Translate -TRANSLATE -

Δευτέρα 3 Ιουνίου 2024

ΠΑΡΕΑ ΜΕ ΤΟΝ «ΓΕΡΟ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ»

 


ΠΑΡΕΑ ΜΕ ΤΟΝ «ΓΕΡΟ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ»

Του ΔΗΜ. ΨΑΘΑ (+)

Ήμουν, προφανώς, ο τελευταίος, πού είχε φτάσει στη συγκέντρωση εκείνη — τόσο καθυστερημένος — κι' ύστερα απ' τις χαιρετούσες, τα εγκάρδια «καλωσορίσματα» του Παπανδρέου και τα «καλώς σάς βρήκα», τα δικά μου, με κύκλωσαν όλοι, διψαλέοι για να μάθουν νέα και ιδιαίτερα ο αρχηγός  του  Κέντρου:

—Έλα, επί τέλους, φίλτατε, κάθισε να μάς πεις τί γίνεται!  Τί έμαθες; Τί νέα μάς φέρνεις;

Όπως μου εξήγησαν, ήταν φερμένοι όλοι εκεί, από τις δυο το πρωί — μερικοί λίγο αργότερα —   και δεν ήξεραν για τί είδους «κίνημα» επρόκειτο και ποιοι ήσαν οι αρχηγοί του. Τους είπα λεπτομερώς τα όσα είχα ακούσει απ’ το ραδιόφωνο, προσθέτοντας ότι στις ανακοινώσεις για την αναστολή του Συντάγματος, δεν αναφερόντουσαν ονόματα, άλλα μόνο αορίστως «το "Υπουργικόν Συμιβούλιον» και «ο βασιλεύς». Εν συμπεράσματι δε εξέφραζα την γνώμη άτι — δεν συζητείται — επρόκειτο σίγουρα για «κίνημα» της ΕΡΕ, για την, προετοιμασία του όποιου άλλωστε, τόσος λόγος γινόταν τις προηγηθείσες μέρες. Γέλασε ο «Γέρος»:

— Ξέρεις, φίλτατε, ποιοι κρατούνται, όπως ημείς, στον απέναντι θάλαμο; Είναι ο υπουργός της Εθνικής Αμύνης Παραληγούρας, ο υπουργός Δημοσίας Τάξεως Γεώργιος Ράλλης, ο ύφυττουργός Προεδρίας του πρωθυπουργού Κανελλοπούλου, Κωνσταντίνος Ράλλης και πολλοί άλλοι μεταξύ των οποίων  και  ο Ανδρέας!

—Ανδρέας., κ. πρόεδρε;  Ποιος Ανδρέας;

—Ό... υιός   μου!   Ποιος  άλλος;

Κατάπληκτος εγώ! Ό Άνδρέας μετά του... Παπαληγούρα και μεθ' ημών ο... Μανώλης Γλέζος; Γιατί στην «παρέα» την δική μας περιλαμβανόταν και αυτός, μαζί με τον αποστάτη Μητσοτάκη, τον Κατσώτα, πατέρα και υιόν, τον δημοσιογράφο Δημήτρη Πουρνάρα, τον πατέρα του κ. Πάνου Κόκκα της «Ελευθερίας» — πού συνελήφθη σπασμωδικά, μη ευρεθέντος τού ιδίου — όπως και ο Γιώργος Ανδρουλιδάκης της ίδιας εφημερίδας. Τί είδους «κίνημα» ήταν τούτο; Και από ποιους προερχόταν η διαταγή της αλλόκοτης τούτης σύναξης των συλληφθέντων;

Βρισκόμαστε σε στρατιωτικό θάλαμο του καταυλιαμοΰ του «συγκροτήματος τεθωρακισμένων»— στο επάνω πάτωμα — με τα παράθυρα κλειστά και φρουρούς στρατιώτες με εφ' όπλου λόγχη —   ακόμα και μέσα στον θάλαμο — και καθώς έβλεπα όλους με πυτζάμες, πλην τού αρχηγού τού Κέντρου, νόμιζα ότι ετοιμαζόντουσαν να ξαπλώσουν, στα πέρα για πέρα, κατά μήκος τού θαλάμου, στρωμένα, άδεια στρατιωτικό κρεβάτια.

