Translate -TRANSLATE -

Τρίτη 2 Απριλίου 2019

Η ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ




Η ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ


Με το όνομα του Αυτοκράτορα Λέοντος του Σοφού και με τον τίτλο «Επαρχικόν Βιβλίον» σώζεται μία σειρά σοφών διατάξεων, που αποτελούν σημαντικότατη συμβολή, όχι μόνον στην ιστορία της Ελληνικής μεσαιωνικής διοίκησης, αλλά και στην εκτίμηση του πολιτισμού της μεγάλης Βυζαντινής Μοναρχίας,   κατά τον  ένατο αιώνα.
Το χειρόγραφο του «Επαρχικού Βιβλίου» του Λέοντος του Σοφού, βρέθηκε στην βιβλιοθήκη της Γενεύης και εξεδόθη πριν χρόνια. Η μελέτη του αποδεικνύει, ότι η μεγάλη πρωτεύουσα του Ελληνικού κράτους η «Θεοφύλακτος Πόλις», κέντρο και ψυχή του κολοσσιαίου εκείνου οργανισμού, παρουσίαζε από τον ένατο αιώνα εικόνα υψηλού πολιτισμού και οργάνωσης.  
Εξ αιτίας της γεωγραφικής της θέσης η Κωνσταντινούπολη αποτελούσε κέντρο τεράστιας εμπορικής κίνησης. Έμποροι από όλα τα μέρη του κόσμου έφερναν εκεί διά ξηράς και διά θαλάσσης τα εμπορεύματα τους για να τα πουλήσουν ή να τ' ανταλλάξουν με εμπορεύματα τα όποια δεν είχαν στους τόπους τους.
Ο λιμένας, ή μάλλον οι λιμένες της, παρουσίαζαν ιλιγγιώδες θέαμα. Σ’ αυτούς συναντιόντουσαν τα κάτεργα των Βυζαντινών, οι γαλέρες των Γενουατών, τα μονόξυλα των Ρώσων, τα ελαφρά και ταχύτατα πλοία των Αράβων, οι όποιοι —όπως άλλωστε όλοι οι θαλασσινοί του Μεσαίωνα— ήσαν εναλλάξ έμποροι και πειρατές, επιχειρηματίες μαζί και κουρσάροι. Ενώ στα προάστια της πόλεως, προς την Ασιατική ακτή, έφθαναν τα καραβάνια της Αραβίας, των Ινδιών και της Απώτατης Ανατολής καθώς και τα βαρύτατα αμάξια της Μεσοποταμίας και της Περσίας,   φορτωμένα  θησαυρούς  ολόκληρους.
Για να ρυθμιστεί όλη αυτή η κολοσσιαία εμπορική κίνηση, για να διευκολυνθεί το εμπόριο της εισαγωγής και το διαμετακομιστικό ήταν απαραίτητη η διαρκής, λεπτεπίλεπτη και προβλεπτική ενέργεια των άρχων και προσωπικό αρκετό  και υπαλληλική  παράδοση  στερεά, ώστε να μη επηρεάζεται από τα αλλεπάλληλα και συχνότατα πολιτικά γεγονότα. Έπρεπε επίσης η Αστυνομία να είναι άγρυπνη. Το Βυζάντιο ήταν περικυκλωμένο πάντοτε από εχθρούς και οι έμποροι, που ερχόντουσαν από τα άκρα του κόσμου δεν ήταν πάντοτε ειρηνικοί και ακίνδυνοι επιχειρηματίες. Ήσαν συχνότατα και κατάσκοποι ερχόμενοι να συνεννοηθούν με τους εγκατεστημένους στην Κωνσταντινούπολη ομοεθνείς τους και να προετοιμάσουν εκεί την επιδρομή της ερχόμενης άνοιξης.


Για να κανονισθεί η ελευθερία του εμπορίου, για να προστατευτεί το κράτος από τους ταραχοποιούς ξένους, για να ματαιωθούν τα σχέδια των υπόπτων, για να εξυπηρετηθεί η κοινωνία, για να εξασφαλισθεί όχι μόνον η τάξη, άλλα και η απαιτούμενη για την μεγάλη εκείνη πρωτεύουσα ευπρέπεια, χρειαζόταν μία πολυπληθής υπαλληλία, μία λεπτομερής και προβλεπτική, αλλά και εφαρμόσιμη νομοθεσία και ένας παντοδύναμος αρχηγός. Αυτός δε ήταν ο Έπαρχος της πόλης, μεγιστάνας μεγάλης δυνάμεως, συνδυάζοντας δύο ιδιότητες, του δικαστού και του Διευθυντή της αστυνομίας. Η δικαιοδοσία του εκτεινόταν σε όλη την πόλη και τους λιμένας, στα προάστια, μίλια ακόμη ολόκληρα στην ύπαιθρο χώρα, επί εντοπίων και ξένων, επί των αστών και επί του όχλου. Ανώτατη προληπτική και καταδιωκτική αρχή, ο Έπαρχος είχε πολλή εργασία στους ταραχώδεις εκείνους χρόνους.
Ένα μόνο μέρος των δικαιωμάτων και των καθηκόντων του Έπαρχου περιγράφει το «Επαρχικόν Βιβλίον» του Λέοντος του Σοφού, στο μέρος το αναφερόμενο στις συντεχνίες της θεοφύλακτου Πόλεως. Και αυτό όμως το μέρος, που περιέχει σειρά αστυνομικών διατάξεων, αποδεικνύει αφ' ενός πόσα ζητήματα, τα οποία κολακευόμαστε να νομίζουμε ως σημερινά έγιναν από τότε και αφ' ετέρου πόσον σοφά φρόντιζε για τις μάλλον πολύπλοκους σχέσεις του πολίτου προς την εξουσία η διοίκηση του  Κράτους εκείνου.
Αυστηρά και προφυλακτική ήταν η Βυζαντινή μεσαιωνική αστυνομία απέναντι των ξένων εμπόρων. Οι εισάγοντες τα εμπορεύματα τους στην Κωνσταντινούπολη έπρεπε να παρουσιαστούν στα γραφεία του Έπαρχου για να δηλώσουν τα εμπορεύματα τους, να τα πουλήσουν εντός τριών μηνών και να φύγουν. Αν στο διάστημα των τριών μηνών το εμπόρευμα δεν είχε εξαντληθεί, έπρεπε πάλι να παρουσιασθούν στον Έπαρχο, ο οποίος ν’ αποφασίσει τι θα γίνει. Εν πάσει περιπτώσει δεν φαίνεται πιθανόν, ότι δινόταν παράταση διαμονής σε εκείνο τον έμπορο, ο οποίος δεν είχε κατορθώσει να εξαντλήσει εμπροθέσμως τα εμπορεύματα του.
Ενώ δε αυτά τα προφυλακτικά μέτρα λαμβάνοντο εναντίον των ξένων εμπόρων, απαγορευτικές διατάξεις εξαγωγής υπήρχαν και για μερικά είδη εγχωρίου βιομηχανίας όπως υφάσματα ορισμένα, μετάξι, πορφύρα κ.λ.π. Οι έμποροι έπρεπε να γνωρίζουν σε ποίους πωλούν τα υφάσματα αυτά, ώστε να μη εξαχθούν. Απαγορευόταν δε ρητώς η πώληση μετάξης στους Εβραίους.


