδού Ανδρούτσου ήταν πίσω από τη γωνία, της ήταν δύσκολο να κατέβει εδώ και να συνεχίσει με τα πόδια; Πάλι η κυρία Σουγιουμτζόγλου δεν κατάλαβε. Μόνο μετά το θάνατο σου θα καταλάβαινε ότι δεν ήθελες να μπεις στην οδό Ανδρούτσου, μικρή και σκοτεινή, κι ότι ανυπομονούσες πολύ να μείνεις μόνος. Απάντησε όχι, δεν της ήταν καθόλου δύσκολο, έπειτα κατέβηκε δίχως εσύ να κάνεις καμία κίνηση να την ακολουθήσεις ή να της ανοίξεις την πόρτα. Με το ένα χέρι στο βολάν και το άλλο στις ταχύτητες, ήσουν έτοιμος να χιμήσεις μπροστά. «Ευχαριστώ, Ελένη. Με συγχωρείτε, Ελένη». «Εγώ, ευχαριστώ, Αλέκο. Μα γιατί δεν πάτε να κοιμηθείτε στην οδό Κολοκοτρώνη; Είναι δυό βήματα, αξίζει τον κόπο να οδηγήσετε άλλα είκοσι λεφτά ως τη Γλυφάδα;» «Καλύτερα να κοιμηθώ τέσσερις ώρες στη Γλυφάδα παρά οχτώ στην Κολοκοτρώνη». «Τότε γεια σας...» «Γεια σας». Δεν περίμενες ούτε καν να διασχίσει το δρόμο και να φτάσει στο αντίθετο πεζοδρόμιο. Έφυγες αμέσως. Και ήταν μία και τριάντα πέντε, το πολύ μία και σαράντα, θα 'λεγε ή Σουγιουμτζόγλου. Θα το ανέφερε εξηγώντας ότι στη μία και σαράντα πέντε ήταν στο σπίτι: για να διανύσει τα διακόσια μέτρα πού τη χώριζαν από την οδό Ανδρούτσου 15Α, να ανοίξει την εξώπορτα, να καλέσει το ασανσέρ, να ανέβει στον τρίτο όροφο, να μπει στο σπίτι, χρειαζόταν το λιγότερο οχτώ με δέκα λεπτά. Σύμφωνοι, όμως τη νύχτα με τους μισοέρημους δρόμους, για να πάς από κείνο το σημείο της λεωφόρου Συγγρού στο σημείο όπου σε σκότωσαν στην οδό Βουλιαγμένης φτάνουν πέντε ή έξι λεπτά. Και το ρολόι της Άνοιξης σου θα σταματούσε με τη σύγκρουση στη μία και πενήντα οχτώ: ώρα επιβεβαιωμένη από τους μάρτυρες. Επομένως ανάμεσα στη στιγμή πού χαιρέτησες τη Σουγιουμτζόγλου και τη στιγμή της σύγκρουσης υπάρχει ένα κενό δέκα οχτώ με είκοσι τρία λεπτά, ας πούμε είκοσι λεπτά, πού κανείς δεν μπόρεσε ή δε θέλησε να εξηγήσει. Είναι τα είκοσι λεπτά της ταυρομαχίας σου με τους δολοφόνους σου.