Οι πυτζάμες, ωστόσο — όπως μου εξήγησαν —δεν είχαν την έννοια του... ξαπλώματος, άλλα τού... ξεσηκώματος, γιατί έτσι τους είχαν φέρει όλους, άρον - άρον απ’ τα κρεβάτια των σπιτιών τους, στις δύο το πρωί, όπως είπα, εν σπουδή, χωρίς να τους αφήσουν να πάρουν μαζί τους τίποτα, ούτε  καν ένα  κοστούμι.

—'Εσείς, κ. πρόεδρε, όμως;... Σας βλέπω ντυμένον...

Χαμογέλασε   ο   Παπανδρέου:

—Εμένα, φίλτατε, συνέβη ως έξης: Εκοιμόμουν βαθιά όταν έξύπνησα από ένα θόρυβον.  Άνοιξα τα μάτια μου και βλέπω ξαφνικά επάνω απ’ το κρεβάτι μου ένα λοχαγό εν στολή, μαύρον την θέαν, που κρατούσε ένα πιστόλι και μού έλεγε με προφανή εκνευρισμόν: «Σηκωθείτε, κ. πρόεδρε! Σηκωθείτε γρήγορα, κ. πρόεδρε»! 'Ίσως ήταν μαύρος ή πολύ μελαψός, ίσως μου εφάνη έτσι, καθώς είχα τόσον απότομα ξυπνήσει. Η πρώτη σκέψις πού έκανα ήταν: «θα με εκτέλεση!». 'Αλλά εκείνος... δεν με εκτελούσε! Εκρατούσε μόνον το πιστόλι και επαναλάμβανε: «Γρήγορα, κ. πρόεδρε! Σηκωθείτε, κ. πρόεδρε»! Η εντύπωσις πού εσχημάτισα ευθύς αμέσως ήτο ότι εκείνος... εφοβείτο περισσότερον από έμενα! «Στάσου, παιδί μου, του έλεγα, να ντυθώ, τουλάχιστον, να βάλω τα παπούτσια μου!». Εσηκώθηκα απ’ το κρεβάτι μου και άρχισα να ντύνομαι, ενώ ο άνθρωπος μου αγωνιούσε συνεχώς και μού επαναλάμβανε σπασμωδικά «γρήγορα, κ. πρόεδρε, γρήγορα, κ. πρόεδρε»! 'Αλλά εγώ, όταν αντελήφθην οτι δεν είχε εντολήν να με εκτέλεση, ησύχασα, εντύθηκα με όσην άνεσιν επέτρεπε η περίστασις, η οποία οπωσδήποτε δεν ήταν ιδεώδης για να φτιάξη κανείς εξαιρετικά επιμελημένην τουαλέταν! Όταν, λοιπόν, έβαλα και τις κάλτσες και τα παπούτσια μου, του είπα του άνθρωπου μου ότι ήμουν εις την διάθεσίν του και τότε μόνον είδα την ανακούφισιν, ζωγραφισμένην εις το πρόσωπο του. Με ωδήγησεν εις το αυτοκίνητον πού έπερίμενε, και έφθασα εδώ, υπό συνοδείαν και άλλων.

  Και πώς αισθάνεσθε τώρα, κ. πρόεδρε; τον ρώτησα.

  Να σας πω, φίλτατε. Ειλικρινώς σας λέω, ότι ήμουν αδιάθετος από γρίππην. Όλη αύτη η ιστορία, όμως, με... εθεράπευσε. Αισθανομαι... περδίκι!

Και  πραγματικά ήταν  τόσο  ευδιάθετος,   όσο στην κανονική ζωή του.

—Εφάγατε, κ. πρόεδρε;

— Φακές. Είναι Παρασκευή. Το στρατιωτικόν συσσίτιον της ημέρας. Εσύ δεν Έφαγες; Να σου κάνω το τραπέζι...

Και μου παράγγειλε το γεύμα...                                            

Πηγή

Εφημερίδα τα ΝΕΑ 22.4.1972

 

Παρασκευή 31 Μαΐου 2024

1453, εάλω η Πόλις και ο κόσμος άλλαξε

 


1453, εάλω η Πόλις και ο κόσμος άλλαξε

Σαν προχθές, 29 Μαΐου, το 1453 και ημέρα Τρίτη, πριν από 571 χρόνια «εάλω η Πόλις», αλώθηκε η Κωνσταντινούπολη από τον νεότατο Τούρκο σουλτάνο Μωάμεθ και έγινε η πρωτεύουσα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ο Έλληνας αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ΙΑ', ο Παλαιολόγος, έπεσε μαχόμενος και από τότε στοιχειώνει τα όνειρα μας.