Μία απόδειξη των φροντίδων για την ευπρεπή εμφάνιση της πόλης ήσαν οι κανονισμοί των θέσεων πώλησης των διαφόρων εμπορικών ειδών. Από την Χαλκή Πύλη έως το Μίλιο —μίαν από τις κεντρικές λεωφόρους της πρωτεύουσας— επιτρεπόταν να έχουν τα καταστήματα τους οι μυροπώλες. Εις τα καταστήματα αυτά πωλούντο τα μυρωδικά της ανατολής: νάρδος, λίβανος, σμύρνα, αλόη μύρα, βάλσαμον, μόσχος, θύμος, μελισσόφυλλον, και ειδή βαφικης, τα όποια χρησιμοποιούσαν οι γυναίκες της εποχής εκείνης. Καταστήματα λοιπόν πολυτελείας είχαν την θέση τους στο κεντρικότατο εκείνο μέρος της πόλης.
Η Χαλκή Πύλη ήταν μια από τις μεγάλες πύλες των ανακτόρων, η οποία ήταν στολισμένη με εικόνες τού Ιησού Χριστού. Η αστυνομική διάταξη, η ορίζουσα εις τους  μυρεψούς την περιφέρεια αυτή για την ανάπτυξη της δραστηριότητας τους  προσθέτει  ότι  μόνον  αυτοί πρέπει να έχουν τα καταστήματα τους εκεί, και αυτό διότι η ευλάβεια προς τις εικόνες και ο σεβασμός προς τα βασιλικά προπύλαια μόνο ευωδία επιτρέπει εκεί. Επίσης τα καταστήματα των χρυσοχόων έπρεπε να είναι στην μέση, της μεγάλης λεωφόρου, η όποια διέσχιζε την πρωτεύουσα. Εις τα εργαστήρια αυτά εργαζόντουσαν δημόσια χρυσοχόοι, ώστε και το μέρος εκείνο να στολίζουν και να είναι υπό διαρκή επιτήρηση. Αντιθέτως μερικά ειδή, απαραίτητα μεν αλλ’ όχι και διακοσμητικά, έπρεπε να είναι συγκεντρωμένα σε ορισμένα μέρη και άλλα εκτός της πόλεως. Τοιουτοτρόπως οι ιχθυοπώλες έπρεπε να εκθέτουν τα ψάρια των στις Μεγάλες Καμάρες, οι Μακελλάριοι —οι κρεοπώλες— τα «θρέματα» των εις το   Στρενάγιον και οι  ιππέμποροι τα άλογα τους εις τον Γαύρον.
Μόνον οι σαλδαμάριοι —οι σημερινοί παντοπώλες— είχαν δικαίωμα να ανοίγουν τα καταστήματα τους παντού, διότι τα είδη τους ήσαν κοινής χρήσης και πρώτης ανάγκης. Σε πλατείες, σε κεντρικούς δρόμους, σε παρόδους, οι σαλιδαμάριοι, πωλούσαν κρέας, ψάρια, παστά, βούτυρο, τυρί, μέλι, λάδι, όσπρια, καρφιά, γύψο, σταφίδα και βυτία.
Πόση χρήση σαπουνιού γινόταν εκείνη την εποχή και επομένως πόσα σαπωνοποιεία υπήρχαν, αποδεικνύουν οι διατάξεις περί σαπωνοπρατών. Ο προτιθέμενος ν’ άνοιξη σαπωνοποιείο έπρεπε ν' απόδειξη στον Έπαρχο, ότι είχε τα προσόντα και τα καταστήματα έπρεπε ν' απέχουν το ένα από το άλλο τουλάχιστον πήχεις επτά η πόδας δώδεκα, ώστε να μη αναπτύσσεται υπερβολικός συναγωνισμός. Βαρύτατες δε ήσαν οι ποινές εκείνων που νόθευαν το σαπούνι.


Στην Κωνσταντινούπολη, όπου η καλλιτεχνία των αργυρών και χρυσών σκευών είχε τόσο μεγάλη εξάπλωση, η Αστυνομία της έπρεπε να λάβει μέτρα για να προστατεύσει τις εκκλησίες από κλοπές. Ο χρυσοχόος λοιπόν, ο οποίος αγόραζε Ιερόν σκεύος ακέραιο η «τεθλαμένον», εν άγνοια του Έπαρχου, τιμωρούνταν όπως και ο πωλητής. Επίσης ο χρυσοχόος έπρεπε να γνωρίζει από πού προέρχεται κάθε πράγμα το όποιο  πουλούσε.
Και για την κιβιδηλείαν λάμβανε αυστηρότατα μέτρα η Αστυνομία. Η Κωνσταντινούπολη, κέντρο τόσης εμπορικής και βιομηχανικής κίνησης, ανεγνώριζε πληρέστατα την ανάγκην να έχει νόμισμα υγιές που απολάμβανε την εμπιστοσύνη όλου του κόσμου. Πραγματικά δε το Βυζαντινό νόμισμα, καθ’ όλη την διάρκεια της ζωής του Μεσαιωνικού Ελληνικού κράτους —πλην συντομότατο χρονικών διαλειμμάτων— απολάμβανε της ίδιας εμπιστοσύνης  την οποίαν έχουν τα ισχυρότερα νομίσματα της σημερινής εποχής. Για να διατηρηθεί η καλή αυτή υπόληψη το κράτος επέβαλλε αυστηρότατες ποινές, όχι μόνον εις τους κιβδηλοποιούς, αλλά και σε εκείνους, που έξυναν τα νομίσματα και επομένως ελάττωναν την αξία τους.
Και όπως ασκείτο έλεγχος και εποπτεία στην εργασία των χρυσοχόων, έτσι επιβλεπόταν και η εργασία όλων των βιομηχάνων καθώς και τα σταθμά και τα ζύγια όλων των πωλητών. Σφραγιζόντουσαν λοιπόν τα ζύγια και τα σταθμά και τα έργα της χρυσοχοΐας και τα υφάσματα και είχαν το δικαίωμα να εισέρχονται κάθε στιγμήν στα εργοστάσια υφασμάτων οι αρμόδιοι για να εξετάσουν τα νήματα, ώστε να μη γίνεται νοθεία. Μία λεπτομέρεια της εποπτείας αυτής που αξίζει να σημειωθεί: Φαίνεται ότι βιομήχανοι του μεταξιού συνήθιζαν να βάφουν με αίμα. Ειδική διάταξη απαγόρευε το είδος αυτής της βαφής και η ποινή η επιβαλλομένη στον παραβάτη ήταν τρομερά. Του έκοβαν το χέρι.
Είναι αυτονόητον, ότι με τόση εμπορική κίνηση υπήρχαν και θέσεις σε διάφορες αγορές ιδιαιτέρως ευνοϊκές για το εμπόριο. Φυσικό είναι, ότι θ’ αναπτύσσονταν προσπάθειες εκ μέρους μερικών εμπόρων να εκτοπίσουν ένα ανταγωνιστή τους από το κατάστημα του, προσφέροντες ανώτερο ενοίκιο. Αυτό δεν το επέτρεπε η Βυζαντινή αστυνομία. Και έτσι υπήρχε ένα είδος διαρκούς ενοικιοστασίου. Ο έμπορος, ο οποίος θα προσέφερε μεγαλύτερο ενοίκιο,  είτε φανερά είτε  κρυφά, καταδικαζόταν εις μαστίγωση και φυλακιζόταν. Αφού όμως εμπόδιζε αυτού του είδους τον αθέμιτο συναγωνισμό η αστυνομία, έπρεπε να φροντίσει, ώστε να μη ζημιώνονται οι καταστηματάρχες από τους γυρολόγους. Και πραγματικά απαγορευόταν το διαλάλημα των εμπορευμάτων και μόνον υφάσματα κατωτέρας χρήσης, και αυτό για να διευκολύνουν τον λαό σε προμήθεια των, είχε δικαίωμα ο γυρολόγος να περιφέρει επ’ ώμου στους δρόμους.