Ξεπρόβαλαν ξαφνικά μαζί, ακριβώς την ίδια στιγμή, σαν να 'χαν ένα ραντεβού ακριβείας. Ξεπρόβαλαν αμέσως, ενώ έστριβες στην οδό Διάκου. Ένα κόκκινο Μπεεμβέ και ένα γκρίζο ασημί Πεζώ. Και βέβαια δεν ξαφνιάστηκες: το είχες καταλάβει ότι θα συνέβαινε, στην οδό Ποσειδώνος, όταν ήθελες να γυρίσεις πίσω και σταμάτησες με τη δικαιολογία των μπουζουκιών, έπειτα είχες βεβαιωθεί στη λεωφόρο Συγγρού όταν είχες απαλλαγεί από τη Σουγιουμτζόγλου. Άλλωστε οι μάρτυρες πού η αστυνομία της Εξουσίας θα αγνοούσε ή θα έκανε να σωπάσουν (έκτος από έναν πού δεν υποχώρησε ποτέ, έναν οδηγό με το όνομα Νικ. Γαρυφαλάκης) είπαν ότι πίσω από το πράσινο Φίατ δεν ήταν μόνο το Πεζώ: ήταν και ένα βυσσινί αυτοκίνητο ή ένα κεραμιδί αυτοκίνητο, ίσως ένα Τζάγκουαρ ή ένα Μπεεμβέ. Βρέθηκες ανάμεσα στα δυό αυτοκίνητα σαν ποντίκι πιασμένο στη φάκα, και μπορεί στην αρχή να 'θελες να διαφύγεις. Αλλά αμέσως μετά σού γεννήθηκε ή ακατανίκητη παρόρμηση να τους αντιμετωπίσεις, να δεις το πρόσωπο τους, ν' ανακαλύψεις ποιοί ήταν, με μια κουβέντα ν' αγωνιστείς με τον ίδιο τρόπο πού είχες αγωνιστεί στην Κρήτη και στη Ρώμη και στην Αθήνα και όλες τις φορές πού είχαν δοκιμάσει να σε τρομοκρατήσουν ή να σε προκαλέσουν ή να σε σκοτώσουν με αυτοκίνητο· ξαναγεννήθηκε η κούραση να ζεις πού προέρχεται από την κούραση να χάνεις, επομένως η ανάγκη να νικήσεις τουλάχιστον νεκρός, η υποσυνείδητη προμελέτη σύμφωνα με την όποια δεν υπάρχει ζωντανός ήρωας πού να αξίζει όσο ένας νεκρός ήρωας, και άρχισε η ταυρομαχία. Εκείνη πού στιγμές στιγμές αντιστρέφει τους ρόλους και μετατρέπει το διωκόμενο σε διώκτη, το διώκτη σε διωκόμενο, στιγμές στιγμές τους επαναπροσδιορίζει έτσι πού ο διώκτης ξαναγίνεται διώκτης και ο διωκόμενος ξαναγίνεται διωκόμενος, και ποια ήταν η αρένα αυτής της ταυρομαχίας πριν την οδό Βουλιαγμένης δεν το ξέρω, άλλα ξαναδιατρέχοντας τους δρόμους της αγωνίας σου θα έβγαζα το συμπέρασμα ότι η μόνη δυνατη διαδρομή είναι η διαδρομή οδός Διάκου, οδός Αναπαύσεως, οδός Λογγίνου, οδός Μουσούρου, οδός Υμηττού, οδός Ηλιουπόλεως, δηλαδή στην αρχή με κατεύθυνση το νεκροταφείο και έπειτα γύρω από αυτό, γιατί αν από τη λεωφόρο Συγγρού δεν μπεις αμέσως στην οδό Βουλιαγμένης και μπεις αντικανονικά πρέπει να πάρεις αναγκαστικά αυτούς τους δρόμους, και αυτοί οι δρόμοι οδηγούν στο νεκροταφείο, και φτάνοντας στο νεκροταφείο δεν μπορείς παρά να γυρίσεις γύρω του με την κυκλική κίνηση τού αστεριού μέσα στη δίνη πού θα το ρουφήξει στη μαύρη τρύπα. Σε βλέπω, σφιγμένο στο βολάν, χλωμό, να τους κυνηγάς ενώ σε κυνηγούν, να τους επιτίθεσαι ενώ σού επιτίθενται, μέσα σε μια τρελή αλληλοδιαδοχή από ντελαπαρίσματα, μαρσαρίσματα, φρεναρίσματα, τρακαρίσματα. Τα τρακαρίσματα, οι συγκρούσεις πού περιγράφονται στην πραγματογνωμοσύνη πού οι αξιωματούχοι της εξουσίας δε θα δέχονταν, τα ίχνη μιας καφετιάς μπογιάς πού θα μπορούσε να 'ναι βυσσινί ή κεραμιδί. Σέ ποια στιγμή ένιωσες