Από τότε αναφερόμαστε σε αυτόν την ημερομηνία με θρήνο και οδυρμό και η άλωση της Πόλης κατέλαβε στη συνείδηση μας την πιο κεντρική θέση σαν η μεγαλύτερη εθνική απώλεια. Η Τρίτη της 29ης Μαΐου 1453 είναι αποφράς ημέρα και όταν σήμερα επισκεπτόμαστε την Κωνσταντινούπολη με απομεινάρια πλέον Ελλήνων, αλλά πάμπολλα τα σημάδια από το πέρασμα τους, με αβάσταχτη μελαγχολία θυμόμαστε ότι «κάποτε ήταν δικά μας». Είναι δύσκολο να απαλλαγούμε από την καταθλιπτική μνήμη και να δεχθούμε ότι σχεδόν κανένα κράτος στην Ευρώπη δεν είναι σήμερα όμοιο με εκείνο που υπήρξε πριν από 550 χρόνια. Έτσι και το δικό μας κράτος, η σύγχρονη Ελλάδα, δεν είναι όμοιο με εκείνο που άλωσε ο Μωάμεθ Β'.

* • *

Ο Μωάμεθ Β', από τη στιγμή που νεότατος διεδέχθη τον αποθανόντα αιφνιδίως πατέρα του Βαγιαζήτ Α', από την πρωτεύουσα του Αδριανούπολη είχε σταθερά το βλέμμα στραμμένο στην Κωνσταντινούπολη. «Προφητείες και θρύλοι του οθωμανικού κόσμου ωθούσαν το βλέμμα του προς τα κει, αλλά και ο ίδιος είχε βαθιά αίσθηση της ιστορίας, παρά το νεαρό της ηλικίας του. Γνώριζε ότι η Κωνσταντινούπολη επί χίλια και πλέον χρόνια μέσα από μεγάλες περιπέτειες παρέμενε η αναμφισβήτητη πρωτεύουσα της Ευρώπης και της Ασίας, σύμβολο δύναμης και ισχυρού κράτους. Φιλοδοξούσε, μωαμεθανός αυτός, να διαδεχθεί τους χριστιανούς αυτοκράτορες και να συνεχίσει τη χιλιόχρονη ιστορία.

Εμείς θυμόμαστε την άλωση ως εθνική απώλεια. Ο Μωάμεθ Β' είχε ευρύτερη αντίληψη του γεγονότος. Ήξερε ότι ήταν η «μεγάλη στιγμή της Ιστορίας» και ήταν αυτός που θα την ενσάρκωνε και θα θεμελίωνε αυτό που αργότερα-(πολύ σύντομα) γνώρισε ο κόσμος, την Οθωμανική Αυτοκρατορία ως παγκόσμια δύναμη. Με σύγχρονους όρους, η άλωση της Κωνσταντινούπολης σημάδευε την αρχή μιας μεγάλης γεωπολιτικής αλλαγής, που οι συνέπειές της είναι ακόμη εμφανείς, ιδιαίτερα στη Βαλκανική.

* • *

Όταν ο Μωάμεθ με ισχυρό στράτευμα (πεζούς, ιππικό, πυροβολικό και ναυτικό) άρχισε, στις 6 Απριλίου 1453, να πολιορκεί την Κωνσταντινούπολη, το βυζαντινό κράτος ήταν σκιά του εαυτού του, μικρότερο και ασθενέστερο παρά ποτέ. Ουσιαστικά ολόκληρο το κράτος ήταν η πόλη και ο πληθυσμός της, αλλά και αυτός αποδεκατισμένος από τις επιδρομές και τις επιδημίες. Με δύο ισχυρές κοινότητες Ενετών και Γενουατών.