Το διαλάλημα εν τούτοις, το επιτρεπόμενο εις τους γυρολόγους δεν επιτρεπόταν στους εμπόρους της μετάξης. Το εμπόριο αυτό, του όποιου η Κωνσταντινούπολις επέμενε να κράτηση το μονοπώλιο, έπρεπε να διεξάγεται μετά σοβαρότητας. Ο αποφασισμένος να διαφημίσει τα εμπόρευμα του με θόρυβο, διωχνόταν από την συντεχνία «μετά πληγών και ύβρεων». Ποία διαδικασία απαιτούταν για να δοθούν ποινές εις στον ανήσυχο έμπορο δεν τις αναφέρει το «Επαρχικό Βιβλίο». Δεν πρέπει παρ’ όλα αυτά να λησμονήσουμε, ότι ο Έπαρχος ήταν ταυτοχρόνως και δικαστής, ότι είχε «έδραν» ιδικήν του, εις την οποίαν δίκαζε τας παραβάσεις των αστυνομικών διατάξεων —απαράλλακτα, όπως σήμερα το πταισματοδικείο — και επομένως, για να μην αναφέρεται ο τρόπος της παραπομπής και της διαδικασίας, σημαίνει, ότι αυτός θα ήταν πολύ γνωστός εις τους ενδιαφερομένους.
Δια μέσου των διατάξεων των αναφερομένων σε όλες τις συντεχνίες φαίνεται καθαρά η προσπάθεια του κράτους να προστατεύσει τον πολίτη από κάθε συγκέντρωση και απόκρυψη ειδών εμπορίου. Σε περιστάσεις ανωμάλους για το κράτος, σε περιπτώσεις θαλασσίου αποκλεισμού, όταν πολλάκις οι εχθροί έφθαναν εις τα πρόθυρα της Κωνσταντινουπόλεως και έκλειναν τους μεγάλους προς αυτήν εμπορικούς δρόμους, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι θα βρέθηκαν κερδοσκόποι έτοιμοι να προαγοράσουν ορισμένα είδη, να τ' αποκρύψουν και να τα δίδουν έπειτα στην κατανάλωση  με   υπέρογκο   και  αθέμιτο κέρδος.
Η μεσαιωνική Ελληνική Αστυνομία έλαβε μέτρα προληπτικά και μέτρα απαγορευτικά των διαθέσεων αυτών. Με την καταγραφή και την συγκέντρωση των εμπορευμάτων σε ορισμένα μέρη, η υπηρεσία του Έπαρχου γνώριζε ακριβώς ποία είδη και σε πόσες ποσότητες εισήρθαν και σε ποιον άνηκαν. Ποινές που ποίκιλλαν από την διαπόμπευση μέχρι την αποκοπή του χεριού και για μερικά είδη μέχρι και θανάτου. Με τον τρόπο αυτόν περιόριζαν σημαντικότατα την αισχροκέρδεια.  
Τελικά η νοθεία σε όλα τα είδη που επιδέχονταν αλλοίωση καταδιωκόταν αμείλικτα. Όσον άφορα τους αρτοποιούς, ήσαν ελεύθεροι από κάθε υπηρεσία δημόσια, δεν στρατεύονταν, και η επίταξης δεν περιελάμβανε και τα ιδικά των ζώα για να είναι πάντοτε απασχολημένοι στο έργο της τροφοδοσίας του λαού. Ο Έπαρχος κανόνιζε την τιμή του σίτου, σε συνεννόηση με τους προϊσταμένους της συντεχνίας των αρτοποιών, αναλόγως της παραγωγής και της εισαγωγής. Με διαταγές του Έπαρχου, κανονίζονταν το κέρδος τόσον των αρτοποιών, όσον και των άλλων έμπορων. Το «Επαρχικόν Βιβλίον» Λέοντος του Σοφού, αποτελεί σημαντική μαρτυρία της τελειότητας της Μεσαιωνικής Ελληνικής διοικήσεως. Σε εποχή που επιμένουμε ν’ αγνοούμε και η οποία ήταν εποχή σκότους για την Δύσιν, το Βυζαντινό Κράτος προσπάθησε να ρυθμίσει τις σχέσεις της προσφοράς και της κατανάλωσης επί βάσεων τις οποίες —οφείλουμε να το ομολογήσουμε— δεν πετύχαμε ακόμη παρά τις προόδους σε όσα ισχυριζόμαστε, ότι μας συνέδραμαν τα νέα διοικητικά  συστήματα.