την ανώφελη παρόρμηση να επιζήσεις, το σπαρτάρισμα τού αστεριού πού για να ξεφύγει από τη δίνη εγκαταλείπεται στη ρουφήχτρα; Ποια στιγμή σκέφτηκες να κατευθυνθείς στην οδό Βουλιαγμένης για να φτάσεις στο σπίτι με τον κήπο με τις πορτοκαλιές και τις λεμονιές, μοναδική σωτηρία; Ξαφνικά να σε πού ξεφεύγεις στο φριχτο γύρω γύρω όλοι, πού ξεγλιστράς στον ίδιο δρόμο άπ' όπου είχες έρθει, στην οδό Αναπαύσεως, πού εισβάλλεις στην οδό Βουλιαγμένης, όπου οι μάρτυρες πού ανέφερα θα διηγηθούν ότι είδαν να πετάγονται σαν βέλη ένα πράσινο αυτοκίνητο, ένα κόκκινο αυτοκίνητο και ένα ασημί αυτοκίνητο. Τέσσερις μάρτυρες: ένας ταξιτζής πού βρισκόταν διακόσια μέτρα πιο πίσω, ο επιβάτης πού είχε μέσα, ένας δεύτερος ταξιτζής πού προπορευόταν, ένας τρίτος πού ήταν σταματημένος σε μια διασταύρωση, θα το διηγηθούν πηγαίνοντας αυθόρμητα στην αστυνομία, και στην αρχή η αστυνομία, δεν θα τους, ζητήσει ούτε τα ονόματα, ύστερα θα τους τα ζητήσει και οι τρείς από αυτούς θα τροποποιήσουν την περιγραφή, θα ξεχάσουν το κόκκινο αυτοκίνητο. Μόνο ό Νικ. Γαρυφαλάκης θα επιμείνει, όμως δε θα τον ακούσουν ή θα τον αποτρέψουν, δηλαδή θα τον απειλήσουν. Πράγματι, με τους δημοσιογράφους πού θα θελήσουν να μάθουν περισσότερα θα μιλήσει όλο και πιο απρόθυμα, με μια διστακτικότητα πού είναι καρπός τού φόβου. «Ναί, ένα κόκκινο και ένα άσπρο... Άσπρο, όχι, μπεζ... Όχι, γκρίζο». Μια το ένα και μια το άλλο, μια από δεξιά και μια από αριστερά σε προσπερνούσαν και σού 'κλειναν το δρόμο, έμπαιναν μπροστά σου και σύ έπρεπε να τα αποφύγεις και τα δυό για να προσπεράσεις με τη σειρά σου, και μόλις τα κατάφερνες ξανάκαναν τον ελιγμό. Με μέθοδο, με ακρίβεια, με τέλειο συγχρονισμό. «Μα - εγώ - δεν - ξέρω - τίποτα – κύριοι, έγώ - δεν - είδα - τίποτα, για όνομα τού θεού. Εγώ δε θέλω μπλεξίματα, έχω γυναίκα και παιδιά, έχω οικογένεια, μη με μπλέκετε σε φασαρίες. Αν δε με μπλέξετε σε φασαρίες, αν ορκιστείτε ότι δε θ' αναφέρετε το όνομα μου, θα σάς πω ότι το πράσινο αυτοκίνητο βρισκόταν συνεχώς φυλακισμένο ανάμεσα στο κόκκινο αυτοκίνητο και το ανοιχτόχρωμο αυτοκίνητο. Μέσα στο κόκκινο αυτοκίνητο ήταν δυό άτομα, και κάποια στιγμή το κόκκινο αυτοκίνητο έκανε κάτι ακόμη χειρότερο: τράκαρε το πράσινο αυτοκίνητο ακριβώς πάνω στον αριθμό. Τότε το πράσινο αυτοκίνητο ξεστράτισε, ξανααπέκτησε τον έλεγχο του σαν από θαύμα, συνέχισε να τρέχει με διεύθυνση τη Γλυφάδα. Αλλά - εγώ - δεν - ξέρω - τίποτα, κύριοι, δεν - είδα - τίποτα, δε - μίλησα, για όνομα τού Θεού». Έτρεχαν και οι τρείς πολύ. Εκατόν δέκα, εκατόν είκοσι, εκατόν τριάντα, και με κείνη την ταχύτητα έφτασες στην εκκλησία τού Αγίου Δημητρίου: μετά από την οποία τα σπίτια τελειώνουν και ο δρόμος ανεβαίνει σ' ένα μικρό υψωματάκι. Μετά το υψωματάκι η οδός Βουλιαγμένης φαρδαίνει και γίνεται μια διπλή λεωφόρος χωρισμένη στη μέση από μια νησίδα. Στα πενήντα μέτρα δεξιά είναι το γκαράζ με την επιγραφή Texaco.