Αλλά επί Κωνσταντίνου ΙΑ' και γενικότερα την εποχή των Παλαιολόγων το κράτος της Κωνσταντίνουπολης ήταν το ελληνικότερο παρά ποτέ. Τόσο στον πληθυσμό όσο και στη διοίκηση. Τίποτα πλέον δεν θύμιζε την ισχυρή πρωτεύουσα μιας αυτοκρατορίας με ρωμαϊκή καταγωγή. Την ίδια εποχή των Παλαιολόγων η Κωνσταντινούπολη και άλλες περιοχές, γνήσια ελληνικές, στον Πόντο και στην Πελοπόννησο, γνώρισαν αιφνίδια και παράδοξη, σε σχέση με την αποδυνάμωση της κρατικής ισχύος, αναγέννηση των ελληνικών γραμμάτων και της τέχνης που μοιραία ανακόπηκε από την τουρκική κατάκτηση και δεν πρόλαβε να λάβει την έκταση και τη σημασία που την ίδια εποχή είχε η Αναγέννηση στη Δύση. Σήμερα αισθανόμαστε τη μειονεξία ότι δεν γνωρίσαμε Αναγέννηση όπως η Δύση. Και όμως, υπάρχουν πολλά ξεπετάγματα   Αναγέννησης   και στους τελευταίους αιώνες του Βυζαντίου αλλά και κατά τη διάρκεια των ποικίλων κατακτήσεων του ελλαδικού χώρου από τους Οθωμανούς, τους Ενετούς, τους Γενουάτες...

* • *

Ο Κωνσταντίνος ΙΑ', παρά τις μάλλον. φεουδαρχικές του περιπέτειες στην Πελοπόννησο, πριν στεφθεί αυτοκράτορας στην Κωνσταντινούπολη (τέσσερα μόλις χρόνια πριν από την άλωση), είχε πλήρη συνείδηση ότι ήταν Έλληνας ηγεμόνας ελληνικού κράτους. Όλοι οι λαοί έχουν να επιδείξουν ηρωισμούς και ηρωικούς ηγεμόνες. Αλλά η απάντηση του Κωνσταντίνου ΙΑ' στην πρόσκληση του Μωάμεθ να παραδώσει την Πόλη και ο ίδιος να εγκατασταθεί όπου θέλει, σώος και αβλαβής, έχει πνοή Αρχαίας Ελλάδας και αρχαίων δημοκρατικών πόλεων: «Το δε την πόλιν σοι δούναι ούτ' εμόν εστίν, ούτ' άλλου των κατοικούντων εν ταύτη. Κοινή γαρ γνώμη πάντες αυτοπροαιρέτως αποθανούμεν και ου φεισόμεθα της ζωής ημών».

Ο Κωνσταντίνος ΙΑ' Παλαιολόγος έπεσε μαχόμενος κοντά στην Πύλη του Ρωμανού, το πρωί της 29η5 Μαΐου 1453. Εκτός από αυτό τίποτε άλλο δεν είναι ιστορικώς βεβαιωμένο. Δεν είναι βέβαιο ότι βρέθηκε το πτώμα του και αυτό διήγειρε τη λαϊκή φαντασία και αμέσως άρχισαν να πλάθονται λαϊκοί μύθοι και θρύλοι που τελικά συμπυκνώθηκαν στο θρύλο του «Μαρμαρωμένου Βασιλιά», που με τη συγκίνηση που προκαλεί έπαιξε μοιραίο ρόλο στο νεότερο ελληνικό κράτος.

Την άλωση της Κωνσταντινούπολη περιγράφουν με πάθος οι χρονογράφοι Φραντζής, στενός φίλος και συνεργάτης του Κωνσταντίνου ΙΑ', Δούκας και Κριτόβουλος, φίλος του Μωάμεθ Β', που ζούσε στην αυλή του. Οι ίδιοι περιγράφουν τη ζωή, τον χαρακτήρα και τις τελευταίες μέρες του αυτοκράτορα.

+ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΑΡΚAΓΙΑΝΝΗΣ (1932-2010)

ΠΗΓΗ : ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 31.5.2009

 

Πέμπτη 30 Μαΐου 2024

Τα Καλύβια τ' Αλώνια και οι Νερόμυλοι της Ολυμπίας και Τριφυλίας

 


Τα Καλύβια τ' Αλώνια  και οι Νερόμυλοι της Ολυμπίας και Τριφυλίας

 

Η ορεινή Ολυμπία και Τριφυλία είναι γεμάτες από σιταροχώραφα σκαρφαλωμένα στις πλαγιές των βουνών τα όποια κάποτε καλλιεργόντουσαν συστηματικά μ' επιμέλεια κι επιμονή απ’ τους κατοίκους των άγονων χωριών τους κι εξασφάλιζαν τον επιούσιο.