Διασκευή από το ομότιτλο άρθρο του Γ. Τσοκόπουλου που δημοσιεύτηκε στα «Αστυνομικά Χρονικά» τεύχος 405/1.4.1970



Λίγα Λόγια για τον συγγραφέα :

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΤΣΟΚΟΠΟΥΛΟΣ (1871-1923)

Ο Γεώργιος Τσοκόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα. Από νεαρή ηλικία ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία. Ξεκίνησε ως συνεργάτης της εφημερίδας Παλιγγενεσία και στη συνέχεια δημοσίευσε άρθρα και κυρίως χρονογραφήματα (κάποτε με τα ψευδώνυμα Φάλσταφ, Φιλέας Φογγ και Ριπ) στις εφημερίδες Αστραπή, Νέον Άστυ (όπου ήταν και αρχισυντάκτης για δώδεκα χρόνια), Νέα Ημέρα, Αθήναι, Καιροί (όπου ήταν διευθυντής τη διετία 1915-1917), Ομόνοια (Αλεξάνδρειας, όπου ήταν διευθυντής τη διετία 1893-1895) και Εστία (όπου ήταν διευθυντής τη διετία 1920-1922). Συνεργάστηκε επίσης με τα περισσότερα αθηναϊκά περιοδικά και ημερολόγια. Στο χώρο της λογοτεχνίας ασχολήθηκε κυρίως με το θέατρο ως συγγραφέας κωμειδυλλίων και δραμάτων, που παραστάθηκαν από το Βασιλικό Θέατρο και θιάσους όπως του Συντάγματος, της Μαρίκας Κοτοπούλη και της Κυβέλης. Γνωστός είναι ωστόσο κυρίως ως συγγραφέας των πρώτων αθηναϊκών επιθεωρήσεων από κοινού με τους Πολύβιο Δημητρακόπουλο (Εδώ κι εκεί – 1905) και Μπάμπη Άννινο (Παναθήναια). Έγραψε επίσης κείμενα για μελοδράματα και οπερέττες, καθώς επίσης θεατρικές μεταφράσεις, ενώ ασχολήθηκε επίσης με την πεζογραφία (διηγήματα, μυθιστορήματα, ιστορικά μυθιστορήματα, παιδικά αναγνώσματα). 

Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Γεωργίου Τσοκόπουλου βλ. «Τσοκόπουλος Γεώργιος Β.», Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια 23. Αθήνα, Πυρσός, 1933.

Δευτέρα 1 Απριλίου 2019

ΓΙΑ ΤΗΝ ΝΕΟΛΑΙΑ ΤΗΣ ΕΟΚΑ



ΓΙΑ ΤΗΝ ΝΕΟΛΑΙΑ ΤΗΣ ΕΟΚΑ

Σαν σήμερα πριν 64 χρόνια  30 λεπτά μετά τα μεσάνυχτα της 31ης Μαρτίου προς την 1η Απριλίου 1955 ξεκίνησε ο αγώνας της Ε.Ο.ΚΑ για την ανεξαρτησία με εκρήξεις στη Λευκωσία, Λεμεσό και Λάρνακα. Στη Λευκωσία οι εκρήξεις έγιναν: α) Στον κυβερνητικό ραδιοσταθμό, β) Στην Αρχιγραμματεία, γ) Στο Γραφείο Παιδείας, δ) Σε εγκαταστάσεις πίσω από τους στρατώνες Γούλσλεϋ. Στη Λάρνακα προκλήθηκαν εκρήξεις: α) Στον κεντρικό αστυνομικό σταθμό, Β) Στο διοικητήριο, γ) Στο δικαστικό μέγαρο, δ) Στο σπίτι του αστυνόμου Μίλιγκ, ε) Στο σπίτι του διοικητή Μουφτιζαντέ. Στη Λεμεσό η επίθεση έγινε εναντίον του κεντρικού αστυνομικού σταθμού και του αστυνομικού σταθμού της συνοικίας Αγίου Ιωάννη. Στην επαρχία της Αμμοχώστου προσβλήθηκε η αποθήκη στρατιωτικού καταυλισμού, ενώ μια άλλη ομάδα της ίδιας επαρχίας αποπειράθηκε να πυρπολήσει τη βενζιναποθήκη του ηλεκτροπαραγωγού σταθμού της επισταθμίας Δεκέλειας. Γενικά, τη μεγαλύτερη επιτυχία την είχε η ομάδα του Μάρκου Δράκου στη Λευκωσία, όπου κατάφερε να προκαλέσει ζημιά στον ραδιοφωνικό πομπό αξίας 150 χιλιάδων αμερικάνικων δολαρίων.
Κατά τη διάρκεια των ενεργειών της 1ης Απριλίου, η ΕΟΚΑ έχασε το πρώτο της αγωνιστή, τον Μόδεστο Παντελή, από το Λιοπέτρι. Πέθανε από ηλεκτροπληξία στην προσπάθεια του ν' αποκόψει ηλεκτροφόρα σύρματα, για να επέλθει συσκότιση και να δράσουν πιο αποτελεσματικά οι ομάδες της ΕΟΚΑ στην Αμμόχωστο.
Σήμερα αναθυμούμενοι την επέτειο αυτή ας κάνουμε ένα αφιέρωμα μνήμης στην νεολαία της Κύπρου και της Ε.Ο.Κ.Α.