Ήταν στο ύψος τού Αγίου Δημητρίου πού το κόκκινο αυτοκίνητο σε τράκαρε στον αριθμό. Και ήταν μετά το υψωματάκι πού σε προσπέρασε για τελευταία φορά για να απομακρυνθεί και να χαθεί μεσα στο σκοτάδι. Αλλά ενώ σε προσπερνούσαν για να απομακρυνθούν και να χαθούν μέσα στο σκοτάδι, οι δυό άντρες μέσα στο κόκκινο αυτοκίνητο χρησιμοποίησαν ή όχι το περίστροφο με το αναισθητικό αέριο; Ένα περίστροφο όμοιο με κείνο πού αρχειοθέτησε με τόση αναίδεια ο ανακριτής τον Αύγουστο. Αριθμός μητρώου 159789, made in West Germany· κοντή κάνη, κοντόχοντρη λαβή. Ό γεμιστήρας παίρνει πέντε κυλινδρικά βλήματα, πέντε μεταλλικά φυσίγγια με μια μικρή τρύπα άπ' όπου βγαίνει ένα αέριο πού εξατμίζεται σχεδόν χωρίς να αφήσει ίχνη. (Αλλά και να υπήρχαν ίχνη, στο νεκροτομείο δε φρόντισαν να τα ψάξουν. Δεν έκαναν καμιά ανάλυση πού θα 'χε σκοπό την ανακάλυψη υπολειμμάτων παραισθησιογόνος πτητικών ναρκωτικών ουσιών). Λοιπόν και πάλι: χρησιμοποίησαν ή όχι αυτό το περίστροφο με το αναισθητικό αέριο; Οι συνθήκες το επέτρεπαν, εφόσον οδηγούσες με το αριστερό τζάμι σχεδόν εντελώς κατεβασμένο· άλλωστε η Άνοιξη βρέθηκε με το αριστερό τζάμι σχεδόν εντελώς κατεβασμένο. Και αν δεν το χρησιμοποίησαν, αν εκείνος ο ανακριτής δεν έκανε λάθος να αρχειοθετήσει με τόση αναίδεια το περίστροφο με τον αριθμό μητρώου 159789, τί άλλο σε νάρκωσε τυλίγοντας σε σ' ένα πέπλο λήθαργου και ύπνου; Τί άλλο σού θόλωσε την όραση και τη θέληση; Ξέφευγες κι έβγαινες από την πορεία σου όταν σ' έφτασε το Πεζώ, έχανες σχεδόν τον έλεγχο τού αυτοκινήτου, έτσι δε δυσκολεύτηκε ο Στέφας να ολοκληρώσει τη δουλειά. Πρώτα σε χτύπησε με το μπροστινό δεξί φτερό του στο πίσω αριστερό φτερό σου, έπειτα κόλλησε στην αριστερή πλευρά σου και σε έσυρε για μερικά μέτρα, ύστερα ξεκόλλησε με ένα απότομο στρίψιμο τού τιμονιού και σού έδωσε τη θανάσιμη σπιρουνιά: ένα χτύπημα με το πίσω μέρος τού αυτοκινήτου του στο μπροστινό αριστερό φτερό σου. Εσύ πετάχτηκες πέρα σαν βλήμα ενώ αυτός, με έναν ελιγμό μεγάλου καμικάζι, φονιά εξασκημένου στα ανοιχτά σιρκουί του Καναδά, έπαιρνε στροφή σχεδόν σε ορθή γωνία για να χωθεί στο τμήμα τού δρόμου στο τέλος της νησίδας με το παρτέρι πού