Όλα αυτά τα σιταροχώραφα στα πετροβούνια του τόπου δημιουργήθηκαν μ' εκχερσώσεις που έκαναν αγρότες της περιοχής διά μέσου πολλών ετών. Σύλλεξαν χούφτα χούφτα το ευλογημένο χώμα, σαν αποτρίμματα χρυσαφιού, με τα ροζιασμένα χέρια τους και με μόνο γεωργικό εργαλείο ένα πετροκασμά, τα έκλεισαν σε λιθόκτιστα στηθαία (πεζούλια) για να μπορέσουν να σπείρουν εκεί σιτάρι ή καλαμπόκι με την ελπίδα, αν περάσει το ευεργετικό σύννεφο, να θερίσουν. Τις περισσότερες όμως φορές δεν παίρνανε ούτε το άχυρο για τα ζώα τους απ' αυτή την επίπονη και πέρα από κάθε περιγραφή γεωργική τους εργασία.

Σ' επίκαιρες θέσεις είχαν χτίσει με ξερολιθιά πρόχειρες αγροικίες (καλύβια) για να προστατεύονται απ' τις βροχές κατά τις σκληρές μέρες του χρόνου, αφού οι αγρότες μας,  εκείνα τα χρόνια και πριν ακόμα ξημερώσει καλά καλά, έπαιρναν τα ζώα τους και τα γεωργικά τους εργαλεία και πήγαιναν κατ' ευθείαν στα κτήματα που δούλευαν όπου και περνούσαν ολόκληρη την μέρα τους. Για να είμαστε πιο ακριβείς, με τ' αστέρι φεύγανε απ' το χωριό και με τ' φεγγάρι επιστρέφανε στην απέριττη εστία τους κατάκοποι. 


 

Τα τραγούδια τους όμως και το γέλιο δεν έλλειψε ποτέ απ' τα χείλη και το στόμα τους. Και για πολλούς μεγάλους σε ηλικία σήμερα κατοίκους της περιοχής έχει μείνει ζωντανή η ανάμνηση να βλέπουν, ομάδες, ομάδες τους χωρικούς των «Πανω Χωριών» να γυρίζουν απ' τα χωράφια τους φορτωμένοι οι ίδιοι, οι γυναίκες, τα παιδιά τους και τα ζώα τους, ανάλογα ο καθένας με διάφορα πράγματα της δουλειάς και με ξύλα, τραγουδώντας αντιφωνικά και γελώντας εγκάρδια, χωρίς κασετόφωνα και ραδιόφωνα στούς ώμους, παρά μόνο, όπως προλέχθηκε, με τον κασμά, το   λοσταρι και το   ποιμενικό ραβδί ατό χέρι.

Στα μικρομάγαζα των χωρίων συγκεντρώνονταν μόνο τα βράδια, αφού τακτοποιούσαν πρώτα τα ζώα τους, έφερναν νερό μέσα σε ξυλοβάρελα απ' την κεντρική βρύση και προγραμμάτιζαν τις δουλειές της επομένης ημέρας.

Έτσι έζησαν οι άγιοι εκείνοι άνθρωποιτης Ολυμπιακής υπαίθρου, οι ευλογημένοι ήρωες της αγροτικής γης αυτών των περιοχών, κυρίως των χωριών του Λυκαίου (Αμπελιώνας, Αγιοσώστη, Νέδας, Πέτρας, Σκληρού, Μαρίνας, Κακαλέτρι και Στάσιμου). Και μέσα από τις ταπεινές οικογένειες τους ξεπήδησαν  καθηγητές Πανεπιστημίου, Πρωθυπουργοί, Υπουργοί, Βουλευτές, ευλαβείς ιερωμένοι, ακαταπόνητοι εκπαιδευτικοί, Διδάσκαλοι και Καθηγητές, εξαίρετοι Δικηγόροι, Μηχανικοί, άλλοι επιστήμονες, Γιατροί, Γεωπόνοι κ.λ.π.. καθώς και πετυχημένοι έμποροι και φιλότιμοι τεχνίτες...

Κοντά στα καλύβια υπήρχαν και τα πετράλωνα στα όποια θυμώνιαζαν τα χερόβολα κι αλώνιζαν στη συνέχεια. Σχεδόν κάθε μεγάλο χωράφι είχε και τα αλώνι του. Τα μικροχώραφα είχαν κοινό αλώνι με τη συνεργασία των ιδιοκτητών  τους.

Στα κεφαλόβρυσα και στις όχθες των ποταμιών ήσαν οι νερόμυλοι κινούμενοι με τις υδατοπτώσεις για τ' άλεσμα του σιταριού, καλαμποκιού, κριθαριού, βρώμης, μαρτιάκου, σίκαλης, ακόμα και βελανιδιών. Την εποχή της κατοχής σ' αυτούς τους μύλους λειτουργούσε κρυφά ραδιόφωνο με ρεύμα πού αυτοί παρήγαγαν κι έτσι η περιοχή γνώριζε τι γίνεται στον κόσμο.