Η Νεολαία στον αγώνα του 1955-1959


«Η ώρα του θανάτου πλησιάζει, μα στην ψυχή μας φωλιάζει η ηρεμία. Τη στιγμή αυτή ακούμε την Ηρωική Συμφωνία του Μπετόβεν. Στη θέση που βρισκόμαστε τώρα ούτε με το μικροσκόπιο δεν μπορούμε να ανακαλύψουμε πού υπάρχει τραγωδία στο θάνατο... Πρώτα ή ύστερα έπρεπε να διαθέσω τη ζωή μου. Δε βλέπω πιο καλύτερη από τη σημερινή για να το κάνω».
Αυτά γράφει στο τελευταίο, πριν από τον απαγχονισμό του, γράμμα του προς τον αδελφό του ο νεαρός απόφοιτος ενός επαρχιακού Γυμνασίου, του Γυμνασίου Σολέας, Ανδρέας Ζάκος.
«Αγαπημένη μου μητέρα, χαίρε. Ευρίσκομαι μεταξύ των αγγέλων. Τώρα απολαμβάνω τους κόπους μου. Το πνεύμα μου φτερουγίζει γύρω από το θρόνο του Κυρίου. Θέλω να χαίρεις όπως κι εγώ. Αν κλαίεις θα λυπούμαι. Το όνομα σου θα γραφεί στην Ιστορία, γιατί δέχτηκες να θυσιασθεί το παιδί σου για την Πατρίδα. Είναι καιρός να καμαρώσεις το παιδί σου».
Αυτός είναι ο σύντροφος του Α. Ζάκου στην αγχόνη, ο Ιάκωβος Πατάτσος, 22 μόλις χρόνων, που αποστέλλει τον ύστατο χαιρετισμό του στη μάνα του.
Ο δεκαεννιάχρονος Ευαγόρας Παλληκαρίδης αναμένει την καταδίκη του σε θάνατο. Ο δικαστής τον ερωτά αν θέλει να πει ο,τιδήποτε, πριν να του επιβάλει την ποινή. Κι ο Ευαγόρας του απαντά: «Γνωρίζω ότι θα με κρεμάσετε. Ό,τι έκαμα το έκαμα ως Ελληνας Κύπριος που αγωνίζεται για την ελευθερία του».
Είμαι σίγουρος ότι ούτε ο ιδεαλιστής Πλάτων δε θα μπορούσε να συλλάβει με το φιλοσοφικό στοχασμό του μορφές ευγενέστερες, αγνότερες, πιο συνειδητές και πιο ιδανικές απ' αυτές των εικοσάχρονων κατά μέσο όρο αγωνιστών της ΕΟΚΑ.
Πολύ εύστοχα, κατά την άποψη μου, ο διαπρεπής συγγραφέας εθνικών ιστορικών έργων Σπύρος Μελάς, Πρόεδρος τότε της Ακαδημίας Αθηνών, του ανώτερου πνευματικού ιδρύματος του Ελληνισμού, απονέμοντας, στις 24.3.1959, το «Χρυσούν Μετάλλιον» της Ακαδημίας στο θρυλικό, όπως τον αποκαλεί, ήρωα, στον απροσπέλαστο εθνικό αγωνιστή Γ. Γρίβα-Διγενή, έκρινε επιβεβλημένο να κάνει ειδική μνεία σ' αυτό που κατόρθωσε, με το υψηλό παράδειγμα του, τις ψυχικές του αρετές και τις σοφές συμβουλές του, ο αρχηγός της ΕΟΚΑ, να μπορέσει δηλαδή «να ανυψώσει στο βάθρο ηρώων αήττητων μειράκια και παρθένες, που κατήσχυναν τις μυριάδες του στρατού μιας κραταιός αυτοκρατορίας».
Οι νέοι της ΕΟΚΑ, που δεν πτοήθηκαν τις αγχόνες, που δεν κάμφθηκαν από τα επιστημονικά βασανιστήρια, που δε λιποψύχησαν μπροστά στις δυσχέρειες και τις στερήσεις των κρατητηρίων και των φυλακών ή των κρησφύγετων στις πόλεις και τα βουνά, αξίζει να τονισθεί ότι δε ρίχτηκαν στον αγώνα είτε γιατί είχαν υποχρεωθεί από κανένα είτε γιατί εκτελούσαν τη στρατιωτική τους θητεία, είτε γιατί πεινούσαν ή μισούσαν τον εχθρό.
Η συμμετοχή τους στον αγώνα ήταν αποκλειστικά το αποτέλεσμα του ερωτά τους για την ελευθερία, της άδολης αγάπης για μια φτωχή πατρίδα, της συνείδησης τους για το χρέος τους απέναντι στην εθνική τους ιστορία και στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Ακραιφνώς ηθικό ήταν το περιεχόμενο του αγώνα τους και αυτοπροαίρετη η επιλογή τους με τα όποια συνεπαγόμενα της.

Του Γαβριήλ Μηνά από ομιλία του στο Συνέδριο του Σ.Ι.Μ.Α.Ε. με θέμα «Η Νεολαία στον αγώνα του 1955-1959»

ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΝΤΟΛΤΣΕ ΒΙΤΑ ΣΤΗΝ ΦΩΚΙΩΝΟΣ ΝΕΓΡΗ ΤΟΥ 1969

Φωκίωνος Νέγρη (1969)

Μύθοι   και  πραγματικότητες   της   νυκτερινής  Αθήνας


ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΝΤΟΛΤΣΕ ΒΙΤΑ
ΣΤΗΝ ΦΩΚΙΩΝΟΣ ΝΕΓΡΗ ΤΟΥ 1969


ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΚΑΜΠΑΝΗ

Πόσες αλήθειες υπάρχουν στη νυκτερινή ζωή της Αθήνας; Που τελειώνει ο μύθος και που αρχίζει η πραγματικότητα; Πόσα από τα πολλά και φοβερά, περί ντόλτσε - βίτα, οργίων και τα τοιαύτα, πού υπάρχουν στο μυαλό των ευφάνταστων αφηγητών, συμβαίνουν και στην πραγματικότητα της νυκτερινής Αθήνας;

Οι μύθοι πού κυκλοφορούν γι’ αυτή την -πολυτάραχη τέλος πάντων νυκτερινή αθηναϊκή ζωή — ιδίως για μερικές αμαρτωλές περιοχές της πρωτεύουσας — είναι πολλοί και η απομυθοποίηση — μια λέξη της εποχής — δεν βλάπτει.

Μιαν απομυθοποίηση της νυκτερινές Αθήνας, επιχειρεί από σήμερα ο συνεργάτης του «Ταχυδρόμου» κ. ΝΙΚΟΣ ΚΑΜΠΑΝΗΣ, αρχίζοντας με την θρυλική  Φωκίωνος Νέγρη.

Οι κυρίες, γενικά, είναι όντα περίεργα... Οι αστές κυρίες, ειδικά, είναι όντα δυο φορές περίεργα... Διότι πλήττουν... Αξιοπρεπώς μεν, με τα διαμερισματάκια τους, τα ηλεκτρικά τους ψυγεία, το κομμωτήριο δυό φορές την εβδομάδα και το κούμ-κάν δυό φορές το εικοσιτετράωρο, αλλά πάντως πλήττουν.