χωρίζει την οδό Βουλιαγμένης. Πετάχτηκες πέρα λοξά, ανέβηκες πάνω στο φαρδύ πεζοδρόμιο, στο πλάτωμα δίπλα στο γκαράζ με την επιγραφή Τexaco, απέφυγες κατά μερικά μέτρα έναν ηλεκτρικό στύλο και, μέσα από το πέπλο της κατάπληξης, τού ύπνου, προσπάθησες μάταια να επιβραδύνεις την πορεία φρενάροντας. Αλλά η Άνοιξη σου είχε κιόλας απογειωθεί. Πετώντας ψηλά και αποφασιστικά, κατευθυνόταν αμείλικτα προς την κατηφοριά πού οδηγεί στο γκαράζ, στην καταπακτή με την πινακίδα Καλό Ταξίδι, και τίποτα δε θα μπορούσε να τη σταματήσει. Ίσως, αν η πτήση διαρκούσε δύο μέτρα περισσότερο, να μπορούσε να πηδήξει την τρύπα της κατηφοριάς και να προσγειωθεί πάλι στον κόσμο των ζωντανών: θα μπορούσες να σωθείς. Αλλά αυτό δεν ήταν μέσα στα σχέδια των θεών, της γραμμένης κιόλας μοίρας σου, και γρήγορα έχασε ύψος, κατέβασε τη μούρη στοχεύοντας τον τοίχο πού μια στιγμή πριν δε φαινόταν και ξαφνικά φαινόταν, έπεφτε πάνω σου με μια τρελή ταχύτητα, έπαυε να 'ναι τοίχος και γινόταν πάταγος, ο δυνατός κρότος μιας βόμβας πού σκάει, το τέλος. Και ενώ σήκωνες τα μπράτσα σε ένδειξη παράδοσης, νίκης και παράδοσης, ενώ οι παλάμες των χεριών σου άγγιζαν την είσοδο τού τίποτα, όλα συνέβησαν όπως έπρεπε να συμβούν, όπως είχες προβλέψει ότι θα συνέβαιναν στους υποσυνείδητους υπολογισμούς σου, στις προφητείες σου, στις τελευταίες σειρές τού βιβλίου πού είχε σταματήσει στη σελίδα είκοσι τρία. «Λυπάμαι, μόνο, πού δεν τα κατάφερα. Είναι η φωνή μουυ πού δίνει αυτή την απάντηση. Τί παράξενη φωνή, μακρινή. Από πού έρχεται; Από έναν άλλο κόσμο; Και ο ευγενικός αξιωματικός μοιάζει παράξενος, μακρινός. Από πού έρχεται; Από έναν άλλο κόσμο κι αυτός; Τώρα απομακρύνεται σιωπηλός, και μόλις βγαίνει οι στολές ξαναρχίζουν να θυμώνουν. Πιο πολύ, όλο και πιο πολύ. Με χτυπούν στα πέλματα των ποδιών, στα μάτια. Εγώ επαναλαμβάνω: Λυπάμαι, μόνο, πού δεν τα κατάφερα. Ναι, λυπάμαι, μόνο, πού δεν τα κατάφερα. Έπειτα ένα φοβερό χτύπημα. Με τί; Από ποιόν; Αισθάνομαι μια παράδοξη δύναμη να με πιέζει στο στομάχι, και το λαιμό, το στήθος, την καρδιά να χώνονται μέσα σαν να σπάνε όλα μαζί σκάζοντας, και δεν ξεχωρίζω πια τίποτα. Κρατώ τα μάτια κλειστά και...»