Όποιος ταξιδεύει σήμερα απ' την Ανδρίτσαινα για τον Πύργο βλέπει κατά τη διαδρομή λείψανα τους. Ομοίως και στις διαδρομές Ανδρίτσαινας—Μεγαλόπολης, Ανδρίτσαινας—Ναού Επικουρίου Απόλλωνα, Ανδρίτσαινας — Καλαμάτας, μέσω των «Πάνω Χωριών».


 

Ο τόπος είναι κατάσπαρτος απ' αυτά τα δημιουργήματα των αγροτών της περιφερείας, μαρτυρία έντονη ενός έντιμου αγροτικού βίου κ’ αγάπης του Έλληνα χωρικού για τη ζωή, την πατρίδα του, την προκοπή και  την ευδοκίμηση.

Αυτά τα σημάδια κι αυτές οι μαρτυρίες, άλλα και το μαρτύριο των συμπατριωτών μας σε σκληρές εποχές, ανάμεσα στα βουνά του Λύκαιου και του Τετραγίου, των κάστρων της Λυνίσταινας, Αγίας Ελένης, Είρας και τις πηγές του Νέδα, σ' όλη γενικά τη διαδρομή στο ορεινό κομμάτι της Τριφυλίας, πρέπει να περισωθούν οπωσδήποτε. Προξενούν, πέρα απ' τους δικούς μας συναισθηματικούς λόγους, βαθύτατες εντυπώσεις στους ντόπιους και ξένους τουρίστες που δεν διστάζουν να αναφέρονται παντοιοτρόπως στις ομορφιές του τόπου και στα αγροτικά μνημεία που είδαν.

Δεν θα ήταν λοιπόν χωρίς κάποια σημασία κι όφελος  η γενικότερη τουριστική αξιοποίηση των καλυβιών, αλανιών, νερόμυλων και κυρίως όσων βρίσκονται σε περάσματα επαρχιακών ή αγροτικών αμαξιτών δρόμων.

Οι νερόμυλοι, τ' αλώνια και τα καλύβια στον τόπο μας μιλάνε για το μακρινό παρελθόν, για τον απόηχο του χτες, για τ' ανεβοκατεβάσματα του χρόνου... Μας μιλάνε για πρόσωπα και περιστατικά, γι' αγάπη, έρωτες, γλέντια, τραγούδια, για πόθους και καημούς των ανθρώπων εκείνων πού τάφτιαξαν κι έζησαν μ' αυτά χρόνια και χρόνια. Είναι μια πλούσια και πολύτιμη λαϊκή κληρονομιά άξια προσοχής, προβολής και περιφρούρησης κι όχι περιφρόνησης.

 


 

Αν σταθείς σ' ένα απ' αυτά τα έργα, τ' αλώνια π.χ. και φωνάξεις δυνατά θ' ακούσεις της φωνής σου την αντιβουή στα σύρραχα και στις αντικρινές πλαγιές, στις ρεματιές και στα ρουμάνια. θ' ακούσης αμέσως χιλιάδες φωνές απ' τα βάθη των ετών να σ' απαντούν μέσα απ' την αιωνιότητα και να σου λένε: Εμείς αυτά μπορούσαμε τότε να κάνουμε κι' αυτά φτιάξαμε. Έτσι ήταν δυνατό να ζήσουμε κι έτσι ζήσαμε. Εσείς σεβαστείτε τα έργα μας και συνεχίστε μ' ακούραστη διάθεση στη ζωή βελτιώνοντας τον πολιτισμό, μ' αρετή και ήθος, μέχρις ότου πάρουν άλλοι τη σειρά σας.