Το γιατί είναι απλό: βασικά, λίγο - πολύ, όλες πιστεύουν ότι ήσαν πλασμένες για μια διαφορετική ζωή. Μια ζωή πού θα είχε σχέση με πολλά λεφτά, με πολλή δημοσιότητα, με πολύ μυστήριο, με πολλή νυκτερινή περιπέτεια, με πολύ σεξ (Ή πλειοψηφία των αστών κυριών περιφρονεί βαθύτατα την απόδοση των συζύγων τους πάνω στην τελευταία αύτη... λεπτομέρεια). Αλλά επειδή είναι πια πολύ αργά — ποτέ δεν ήταν νωρίς — για τις αστές αυτές κυρίες να ζήσουν προσωπικά μέσα σε μια τέτοια ατμόσφαιρα, συμβιβάζονται στη σκέψη να παρακολουθήσουν πώς την ζουν οι άλλοι. Δηλαδή, οι άλλες. Από τα κομμωτήρια, τα κούμ-κάν και τα σέλφ-σέρβις της περιοχής τους έχουν συγκεντρώσει όσες πληροφορίες χρειάζονται για να βάλουν στη πρώτο στάδιο ταλαιπωρίας τους εαυτών συζύγους. Έτσι, το ξεφούρνισμα γίνεται με τρόπο, την ώρα πού ο σύζυγος κοιτάζει στην τηλεόραση, στη σειρά των πολεμικών περιπετειών από τον Β' Παγκόσμιο, ένα γερμανικό τεθωρακισμένο, να κυνήγα δύο αγγλικά,   μη  τεθωρακισμένα.

  Μου είπαν Σταύρο ότι σε πολλά σημεία της Αθήνας γίνονται Όργια...

  Διαδόσεις, άπαντα ο Σταυρός ξερά, πού ξέρει μεν και από... προσωπική πείρα, ότι όλο και   κάτι   γίνεται άλλα  και  το  ότι   σε  τέτοια πράγματα δεν συμφέρει να ανοίγονται τα μάτια των κυριών.

Η σύζυγος, όμως, επιμένει, ενώ στην τηλεόραση έχει ξεπροβάλει και ένα αμερικάνικο τεθωρακισμένο, πού κυνηγά το γερμανικό τεθωρακισμένο, πού εξακολουθεί να κυνήγα τα δυό αγγλικά μη τεθωρακισμένα.

—Ας πούμε στη Φωκίωνος Νέγρη...

— Γίνονται   τρομερά  πράγματα.

— Με νεαρές στάρλετ, σκηνοθέτες, συγγραφείς και άλλους υπόπτους  τύπους.

—Αφού την λένε και Βία Βένετο, πού ξέρεις πια τί μαζεύεται σ' αυτήν...

  Να πάμε το Σαββατόβραδο να ξενυχτήσουμε εκεί και να τα δούμε όλα αυτά τα φοβερά.

Ο σύζυγος εκφράζει τις πρώτες αντιρρήσεις:

   Άσε πού δεν γίνεται τίποτε άλλα και να γίνεται γιατί να τα δούμε;

  Έτσι, για να ξέρουμε τί συμβαίνει δίπλα μας.

Κάτι πάει να πη ο άλλος αλλά επειδή εκείνη την στιγμή στην τηλεόραση τεθωρακισμένα και μη τεθωρακισμένα έχουν μπλέξει σε άγριο κυνηγητό, προτιμά να μη συνέχιση την συζήτηση και να ξεφορτωθεί την κυρία του με ένα «καλά» πού εκείνη το δένει κόμπο. Κι’ έτσι το Σαββατόβραδο το ζεύγος, μαζί με ένα άλλο όμοιας κατηγορίας ζεύγος, φθάνει στη Φωκίωνος Νέγρη και όλοι μαζί προσπαθούν να ανακαλύψουν τα...  όργια.

Μία ρεματιά κι’ ένα θέατρο



Σε ένα κάπως μη συνηθισμένο τουριστικό οδηγό των Αθηνών θα μπορούσαν να γράφουν τα εξής για την Φωκίωνος  Νέγρη:

ΟΝΟΜΑΣΙΑ: Φωκίωνος Νέγρη  ή Βία Βένετο της Αθήνας, όπως την αποκαλούν.

ΠΟΥ ΟΦΕΙΛΕ! ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΗΣ: Στον Φωκίωνα Νέγρη, πού γεννήθηκε το 1846 και πέθανε το 1928, χωρίς να φαντασθεί ότι θα συνέδεε κάποτε το όνομά του με την οδό αυτήν της απώλειας — έστω και στην φαντασία των αστών κυριών. Ήταν μεγάλος οικονομολόγος για την εποχή του, διετέλεσε διευθυντής της Ελληνικής Εταιρείας Μεταλλουργείων Λαυρίου, διετέλεσε και υπουργός Οικονομικών, αξίζει δε να σημειωθεί ότι σαν βουλευτής ήταν ο πρώτος πού εισηγήθηκε νομοθεσία για τα εργατικά ατυχήματα.

ΜΗΚΟΣ:    Κάπου  ένα χιλιόμετρο.   Αρχίζει από την πλατεία Κυψέλης και φθάνει κοντά στην  Πατησίων.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ: Μέχρι το 1936 δεν ήταν παρά μια ρεματιά, μέσα στην όποια έτρεχε δροσερό νερό από το Γαλάτσι. Ακόμα και σήμερα αναβλύζει νερό στη μέση της λεωφόρου. Ήταν, λοιπόν, μια ρεματιά και τίποτε άλλο, οπότε ήλθε η σειρά της να γίνει λεωφόρος. Το 1937 ήταν έτοιμη, έγιναν με παράτες τα εγκαίνια της, ανέβηκαν και οι τιμές των γύρω οικοπέδων. Πριν από το 1936 έδιναν σχεδόν τσάμπα τα οικόπεδα τριγύρω και οι γκάγκαροι Αθηναίοι ξίνιζαν τα μούτρα τους: «Στη ρεματιά θα πάμε να καθίσουμε;» Σήμερα έχει 120.000 το δωμάτιο και δεν βρίσκεις.

ΚΛΙΜΑ: θαυμάσιο. Το καλοκαίρι, ιδίως, με τα νερά, είναι μια δάση δροσιάς, όπου τρέχουν οι περίοικοι να πάρουν το παγωτό τους να δροσισθούν.

ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΕΣ : Υπάρχουν μέχρι την αρχή και το τέλος της λεωφόρου. Την ίδια την λεωφόρο δεν την διασχίζει κανένα λεωφορείο και κανένα Ι.Χ. Δυό απαγορευτικές πινακίδες γλυτώνουν τους θαμώνες από τα αυτοκίνητα και τα καυσαέρια κι’ επιτρέπουν στα παιδάκια να παίζουν  ακίνδυνα.

ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑ: Υπάρχουν μερικά στις παρόδους. Λέγεται ότι ορισμένα είναι «μπουζουριέρες», δηλαδή, πώς να το πούμε, τα ζευγαράκια πού πηγαίνουν εκεί να κοιμηθούν δεν είναι τελείως παντρεμένα, άλλα σ' αυτά τα πράγματα δεν βρίσκει κανείς άκρη, πάμε παρακάτω.

ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΑ: Έχει. Διαφόρων κατηγοριών και ποικιλιών. Και με ψητά στη θράκα και με σπεσιαλιτέ, όρεξη νάχετε...