Ό πρώτος πού έτρεξε ήταν ό οδηγός τού ταξί με τον επιβάτη, και στην αρχή δεν είδε άλλο από ένα πολύ πυκνό σύννεφο. Τη στιγμή της σύγκρουσης είχε σηκωθεί ένα μεγάλο σύννεφο σκόνης και σκέπαζε τα πάντα με σκοτάδι. Ό οδηγός προχώρησε ψηλαφιστά μέσα στο σύννεφο, μέσα στο σκοτάδι, κι όταν βρέθηκε στο χείλος της καταπακτής σκέπασε το πρόσωπο του, ανίκανος να το πιστέψει και γεμάτος φρίκη: έμοιαζε αδύνατο ένα τόσο μεγάλο αυτοκίνητο να μπορούσε να χωθεί μέσα σ' ένα τόσο μικρό άνοιγμα. Αλλά ακριβώς όπως ένα αστέρι πού πεθαίνει και για να μπορέσει να το καταπιεί η μαύρη τρύπα μαζεύει και συμπυκνώνεται ώσπου γίνεται μια γροθιά, ένα λεμόνι, μια πετρούλα, έτσι και η Άνοιξη σου είχε ζουληχτεί και μαζευτεί και μικρύνει ώσπου να γίνει μια μικρή μάζα από στραβωμένα σίδερα, ξεκολλημένες λαμαρίνες, θρυμματισμένα τζάμια. Κειτόσουν ανάμεσα σ' όλα αυτά, ακόμη ζωντανός και φαινομενικά ανέγγιχτος. Ανοιξες τά βλέφαρα, κούνησες τα χείλη: «Είμαι... Μού έχουν...» «Σιωπή, σιωπή», ικέτευσε ο οδηγός δίχως να σ' αναγνωρίσει. «Ήταν...» «Σιωπή, σιωπή, θα σε τραβήξουμε έξω». Και με τη βοήθεια τού επιβάτη σε έβγαλε από το μπέρδεμα, σε έσυρε στην ανηφοριά, σ' απόθεσε στο πεζοδρόμιο. Εδώ σε αναγνώρισε και κατάλαβε ότι δεν ήσουν ανέγγιχτος: από τις πληγές το αίμα ανέβλυζε ασυγκράτητα, μουσκεύοντας την άσφαλτο. «Στο νοσοκομείο, γρήγορα, στο νοσοκομείο!» τραύλισε. «Στο νοσοκομείο ή στο νεκροτομείο;» αποκρίθηκε ο επιβάτης. Και δίχως πεποίθηση σε σήκωσαν από τα χέρια πού ήταν εξαρθρωμένα, από τα πόδια πού ήταν σπασμένα, σε ξάπλωσαν στο πίσω κάθισμα τού ταξί. Δυό τυφλά τώρα πια μάτια. Δυό χείλη πού προσπαθούσαν μάταια να κουνηθούν για να πουν κάτι. Το νοσοκομείο ήταν πολύ μακριά, όπως και να 'ταν δε χρησίμευε πια. Στη μέση της διαδρομής κούνησες για τελευταία φορά τα χείλη και επικαλέστηκες καθαρά: «Ώ Θεέ, Θεέ μου!» Έπειτα πήρες μια βαθιά, παρατεταμένη ανάσα, και η καρδιά σου έσκασε.


Απόσπασμα από το βιβλίο της Οριάννα Φαλάτσι "Ένας Αντρας"
Εκδοσεις ΕΞΑΝΤΑΣ