Οι πρόεδροι των Κοινοτήτων και οι αρμόδιες αρχές, θα  πρέπει να έχουν συνεχές  ενδιαφέρον και προτάσεις για την αξιοποίηση αυτών των λειψάνων του αγροτικού και ποιμενικού μας περιβάλλοντος. Άλλωστε οι νερόμυλοι ιδιαίτερα ήσαν μικρά εργοστάσια την παλιά εποχή στον τόπο μας. Δεν πρέπει να χαθούν. Καθήκον μας είναι να τους διατηρήσουμε στη ζωή. Αξίζουν περισσότερο από ένα αργαλειό, μια μασουρίστρα, ένα ξυλόχτενο πού φυλάμε σε κάποιο λαογραφικό μουσείο. Οι νερόμυλοι είναι μόνοι τους υπαίθρια Λαογραφικά μουσεία κι όσοι ακόμα υπάρχουν δεν πρέπει να εξαφανισθούν. Είναι όλοι σε υπέροχες τοποθεσίες κοντά σε θαυμάσια τοπία δίπλα σε σκιερά δένδρα και τα διάφανα νερά των ποταμών Νέδα και Διάγοντα πού γαλήνιοι κι ασημένιοι ανάμεσα από πεύκα και πρίνους, καταπράσινες, γελαστές και κατάστικτες απ' αγριολούλουδα πλαγιές, οδεύουν στην καταγάλανη θάλασσα της Αρκαδίας.

(Διασκευή από παλιό άρθρο του Παναγιώτη Χ. Χαραλαμπόπουλου, Λυκειάρχη με τίτλο «Νά διατηρηθούν τα Καλύβια τ' Αλώνια   και οι Νερόμυλοι της περιοχής»)

Τρίτη 28 Μαΐου 2024

ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΤΗΣ ΖΟΥΡΤΣΑΣ

 


 

ΤΟ  ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΤΗΣ ΖΟΥΡΤΣΑΣ

Γράφει ο + ΑΧΧΙΛΕΑΣ ΤΑΓΑΡΗΣ (1912-2004)

Στρατηγός—Ακαδημαϊκός

Τα Ελληνικά Σχολεία ή Σχολαρχεία στη Πατρίδα μας λειτούργησαν περίπου ένα αιώνα (1835—1929) και ανήκαν στη Μέση Εκπαίδευση. Αντίστοιχα των σήμερα (1988) είναι τα Γυμνάσια. Στα Ελληνικά Σχολεία δίδασκαν νεοδιοριζόμενοι καθηγητές, πτυχιούχοι του Πανεπιστημίου Αθηνών, οι οποίοι και μετέδιδαν στους μαθητές τους όλη τη φλόγα του γεμάτου όρεξη νέου μαχητή στο στίβο της Παιδείας. Αργότερα αυτοί πήγαιναν στα Γυμνάσια, με εξέλιξη ως το βαθμό τον Γυμνασιάρχου. Μερικοί απ' αυτούς, οι πιο άξιοι, γίνονταν και Καθηγητές στο Πανεπιστήμιο.

Τα Ελληνικά Σχολεία (Ε.Σ) ιδρύθηκαν το 1835 με το από 25-3-1835 Β.Δ., αρχικά 10, που το συμπλήρωσε το από 31-12-1836 Β.Δ,, πού ανέβασε τον αριθμό τους σε 24. Μετά 75 χρόνια τα Ε. Σ. ήσαν 186 (και τα Γυμνάσια 39, απ' τα όποια 8 δημοσυντήρητα). Τα Ε. Σ. καταργήθηκαν το 1929, με τους νόμους 4373 και 4897. Ήσαν σπουδαία σχολεία κι' εκεί τα Ελληνόπουλα μάθαιναν γερά γράμματα.

Το Ελληνικό Σχολείο στη Ζούρτσα καταργήθηκε κι' αυτό το 1929. Πότε ιδρύθηκε, δεν είναι γνωστό. Ίσως κατά τις τελευταίες 1Οετίες του προηγουμένου αιώνα. Πάντως, πολλές πρωτεύουσες «πολυχωρίων» Δήμων, (όπως ήτο και η Ζούρτσα, πρωτεύουσα του μεγάλου Δήμου Φιγαλίας, με καμιά 20ριά χωριά), είχαν αποκτήσει νωρίς Ελληνικά Σχολεία, με αρχικά τους Ελληνοδιδάσκαλους.

Στο Ζουρτσάνικα Σχολείο φοίτησα απ' το 1922 μέχρι το 1925. Θα το περιγράψω, όπως ήταν τότε, με συντομία, για να μείνει η ιστόρηση τον, σαν ένα μικρό κομμάτι της Ιστορίας της Ζούρτσας, πού δυστυχώς δεν γράφεται  από   κανένα,   αν και θα ήταν τόσο εύκολο να γραφή σε ένα βιβλίο, που θα φυλασσόταν στη Κοινότητα, μας.