ΚΛΑΜΠ: Υπάρχουν. Όπως όλα τα κλαμπ. Οπωσδήποτε υπόγες για φθηνό ενοίκιο, οπωσδήποτε θεοσκότεινα, για να ξεκουράζονται τα μάτια των παιδιών από το διάβασμα της ημέρας, οπωσδήποτε ακριβούτσικα γιατί οποίος πηγαίνει στα κλαμπ πρέπει να πληρώνει. Αν σου ζητήσουν στο ύπαιθρο να πλήρωσης ένα τάλιρο για μια πορτοκαλάδα πού κανονικά έχει δίφραγκο, ανοίγεις καυγά. Στην υπόγα την θεοσκότεινη, πληρώνεις την πορτοκαλάδα εικοσάρικο και λες κι' ευχαριστώ.

ΓΡΑΦΕΙΑ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΣ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ: Έχει. Μερικά, μάλιστα, διανυκτερεύουν ώστε, αν τα παιδιά, μετά το κλαμπ, θελήσουν να νοικιάσουν ένα αυτοκινητάκι, να μη στερηθούν αυτή την μικρή απόλαυση και το πάρουν κατάκαρδα...

ΛΟΥΝΑ ΠΑΡΚ: Υπήρχε ένα μικρό με κάτι ποδηλατάκια κι' £να σκοπευτήριο, αλλά τώρα γκρεμίσθηκε και θα γίνει στη θέση του πολυκατοικία.

ΣΟΥΒΛΑΤΖΗΔΙΚΑ: Ε, είναι δυνατό να μην υπάρχουν;

ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΕΙΑ: Πολλά και κοσμικά. Με καρέκλες μέσα και καρέκλες έξω. Με παγωτά, με γλυκά, όρεξη να έχετε και διαβήτη να μην έχετε...

ΔΙΑΦΘΟΡΕΙΑ: Έχει. Όπως και πολλοί άλλοι δρόμοι της Αθήνας. Μόνο πού δεν φαίνονται. Βλέπεις, ας πούμε, ανάμεσα στις άλλες ταμπελίτσες μιας πόρτας πολυκατοικίας, και μια φαινομενικά αθώα: Κ. Ταδε, εισαγωγές, εξαγωγές. Αν είσαι μυημένος στο κόλπο, κτυπάς το κουδούνι τέσσερις φορές, σε εισάγουν   μέσα   και  σε   εξάγουν  οικονομικά  ασθενέστερο   κατά δραχμές πεντακόσιες   συν   δέκα για την υπηρεσία.

ΘΡΥΛΟΙ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ: Το 1954 ένα νέο αθηναϊκό θερινό θέατρο, το «Ντορέ», άνοιξε σε μια πάροδο της Φωκίωνος Νέγρη, παρουσιάζοντας μια επιτυχία της εποχής, την επιθεώρηση «Πετροκέρασα». Μετά την παράσταση οι ηθοποιοί πού έπαιζαν στην επιθεώρηση βρήκαν πώς ήταν ευχάριστο και δροσιστικό να τρώνε στη δροσερή λεωφόρο και μετά να απολαμβάνουν το παγωτό τους συζητώντας γύρω από τα ατέλειωτα θεατρικά και κινηματογραφικά θεάματα. Αυτό ήταν. Σε λίγο, και άλλοι ηθοποιοί, από άλλα θέατρα, άρχισαν να έρχονται στη λεωφόρο για να συζητήσουν με τους συναδέλφους τους. Δεν πέρασε πολύς καιρός και η λεωφόρος Φωκίωνος Νέγρη έγινε «πιάτσα» καλλιτεχνική. Κοντά στους ηθοποιούς «κόλλησαν» και οι συγγραφείς, οι σκηνοθέτες, οι χορογράφοι, σε λίγο ή πιάτσα φούντωσε. Δεν νοητό να είσαι καλλιτέχνης και να μην εμφανιστείς τις μεταμεσονύκτιες ώρες, τότε πού τελειώνουν τα θέατρα, στη Φωκίωνος Νέγρη. Οι καλλιτεχνικές συζητήσεις και τα κουτσομπολιά διαρκούσαν ατέλειωτες ώρες, πολλές φορές μέχρι τα ξημερώματα. Κι’ επειδή, όλοι οι θεατρικοί και κινηματογραφικοί παράγοντες έδιναν το «παρών» στη λεωφόρο, πολλά δεσποινάρια πού ήθελαν να γίνουν στο τάκα - τάκα σταρ άρχισαν να συχνάζουν στη λεωφόρο και να κάνουν βόλτες πάνω - κάτω με την ελπίδα ότι θα τις προσέξει κάποιος παραγωγός ή σκηνοθέτης, θα τις φωνάξει για συμβόλαιο και θα αρχίσουν αμέσως να κολυμπούν στο χρήμα και στη δόξα. Και ναι μεν οι παραγωγοί ή σκηνοθέτες δεν έδιναν σημασία στα δεσποινάρια, κάτι όμως τρίτοι βοηθοί ηλεκτρολόγου και τέταρτοι βοηθοί σκηνοθέτου δεν άφηναν να τους ξεφύγει η ευκαιρία. Πλησίαζαν τις πιτσιρίκες και ·πέταγαν το δόλωμα:

— Πώς, εσείς, τόσο ωραία και δεν έλαχε να βγείτε  ακόμη στη  σκηνή;
Το «άρπαζε» η άλλη, λιγωνότανε, γιατί άμα πεις μια γυναίκα ωραία σε πιστεύει αμέσως, μακάρι και να είναι η ίδια η γρίπη.

— Δεν γνωρίζω κανένα πού να με προώθηση...

—Τότε να σας βοηθήσω εγώ, πού είμαι βοηθός σκηνοθέτη, είμαι και φίλος του παράγωγου. Μαζί πάμε στο γήπεδο την Κυριακή. Θα  τού   μιλήσω   οπωσδήποτε  για σας...