Για κτίριο χρησιμοποιούσε το μονόπατο σπίτι της Μαστρογιώργαινας. Στο ισόγειο έμενε η ίδια με την φαμελιά της. Το σπίτι αυτό ήταν κτισμένο σε ψηλή θέση κι' είχε όμορφη θέα τριγύρω, μέχρι πέρα τα βουνά. Ήταν ανάμεσα σε Ζαριφέϊκα, Πιπιλέϊκα και Ταγαρέϊκα σπίτια. Γύρω του είχε μια τεράστια κληματαριά, πολύ καρπερή, χάρι στις προσπάθειες του πολύπειρου Μαστρογιώργη. Η αυλή του ήταν λιθόστρωτη και μαντρωμένη. Στο πάτωμα υπήρχαν τρία δωμάτια, ένα για κάθε τάξη. Στο μεγαλύτερο, της 3ης τάξης, ήταν, μέσα σε σανιδένιο χώρισμα, το Γραφείο των  Καθηγητών.  Είχε χαγιάτι και μπαλκόνι. Πάνω από την πόρτα της εισόδου υπήρχε μια ταμπελίτσα, βαμμένη μπλε. Που ‘γραφε σε άσπρα γράμματα, σε ημικύκλιο, ΕΛΛΗΝΙΚΟΝ ΣΧΟΛΕΙΟΝ, και από κάτω, σε ίσια γραμμή, ΖΟΥΡΤΣΗΣ. Ακόμα το όνομα τον χωριού δεν είχε αλλάξει. Άλλαξε το 1927, όταν κοινοτάρχης ήταν ο Άριστος Τάγαρης. Το μπλε και άσπρο της ταμπελίτσας ήσαν τα χρώματα της Ελληνικής Σημαίας. Φοιτούσαμε, τότε, στο Ελληνικό Σχολείο της Ζούρτσας καμιά 50ριά μαθητές, μέσα απ' τη Ζούρτσα κι' από τα γύρω χωριά. Είχαμε μαθήματα πρωί και απόγευμα. Σχολάρχης μας ήταν ο μεγαλοπρεπής στην εμφάνιση και άριστος εκπαιδευτικός, Κώστας Δαΐκος, απ' τη Ζαχάρω. Είχαμε άλλους δύο καθηγητές, τον Γεώργιο Δούκα απ' την Καλυδόνα και τον Γεώργιο Παπακυριακόπουλο, απ' το Μπούζι. Άριστοι κι' αυτοί. Και τους τρεις τους είχαμε και τα τρία χρόνια. Για λίγο, ενδιάμεσα, είχαμε και κάποιο Γιαννόπουλο. Μαθαίναμε τα γράμματα με μεγάλη όρεξη και δίψα.  Όλοι   ήσαν  καλοί μαθητές. Είχα την τύχη και στις τρείς χρονιές να πάρω το απολυτήριο με άριστα (10). Είχαμε αρκετές κενές ώρες, μ' επιτηρητές συμμαθητές μας, που έγραφαν στον Μαυροπίνακα οποίον ατακτούσε, για να τιμωρηθεί μετά απ' τον Σχολάρχη. Σπάνια, έμεναν γραμμένα τα ονόματα ως το σχολικό διάλειμμα. Ένα σφουγγάρισμα του επιτηρητή τάσβαινε όλα.

Οι Καθηγητές μας ήσαν αυστηροί, αλλά δίκαιοι. Σωφρονιστικό μέσο ήταν η βέργα (λούρα), από λυγαριά. Όταν ο Σχολάρχης μας έβγαζε τα κολλαριστά του μανικέτια σήμαινε συμφορά για τον αδιάβαστο. Αν και ο Σχολάρχης μας κάπνιζε πολύ, (αυτό δεν τον εμπόδισε να πεθάνει υπέργηρος), μας δίδασκε να μην καπνίσουμε ποτέ. Έπαιρνε αφορμή απ' τη Φυτολογία, που έγραφε στο περί καπνού, «ευτυχής ο μηδέποτε καπνίσας». Θυμάμαι και το ρητό του ίδιου, πούλεγε: «Βίος ανεόρταστος, μακρά οδός απανδόχευτος». Όλοι οι μαθητές είμαστε τύποι και υπογραμμοί. Εξαίρεση ήσαν μερικοί αδιάβαστοι.


Αξέχαστα όμορφα χρόνια...

ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΝΕΟΣ ΟΡΙΖΩΝ/10.5.1988