Έτσι γινότανε το «ψήσιμο», έτσι βγήκε και ο παραλληλισμός της Φωκίωνος Νέγρη με την Βία Βένετο της Ρώμης, οπού και εκεί την αράζουν παραγωγοί και σκηνοθέτες, όπου και εκεί πηγαίνουν τα δεσποινάρια με την ελπίδα να τις προσέξουν και να τις... προωθήσουν. Τώρα, βέβαια, όλα αυτά — τουλάχιστον για την Φωκίωνος Νέγρη — ανήκουν στο παρελθόν. Τα τελευταία χρόνια η λεωφόρος έχει παύσει πλέον να είναι καλλιτεχνική πιάτσα. Άλλες «μικροπιάτσες» έχουν δημιουργηθεί. Οί πρωταγωνιστές, ας πούμε για παράδειγμα, εκείνοι πού κερδίζουν τον μήνα πάνω από τριάντα χιλιάδες δραχμές συνηθίζουν να πηγαίνουν τα βράδια στο «Βυζαντινό» του Χίλτον. Άλλοι προτιμούν το «Κάβο Ντόρο» στον Πειραιά, αφού πρώτα φάνε σε μια από τις ταβερνούλες που είναι πίσω από την πλατεία Βικτωρίας ή Κυριάκου. Πάντως, η συρροή πού γινότανε στη Φωκίωνος Νέγρη, δεν υπάρχει. Στις καρέκλες της λεωφόρου την αράζουν για να δροσισθούν οι περίοικοι, που παίρνουν τις κυρίες τους και κατεβαίνουν για ένα παγωτό.

Έμεινε το... όνομα

Σύμφωνοι για όλα αυτά. Έλα, όμως, πού έμεινε το.. κακό όνομα; Πού λέει ακόμη ότι η Φωκίωνος Νέγρη είναι Βία Βένετο, Σόδομα και Γόμορα και όλα τα σχετικά; Και ναι μεν οι περίοικοι πού ξέρουν την αλήθεια γελάνε ακούγοντας αυτές τις «μυθοποιήσεις», οι άλλοι, όμως, ή μάλλον οι άλλες αστές κυρίες αφήνουν την φαντασία τους αχαλίνωτη και ξεσηκώνουν τους εαυτών συζύγους το Σαββατόβραδο να πάνε στη Φωκίωνος Νέγρη και να δουν τα όργια. Φθάνουν, λοιπόν, στην λεωφόρο, στρογγυλοκάθονται και αφού παραγγείλουν τα δροσιστικά τους, βγάζουν το... περισκόπιο. Φέρνουν βόλτα τριγύρω τους και προσπαθούν να ανακαλύψουν ποιοι είναι οι... σωματέμποροι, ποια τα... θύματα τους, ποιοί οι.. πελάτες πού περιμένουν   το   σύνθημα.    Που    και   που   νομίζουν   ότι   κάτι  ανακαλύπτουν,   οπότε   βγάζουν κάτι   ξεφωνητάκια   ενθουσιασμού.

   Κοίτα,   κοίτα...
   Είδες  τίποτε;
  Αυτή τη  μικρή  με το μίνι.
  Τι   έκανε;
  Πλησίασε τον γέρο πού καθότανε δίπλα μας και εκείνος της έδωσε ένα μάτσο κατοστάρικα.
  Λες να...
— Φως φανάρι. Τώρα θα σηκωθεί ο γέρος και θα την ακολουθήσει.
Αλλά ο γέρος δεν λέει να σηκωθεί, η μικρή εξαφανίζεται, περνάει ένα τέταρτο, περνάει μισή ώρα, να και προβάλλει πάλι η μικρή από την γωνία.
   Σσσσσσσ... Τώρα θ' ακούσουμε. Ποιος ξέρει τι θα του ζητήσει;
Στήνουν όλοι αυτί, πλησιάζει η μικρή τον, γέρο, κάτι τού λέει ψιθυριστά, φαίνεται να δυσανασχετεί εκείνος, τελικά βγάζει από την τσέπη ένα μάτσο χαρτονομίσματα... Σε κρεσέντο η αγωνία των αστών κυριών. Οπότε ακούν τον γέρο   να   ξεσπά:
   Αυτά είναι τα τελευταία. Δώσε τα της μάνας σου και πες της να σταματήσει το χαρτί γιατί  χάνει  απόψε   κάπου  ένα χιλιάρικο.
Απογοήτευση. Κόρη του ήταν.

Αρχίζουν οι κυρίες άλλες αναζητήσεις για να ανακαλύψουν όργια.
  Αυτός ό χοντρός φαίνεται σωματέμπορος.
  Μα είναι με μια γυναίκα, μάλλον την γυναίκα του.
-Μη πιστεύεις, έτσι την έχει μαζί του για να μην τον καταλαβαίνουμε...
Φυσικά ο χοντρός ιδέα δεν έχει από όλα αυτά, φουκαράς εργαζόμενος είναι ό άνθρωπος πού ήλθε με την επίσης χοντρή συμβία του να δροσισθεί λιγάκι, άλλα άντε να πείσεις τις αστές κυρίες ότι δεν είσαι... ελέφας.

Περνάει ο χοντρός, έρχονται άλλοι, οι αστές κυρίες δεν παύουν να οραματίζονται:
  Ένας νεαρός κομψευόμενος: θα πρέπει να είναι ο βοηθός του σωματέμπορου, ασφαλώς θα δουλεύει σαν «κράχτης».
  Μια κυρία μεσόκοπη, κάπως υπερβολικά βαμμένη: αυτή θα πρέπει να είναι εκμαυλίστρια των νεαρών κοριτσιών.
  Ένας καλοντυμένος γύρω στα τριάντα με ψιλό μουστακάκι: οπωσδήποτε θα είναι προμηθευτής ναρκωτικών.
   Κάτι νεαροί μακρυμάλληδες: σίγουρα υποψήφιοι  πελάτες   του.
  Μια παρέα κοριτσιών με μίνι, πού χαιρετούν τους μακρυμάλληδες: ασφαλώς οι νεαροί τις «προωθούν» για να εξοικονομήσουν χρήματα για τα ναρκωτικά τους.

Κι’ έτσι περνά η ώρα... Απολαμβάνουν την δροσιά της λεωφόρου οί θαμώνες και οι περαστικοί κι' ούτε πού υποψιάζονται ότι στο διάστημα αυτό έχουν γίνει ατή φαντασία των συνανθρώπων τους ύποπτες γυναίκες, σωματέμποροι, έμποροι ναρκωτικών κ.λ.π. Αλλά αυτό δεν έχει καμιά σημασία. Οι αστές κυρίες είναι ευχαριστημένες από τις... ανακαλύψεις τους και την επομένη θα έχουν να διηγούνται στις φίλες τους.
   Είδαμε  και τί δεν είδαμε...
Βέβαια, δεν έχουν αποδείξεις άλλα αυτό ούτε τις ενοχλεί,  ούτε  τις πτοεί.
  Αλλοίμονο. Αν όλα γινόντουσαν έτσι ολοφάνερα, θα τους είχε μαζέψει η αστυνομία....

Και ξαναρχίζουν να πλήττουν αξιοπρεπώς...

ΝΙΚΟΣ ΚΑΜΠΑΝΗΣ

Περιοδικό "Ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ" 8.8.1969